Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

14.6.19

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 3)

Βιολέτα
Μισή ώρα αργότερα βρισκόμασταν και οι δύο στο αυτοκίνητο. Αμίλητες, η κάθε μία βυθισμένη στις σκέψεις της. Το ραδιόφωνο έπαιζε σιγανά ένα παλιό, σχεδόν ξεχασμένο τραγούδι, ενώ το μυαλό μου ταξίδευε στον Απόλλωνα και την αντίδραση της μαμάς. Κουλουριασμένη στο μπροστινό κάθισμα με τα γόνατα αγκαλιά μου και τα μάτια μου καρφωμένα στο παράθυρο, προσπαθούσα να ηρεμήσω τους χτύπους της καρδιάς μου, χωρίς επιτυχία. Η διαδρομή αποδείχτηκε αρκετά μεγάλη, πάνω από πέντε ώρες βόρεια από το Λιτλ Φολς. Στην αρχή προσπαθούσα να θυμάμαι λεπτομέρειες και να κοιτάω τις ταμπέλες και τον δρόμο, μα μετά από λίγο τα παράτησα. Ήταν αχανείς εκτάσεις γης και ένα σωρό πόλεις από τις οποίες καμία δεν ήταν ο προορισμός μας. Τελικά το αυτοκίνητο σταμάτησε λίγες δεκάδες μίλια μακριά από τα σύνορα του Οντάριο. Τι κάναμε στον Καναδά, αναρωτήθηκα, μα δεν τόλμησα να ρωτήσω.
Η μητέρα μου με κοίταξε, αναστέναξε και με φίλησε στο κούτελο.
«Θα περιμένεις εδώ μερικά λεπτά;» με ρώτησε και ακούστηκε τόσο κουρασμένη και στεναχωρημένη, που δεν μπόρεσα να φέρω αντίρρηση. Απλώς κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά και η μαμά έφυγε περπατώντας αργά με κατεύθυνση το δάσος που απλωνόταν μπροστά μας. Η πρωινή ομίχλη ξεπεταγόταν από παντού και το κρύο ήταν τσουχτερό, ακόμη και μέσα από το αυτοκίνητο. Άνοιξα ελαφρώς το παράθυρο και ο κρύος αέρας έκανε τα μάγουλα και τη μύτη μου να κοκκινίσουν, μα ταυτόχρονα με αναζωογόνησε και επέτρεψε στο μυαλό μου να αρχίσει να σκέφτεται όσο πιο καθαρά γινόταν. Τι πήγαινε να κάνει εκεί πέρα; ρώτησα τελικά τον εαυτό μου με τρόμο.
Σαβάνα
Το κεφάλι μου πονούσε μετά την πολύωρη οδήγηση. Διάολε, δεν έφταιγε η οδήγηση, αλλά οι σκέψεις που πετάγονταν στο μυαλό μου, η μία μετά την άλλη με αστραπιαία ταχύτητα γεμίζοντάς με νέες ανησυχίες, λες και δεν είχα ήδη αρκετές. Ο Τζέιμς το είχε πει πως δε μας έμεναν πολλά χρόνια, ακόμη και αν έφευγε. Ό,τι και αν κάναμε, όλα θα ακολουθούσαν τον προκαθορισμένο δρόμο. Θα έβρισκε το ημερολόγιο, θα είχε πάλι οράματα, θα την έβρισκε ο Απόλλωνας, οι δυνάμεις της θα ξυπνούσαν ξανά. Και τότε έπρεπε να την αφήσω να φύγει είτε το ήθελα είτε όχι, αλλιώς θα της έκανα ακόμη μεγαλύτερο κακό. Το χθεσινό, βραδινό της ξέσπασμα το αποδείκνυε περίτρανα, δεν μπορούσε να το ελέγξει, όχι χωρίς βοήθεια. Μου είχε πει να τη φέρω στο δάσος που ήταν η πιο κοντινή δίοδος. Μετά ούτε ο Τζέιμς ήξερε τι θα γινόταν, μετά θα ήταν μόνη της.
«Για να φτάσει εκεί
72 βήματα θα διαβεί
προτού η κόρη
το φως της ημέρας
τελευταία φορά δει» επανέλαβα ψιθυριστά και άρχισα να μετράω τα βήματά μου από τη στιγμή που συνάντησα το δέντρο που μου είχε περιγράψει ο άντρας μου, το δέντρο που είχε χαράξει εκείνα τα λόγια που με στοίχειωναν τα τελευταία χρόνια.
Το ίδιο το δάσος ήταν ακόμη χειρότερο απ’ ό,τι φανταζόμουν. Ήταν έρημο. Πώς ήταν δυνατόν ένα δάσος να είναι τόσο ήσυχο; Ήταν αφύσικο, όπως και η ομίχλη που ξεπηδούσε από παντού και έμοιαζε σχεδόν συμπαγής. Πόσο ήθελα να πιστέψω πως ήταν πρωινή πάχνη που το κρύο είχε σχηματίσει… Όμως δεν ήταν. Τίποτα δεν ήταν φυσιολογικό. Το μονοπάτι ωστόσο ήταν όμορφο. Οι λιγοστές ακτίνες του ηλίου που διαπερνούσαν τα δέντρα και την ομίχλη έκαναν τις γκρίζες πέτρες να γυαλίζουν. Οι πέτρες ήταν φτιαγμένες από το ίδιο υλικό με το… άφησα την πρότασή μου στη μέση. Όχι, μου απαγόρευσα. Δε θα το έλεγα, δε θα το σκεφτόμουν, γιατί έτσι θα το έκανα αληθινό.
Φαινόταν αρκετά ασφαλές. Έπρεπε να τον εμπιστευτώ και να την αφήσω να φύγει, όσο και αν με πονούσε. Όταν έφτασα τα εβδομήντα δυο βήματα, σταμάτησα και περιεργάστηκα το τοπίο. Δεν είδα τίποτα παράξενο, ήταν μονάχα ένα ξέφωτο. Ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν στα δικά μου μάτια. Είχα κάνει τη διαδρομή για το τίποτα, αλλά και για τα πάντα. Ή θα έχανα εντελώς την οικογένεια μου ή θα την ένωνα. Και έπρεπε να μείνω άπραγη. Η αναμονή θα με σκότωνε. Με αυτή τη σκέψη, πήρα τον δρόμο της επιστροφής.
Βιολέτα
Τα λεπτά περνούσαν βασανιστικά αργά και η αγωνία μου είχε κορυφωθεί. Το πόδι μου κουνιόταν μηχανικά και τα χέρια μου πείραζαν τις άκρες των μακριών μαύρων μαλλιών μου, μια συνήθεια που είχα από παλιά. Τα δάκρυα απειλούσαν να ξεχυθούν από τα μάτια μου, μα δε θα μου το επέτρεπα. Αντί να κλάψω, άρχισα να τραγουδάω. Ήταν η συμφωνία που είχα κάνει με τον εαυτό μου, όποτε όλα πήγαιναν στραβά, τραγουδούσα μελωδικά και άφηνα τις νότες με τα περίεργα χρώματά τους να αιωρηθούν γύρω μου και να μου φτιάξουν το κέφι. Έτσι και έκανα, ξεκινώντας να τραγουδώ απαλά μέχρι που ανοιχτόχρωμες μπλε νότες άρχισαν να ξεπετάγονται. Ήταν γαλάζιες σαν τα μάτια μου και μικροσκοπικές σαν νεράιδες. Καθώς το τραγούδι προχωρούσε, νέα χρώματα εμφανίζονταν, μωβ και πράσινο, κίτρινο και κόκκινο, πορτοκαλί και γκρι. Μικροσκοπικές λάμψεις πάλλονταν γύρω μου και εγώ συνέχισα να τραγουδάω ξεχνώντας προς το παρόν το δάσος. Ξεχνώντας όσα είχαν γίνει μέσα σε μόλις δώδεκα ώρες. Υπήρχα εγώ και εκείνες σ’ ένα σύμπαν κατάδικό μου.
Όταν τελείωσε το τραγούδι, κοίταξα το είδωλό μου στον καθρέφτη. Χαμογελούσα πλατιά και τα μάτια μου έλαμπαν σε σχέση με το συνηθισμένο τους θαμπό μπλε. Και τα χείλη μου έμοιαζαν πιο κόκκινα, σαν το κεράσι. Ακόμη και το δέρμα μου δεν ήταν τόσο λευκό και άρρωστο όπως συνήθως. Η επίδραση της μουσικής κράτησε μερικά λεπτά μόνο και μετά έγινα πάλι ο συνηθισμένος μου εαυτός. Μα εκείνα τα λεπτά υπήρχαν, τα είχα νιώσει, τα είχα ζήσει και με είχαν γεμίσει δύναμη, αρκετή δύναμη ώστε να κρατήσω τα λογικά μου.
Συνέχισα να κοιτάζω τον καθρέφτη αποσβολωμένη, χαμένη στις σκέψεις μου. Περισσότερο άκουσα, παρά είδα τη μαμά να επιστρέφει. Ξεκλείδωσε το αυτοκίνητο και μαζί κινήσαμε για την καρδιά του δάσους. Όσο περπατούσαμε, το μυαλό μου έτρεχε με χίλια φτιάχνοντας ιστορίες για το τι γινόταν και πού πηγαίναμε. Κάθε νέα σκέψη ήταν πιο εφιαλτική από την προηγούμενη, αλλά καμιά μας δεν έκανε το πρώτο βήμα να σπάσει την ησυχία. Καμία δεν τολμούσε να εκφράσει τις απορίες της, αν και ήμουν σίγουρη πως είχα περισσότερες απ’ ό,τι η μαμά. Το δάσος ήταν ήσυχο, σαν να καταλάβαινε και να σεβόταν την επιθυμία μας. Τα πουλιά δεν κελαηδούσαν, τα ζώα είχαν κρυφτεί. Ήμασταν μόνες μας.
Σαβάνα
Μια απορία τριβέλιζε το μυαλό μου. Τι θα έκανα όταν φτάναμε; Θα της έλεγα την αλήθεια; Και αν όχι, τι θα έλεγα; Τι μπορούσε να εξηγήσει ό,τι επρόκειτο να συμβεί; Δέκα ακόμη βήματα. Τελείωνε ο χρόνος! Θα της έλεγα την αλήθεια, ναι. Θα της έλεγα πού ήταν ο πατέρας της. Θα της έλεγα πού είχε πάει, για ποιο λόγο είχε φύγει, τα πάντα, όσα ήξερα και καταλάβαινα. Μόλις έφτασα στο εβδομηκοστό δεύτερο βήμα γύρισα να μιλήσω στην κόρη μου. Μα δεν ήταν πια εκεί.
Βιολέτα
Έπεφτα και έπεφτα. Δεν πίστευα πως θα το έλεγα ποτέ, αλλά πραγματικά είχε ανοίξει η γη και με είχε καταπιεί. Όλα έγιναν σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Δεν είχα καν χρόνο να αντιδράσω, να πιαστώ από κάπου, να φωνάξω. Όλα από εκεί και μετά ήταν θολά. Δε θυμόμουν καν να προσγειώνομαι.
Όταν άνοιξα τα μάτια είχε πια νυχτώσει ξανά. Θα έπρεπε να κοιμόμουν όλη μέρα.
«Πού βρίσκομαι;» αναρωτήθηκα φωναχτά, αλλά το μυαλό μου δεν είχε κάποια ικανοποιητική απάντηση να μου προσφέρει. Σιγά σιγά άρχισα να θυμάμαι τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας. Όλα ήταν καθαρά μέχρι τη στιγμή της πτώσης. Όμως μετά περιπλέκονταν κάπως τα πράγματα. Πώς είχα πέσει και πού ήμουν ήταν οι δύο βασικές μου ερωτήσεις ακολουθούμενες από ακόμη μια. Γιατί δεν πονούσα; Υπέθετα ότι θα έπρεπε μετά από τέτοια πτώση. Σήκωσα το βλέμμα ψάχνοντας να βρω από πού είχα πέσει, μα πάνω μου βρισκόταν μόνο ο έναστρος ουρανός και ένα ολόγιομο φεγγάρι που έλαμπε. Υπήρχε το φεγγάρι και εγώ. Όχι, δεν ήταν δυνατόν.
Απεγνωσμένη έψαξα να βρω το κινητό μου χωρίς επιτυχία. Χωρίς τρόπο να καλέσω βοήθεια και χωρίς να ξέρω πού είμαι, ξέσπασα σε κλάματα. Καυτά ανεπιθύμητα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά μου και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να τα αποτρέψω. Τραγούδησα λίγες νότες, μα καμία λάμψη δεν εμφανίστηκε. Με είχαν εγκαταλείψει ακόμη και εκείνες. Δεν ξέρω πόση ώρα έκλαιγα μέχρι τελικά να αποκοιμηθώ ξανά.
Σαβάνα
Ήθελα να κατασκηνώσω στο δάσος, αλλά το τσουχτερό κρύο δε μου το επέτρεπε. Έτσι, γύρισα στο αυτοκίνητο και ξάπλωσα στη θέση του συνοδηγού ρίχνοντας το κάθισμα και αγκαλιάζοντας ένα φούτερ από τη βαλίτσα της, η οποία είχε μείνει πίσω. Το άρωμά της με καθησύχαζε κάπως, αλλά ταυτόχρονα με έκανε να αισθάνομαι μεγαλύτερες τύψεις. Μετάνιωνα που δεν της είχα μιλήσει στο αυτοκίνητο. Τώρα ήταν πολύ αργά. Μόνο τον εαυτό μου μπορούσα να κατηγορήσω. Μετά από ώρες αποκοιμήθηκα. Έκανα έναν άστατο ύπνο βλέποντας συνεχώς το ίδιο όνειρο, τη μέρα που γεννήθηκε.
Όταν εγώ και ο Τζέιμς φτάσαμε στο νοσοκομείο, είχαμε διαλέξει όνομα για το μικρό μας κοριτσάκι. Θα τη βγάζαμε σαν τη γιαγιά της, Ναταλία. Μετά τη γέννα, καθισμένη στο κρεβάτι του νοσοκομείου, περίμενα να κρατήσω για πρώτη φορά στην αγκαλιά μου την κόρη μου. Τότε ήταν που μου έφεραν τα λουλούδια. Ήταν μία ανθοδέσμη με τεράστιες βιολέτες. Στην κάρτα έλεγε: «Αυτή είναι η αρχή του τέλους. Το όνομά της είναι Βιολέτα». Εκείνη τη μέρα ο Τζέιμς μου μίλησε. Εκείνη τη μέρα, η ζωή μας άλλαξε για πάντα!
Βιολέτα
Είχε ξημερώσει, το καταλάβαινα επειδή ο ήλιος ενοχλούσε τα μάτια μου, ενώ ένιωθα τα μαλλιά μου ιδρωμένα από τη ζέστη. Ανακάθισα προσεκτικά σε περίπτωση που όντως είχα χτυπήσει, μα δεν ένιωσα πόνο. Ένιωθα μόνο τον ήλιο να καψαλίζει το δέρμα μου και να μου χαρίζει μια πρωτόγνωρη ζεστασιά. Σταδιακά άνοιξα τα μάτια μου και όταν αυτά συνήθισαν το φως και καθάρισε η όρασή μου, αντίκρισα το λιβάδι μου. Καταπράσινο γρασίδι απλωνόταν όσο μπορούσαν τα μάτια μου να δουν και ανθάκια ξεπετάγονταν από παντού. Μια καρό κουβέρτα ήταν στρωμένη στο σημείο που καθόμουν και μια πεταλούδα πετούσε δίπλα μου. Άπλωσα το δάχτυλό μου και εκείνη κάθισε πάνω του. Την έφερα κοντά μου θαυμάζοντας την ομορφιά των φτερών της και η πεταλούδα πέταξε μακριά. Την ακολούθησα με τα μάτια μέχρι που χάθηκε και στη θέση της εμφανίστηκε ένα μικρό κουτάβι. Τσίμπησα τον εαυτό μου, αλλά τίποτα δε συνέβη. Ήμουν ξύπνια.
Σηκώθηκα επιφυλακτικά και πλησίασα το μικρό σκυλάκι. Ήταν στο μέγεθος της παλάμης μου και προσεκτικά το πήρα στην αγκαλιά μου και γύρισα στην κουβέρτα, λες και εκείνη μπορούσε να με προστατεύσει από όσα υπήρχαν γύρω μου. Χάιδεψα απαλά το σημείο ανάμεσα στα μάτια του και εκείνο γαύγισε ευχαριστημένο. Έπειτα το άφησα κάτω και μεταμορφώθηκε σε ένα μεγαλόσωμο λευκό λαμπραντόρ. Το άγγιξα στο λαιμό του και εκείνο ξάπλωσε ανάσκελα και με άφησε να χαϊδέψω την κοιλιά του πριν αλλάξει μορφή και γίνει ένα μεγαλόσωμο μαύρο άλογο με μακριά ουρά και χαίτη. Τα δάχτυλά μου χάιδεψαν το τρίχωμά του, που ήταν απαλό και μεταξένιο. Έκλεισα τα μάτια μου και τα έτριψα σε μια προσπάθεια να βρω λίγη λογική σε ό,τι έβλεπα.
Όταν άνοιξα ξανά τα μάτια μου, ένα όμορφο αγόρι βρισκόταν μπροστά μου. Φορούσε μια περίεργη στολή, μα τίποτα άλλο δε μαρτυρούσε το πόσο διαφορετικός ήταν. Ήταν ψηλός με όμορφα καστανά μάτια, ανοιχτές πλάτες και ίσια κορμοστασιά. Μύριζε σαν βρεγμένο χώμα μετά από μια καλοκαιρινή μπόρα και γύρω του πράσινες σπίθες χόρευαν, σαν εκείνες που έρχονταν όταν τραγουδούσα.
«Τι γίνεται εδώ πέρα επιτέλους;»
 «Γεια σου πριγκίπισσα Βιολέτα. Στις υπηρεσίες σας, μεγαλειότατη» είπε και υποκλίθηκε βαθιά κρατώντας ίσια την πλάτη του.
«Έχω παραισθήσεις» αποφάσισα και σωριάστηκα στην κουβέρτα απελπισμένη. Είχα χτυπήσει το κεφάλι μου, αυτό ήταν. Πόσο μεγάλη ζημιά είχα κάνει;



 Έλενα Παπαδοπούλου