Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

12.6.19

Η κατάρα του ορφανού - Το πετράδι του Βελιμάρ (Κεφάλαιο 4)

“Τόσο θαυμαστοί και δυνατοί, τόσο σοφοί και γηραιοί και ας έμειναν κάποιοι μοναχά μία ανάμνηση ενός κόσμου μαγικού, ενός παραμυθιού, ενός θρύλου”
                                  Κέντρα Σούπινγκερ, δρακολόγος


Το πρωινό με βρήκε καθισμένη στο κρεβάτι μου να κοιτάζω ξανά και ξανά τη στολή μου. Η αλήθεια, δεν είχα καταφέρει να κοιμηθώ ούτε μισή ώρα, αναλογιζόμενη την τιμωρία του Γουίλ και φοβούμενη τυχόν αντίποινα από την πλευρά του Σκορπιού. Αχ, αν δεν ήταν η Κριστιέλα και η κοριτσίστικη αντίδρασή της μπροστά στη γοητεία του αδερφού μου, θα είχα με βεβαιότητα γλιτώσει από πολλά βάσανα.
Στο κρεβάτι μου βρισκόταν διπλωμένη ακόμη η στολή της λευκής μάγισσας για την Επινουά. Αποτελούνταν από ένα λευκό πουλόβερ, με λευκό πουκάμισο και από κάτω μία γκρίζα φούστα, προκειμένου να έρχεται σε αντίθεση με τα υπόλοιπα και να μη μοιάζω σαν να έχω ντυθεί φάντασμα τις απόκριες. Επάνω στο πουλόβερ, στη δεξιά πλευρά του στήθους ήταν κεντημένο το σήμα της Σχολής. Μία κορώνα δράκου. Για την ακρίβεια, όχι οποιουδήποτε, αλλά του βασιλιά δράκου της Γροιλανδίας και απεικόνιζε δύο άλλους, μικρόσωμους του είδους του, να στηρίζουν δεξιά και αριστερά, ένα πολύτιμο πετράδι. Αυτή ακριβώς η αναπαράσταση κοσμούσε τόσο τις σημαίες της Σχολής μας, όσο και τα ρούχα μας.
Τα φόρεσα διακριτικά, μαζεύοντας ταυτόχρονα και τα λιγοστά μου υπάρχοντα μέσα στη δερμάτινη βαλίτσα μου. Τη στιγμή που άνοιγα την πόρτα, ταυτόχρονα έβγαινε και ο Σκορπιός ντυμένος με την ενδυμασία του γκρίζου μάγου και τα καστανόξανθα μαλλιά του περιποιημένα και χτενισμένα. Τον κοίταξα για μερικά δευτερόλεπτα θέλοντας να ψελλίσω ένα “καλημέρα” ωστόσο, σύντομα το μετάνιωσα και τον είδα να κοκκινίζει και να εξαφανίζεται, δίχως να στρέφει ξανά το βλέμμα του προς την κατεύθυνσή  μου.
Στο Ντορθόριεν επικρατούσε ένα κλίμα πένθους. Το σώμα της άτυχης κοπέλας είχε τοποθετηθεί σε ένα γυάλινο φέρετρο και ήταν καλυμένο με ένα πορφυρό σεντόνι, καθώς υπήρξε και η ίδια πορφυρή μάγισσα.  Στην είσοδο είχαν συγκεντρωθεί πολλοί μάγοι και μάγισσες, ενώ τέσσερις γνώμοι σήκωσαν το φέρετρο για να το μεταφέρουν στο νεκροταφείο μάγων, όχι πολύ μακριά από το ίδρυμα. Οι δικοί μας τάφοι, σε αντίθεση με των κοινών ανθρώπων, σφραγίζονταν με το ξόρκι της φωτιάς. Ένα ξόρκι που γινόταν πάνω ακριβώς από το σημείο της ταφής και έφθανε στο σημείο να αποτεφρώσει το σώμα, ώστε να μη επιστρέψει ποτέ ξανά, κυρίως γιατί, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η ψυχή δεν θα ήταν πλέον η ίδια. Δεν θα ήταν φωτεινή, καθώς για την επιστροφή των νεκρών μεσολαβούσαν μάγια του ερέβους, δύσκολα και σατανικά.
Γύρω μου, όλα τα παιδιά είχαν ντυθεί με τις στολές τους, έτοιμα για τη Σχολή. Στο οπτικό μου πεδίο εμφανίστηκε η Κριστιέλα ντυμένη με μία ολόσωμη φόρμα στο χρώμα του χώματος και με μία μακρυμάνικη, εκρού μπλούζα από μέσα, πάντοτε με το σήμα της Επινουά στη δεξιά μεριά του στήθους.
«Από σήμερα, θα βρισκόμαστε σε ξεχωριστά μέρη» μου είπε κάπως θλιμμένα.
«Ε, όχι και τόσο ξεχωριστά, απλώς τα σπίτια μας θα είναι διαφορετικά» της απάντησα σε έναν τόνο ενθάρρυνσης.
«Και τα δικά μας ξεχωριστά θα είναι» άκουσα από πίσω μας τη φωνή του Γουίλ. Φυσικά, εκείνος ήταν πορφυρός μάγος και εγώ λευκή.
Έξω από το ίδρυμα είχαν παραταχτεί τα περήφανα Κέλαντερ. Έμοιαζαν απελπιστικά στους μυθικούς πήγασους, με τη διαφορά πως είχαν ράμφος και φτερά αετού και σώμα αλόγου. Τα περισσότερα ήταν λευκά και το ράμφος τους είχε ένα έντονο, πράσινο χρώμα. Αποτελούσαν το οικόσημο των πορφυρών μάγων, ενώ το δικό μας των λευκών απεικόνιζε τον βασιλιά δράκο της Γροιλανδίας να βαστά μία κλεψύδρα. Τα Κέλαντερ ήταν δυνατά και εύστροφα ζώα, αρκετά μυώδη, αλλά εκπαιδεύονταν δύσκολα, καθώς ήταν περήφανα και ατίθασα. Τα συγκεκριμένα τραβούσαν τις άμαξες της Επινουά, οι οποίες επάνω τους είχαν και την ανάλογη σημαία της σχολής να κυματίζει, ενώ μέσα τα καθίσματα ήταν βελούδινα και ιδιαιτέρως βολικά. Εγώ η Κριστιέλα και ο Γουίλ επιβιβαστήκαμε πρώτοι, ενώ άξαφνα, είδα και τον Σκορπιό να έρχεται και να ανεβαίνει μετά από εμένα.
«Είσαι σοβαρός;» άκουσα την εξαγριωμένη φωνή του αδερφού μου, ο οποίος έπειτα γύρισε και με κοίταξε «Εγώ μαζί του δεν πάω πουθενά!» φώναξε και ετοιμάστηκε να κατέβει, με τον Σκορπιό να έχει στο πρόσωπό του ένα μειδίαμα ευχαρίστησης.
«Σας παρακαλώ, σταματήστε!» φώναξα «Σκορπιέ, θα μπορούσες να πάρεις την επόμενη άμαξα, εάν σου είναι εύκολο;» ρώτησα παλεύοντας να μη φανώ αγενής.
«Δεν μου είναι εύκολο όμως, λυπάμαι. Μπορείτε να γυρίσετε το πρόσωπό σας από την άλλη και να μη με κοιτάτε» μου απάντησε και ετοιμάστηκα να απαντήσω, μέχρι που είδα την Κριστιέλα να ακολουθεί άμεσα τη συμβουλή του και να του γυρνά την πλάτη.
«Γουίλ, δεν θέλεις να φας και άλλη τιμωρία, ακόμη δεν ξεκίνησαν τα μαθήματα. Επίτηδες το κάνει, για να σε εξαγριώσει. Τον έχω μάθει πλέον. Απλώς σταμάτα να του απαντάς» ξεκίνησα τις συμβουλές.
«Ξέρεις, είμαι και εγώ εδώ και θεωρώ πως είναι αγένεια να με κατηγορείς μπροστά μου. Λίγη διακριτικότητα δεν βλάπτει» μούγκρισε ο Σκορπιός και ένιωσα την άμαξα να τραντάζεται και να κυλά, μέχρι που τα Κέλαντερ ανέπτυξαν ταχύτητα και η άμαξα έπαψε να αγγίζει τη γη. Σε λίγο, βρεθήκαμε να πετάμε πάνω από τα σύννεφα και για καλή μου τύχη, όλοι τους είχαν απορροφηθεί με τη θέα έξω από το παράθυρο, έχοντας σταματήσει τις απειλές και τις κακολογίες.
Για λίγο η άμαξα ήταν χωμένη μέσα στα γκρίζα σύννεφα του χιονιά. Έβλεπα τις νιφάδες να χτυπούν στο τζάμι με φόρα, ώσπου τα ζώα πέταξαν ακόμη πιο ψηλά και οι αχτίδες του ήλιου φώτισαν επιτέλους τα πρόσωπά μας. Πίσω μας ακολουθούσαν σε απόλυτη σειρά και τάξη και οι υπόλοιπες άμαξες, με τα ζώα να βγάζουν παράξενους ήχους ευχαρίστησης, καθώς τους άρεσε πολύ να πετούν. Τις άμαξες τις οδηγούσαν συνήθως γνώμοι. Λίγα λεπτά αργότερα, αποφάσισα να ανοίξω διακριτικά το τζάμι της πλευράς που καθόμουν, σπρώχνοντάς το ελαφρώς προς τα έξω και αφήνοντας τον άνεμο να με χτυπήσει στο πρόσωπο και να ανακατέψει τα μαλλιά μου. Τότε, ένιωσα ένα χέρι να περνά πίσω από την πλάτη μου, προκαλώντας μου ανατριχίλα, ενώ κατευθυνόταν προς τη μεριά του παραθύρου, κλείνοντάς το.
«Με όλο το σεβασμό, αλλά έπαθα ψύξη, λευκή μάγισσα. Μην ανησυχείς και θα έχεις ένα δικό σου δωμάτιο, σου εύχομαι στο πατάρι, όπου θα μπορείς να έχεις όλα τα παράθυρα ανοιχτά» άκουσα την ψυχρή φωνή του Σκορπιού.
«Με την Κένταλ πάντως, η φωνή σου ακούγεται αρκετά συχνά» πετάχτηκε για ακόμη μία φορά το καταστροφικό σχόλιο της Κριστιέλα, εισπράττοντας ένα δολοφονικό βλέμμα από τη μεριά τη δική μου και του αδερφού μου.
«Δεν έχει και άδικο το σαχλοκούδουνο, η φίλη σου. Είσαι η μόνη με λίγο μυαλό, στην οποία μπορώ να απευθύνομαι σαν άνθρωπος, χωρίς να χρειάζεται να μουγκρίζω σαν ποδοπατημένο Γκέρμπιλ για να γίνω κατανοητός» συμπλήρωσε ο Σκορπιός και οι άλλοι δύο αλληλοκοιτάχτηκαν, μέχρι που τους έκανα σήμα να σωπάσουν, μήπως και φθάναμε αρτιμελείς στον προορισμό μας.
Δέκα λεπτά αργότερα, ένιωσα την άμαξα να κατεβαίνει αργά και να αγγίζει το έδαφος. Τα Κέλαντερ διέσχιζαν την πέτρινη γέφυρα της Επινουά και σε λίγο, μέσα από την ομίχλη ξεπρόβαλε το θεόρατο κάστρο της με τις χιλιάδες σημαίες να κοσμούν τους πυργίσκους. Φυσικά, δεν ήμασταν οι μόνοι που είχαμε μόλις αφιχθεί, καθώς πλήθος παιδιών από όλα τα έτη συνέρρεαν στην τεράστια αυλή της. Κάπου στο βάθος, άκουσα τη γνώριμη φωνή του Σιμεόν να δίνει οδηγίες σε όλους μας να χωριστούμε ανά είδος. Με τον Γουίλ και την Κριστιέλα συμφωνήσαμε πως θα βρισκόμασταν αργότερα, όταν συνειδητοποίησα, πως δεν υπήρχαν τριγύρω μου λευκοί μάγοι και η αμηχανία μου χτύπησε την πόρτα. Όλοι είχαν σχηματίσει ομάδες που απαριθμούσαν χιλιάδες μέλη, ενώ εγώ είχα μείνει να στέκομαι για λίγο μονάχη μου, μέχρι που ένιωσα ένα απαλό χέρι να περνά μέσα από τα δάχτυλα του δικού μου και να με βαστά σφιχτά. Το αγόρι δίπλα μου φορούσε τα ίδια χρώματα με εμένα, μα όταν έστρεψε το πρόσωπό του προς τη μεριά μου, πάγωσα, καθώς το ολοπράσινο βλέμμα του μου ήταν γνωστό. Ήταν το αγόρι από τη Βέρνια, που το είχα δει μαζί με την μητέρα του. Ο πρίγκιπάς μου.
«Είμαι ο Άλαν, λευκός μάγος. Εσύ θα είσαι η Κένταλ, σωστά;» με ρώτησε γλυκά.
«Ν-ναι… δηλαδή έτσι νομίζω..» ψέλισσα ενώ ένιωσα τα μάγουλά μου να καίνε και είδα τον Άλαν να γελά.
«Δεν είσαι βέβαιη για το αν σε λένε Κένταλ;» με ρώτησε παιχνιδιάρικα.
«Είμαι! Απλώς...» πήγα να πω, ενώ έβριζα τον εαυτό μου σιωπηλά από μέσα μου.
«Απλώς ταράχτηκες που υπάρχει ακόμη ένας σαν εσένα. Εγώ χάρηκα γιατί θα έχω παρέα, αν φυσικά θέλεις να είμαστε φίλοι» μου είπε με το χαμόγελο να δημιουργεί λακκάκια, στο υπέροχο, παιδικό του πρόσωπο.
Του χαμογέλασα, αποφεύγοντας να απαντήσω από φόβο μήπως πέταγα κάποια απαίσια κουβέντα αμηχανίας, ενώ άξαφνα, από τη διπλανή ομάδα των γκρίζων μάγων, είδα δύο κυανά μάτια να με κοιτούν με οργή.
O Σιμεόν έχοντας δίπλα του για βοηθό έναν νεότερο μάγο, πάλευε να μας τοποθετήσει όλους σε μία σειρά. Φυσικά δεν άργησε να προσέξει, πως μονάχα εγώ και ο Άλαν υπήρχαμε στην κατηγορία των λευκών και έτσι τον είδα ελαφρώς να προβληματίζεται. Κατόπιν, πλησίασε προς το μέρος μας και μας είπε:
«Άλαν και Κένταλ, η περίπτωσή σας είναι μοναδική και ιδιάζουσα θα έλεγα, προτείνω να μεταφερθείτε στο σπίτι των γκρίζων μάγων ή αλλιώς απογόνων της ασημένιας πένας. Θεωρώ πως οι δυνάμεις και οι δεξιότητές τους είναι ό,τι πιο κοντινό υπάρχει στη δική σας φύση» τελείωσε και το απεγνωσμένο μου βλέμμα, συνάντησε το εξίσου απεγνωσμένο του Σκορπιού.
«Μα, κύριε δεν γίνεται να πάμε αλλού;» τον ρώτησα και ήμουν βέβαιη πως ακουγόμουν απελπισμένη.
Ωστόσο, ο Σιμεόν κατάλαβε αμέσως ποιο ήταν το πρόβλημα και μου χαμογέλασε.
«Μερικές φορές, η δύναμη του χαρακτήρα μας και η καλοσύνη της καρδιάς μας, είναι πιθανό να παρασύρουν μαζί τους, αυτούς που λοξοδρόμησαν. Ίσως να είναι νωρίς ακόμη, ίσως και να κάνω και λάθος, μα αξίζει μία προσπάθεια» μου είπε τότε, αλλά ήμουν μικρή για να κατανοήσω πλήρως τα λεγόμενά του, καθώς κατέληξα να σμίγω τα φρύδια μου εξαιτίας του εκνευρισμού.
Με τον Άλαν, μετακινηθήκαμε στην παρέα των γκρίζων μάγων και όλοι στράφηκαν άξαφνα προς τη μεριά μας, ζητοκραυγάζοντας πως έχουν πάρει στον δικό τους Οίκο τους πιο δυνατούς. Από το βάθος, ακούστηκε ξανά, η βροντερή φωνή του Σιμεόν.
«Βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να σας καλωσορίσω στον προαύλιο χώρο της γαλλικής Σχολής Μαγείας Επινουά. Είμαι ο υπεύθυνος της Σχολής και καθηγητής Φιλοσοφίας και Ανίχνευσης Μαύρης Μαγείας για προχωρημένους. Δίπλα μου, στέκεται ο πολύτιμος συνάδελφός μου, Κρίστοφερ Πεζούλη, καθηγητής Δημιουργίας Εικονικής Πραγματικότητας και Αντιμετώπισης Μαύρων Εφιαλτών» έκανε παύση για να δούμε έναν ψηλό και καστανόξανθο άντρα να υποκλίνεται. Έπειτα συνέχισε «Στα δεξιά μου, είναι η αξιότιμη δρακολόγος μας, Κέντρα Σούπινγκερ και δίπλα της, η συνάδελφος Άσα Φάνινγκ, καθηγήτρια Αντιμετώπισης της Μαύρης Μαγείας και Γενικής Ίασης» πρόφερε, ελαφρώς πιο κοφτά και είδα την Άσα να υποκλίνεται και εκείνη. Ήταν μία γυναίκα γύρω στα πενήντα, με στενόμακρα, μυωπικά γυαλιά και ένα κοντό καρέ μαλί με πυκνές αφέλειες, οι οποίες έκρυβαν ακόμη περισσότερο το ήδη μικρό της μέτωπο. Το χειρότερο από όλα όμως ήταν πως το πρόσωπό της παρέμεινε ανέκφραστο και τότε, για κάποιον λόγο, ένιωσα να ζαλίζομαι και τον Άλαν δίπλα μου να με κοιτάζει τρομοκρατημένος.
«Είσαι καλά;» με ρώτησε και κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά. Για κάποιον λόγο, είχε παλέψει να εμφανιστεί μέσα μου κάποιο όραμα, το οποίο είχα μόλις κατορθώσει να μπλοκάρω.
Οι συστάσεις συνεχίστηκαν, με την ιδιόμορφη εμφάνιση της Κέντρα να τραβά τα βλέμματα όλων, καθώς είχε μακριά και σπαστά μαλλιά στο χρώμα του ώριμου πορτοκαλιού. Γενικά τα χαρακτηριστικά του προσώπου της ήταν έντονα, όπως τα μεγάλα, καστανά μάτια της και τα πυκνά, καλοσχηματισμένα όμως, φρύδια της. Φαινόταν αξιόλογος άνθρωπος, καθώς δεν είχε πάψει λεπτό να μας χαμογελά, για να δώσει τελικά τη σκυτάλη και στον τελευταίο καθηγητή της Βοτανολογίας, ο οποίος ήταν γνώμος στο είδος, μιας που της Κέντρα, η οποία ήταν ήδη μικρόσωμη, της έφτανε μέχρι τους ώμους, ενώ το σχετικά πλατύ του κεφάλι στόλιζε ένα καφέ, σκούρο τριγωνικό καπέλο και άκουγε στο όνομα Τζέιμι Μάθιου. Ο ίδιος έκανε ένα βήμα μπροστά με τη μακριά γενειάδα του να αγγίζει σχεδόν το πάτωμα, ενώ μας χαιρέτησε πρόσχαρα. Η αλήθεια, η λίστα των καθηγητών και των μαθημάτων ήταν ατελείωτη, μα καθώς το πρόγραμμα είχε κιόλας φτιαχτεί, οι καθηγητές που μας υποδέχτηκαν ανήκαν στα μαθήματα του πρώτου εξαμήνου. Το βλέμμα μου περιπλανήθηκε για λίγο στους μαθητές, για να κάνει στάση στο χαρούμενο πρόσωπο του Σιμεόν. Αυτός ο άνθρωπος, σου μετέδιδε μία θετική ενέργεια και μία δύναμη ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές. Είχα αρχίσει να τον συμπαθώ ιδιαιτέρως και μέσα μου είχα σχηματίσει την εικόνα ενός μακρινού θείου ή συγγενή, που έβρισκε αντίκρισμα στο πρόσωπο του γηραιού μάγου που συνέχισε την ομιλία του.
«Καθώς γνωρίζετε οι μεγαλύτεροι μαθητές, αλλά θα το πούμε από την αρχή για τους νέους μας φίλους, τα μαγικά χρώματα χωρίζονται και σε οίκους που βρίσκονται έξω από το κεντρικό κτίριο της Σχολής. Εγώ τα αποκαλώ διαφορετικά και μαγικά σπίτια. Το κάθε ένα διαθέτει και το δικό του οικόσημο ή αλλιώς σύμβολο, όπως είναι για παράδειγμα ο δράκος της Γροιλανδίας με την κλεψύδρα στο χέρι για τους λευκούς. Φυσικά, αυτό το σπίτι θα παραμείνει κενό εξαιτίας της έλλειψης μαθητών του είδους, καθώς οι δύο λευκοί μας μάγοι θα μεταφερθούν στους γκρίζους. Γνωρίζει κάποιος από τους καινούργιους να μας πει, ποιο είναι το δικό τους οικόσημο;» ρώτησε τους πρωτοετείς ο Σιμεόν και δύο χέρια σηκώθηκαν αυτόματα. Ήταν του Άλαν και του Σκορπιού. «Μιας και είναι σύνθετο, θα μας πείτε ο καθένας και από ένα πλάσμα που απεικονίζεται» τους είπε ο Σιμεόν για να δώσει και στους δύο τον λόγο.
«Από τη μία είναι ένα κριάρι» είπε ο Άλαν.
«Και από την άλλη η μυθική Δρύδα που ζει στα ποτάμια. Κεφάλι αλόγου και σώμα ψαριού. Μαζί στηρίζουν την κεφαλή της πανοπλίας ενός ιππότη» ολοκλήρωσε ο Σκορπιός.
«Πολύ σωστά. Και των εκρού μάγων;» ρώτησε ξανά ο Σιμεόν για να πεταχτώ εγώ. Τόσα χρόνια με την ταυτότητα της εκρού μάγισσας, το είχα μάθει πλέον.
«Σε ακούμε Κένταλ» είπε ο Σιμεόν.
«Είναι το μυθικό δέντρο της ζωής. Ο λόγος της συγκεκριμένης επιλογής είναι γιατί οι εκρού μάγοι είχαν από παλιά έφεση στη βιολογία και τη θεραπεία ασθενειών, επομένως το δέντρο της ζωής με τους καρπούς της ίασης, έγινε το έμβλημά τους» εξήγησα περήφανα για να εισπράξω ένα χειροκρότημα.
«Είσαι πολύ καλή, Κένταλ» άκουσα τον Άλαν να μου ψιθυρίζει.
«Ναι, αστέρι φωτεινό» ακούστηκε το ειρωνικό σχόλιο του Σκορπιού από δίπλα, για να με κάνει να κοκκινίσω.
«Λυπάμαι αν η λάμψη της ρίχνει φως στο σκοτάδι σου» του απάντησε ο Άλαν εκνευρισμένος και είδα τον Σκορπιό να εξαφανίζεται μέσα στο πλήθος.
Εν συνεχεία, οι καθηγητές πήραν τις διαφορετικές ομάδες των μάγων, για να τις οδηγήσουν στα σπίτια τους. Τα υπόλοιπα μαγικά πλάσματα διέθεταν τα δικά τους και έτσι η Επινουά έμοιαζε περισσότερο με μικρή πόλη, της οποίας το κέντρο ήταν ο πύργος και τα σπίτια των μαθητών τα παρακλάδια της. Το δικό μας σπίτι ήταν αρκετά μεγάλο, σαν παραδοσιακή έπαυλη, η οποία ψηλά στην είσοδο διέθετε σμιλεμένη μία ασημένια πένα. Η αίθουσα της υποδοχής, ήταν κάτι παραπάνω από υπέροχη, καθώς εκτός από το μαγικό, χριστουγεννιάτικο δέντρο, πάνω στο οποίο τα παιχνίδια μετακινούνταν, επισκέπτονταν το ένα το άλλο στα διάφορα κλαδιά και τραγουδούσαν, είχε και ένα πελώριο τζάκι. Στους κανονικούς ανθρώπους, οι χριστουγεννιάτικοι στολισμοί ξεκινούν στην καλύτερη περίπτωση από τα μέσα του Νοέμβρη, ενώ σε εμάς ένα μήνα πριν. Μαζί με τον Άλαν μείναμε να χαζεύουμε το τραίνο που κυλούσε στις ράγες του, γύρω από το δέντρο, όταν η φωνή του Σιμεόν, μας επανέφερε στην πραγματικότητα.
«Αυτή εδώ, είναι η κεντρική αίθουσα, όπου όλοι οι μαθητές δικαιούνται να κάθονται και να ξεκουράζονται ή να κάνουν τα μαθήματά τους. Φυσικά, υπάρχει πάντοτε και η λύση της βιβλιοθήκης στον τρίτο όροφο. Είμαι βέβαιος πως η δεσποινίδα Μπετίν Ρουστίκ θα είναι υπερπρόθυμη να σας βοηθήσει. Πρωινό θα παίρνετε όλοι μαζί στην Σχολή, όπου βρίσκονται και τα μαγειρεία. Τα δωμάτια των πρωτοετών είναι στον πρώτο όροφο και να είστε βέβαιοι πως τα ονόματά σας, έχουν ήδη γραφτεί έξω από την πόρτα σας. Τακτοποιηθείτε και πάρτε το πρόγραμμα της εβδομάδας που σας καρτερά στο κρεβάτι σας. Θα βρείτε ακόμη δύο στολές καθαρές για να μπορείτε να αλλάζετε. Καλή διαμονή σας εύχομαι και για οποιδήποτε απορία, η υπεύθυνη της βιβλιοθήκης που είναι και υπεύθυνη του Οίκου, θα σας διευκολύνει με πολύ μεγάλη χαρά. Επίσης, κάτω από το πρόγραμμα θα βρείτε και τον χάρτη της σχολής σας, ο οποίος θα σας είναι απαραίτητος, προκειμένου να μη χάνετε τον δρόμο σας. Οι δικοί μας χάρτες καθώς γνωρίζετε, λειτουργούν διαφορετικά από τους ανθρώπινους, καθώς ανταποκρίνονται σε κάθε εντολή που εμείς τους δίνουμε. Εάν χαθείτε, απλώς θέστε την σωστή ερώτηση στον χάρτη και εκείνος θα σας δείξει τον δρόμο» ήταν οι τελευταίες του κουβέντες, προτού αποχωρήσει και εμφανιστεί στη θέση του η κυρία Μπετίν, η οποία ήταν Γουέντιγκος. Τα ολόλευκα μαλλιά της έπεφταν ίσια στην πλάτη της και η ίδια έμοιαζε με παιδική κούκλα τόσο όμορφη που ήταν.
«Οι μεγάλοι γνωρίζετε ήδη τον δρόμο. Οι μικροί ανεβείτε την ξύλινη σκάλα με προσοχή και προχωρήστε στον διάδρομο αναζητώντας τα ονόματά σας.
Καθώς προχωρούσα κατά μήκος του διαδρόμου και αφού ο Άλαν είχε εντοπίσει το δικό του, το οποίο θα μοιραζόταν με ακόμη δύο αγόρια, έφτασα στο τέρμα του, όταν το θέαμα που αντίκρυσα, στράγγιξε όλο το αίμα και το χρώμα από το πρόσωπό μου. Η ταμπέλα, έλεγε Κένταλ και Σκορπιός. “Αποκλείεται!” σκέφτηκα. Αυτό ήταν παράλογο να έχουμε κοινό δωμάτιο. Εκείνος, είναι αγόρι” σχεδόν ούρλιαξα, για να ανοίξω την πόρτα και να δω πως το συγκεκριμένο δωμάτιο ήταν μεγαλύτερο, περιλαμβάνοντας έναν κοινό χώρο και μία σκάλα, που οδηγούσε σε ένα άλλο δωμάτιο, του οποίου η πόρτα έγραφε Κένταλ. Κοινώς, τα δύο δωμάτια, απλώς μοιράζονταν έναν κοινό, μικρό χώρο.
«Το έχει η μοίρα μου! Πρέπει να το πάρω απόφαση» είπα φωναχτά προκειμένου να ξεσπάσω.
«Και η δική μου από όσο φαίνεται» άκουσα μία παγερή φωνή. Μην ανησυχείς καθόλου. Δεν θα με βλέπεις. Εξάλλου, ούτε εγώ το επιθυμώ» πρόφερε ξανά, δίχως συναίσθημα στη χροιά του και μου έκλεισε με φόρα την πόρτα στο πρόσωπο.
Ανέβηκα τα ξύλινα, εσωτερικά σκαλιά του κοινού μας χώρου ανέκφραστη. Φανταζόμουν πως η ευχή του είχε πραγματοποιηθεί και μου είχαν δώσει τελικά μία θέση στο πατάρι σαν την Σταχτοπούτα που συγκατοικούσε με τον κακό δήθεν αδερφό της. Το κλειδί αρχικά θα μας περίμενε πάνω στην πόρτα και η λαβή του δικού μας Οίκου είχε το σχήμα της ασημένιας πένας. Όταν άνοιξα την πόρτα, μία κραυγή χαράς μου ξέφυγε και μόνο στη θέα του πριγκιπικού μου κρεβατιού. Τα δωμάτιο είχε και αυτό στολιστεί χριστουγεννιάτικα, μονάχα που το δέντρο το δικό μου είχε διαφορετικά στολίδια. Οι μπάλες ήταν στο χρώμα το λευκό και το ροζ απαλό, με τις κομψές μπαλαρίνες και τα ροζ φλαμίνγκο να χορεύουν ρυθμικά στον δικό τους μαγικό χορό. Η ντουλάπα μου είχε καθρέπτη στη θέση του μαγεμένου δάσους και ομολογώ πως ένιωσα ένα κενό αναλογιζόμενη το μαγικό δάσος πίσω στο ορφανοτροφείο. Αναστενάζοντας, πλησίασα το κρεβάτι μου, όπου βρήκα δύο ακόμη ζευγάρια στολές, διπλωμένες όμορφα, το πρόγραμμα της εβδομάδας και τον χάρτη της σχολής που είχε μέγεθος ενός φακέλου, αλλά άνοιγε σαν βιβλίο. Στο κέντρο του υπήρχε ένα χρυσό βουλοκέρι, το οποίο κάθε φορά που τον ανοιγόκλεινες, εκείνο ανανεωνόταν για να τον κρατά κλειστό.
Το πρώτο μάθημα προς παρακολούθηση ήταν η Δρακολογία. Η αλήθεια, οι δράκοι αποτελούσαν σχεδόν ένα είδος υπό εξαφάνιση, με ελάχιστους να έχουν μείνει πια στα βουνά της Ευρώπης και της Κίνας. Ο δράκος όμως της Γροιλανδίας, ο οποίος υπήρξε πριν από πολλά, ίσως και εκατομμύρια χρόνια, θεωρούταν ο βασιλιάς όλων και φημολογείτο πως φυλούσε κάτι υπερπολύτιμο, μα και σκοτεινό. