Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

24.6.19

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 4)

Βιολέτα
Το αγόρι δε μίλησε ούτε δυσανασχέτησε. Απλώς ήρθε δίπλα μου και κάθισε στην κουβέρτα απλώνοντας τα πόδια του και ξαπλώνοντας πίσω στηριζόμενος στους αγκώνες του.
«Ο ήλιος εδώ είναι υπέροχος, δε συμφωνείς;» ρώτησε τελικά.
«Είναι πολύ ζεστός, είναι σχεδόν αφύσικο. Πώς βρέθηκα εδώ;»
«Έπεσες. Όλοι όσοι έρχονται σε μας από τη Γη πέφτουν. Το λιβάδι είναι κάτι σαν χώρος υποδοχής» είπε λες και μιλούσε ακόμη για τον καιρό.
«Δεν καταλαβαίνω τίποτα» είπα έτοιμη να κλάψω πάλι.
«Μην κλαις, Βιολέτα. Ξέρεις βαθιά μέσα σου. Το έχεις ξαναδεί το λιβάδι, σωστά;» ρώτησε και με άφησε άφωνη. Το είχα ξαναδεί στο νοσοκομείο. Ήταν το μόνο που θυμόμουν όταν ξύπνησα.
«Ποιος είσαι;» ρώτησα τρομοκρατημένη. Κανείς δεν ήξερε για το λιβάδι.
«Με λένε Βύρωνα» είπε και χαμογέλασε τείνοντάς μου το χέρι. Εγώ ανταπέδωσα τη χειραψία και ο Βύρωνας σηκώθηκε τραβώντας με μαζί του.
«Είπες πως δεν καταλαβαίνεις τίποτα, αλλά μπορώ να το διορθώσω. Θα με αφήσεις;» είπε και δεν είχα άλλη επιλογή. Κούνησα καταφατικά το κεφάλι και το αγόρι χάθηκε. Στη θέση του υπήρχε πάλι το άλογο.
«Πώς το κάνεις;» ρώτησα, αλλά δε μου απάντησε. «Όχι άλλα ζώα, αλλιώς δεν πάω πουθενά» είπα τελικά και το αγόρι επέστρεψε.
«Είμαι μεταμορφιστής» είπε σαν να ήταν κάτι φυσιολογικό, όπως το είμαι καθηγητής ή γιατρός. Ανασήκωσα τους ώμους αδιάφορα και τον κοίταξα ερωτηματικά.
«Αφού δε θες μεταμορφώσεις, θα πάμε περπατώντας» είπε και ξεκινήσαμε να περπατάμε.
Το λιβάδι φαινόταν αρχικά ατέλειωτο και αχανές, αλλά δεν ήταν έτσι. Ήταν απλώς ένα μικρό ξέφωτο στην καρδιά ενός τεράστιου δάσους που γινόταν όλο και πιο δύσκολο να διασχίσουμε. Τα μονοπάτια ήταν φιδογυριστά και κακοτράχαλα, ενώ μικρά ποτάμια και ρυάκια δυσκόλευαν την πρόσβασή μας. Ο Βύρωνας συχνά αναγκαζόταν να με παίρνει αγκαλιά για να περάσουμε σημεία που γλιστρούσαν και μόνο εκείνος ήξερε τα πατήματα. Όλα θα ήταν πιο εύκολα αν μεταμορφωνόταν, αλλά ευτυχώς δεν το πρότεινε ξανά. Τα πόδια μου με πονούσαν από το περπάτημα και η υγρασία γύρω μου κολλούσε στο δέρμα μου και έκανε τη διαδρομή ακόμη πιο ανυπόφορη.
 «Εδώ είμαστε» είπε τελικά και ξεφύσησα ανακουφισμένη. Κάθισα σε μια πέτρα και έτριψα τις γάμπες μου, πριν συνειδητοποιήσω πως δεν είχαμε πραγματικά φτάσει πουθενά. Γύρω μας υπήρχαν μόνο δέντρα και αυτά δε θα μπορούσαν να κρύβουν τις απαντήσεις στα εκατοντάδες ερωτήματα που τριβέλιζαν το μυαλό μου.
«Από τότε που προσγειώθηκα στο λιβάδι, έχω σκεφτεί πολλές φορές πως τρελάθηκα. Ακόμη και αν κάτι τέτοιο ισχύει, εσύ είσαι σίγουρα πιο τρελός από εμένα. Κοίτα γύρω σου. Εγώ βλέπω μόνο δέντρα και κανονικά θα έπρεπε και εσύ να βλέπεις το ίδιο» είπα και τα λόγια μου έσταζαν φαρμάκι και θυμό.
 «Έχε λίγη πίστη, κυρία γκρινιάρα. Τα πάντα βρίσκονται εδώ μέσα» είπε και έδειξε το κεφάλι του με υπεροπτικό ύφος. Κοίταξα τα παπούτσια μου και έκρυψα το πρόσωπό μου στις παλάμες μου. Ο Βύρωνας ήρθε δίπλα μου και κάθισε τυλίγοντας με σε μια σφιχτή αγκαλιά. Έπειτα έσκυψε και μου ψιθύρισε στο αυτί:
«Ακριβώς μπροστά σου υπάρχει μια μοναδική βιβλιοθήκη με αμέτρητα βιβλία που σε περιμένουν να τα διαβάσεις και να λύσεις κάθε απορία σου. Είναι κρυμμένη και ο μόνος τρόπος να μπεις είναι να ζητήσεις πρόσβαση και εκείνη θα στο επιτρέψει, αν κρίνει πως είσαι κατάλληλη. Σήκω όρθια» τελείωσε και μου χάιδεψε το λαιμό, κάνοντάς με να ανατριχιάσω και να σηκωθώ γρήγορα, για να απομακρυνθώ από κοντά του. Ο Βύρωνας απλώς γέλασε και μου έκανε νόημα να σταθώ δίπλα του. Το χέρι του τεντώθηκε και έπιασε το δικό μου χαϊδεύοντας τις αρθρώσεις μου απαλά.
«Κλείσε τα μάτια σου και φαντάσου πως η βιβλιοθήκη είναι ακριβώς μπροστά σου. Το κτίριο είναι επιβλητικό και κρυμμένο από τα δέντρα και τα υπόλοιπα φυτά. Κισσός έχει τυλίξει την πρόσοψή του. Ο κισσός, αλλού πράσινος και αλλού καφέ, έχει μπλεχτεί και έχει σχηματίσει σχέδια κοντά στη δρύινη πόρτα. Η ίδια η πόρτα έχει ένα βαρύ πόμολο και ένα μεγάλο ρόπτρο. Νομίζω αυτά είναι αρκετά. Άνοιξε τα μάτια σου γλύκα» είπε και άνοιξα τα μάτια μου. Η βιβλιοθήκη ήταν εκεί, ακριβώς μπροστά μου, όπως την είχε περιγράψει. Ήταν πράσινη σαν τα δέντρα γύρω μας και πιο ψηλή από το πιο ψηλό δέντρο του δάσους.
Η βιβλιοθήκη μου είχε επιτρέψει να μπω, που σήμαινε πως όντως θα μπορούσα να πάρω μερικές απαντήσεις. Περπάτησα μερικά βήματα και έκανα να σπρώξω την πόρτα, αλλά ήταν πολύ βαριά. Όσο και αν έσπρωχνα, δεν άνοιγε με τίποτα και ο Βύρωνας δε φαινόταν πρόθυμος να βοηθήσει. Αντιθέτως, φαινόταν να διασκεδάζει μαζί μου. Έσπρωξα μερικές φορές ακόμη, αλλά γρήγορα τα παράτησα. Δεν είχε αποτέλεσμα ούτως ή άλλως και δεν ήθελα να γελοιοποιηθώ και άλλο μπροστά του. Αντί όμως να τον ρωτήσω τι έπρεπε να κάνω, χτύπησα το ρόπτρο και περίμενα. Δευτερόλεπτα αργότερα ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο ακούστηκε και η πόρτα άρχισε να ανοίγει αργά κάνοντας όλες μου τις τρίχες να σηκωθούν. Κάποιος πρέπει να λαδώσει τους μεντεσέδες, σκέφτηκα και ο ήχος σταμάτησε.
