Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

19.6.19

Το αηδόνι του αυτοκράτορα (Κεφάλαιο 3) - "Η γιορτή των γιασεμιών" (Μέρος 2)

«Ο ερχομός της καινούριας εποχής έχει φέρει μεγάλη ευημερία στη φύση και στην τάξη…» σχολίασε στοχαστικά ο γέροντας, ρουφώντας δυο σταγόνες από το καυτό τσάι που μόλις του είχαν σερβίρει. Η ευγενική παρουσία απέναντί του κούνησε καταφατικά το κεφάλι και έτριψε το πιγούνι του.
      «Όντως. Είναι το τέλειο ξεκίνημα για τη Γιορτή» συμφώνησε.
 
      «Αχ, σε όλα μου τα ταξίδια άκουγα για τη γιορτή των γιασεμιών και πάντα ευχόμουν σε θεούς και δαίμονες να μπορούσα να παρευρεθώ κάποια στιγμή... και να που το όνειρο γίνεται πραγματικότητα. Έχω ακούσει πως η πόλη ευωδιάζει από τα άνθη και τα μαγειρευτά» τόνισε με ύφος ονειροπόλο. «Μα το πιο αξιοσημείωτο γεγονός είναι η μεγάλη παρέλαση και η περιφορά της Αυτοκρατορικής Δράκαινας» ο γέρος αναφερόταν στο πιο σημαντικό γεγονός της Γιορτής. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, πριν αλλάξει η μέρα και σημάνει τη λήξη της Γιορτής, μια μεγαλειώδης παρέλαση ξεκινούσε με ταχυδακτυλουργούς να δημιουργούν οφθαλμαπάτες και τεράστιες φλόγες, ακροβάτες να ισορροπούν πάνω σε πελώριες ράβδους από ξύλο και να εκτελούν επικίνδυνα κόλπα, όμορφες γυναίκες να λικνίζονται στον ήχο των τύμπανων και των φλάουτων, ενώ από πίσω τους να ακολουθούν πενήντα έξι άνδρες κάτω από τη μορφή ενός μεγαλοπρεπούς λευκού δράκου. Μα ο άνδρας δε φάνηκε να αντιδράει στα λεγόμενα του γέρου. Συνήθως μιλούσαν για ώρες ατέλειωτες και ο Τζιάο μάθαινε πολλά πράγματα για τον έξω κόσμο, πράγματα που οι δάσκαλοί του δεν είχαν τολμήσει ποτέ να του δείξουν. Μπορούσε και ξεχώριζε τις φατρίες των δυτικών, τα πλάσματα που κατοικούσαν σε κάθε άλλη Ήπειρο ακόμα και τις θρησκείες που επικρατούσαν, όλες τους παρόμοιες, μα η κάθε μία κουβαλούσε και κάποιο ξεχωριστό μυστικό. Αισθανόταν σαν παιδί που ανακάλυπτε μέσα από τις εξιστορήσεις των παλαιότερων τον κόσμο έξω από τους πολυτελείς τοίχους του Παλατιού. Η συμπάθεια που έτρεφε για τον γέρο ήταν μεγάλη, όπως και ο σεβασμός προς το πρόσωπό του, μα εκείνο το πρωινό, ζοφερές σκέψεις δεν τον άφηναν να ευχαριστηθεί την κουβέντα τους όσο ήθελε.

Σύντομα το πρόσωπό του σκοτείνιασε και ιδρώτας κρύος έλουσε τον Γυ. Αναρωτήθηκε εάν είχε πει κάτι που προσέβαλε τον μεγάλο άρχοντα. Έσκυψε γρήγορα το κεφάλι και τον κορμό του και απαίτησε συγχώρεση, τρέμοντας ολόκληρος σαν ψάρι. Ο Υιός των ουρανών γέλασε ελαφρά και τον βοήθησε να ορθώσει το ανάστημά του, χτυπώντας τον απαλά στην πλάτη. Ο Γυ απέφυγε να συναντήσει το βλέμμα του και κάθισε ευθύς στο πουπουλένιο μαξιλάρι.
      «Μην τρομάζεις, καλέ μου φίλε. Ήθελα ώρα να μιλήσω ανοιχτά σε εσένα, μα δεν ήθελα να διακόψω την κουβέντα μας. Δυστυχώς, άσχημα μαντάτα έχουν δηλητηριάσει την καρδιά μου και έχουν μαυρίσει τη χαρά και τον ενθουσιασμό μου για τη Γιορτή» ο άνδρας ίσιωσε το σώμα του και στήριξε το ένα του χέρι στο γόνατά του. «Όπως πολύ καλά θα γνωρίζεις, τούτη η Γιορτή είναι αφιερωμένη στα γενέθλια της μητέρας μου» ακολούθησε ένας βαρύς αναστεναγμός καθώς η εικόνα της Αυτοκράτειρας πλημμύρισε την καρδιά του. Η Σια Ζι ήταν μια αρκετά αυστηρή προσωπικότητα και σαν μονάρχης μα και σαν μητέρα. Οι διαταγές της πάγωναν το αίμα και η ματιά της προκαλούσε τρόμο. Δεν ανεχόταν την οποιαδήποτε ανυπακοή και δε δίσταζε να εκτελεί η ίδια τους εχθρούς – αιχμαλώτους της. Η άγρια προσωπικότητά της ήταν που είχε προκαλέσει τις φήμες περί δαιμονικής φύσης. Μπορεί η όψη της να ήταν πανέμορφη, μα η ψυχή της ήταν μαύρη. Ο ίδιος ο Αυτοκράτορας το είχε σιωπηλά παραδεχτεί στον εαυτό του, μα ο φόβος τον κρατούσε σε επιφυλακή.
«Ξέρω, ξέρω, σε πολλές άλλες πολιτείες δε γιορτάζουν τους νεκρούς. Το θεωρούν γρουσουζιά, κακό οιωνό, σχεδόν προσβολή για τη μνήμη του εκλιπόντος. Μα η Αυτοκράτειρα και Μητέρα μου ήταν τόσο αγαπητή από όλους που είχε ζητήσει να μη θρηνεί κανείς για τον χαμό της, παρά να χαιρόμαστε για τη ζωή της. Έτσι, φρόντισα κάθε χρόνο, την ημέρα των γενεθλίων της, οι κήποι στο Παλάτι, μα και σε ολόκληρη την πόλη, να στολίζονται με πανέμορφα γιασεμιά και όλοι οι άνθρωποι να χορεύουν και να ευθυμούν προς τιμήν της μητέρας μου. Συγκινητικό, δε βρίσκεις; Είμαι σίγουρος πως λίγοι γιοι παραδέχονται την τρυφερή αδυναμία προς τη μητέρα τους και ακόμα λιγότεροι μπροστά σε όλους θρηνούν για αυτήν» ο άντρας σηκώθηκε και προχώρησε προς το περβάζι του περιπτέρου. «Πες μου, εσύ που έχεις ταξιδέψει σε ολόκληρη την Ήπειρο και παραπέρα, τι έχεις ακούσει για τις λεηλασίες των Βόρειων; Ακόμη περιμένουν να γονατίσω για να μου κόψουν το κεφάλι και να μου αρπάξουν τον θρόνο; Ακόμα σχεδιάζουν με τα αρρωστημένα μυαλά τους να γκρεμίσουν αυτή την πολιτεία και να χτίσουν μια δική τους από φωτιά και αναρχία;» ο άρχοντας έσφιξε τις γροθιές του ενώ τα νεανικά χαρακτηριστικά του προσώπου του αλλοιώθηκαν από την οργή που τον κατέβαλλε.
«Να πάρει!» φώναξε με θυμό, χτυπώντας τη μαρμαρένια κουπαστή του μπαλκονιού. Ο Γυ ταράχτηκε, μα με ήρεμες κινήσεις ήπιε ξανά από το ρόφημά του.
     
 «Με όλο το θάρρος, μεγαλειότατε. Από την πρώτη κιόλας μέρα που έφτασα στα ανάκτορά σας, συμπεριφερθήκατε σε εμένα και τον προστατευόμενό μου με απόλυτο σεβασμό και απέραντη καλοσύνη. Παρόλο που δεν καταγόμαστε από τη Χώρα σας, ουδεμία φορά δε μας κοιτάξατε με μίσος ή καχυποψία» σκούπισε τα χείλη του με ένα μαντήλι και χαμογέλασε πλατιά προς το μπερδεμένο μα ικανοποιημένο πρόσωπο του Αυτοκράτορα. «Δεν μπορώ να καταλάβω, λοιπόν, γιατί κάποιοι άνθρωποι παραμένουν δυσαρεστημένοι από τη βασιλεία σας. Μα δε θα ήθελα να σας αποκρύψω τίποτα, καθώς η ίδια μου η ζωή καθορίζεται από εσάς»
      «Με φοβάσαι, γέρο;» τον ρώτησε σχεδόν ειρωνικά, γνωρίζοντας φυσικά την απάντηση που θα δεχόταν.
      «Όπως ο κάθε κοινός θνητός τρέμει τους Θεούς, ύψιστε μου» ένωσε τα χέρια του και έσκυψε το κεφάλι ως χαιρετισμό και ένδειξη σεβασμού.
      Ο Τζιάο γέλασε ελαφρά και κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
«Με ευχαριστούν τα λόγια σου, γέρο. Όντως, η σκέψη να μιλήσω σε εσένα ήταν πολύ σοφή. Οι άνθρωποι πρέπει να φοβούνται τους Θεούς τους και μέσω αυτού του φόβου να επέρχεται ο σεβασμός και η τάξη. Κανείς άρχοντας δεν κατάφερε να είναι σωστός απέναντι στα καθήκοντά του και αρεστός από όλους. Εάν επιθυμεί ο Βορράς πόλεμο, ας είναι. Με τη νίκη μου και την εξευτελιστική τους ήττα θα επικρατήσει τάξη!» μονολόγησε θριαμβευτικά και επέστρεψε στη θέση του, απέναντι από τον αγαπητό του συνομιλητή.
      «Πες μου-»
 
      «Μεγάλε άρχοντα και αφέντη, Αυτοκράτορα των θνητών πλασμάτων και Κύριε της Ηπείρου» ακούστηκε η τσιριχτή φωνή του ευνούχου που ηχούσε σαν εκνευριστικός θόρυβος στα αυτιά του άνδρα. Ο υπηρέτης, λαχανιασμένος καθώς ήταν, είχε πέσει στα γόνατα, προσκυνώντας τον αφέντη του.
      «Ναι, ευνούχε;» μίλησε με την απέχθεια καλά κρυμμένη στη φωνή του και ύψωσε το πορσελάνινο φλυτζάνι στα χείλη του - με την παλάμη του να το αγκαλιάζει στοργικά από κάτω.
 
      «Κύριε και μεγαλειότατε, ύψιστε μονάρχη!» σηκώθηκε στα δυο του πόδια με το κεφάλι στραμμένο στο πάτωμα και τα λεπτά χείλη του να σχηματίζουν ένα ειρωνικό χαμόγελο.
«Το Αηδόνι σας» οι λέξεις που βγήκαν από το στόμα του προκάλεσαν μια έκπληξη στους δύο άνδρες, μα το μεγαλύτερο δέος γεννήθηκε όταν αντίκρισαν το νεαρό παλικάρι να βηματίζει αργά και ευλαβικά προς το μπαλκόνι.
      «Μα τα Θεία Ουράνια!» ο Αυτοκράτορας σηκώθηκε όρθιος, μαγεμένος από το θέαμα που του προσέφεραν τα σκούρα μάτια του. Ποτέ άλλοτε δεν είχε αντικρίσει τέτοια ομορφιά. Τα μακριά μαλλιά του νεαρού έπεφταν στην πλάτη του αρμονικά με ένα μέρος τους να βρίσκεται πιασμένο στην κορυφή της κεφαλής του σφιχταγκαλιασμένο με ένα ασημί στολίδι σμιλευμένο στη μορφή λωτού, ενώ από τις άκρες ξεχώριζαν δύο τσιμπίδες κατασκευασμένες από ολόλαμπρο νεφρίτη. Εκείνος απλώς χαμήλωσε τον κορμό του και υποκλίθηκε στον άρχοντα που έστεκε μαρμαρωμένος. Ο Τζιάο τον πλησίασε και επεξεργάστηκε καλύτερα τη φιγούρα του. Αισθάνθηκε περηφάνια εν μέρει, καθώς τα ρούχα τα είχε διαλέξει ο ίδιος και το αποτέλεσμα ήταν θεσπέσιο. Η ρόμπα που τύλιγε το σώμα του νεαρού διακρινόταν για τα απίστευτα ζωντανά χρώματα που είχαν βαφτεί στο χέρι πάνω στο μετάξι. Εκείνο που κυριαρχούσε ήταν το λαδί, αναμιγμένο με μία γκρίζα θάλασσα, ενώ η κατάληξη του ενδύματος ήταν βαμμένη προσεχτικά με μαύρες και κίτρινες κοφτές λωρίδες. Τα μακριά μανίκια ήταν λουσμένα από σμήνος χρωμάτων μεταξύ τους το βαθύ κίτρινο, το απόλυτο μαύρο, το απαλό κόκκινο και το εντυπωσιακό κοραλλί, ενώ ο λαιμός του ρούχου κατείχε μια κίτρινη χροιά που έδενε απόλυτα με τα υπόλοιπα χρώματα.
      «Υπέροχο» ψιθύρισε ο μεγάλος άρχοντας.
      «Σας ευχαριστώ, κύριε και αφέντη» υποκλίθηκε ο ευνούχος ο οποίος χλόμιασε τη στιγμή που το παγωμένο βλέμμα του Αυτοκράτορα έπεσε πάνω του.
      «Πράγματι!» ακούστηκε η χαρούμενη φωνή του Γυ ο οποίος άρχισε να χειροκροτεί από ενθουσιασμό. «Έχετε εξαιρετικό ταλέντο, μεγαλειότατε!» φώναξε όλο δέος δίχως να κουνηθεί από τη θέση του. Τα εκλεκτά εδέσματα που του είχαν σερβιριστεί για το πρωινό ήταν φανερά πιο σημαντικά από την κόσμια, όπως χαρακτήρισε στις σκέψεις του, παρουσία του παιδιού.
      Ο Αυτοκράτορας δεν απάντησε, απλώς κράτησε ζωντανό εκείνο το χαμόγελο ευχαρίστησης στα πρόσωπό του και, αφού κάρφωσε για μια μονάχα στιγμή τα μάτια του σε εκείνα του Αηδονιού, επέστρεψε στη θέση του. Ίσιωσε την ερυθρή φορεσιά του, ύψωσε ελάχιστα τα μανίκια της ρόμπας του και χτύπησε ρυθμικά τις παλάμες του. Το παλικάρι δεν έχασε χρόνο καθώς αναγνώρισε τούτη τη χειρονομία. Στάθηκε πλάι στον Μεγάλο Μονάρχη και με κλειστά τα μάτια απήγγειλε μια ζεστή μελωδία που μαλάκωσε και την πιο σκληρή καρδιά. Γλυκές αναμνήσεις ξεχύθηκαν στις καρδιές όσων την άκουγαν, ενώ ο Αυτοκράτορας χαλάρωσε αρκετά το σκληρό πρόσωπό του και επέτρεψε στον εαυτό του να απολαύσει μερικά λεπτά απόλυτης γαλήνης. Ο Γυ όμως δε συμμερίστηκε το ίδιο σκεπτικό. Το τραγούδι που είχε επιλέξει ο μικρός διάβολος προερχόταν από μία φυλή του Βορρά και μιλούσε για μια ζωή απλοϊκή, δίχως βία, πολέμους και οργή να δηλητηριάζουν αέρα και γη. Ήξερε τα λόγια και ευχαριστούσε τους Θεούς που ο νεαρός ανόητος δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξεις.
 
