Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

28.6.19

Τα μυστικά των κόσμων (Κεφάλαιο 3) - Αποκλειστικά αποσπάσματα


Στη γιορτή του Ανέμου

    AΥΤΗ ΕΙΝΑΙ η ζωή του γεράκου-Γκέρμι. Λίγα όμως έχουμε πει για τον τόπο του, το Έιμερν και τα γύρω χωριουδάκια. Το Έιμερν ήταν ένα μικρό χωριό, το μικρότερο απ’ τα πέντε χωριά που όλα μαζί βρίσκονταν στη νοτιοδυτική μεριά του κόσμου, σε τόπους καταπράσινους, με λοφίσκους πού και πού και μικρά δασάκια, σαν δακτυλίδια να στολίζουν την εξοχή, που τα χρώματά τους εναλλάσσονταν ανάμεσα στο βαθύ πράσινο του καλοκαιριού και το κόκκινο-κίτρινο του φθινοπώρου.
     Ένα τέτοιο δασάκι είχε και κοντά στο Έιμερν. Το ονόμαζαν «Στεφανή» (παράξενο όνομα για δάσος, αν μου δοθεί η ευκαιρία θα σας διηγηθώ τη μικρή ιστορία του).
     Οι τόποι εκείνοι αποκαλούνταν «Σύμπλεγμα του Ανέμου» και η ονομασία αυτή δεν ήταν καθόλου τυχαία. Εκεί συναντιούνταν οι δυο μεγάλοι άνεμοι, ο Άρτις, ο βορινός και ο Ελμίνεος, ο νότιος. Οι μεγάλες συναντήσεις τους γίνονταν δυο φορές το χρόνο, Φθινόπωρο και τέλη Μάη. Και όταν συνέβαινε αυτό, σάρωναν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, διέλυαν και τσάκιζαν τα πάντα. Κι ύστερα οι φοβερές καταιγίδες που ακολουθούσαν αποτελείωναν ό,τι είχε απομείνει. Οι θρύλοι λένε πως το φαινόμενο αυτό είναι απομεινάρι μιας αρχαίας μάχης που συνέβη σ’ αυτά τα μέρη. Μια φοβερή μάχη ανάμεσα στο Φως… και το Σκοτάδι! Όπως και να χει όμως, ο κόσμος του «Συμπλέγματος» είχε συνηθίσει πια να ζει κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες.
     Τα υπόλοιπα χωριά ήταν: Γκρέι, Μόρβι, Μπάνχαντ, Φάρον με πρωτεύουσα τη Σνόρια Ιθ. Οι κάτοικοι στο Έιμερν ζούσαν απλά. Οι περισσότεροι δούλευαν σε κομμάτια γης που τους ανήκαν, άλλοι έτρεφαν ζώα, ενώ άλλοι εργάζονταν στις γειτονικές πόλεις, λίγο έξω απ’ τα χωριά του «Συμπλέγματος του Ανέμου».
     Κατά τη διάρκεια του έτους όλοι οι κόσμοι γιόρταζαν δυο μεγάλες γιορτές. Η μια ήταν η γιορτή του Μεσοχείμωνου. Τότε, στο κεντρικό χωριό Μπάνχαντ, συνηθιζόταν να διοργανώνεται ένα ξεχωριστό πανηγύρι που μάζευε ένα σωρό κόσμο. Ως επί το πλείστον ήταν κάτοικοι των χωριών μας, μα και πολλοί επισκέπτες έρχονταν από άλλες μακρινές πόλεις και χωριά, για να προμηθευτούν προϊόντα της τοπικής παραγωγής. Ρεβανί, χαλβάς του φούρνου, φλογέρες με αμύγδαλα ή καρύδια, μελόπιτα, τηγανίτες με σταφίδες, μήλα γεμιστά και γλυκό καρυδάκι, μερικές απ’ τις λιχουδιές.
     Η άλλη γιορτή δεν είχε ιδιαίτερη ονομασία. Την έλεγαν απλά η «Γιορτή της Άνοιξης». Οι ντόπιοι, γιόρταζαν τις μέρες εκείνες σε πιο κλειστές οικογενειακές συγκεντρώσεις. Έκοβαν λουλούδια απ’ τους κήπους ή μ’ ένα σεργιάνι μάζευαν αγριολούλουδα απ’ την εξοχή και τα βοσκοτόπια κι έφτιαχναν στεφάνια και στόλιζαν τις αυλόπορτες ή τις κεντρικές πόρτες των σπιτιών τους. Άλλοι, από λεπτές φλούδες μικρών δέντρων που τις έβαφαν σε λευκό και κόκκινο, έφτιαχναν «μάρτη» και τον περνούσαν στους καρπούς τους. Το γούρι τους έτσι δεν έσβηνε και δεν τους άφηνε ποτέ και βασκανίες δεν τους άγγιζαν. Με την άφιξη του καλοκαιριού ο «μάρτης» κοβόταν απ’ τα χέρια τους και καιγόταν σε φωτιά μαζί με τα στεφάνια και γύρω εμείς, σε κύκλο στήναμε τσιμπούσι και μεγάλη χαρά είχαμε τότε.
     Τέλος πάντων. Κόντευε η δέκατη πέμπτη μου Γιορτή του Χειμώνα τώρα και για πρώτη φορά θα επισκεπτόμουν το με-γάλο πανηγύρι του Ανέμου στο κεντρικό χωριό Μπάνχαντ. Οι φούρνοι στις γειτονιές είχαν ανάψει εδώ και μέρες. Το είχαμε σαν έθιμο κάθε ντόπιος επισκέπτης να ετοιμάζει ό,τι είχε καλοσύνη. Ο παππούς Γκέρμι έψηνε σταφιδόψωμα και κουλουράκια με άρωμα γαρύφαλλου που ήξερε να τα φτιάχνει καλά και τα πετύχαινε πάντα. Η γειτονιά γέμισε γλυκές μυρωδιές.
     Ο παππούς ήταν ιδιότροπος με ό,τι καταπιανόταν. Ήθελε να είναι τέλειο στα μάτια του και να μιλούν γι’ αυτό. Τον βοήθησα κι εγώ εκείνο το απόγευμα της Παρασκευής.
     Την Κυριακή ήταν η μέρα του πανηγυριού. Ξεκινήσαμε με το αυτοκίνητο του Γκέρμι νωρίς το μεσημέρι. Σε λίγο ήμασταν εκεί. Το κατώφλι του πανηγυριού ήταν μια ψηλή ξύλινη πύλη και κάτω απ’ το δεμένο πανί στη κορφή της, με το τεράστιο «ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ, ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ», μας περίμενε ο Τζοο, ο αγαπημένος φίλος του παππού και διοργανωτής της συγκέντρωσης.
      «Τζοο!» είπε ο Γκέρμι.
Η άκρη στο χαμόγελο του Τζοο έγινε ένα βαθύ λακκάκι.
      «Πού είσαι, γεράκο;»
Οι αγκαλιές τους άνοιξαν κι ύστερα έκλεισαν σφιχτές.
      «Όλα έτοιμα;»
      «Όλα και τίποτα! Πάντα περιμένω τη βοήθειά σου. Αν και μου την καθυστέρησες μερικά χρόνια». Δεν ήταν πειρακτικά τα λόγια στο φίλο του, Γκέρμι. Ήταν γεγονός πως είχε δώδεκα ολόκληρα χρόνια να παραβρεθεί στη Μεγάλη Γιορτή, μα κάθε χρόνο έστελνε μέσω των γειτόνων του νόστιμα σκευάσματα. Τούτη τη φορά όμως η προσφορά του Γκέρμι θα ήταν άμεση και περισσότερο γενναιόδωρη.
      «Έχει κόσμο φέτος;»
      «Αρκετό για την ώρα. Ξέρεις, μετά τις οχτώ πλακώνει ο πολύς».