Ο Βύρωνας, που στεκόταν ακόμη κάμποσα μέτρα μακριά μου, μου χαμογέλασε ενθαρρυντικά και έκανα ένα βήμα προς τα μέσα. Γεμάτη δισταγμό και επιφυλακτικότητα προχώρησα αργά φοβούμενη πως από στιγμή σε στιγμή η πόρτα θα κλείσει εγκλωβίζοντάς με. Όμως τίποτα δεν έγινε και μαζί με τον Βύρωνα περιπλανηθήκαμε σε ατέλειωτες σειρές ραφιών με κάθε λογής βιβλία. Σε μερικούς διαδρόμους υπήρχαν βιβλία που είχα διαβάσει στο σχολείο, ενώ σε άλλα τμήματα της βιβλιοθήκης υπήρχαν κιτρινισμένοι πάπυροι και περγαμηνές, χαραγμένα μάρμαρα και βιβλία γραμμένα και δεμένα στο χέρι. Τα χέρια μου ψηλαφούσαν απαλά τις ράχες των βιβλίων μέχρι που έφτασα σε ένα βιβλίο που μου τράβηξε την προσοχή. Το εξώφυλλό του ήταν σκούρο καφέ, καμωμένο από δέρμα. Το πήρα στα χέρια μου και το ένιωσα απροσδόκητα ελαφρύ. Άνοιξα το εξώφυλλο και πρόλαβα μόνο να δω το χιόνι να καλύπτει την αριστερή σελίδα, ενώ στη δεξιά μια φωτιά έκαιγε καψαλίζοντας τις άκρες της σελίδας. Έπειτα ο Βύρωνας μου άρπαξε ανήσυχος το βιβλίο κλείνοντάς το απότομα και βάζοντάς το στη θέση του.
«Μην αγγίζεις τα βιβλία, μπορεί να καταστρέψεις τίποτα» είπε αγανακτισμένος και με τράβηξε από το χέρι μέχρι το τέλος του διαδρόμου όπου υπήρχαν στρογγυλά τραπέζια. Κάθισε σε μια καρέκλα και έτριψε τους κροτάφους του, σαν να του είχα προκαλέσει έναν ιδιαίτερα επίπονο πονοκέφαλο, απλώς επειδή είχα ανοίξει ένα βιβλίο.
«Συγνώμη για το βιβλίο. Δεν το ήξερα πως μπορούν να γίνουν επικίνδυνα» είπα ανασηκώνοντας τους ώμους μου.
«Δεν πειράζει, θα σου εξηγήσω εγώ καλύτερα κάποια πράγματα. Ήταν λάθος να σε φέρω εδώ, ενώ ξέρεις τόσα λίγα για τούτο το μέρος. Είναι πολύ σημαντικό να καταλάβεις αρχικά πού βρίσκεσαι. Τι θυμάσαι;»
«Θυμάμαι μόνο το λιβάδι. Μα πιο πολύ θυμάμαι την αίσθηση του ηλίου στο δέρμα μου» είπα ειλικρινά.
«Βρίσκεσαι στην Άλλη Γη, ξέρω, το όνομα δεν είναι πολύ πρωτότυπο. Όμως είμαστε εμείς πρωτότυποι και έτσι αναπληρώνουμε το κενό του ονόματος. Βλέπεις, η Άλλη Γη δεν είναι σαν τη Γη σου, δεν είναι ακριβώς πλανήτης. Δεν έχει δική της υπόσταση ή θέση, αλλά βρίσκεται κρυμμένη από τη Γη. Βρίσκεται σε διαφορετική διάσταση και η πρόσβαση πραγματοποιείται κυρίως από εκείνο το λιβάδι, ή άλλα πανομοιότυπα σημεία. Λέγονται χώροι υποδοχής και τους έφτιαξε ο πατέρας σου.
Στην αρχή, δεν μπορούσαμε να αλληλοεπιδράσουμε με τη Γη. Τους βλέπαμε, αλλά δεν μπορούσαμε να μετακινηθούμε. Ο πατέρας σου, ο βασιλιάς μας, είχε μοναδικές ικανότητες. Βρήκε έναν τρόπο να ανοίξει πύλες που ανίχνευαν την ύπαρξη ή ανυπαρξία δυνάμεων και ανάλογα επέτρεπαν την είσοδο στην Άλλη Γη. Ο ίδιος έκανε συχνά ταξίδια μαζεύοντας πληροφορίες και προσπαθώντας να βρει τρόπους να γεφυρώσει τους δύο κόσμους. Ήθελε να σταματήσουμε να κρυβόμαστε, να βρούμε έναν τρόπο επικοινωνίας. Και κάπως έτσι γνώρισε τη μητέρα σου και την αγάπησε. Έπειτα γεννήθηκες εσύ και δεν μπόρεσε να αντισταθεί. Εξαφανίστηκε αφήνοντας το θρόνο κενό και το βασίλειο ακυβέρνητο. Έμεινε στην Ελλάδα όπου δημιούργησε μια πύλη η οποία επέτρεπε είσοδο και έξοδο μόνο σε μια χούφτα ανθρώπους, έμπιστούς του που είχαν φύγει μαζί του.
Όμως οι πράξεις του είχαν βαρύτατες συνέπειες. Παρά τις προσπάθειές του να κρυφτεί, τον ανακάλυψαν. Εξαναγκάστηκε να γυρίσει πίσω στη θέση του και μια κατάρα έπεσε πάνω του σαν τιμωρία για τη φυγή του. Οι πύλες σφραγίστηκαν όλες, εκτός από μια, αυτήν που χρησιμοποίησες για να έρθεις. Κανείς δεν μπόρεσε να την κλείσει, γιατί είχε ένα και μοναδικό σκοπό, να μεταφέρει εσένα στην Άλλη Γη για να εξιλεώσεις τον πατέρα σου και να λύσεις την κατάρα. Αν τα καταφέρεις, ο πατέρας σου θα ανοίξει τις υπόλοιπες και θα γυρίσεις στο σπίτι σου. Αλλιώς θα μείνεις εδώ για πάντα».
«Τίποτα δε βγάζει νόημα» είπα και ένιωσα πως το μυαλό μου είχε παγώσει. Ο Βύρωνας με πήρε μια ακόμη αγκαλιά, σαν να ήταν η μοναδική του λύση σε κάθε πρόβλημα. Τα χέρια του χάιδεψαν απαλά την πλάτη μου και το στομάχι μου ανακατεύτηκε. Απομακρύνθηκα και είδα μια σκοτεινή λάμψη στα μάτια του. Το επόμενο δευτερόλεπτο, η λάμψη είχε χαθεί και εγώ ένιωθα πιο μπερδεμένη και καχύποπτη από ποτέ.
Σαβάνα
Μόλις το πρώτο φως της ημέρας φάνηκε στον ορίζοντα, ήξερα πως έπρεπε να σηκωθώ. Έπρεπε να γυρίσω πίσω να ψάξω τη Βιολέτα. Ή έστω, οποιοδήποτε σημάδι που θα με βοηθούσε να τη σώσω, να την προστατεύσω. Η Άλλη Γη δεν ήταν όπως φαινόταν, δεν ήταν τόσο αθώα και όμορφη. Και στην πραγματικότητα, η Βιολέτα εκτός από  κινούμενος στόχος - χάρη σ’ εμένα - ήταν και ευάλωτος. Έπρεπε να την είχα προειδοποιήσει για τους πειρασμούς που έκρυβε, τα ψέματα και τις δυνάμεις που μπορούσε να συναντήσει εκεί. Το στομάχι μου γύριζε από την ανησυχία και τις τύψεις, αλλά ταυτόχρονα μια σκέψη με κρατούσε στα πόδια μου. Η Βιολέτα δεν ήταν σαν εμένα. Ήταν έξυπνη και γενναία. Δεν το θυμόταν, μα ήταν τόσο δυνατή, που κανείς δε θα μπορούσε να της κάνει κακό, όσο και αν προσπαθούσε. Έπρεπε μόνο να θυμηθεί με κάποιο τρόπο. Έφερα στο μυαλό μου την εικόνα της και χαμογέλασα. Πόσο του έμοιαζε. Από εμένα είχε πάρει τα μαλλιά, ίσως και το ύψος. Όμως όλα τα υπόλοιπα τα υπόλοιπα τα είχε πάρει από τον Τζέιμς.
Είχαν τα ίδια ίσια μαλλιά, τον ίδιο κλειστό χαρακτήρα, που μπορούσε όμως να αγαπήσει τόσο πολύ και να προσφέρει σε όποιον είχε την τύχη να τους γνωρίσει τα πάντα. Ο Τζέιμς ήταν ατρόμητος και δυνατός, ήξερα πως κοντά του ήμουν ασφαλής και προστατευμένη. Υπήρχε όμως και μια ομοιότητα, έστω και προσωρινή, που δεν άντεχα να βλέπω. Είχαν τα ίδια θαμπά γαλανά μάτια που με είχαν κάνει να βγω μαζί του εξαρχής. Μερικές φορές ευχόμουν η Βιολέτα να είχε τα δικά μου καστανά μάτια, που δεν μπορούσαν να διαπερνούν τη ψυχή με ένα βλέμμα. Μερικές φορές δεν άντεχα να αντικρίζω τα δικά του μάτια. Ήταν απλώς μια οδυνηρή υπενθύμιση πως ο Τζέιμς είχε χαθεί και είχα μείνει μόνη. Πόσο μου έλειπε!
Βιολέτα
Τα λεπτά περνούσαν γρήγορα και το σκηνικό παρέμενε απαράλλακτο. Στη βιβλιοθήκη επικρατούσε νεκρική σιγή, τόσο που η σκέψη πως ο Βύρωνας μπορούσε να ακούσει το μυαλό μου να δουλεύει πυρετωδώς πέρασε από τον νου μου. Προσπαθούσα να χωνέψω όλα όσα είχα μάθει, όμως οι προσπάθειές μου ήταν, ως επί το πλείστον, ανεπιτυχείς. Η νοητή μου λίστα περιλάμβανε ένα θετικό: ο μπαμπάς ήταν βασιλιάς και εγώ πριγκίπισσα. Κάπου εκεί τα καλά νέα της ημέρας τελείωναν και άρχιζαν τα αρνητικά. Ο μπαμπάς ήταν καταραμένος και μόνο εγώ μπορούσα να τον σώσω. Και αν δεν τα κατάφερνα, θα παγιδευόμασταν και οι δύο. Μακάρι να μπορούσε με κάποιο τρόπο να με βοηθήσει. Το ημερολόγιο που είχε αφήσει πίσω πίστευα πως ήταν ο τρόπος του να επικοινωνήσει μαζί μου, αλλά είχα κάνει λάθος. Οι ημερομηνίες δε με βοηθούσαν, δε συνδέονταν με κανένα τρόπο ούτε με γεγονότα, ούτε μεταξύ τους. Δεν υπήρχε βαθύτερη σύνδεση όσο και αν το ευχόμουν. Ξαφνικά όμως ένιωσα την ανάγκη να το ξαναδιαβάσω, να βεβαιωθώ πως δε μου είχε ξεφύγει κάτι. Έψαξα τις τσέπες μου και προσευχήθηκα να το είχα πάρει μαζί μου, αλλά δεν ήταν εκεί. Ίσως ήταν στη βαλίτσα. Μπορούσα να γυρίσω πίσω να το πάρω, σωστά;
«Βύρωνα έχω αφήσει κάτι πολύ σημαντικό στη βαλίτσα μου. Υπάρχει περίπτωση να γυρίσω να το πάρω;»
«Δυστυχώς δε γίνεται μεγαλειότατη» αποκρίθηκε χρησιμοποιώντας τον τίτλο μου. Δεν ήταν σημάδι σεβασμού, αλλά ειρωνείας, ήμουν σίγουρη.
«Θα βρω τη λύση. Πάμε να φύγουμε» είπα και άρχισα να περπατάω προς την έξοδο ακολουθώντας διαφορετικό διάδρομο από αυτόν που είχα πάρει πριν, χαζεύοντας τίτλους βιβλίων, χωρίς να αγγίζω τίποτα. Ο διάδρομος είχε σχεδόν τελειώσει, όταν ένας θόρυβος ακούστηκε από κάτι σκουριασμένο. Είχα πατήσει μια παγίδα και το τρομοκρατημένο βλέμμα του Βύρωνα σήμαινε πως ήταν ήδη αργά, δεν μπορούσε να με βοηθήσει. Το πάτωμα γρήγορα υποχώρησε και εγώ μαζί του, πέφτοντας στη βαθιά σήραγγα που έκρυβε από κάτω του.
Η σήραγγα, μολονότι παλιά και βρώμικη, ήταν σαν τσουλήθρα που κατέληγε σε ένα εξίσου βρώμικο στρώμα. Παρά την αρχική μου τρομάρα, είχε πλάκα, έπρεπε να το ομολογήσω. Τέντωσα τα μέλη μου πάνω στο στρώμα γελώντας, όταν ένας οξύς πόνος στο κεφάλι μου έκοψε το γέλιο απότομα. Τα πάντα γύρω μου άρχιζαν να ασπρίζουν, σαν να ξέβαψαν ξαφνικά τα χρώματα παίρνοντας μαζί τους τα σχήματα. Τα αυτιά μου άρχισαν να βουίζουν δυνατά και πλέον δεν είχα τον έλεγχο του σώματός μου. Ένιωσα μια περίεργη ευφορία και ξαφνικά βρέθηκα πίσω στο σπίτι μου. Για μερικά δευτερόλεπτα πίστεψα πως είχα γυρίσει πραγματικά εκεί, πως όλα ήταν ένα κακό όνειρο, αλλά μετά άκουσα βήματα να κατεβαίνουν τις σκάλες. Ήταν ο μπαμπάς!