      «Ο δαίμονας έπεσε και τραντάχτηκε η γη,
      ολάκερη η δυστυχία ξεπλύθηκε
      και τη θέση της καινούρια αυγή πήρε» ανακάλεσε στο μυαλό του ο γέρος και χασκογέλασε τσαχπίνικα. Αντάρτικα και επαναστατικά τραγούδια! Μα ποιος θα το φανταζόταν πως θα ηχούσαν σε ολόκληρο το Παλάτι και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας θα τα άκουγε με τόση ευχαρίστηση. Πήρε μια βαθιά ανάσα, ικανοποιημένος από τούτη την ειρωνεία και έπειτα χειροκρότησε μαζί με τον άρχοντα όταν το τραγούδι είχε φτάσει στο τέλος: όταν ο λαός ξεφορτώθηκε το αγκάθι του δαίμονα θεραπεύτηκε από το δηλητήριό του.
      «Θαρρώ πως ήταν από τα ωραιότερα πρωινά, Γυ» επαίνεσε ο Τζιάο καλώντας με ένα νεύμα του χεριού του τον νεαρό να καθίσει δίπλα του. «Έχω λοιπόν μια πρόταση να κάνω σε εσένα και το Αηδόνι. Σε τέσσερις μέρες είναι τα γενέθλια της μητέρας μου και η τελευταία μέρα της Γιορτής των γιασεμιών. Όπως θα έχεις πληροφορηθεί, λίγο πριν την αλλαγή της ημέρας και μετά τη μεγαλοπρεπή παρέλαση, θα μιλήσω σε ολόκληρο τον λαό από τα ανάκτορά μου. Πλάι μου, θα ήθελα να έχω τον προστατευόμενό σου»
      «Με τιμά η πρότασή σας...» κόπιασαν να βγουν οι λέξεις από το στόμα του ενώ ιδρώτας φάνηκε να τον λούζει. Γρήγορα τράβηξε από το χαμηλό τραπέζι ένα μαντήλι και σκούπισε το μέτωπό του. «Φοβάμαι, όμως, πως ο μικρός ίσως σας προκαλέσει προβλήματα και χαλάσει τη μεγαλειώδη ομιλία σας, κύριε» δικαιολογήθηκε για τον πανικό του και έσπευσε να χαμηλώσει το κεφάλι. Ο Τζιάο δε μίλησε, απλώς έτριψε το μούσι του και μια λεπτή καμπύλη σχηματίστηκε στα χείλη του.
 
      «Ας είναι, θα βρίσκεσαι δίπλα του να τον προσέχεις!»
      «Κύριε, με τιμάτε, μα το ταξίδι μου έχει ήδη κανονιστεί» ξεκίνησε ο όχλος δικαιολογιών δίχως να έχει απομακρύνει το βλέμμα του από τα πόδια του, ενώ το κεφάλι του χαμήλωνε ολοένα και περισσότερο.
 
      «Δε δέχομαι λέξη! Εσύ μου έλεγες πως πάντα ήθελες να δεις από κοντά τη Γιορτή και την παρέλαση! Να λοιπόν η ευκαιρία σου, γέρο! Θα την απολαύσεις από το ψηλότερο σημείο του Παλατιού, με θέα όλη την πόλη!» ανακοίνωσε εύθυμα και έκανε νόημα σε έναν από τους υπηρέτες να πλησιάσουν. Σηκώθηκε με προσοχή και βούτηξε τα χέρια του στο χρυσό μπολ που κρατούσε ο άνδρας. Αφού τα ξέπλυνε στο ευωδιαστό νερό, έστριψε το σώμα του προς έναν δεύτερο υπηρέτη, ελάχιστα διαφορετικό από τον άλλον. Το δέρμα του ήταν σχεδόν λευκό και τα μάτια του μελιά, ενώ τα καστανά μαλλιά του χαρακτηρίζονταν από τρεις λευκές τούφες. Εκείνος κρατούσε μια αφράτη πετσέτα την οποία και άρπαξε απότομα ο άρχοντας, πετώντας την ύστερα πάνω του με φόρα.
 
      «Θα μου επιτρέψετε, πρέπει να αποχωρήσω» μίλησε κοφτά και η φιγούρα του σιγά σιγά χάθηκε από τον χώρο.

Χριστίνα Ξενάκη