Με δυο-τρεις ματιές ο Γκέρμι επιθεώρησε την κατάσταση. Οι σκηνές στο βάθος ήταν ακόμα στα δοκάρια, ενώ οι πάγκοι δεν είχαν στηθεί σε πολλά σημεία. Αυτό ίσως και να ενόχλησε τον Γκέρμι, μα τίποτε δε σχολίασε.
      «Έχουμε να στήσουμε δυο πάγκους στο ανατολικό κομμάτι… Όπα! Όπα! Σιγά, κυρία μου, με το μουλαράκι σας!»
      «Τι έλεγα; Α! Ναι… Εκεί θα μπουν τα γλαστράκια. Παραδίπλα η μικρή σκηνούλα για ό,τι πράγματα χρειαστούμε επιπλέον ή ό,τι περισσέψουν. Θα μπουν όμορφα στοιβαγμένα, διότι σκέφτομαι να παρουσιάσουμε μια μικρή έκθεση ζωγραφικής. Πάει κι αυτό», είπε, ταχτοποιώντας τα στις σκέψεις του.
      «Αριστερά των δυο πάγκων θα μπει ένα τρίτος με φουφού για ψήσιμο κάστανων-φουντουκιών και δίπλα θ’ ακουμπήσουμε τα γλυκά που έφερες».
Παύση εδώ. Μα ο Γκέρμι πάλι δε μίλησε.
      «Γεράκο;» του είπε.
      «Εμ! Ναι… ναι! Καλές οι ιδέες σου, φίλε μου!» είπε με περίσσιο ενθουσιασμό κι ας μη φάνηκε με τον τρόπο του.
Με βήμα ταχύ προσπερνούσαν κόσμο, στημένες και ημιτελείς κατασκευές και ζωάκια, ώσπου να, φτάσανε στο μικρό λοφίσκο με τη γυμνή πλακουτσωτή κορφή του. Εκεί παρατημένα ήταν τα συμπράγκαλα του Τζοο. Δε μίλησαν γι’ άλλα, μόνο δουλειά είχε τώρα και γοργοκίνητη σκέψη.
      «Είχα καιρό να το ζήσω αυτό!»
Καπνόχορτο γέμισε η υποδοχή της πίπας του Τζοο. Ύστερα το πρώτο δακτυλίδι καπνού ξεπήδησε απ’ τα χείλη του και «φιου», χάθηκε στην ατμόσφαιρα της νύχτας σαν να μην υπήρξε ποτέ.
      «Έλειψες απ’ όλο αυτό, παλιόφιλε! Όμως…» ρούφηξε την πίπα του απολαυστικά, «όμως δεν μπορώ να πω! Πάντα συμπαραστέκεσαι με το δικό σου τρόπο».
     «Ξέρεις ότι…»
     «Ξέρω… ξέρω καλέ μου φίλε! Πέρασες δύσκολες στιγμές τότε. Στη ζωή όμως δε γίνεται εύκολα κάτι χωρίς να ‘χει το λόγο του». Με μια έντονη ματιά έδειξε εμένα που έπαιζα παραδίπλα μονάχος και απαρατήρητος. Σιγά-σιγά απομακρυνόμουν.
      «Ήταν σπουδαίο δώρο για μένα!» Ένα κυκλάκι καπνού προσπέρασε τα μάτια του γέροντα, πέρασε μπροστά απ’ το ανατέλλον φεγγάρι και χάθηκε.
Η κουβέντα τούτη ποτέ δεν ευχαριστούσε τον Γκέρμι να την κάνει. Ούτε να θυμάται ήθελε τη χαμένη του αγάπη και το μονάκριβο γιόκα του, ούτε τον τρόπο που έφερε ένα ξένο παιδί στη ζωή του. Ναι, ξένο. Ο Γκέρμι δεν ήθελε να ξέρει κανείς πως είχαν τα θέματα. Φοβόταν τη μοναξιά κι έλεγε πως η μεγάλη μοναξιά σκοτώνει, κυριολεκτικά σκοτώνει. Και δεν ήθελε ποτέ να πεθάνει, δίχως να ξέρει πως πίσω άφηνε κάτι.
     Έτσι, η αλήθεια, θα μ’ έπαιρνε από κοντά του. Τώρα, το πώς μπόρεσε δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια να χειριστεί όλο αυτό και να πείσει γνωστούς και φίλους, ποτέ δεν έμαθα. Εδώ ίσως μπορούσα να δώσω την εξήγηση της απομάκρυνσής του απ’ τον έξω κόσμο, μα τίποτα δε θα καταφέρω να πω με απόλυτη σιγουριά.
     Τα πάντα ήταν πανέτοιμα. Η ώρα πλησίαζε επτά. Όλοι στο μεγάλο χώρο της εμποροπανήγυρης ήταν στις θέσεις τους, πίσω απ’ τα αυτοσχέδια μαγαζάκια τους που λαμποκοπούσαν με τα στολιδο-φωτάκια τους. Ο κόσμος αργά και σταθερά κατέφθανε. Η σιωπή έγινε φασαρία χαράς και γλεντιού.
Οι πωλήσεις ξεκίνησαν για το Τζοο κι όλα από νωρίς έμελλαν να είναι ιδανικά.
     Δίπλα απ’ τη φασαρία της αγοράς του Τζοο, έπαιζα σιωπηλός με μερικούς σβόλους. Χαρακώματα στο μαλακό χώμα είχαν σχηματίσει μια μικρή πίστα. Μέσα στ’ αυλάκια οι σβόλοι έτρεχαν καθώς τους πετούσα και χτυπούσαν άλλους στη-μένους. Μια στιγμή κάποιος σβολάκος γλίστρησε απ’ τα όρια που είχα θέσει κι έφυγε, κατηφορίζοντας στην πλαγιά του υψώματος. Ήταν μια σκοτεινή πλαγιά, πέρα απ’ τα φώτα και γι’ αυτό τον έχασα. Μετά μου φάνηκε πως τον είδα, μια κίνηση μικρή πάνω στο λίγο φως μιας απόμερης κατασκευής στα ριζά του λόφου. Πλησίασα προσεκτικός μες στις σκιές. Από κοντά το κτίσμα έμοιαζε με αποθήκη και στην άλλη της μεριά φώτιζε ένα κρυφό, ξεχασμένο φως. Βαρέλια με σάπιους πάτους, σανίδια και αγριόχορτα, όλα ρημαδιό μπροστά μου, με μια άθλια οσμή να σέρνεται ολούθε.
     Προχώρησα προς το φως, ψηλαφίζοντας. Τα χόρτα και το χώμα ήταν υγρά και η υγρασία κολλούσε ανάμεσα στα δάκτυλα. Πέρα στο φως είδα δυο ή τρεις σκιές να κινούνται. Στα μουλωχτά κρύφτηκα σε κάτι μαύρα βαρέλια και κοίταξα. Το φως ήταν ενός λαμπτήρα στο μπροστινό σκέπαστρο της αποθήκης. Δυο σκιές τρεμόπαιξαν πάλι στα μάτια μου. Μα δεν ήταν κάτι το τρομερό. Τίποτα, πάρα μερικές νυχτοπεταλούδες που γυρόφερναν χαρούμενες.
     Κείνη την ώρα κάποιος πλησίαζε απ’ τη δική μου κατεύθυνση μ’ ένα βήμα κάπως αργό και κοφτό.
«Ο παππούς Γκέρμι θα ανησύχησε», είπα από μέσα μου.
Θα με γυρνούσε στην αγορά του Τζοο, όμως δεν ήθελα ν’ αφήσω σε αυτό το άσχημο σημείο το σβολάκο μου. Θα τον έπειθα με λίγο πόνο στο βλέμμα να ψάξει κι αυτός μαζί μου.
Το ψηλόλιγνο κορμί σταμάτησε πίσω μου.
«Τώρα, παππού, γυρίζω πίσω! Έχασα το σβόλο μου και δε θέλω να φύγω χωρίς αυτόν! Βοήθα με να τον βρω».
     Αυτά σκέφτηκα να πω μα δεν τα είπα ποτέ. Στο γύρισμα είδα έναν ξένο μπροστά μου, (ένα γέρο μεν, αλλά ξένο γέρο δε).
Τα χέρια του με τσάκωσαν πριν προλάβω να πω: «Α!». Δοκίμασα να ελευθερωθώ, μα το κράτημά του ήταν δυνατό, όχι αστεία. Λες και πίσω απ’ αυτή τη γεροντίστικη όψη κρυβόταν ένας δυνατός άντρας. Ξεκίνησα ένα ντελίριο εξηγήσεων και δικαιολογιών, μπας κι ελαφρύνω τη θέση μου. Εκείνος το μόνο που έκανε ήταν να σκύψει. Τα χείλη και η μύτη του σύρθηκαν στις παλάμες μου. Έκανε ήχους λες και ήθελε να τις μυρίσει.
Είπε:
      «Πολλά τα λες για ένα τόσο μεγάλο παιδί. Μάθε να μιλάς πιο σύντομα με το ίδιο νόημα, αν θες την γνώμη μου».
      «Μμμ… Μάλιστα!»
      «Χαίρομαι, παλληκάρι μου! Και τώρα που σε κοιτάζω καλύτερα, πρώτη φορά βλέπω χούφτα δίχως καθαρές γραμμές».
Κοίταξα τα χέρια μου. Υπήρχαν γραμμές. Σιωπή έγινε και μετά ο ξένος είπε ένα αίνιγμα που έλεγε:
      «Για δες! Βλέπω αλλαγές… Σκοτάδι… Σκοτάδι που μιλά… Σσσς… Στάκα!
Να τι μου λέει να σου πω:

Πρόσεχε τις άδειες τις σελίδες,
το άνοιγμά τους κρύβει παγίδες!
Πρόσεχε το δέντρο το ανθιστό,
σε άλλο κόσμο θα σε στείλει στο λεπτό!
Πρόσεχε τα σκοτεινά τα μονοπάτια,
γιατί πολλά ανοίγονται μπροστά σου!
Ψάξε στο τέρμα την άκρη του φωτός,
αυτό θα σου δείξει το πού και το πώς!
Αυτά για σένα, Αλτάιρ!


     Στο όνομα «Αλτάιρ» (γιατί για όνομα μού ακούστηκε), κάτι ταράχτηκε άσχημα μέσα μου. Μια δύναμη ξύπνησε, μια κίνηση τρομερή με κλόνισε. Μετατράπηκε από άνεμος σε φωτιά, σαν φλόγα φούσκωσε κι έφτασε ως τα μάτια. Οι κόρες μου διαστάλθηκαν κι οι ίνες στις ίριδες έγιναν γαλάζιες.
Ο γέρος κάτι πέρασε στη δεξιά μου παλάμη κι ύστερα μ’ άφησε. Τότε μια γνώριμη φωνή με κάλεσε.
      «Σιγκν! Σιγκν, τι κάνεις εδώ;»
Σαστισμένα ξεχώρισα τον παππού Γκέρμι.
      «Σου είπα να μην απομακρύνεσαι απ’ τα φώτα και τον κόσμο. Τι έχεις; Τι σου συνέβη;»
Κούνησα το κεφάλι σε άρνηση. Αυτό σήμαινε: «Τίποτα».
      «Γιατί απομακρύνθηκες;»
      «Έψαχνα…» κοίταξα το χέρι μου.
      «Μπρος! Πάμε πίσω! Μας χρειάζεται ο Τζοο. Τον έχουμε αφήσει μόνο του κι έχει αρκετή δουλειά!»
Επέστρεψα έτσι στο μαγαζάκι του Τζοο, με το μικρό σβόλο στο χέρι, το γέροντα εξαφανισμένο και τα λόγια του καλά βαλμένα στο νου μου.

Βασίλης Αλεξανδρόπουλος