Τον είδα να πλησιάζει το τζάκι και να κρύβει το ημερολόγιο ξαναβάζοντας έπειτα το τούβλο στη θέση του. Ύστερα, άκουσα την πόρτα να ανοίγει. Τρεις φιγούρες μπήκαν στο σπίτι, οι οποίες φορούσαν μακριές ρόμπες, ενώ τα μαλλιά τους ήταν σκουρόχρωμα. Το σκοτάδι και οι μαύροι μανδύες δε με βοήθησαν να συγκρατήσω άλλες λεπτομέρειες. Ένας άντρας περπάτησε μπροστά μειώνοντας το κενό με τον πατέρα μου.
«Ήρθε η ώρα. Η Βιολέτα είναι πια δεκατεσσάρων χρονών. Πρέπει να φύγουμε».
«Όχι την κόρη μου, σας παρακαλώ. Πάρε εμένα».
«Άλλη ήταν η συμφωνία μας. Τη χρειάζομαι για να νικήσω. Μόνο τότε θα είσαι ελεύθερος».
«Δε θέλω πια ελευθερία. Ήμουν νέος και επιπόλαιος, μη με αναγκάσεις να κάνω κακό στο παιδί μου».
«Δεν έχεις άλλη επιλογή. Πήγαινε να τη φέρεις. Τώρα!» πρόσταξε ο άντρας με τη βαριά φωνή τον πατέρα μου. Η τελευταία λέξη που είπε με έκανε να ανατριχιάσω. Ήταν κάποιος με μεγάλη δύναμη και εξουσία στα χέρια του. Επιβλητικός και τρομακτικός συνάμα. Έτριψα τα μπράτσα μου και περίμενα το μπαμπά να κουνηθεί, όμως δεν το έκανε. Δε σάλεψε, δεν ανοιγόκλεισε καν τα μάτια του, παρόλο που ο άντρας ήταν σίγουρα πιο δυνατός από εκείνον.
 «Είπα, δε θα το κάνω. Πάρε εμένα» είπε τελεσίδικα και με μια κίνηση έβγαλε ένα μαχαίρι και έκοψε αστραπιαία μια τούφα από τα μαλλιά του. Πρόσθεσε και μερικά ακόμη - δικά μου μάλλον - και με μια κίνηση του χεριού του, τα έκαψε. Ο άντρας δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Ούρλιαξε στον μπαμπά μου να σταματήσει, μα ήταν πια αργά. Ό,τι και αν έκανε ο μπαμπάς μου, δεν του άρεσε καθόλου.
«Τώρα δεν μπορείς να την πειράξεις. Ούτε καν να τη δεις δε μπορείς» είπε ο μπαμπάς και γέλασε επιδεικτικά.
«Θα μου το πληρώσεις» είπε ο άνδρας με τον μανδύα και, αφού σήκωσε τα χέρια του, τον πέταξε μακριά. Χτύπησε στον τοίχο και έπειτα σωριάστηκε αναίσθητος στο πάτωμα. Ο άντρας τον πλησίασε με βαριά βήματα. Ήταν ώρα να πάρει το βραβείο του, το καταλάβαινα πως μέσα του πανηγύριζε. Έκοψε μια τούφα μαλλιών του και ψιθύρισε μερικές λέξεις. Πράσινη φλόγα τύλιξε το δωμάτιο και έπειτα ακούστηκαν ανατριχιαστικές κραυγές. Η κατάρα τύλιξε το σώμα του και είδα νεκρούς να περιτριγυρίζουν το πνεύμα του. Ήταν αστραπιαίο, αλλά τους είδα. Όποια και αν ήταν η κατάρα, είχε ανοίξει το πέπλο των δύο κόσμων, των ζωντανών και των νεκρών. Τα πνεύματα εξαφανίστηκαν παίρνοντας μαζί τους τις φλόγες. Ησυχία επικράτησε και πάλι στο δωμάτιο.
Ένας άλλος μαυροφορεμένος άντρας σήκωσε τελικά τον πατέρα μου από το πάτωμα και βγήκε έξω ακολουθούμενος από τον τρίτο. Ο πρώτος άντρας έριξε μια τελευταία ματιά στο σπίτι και ορκίστηκε πως θα με έβρισκε. Υπήρχε άλλος ένας τρόπος, ο δύσκολος. Έπειτα οι τρεις άντρες εξαφανίστηκαν μέσα στη νύχτα.


Έλενα Παπαδοπούλου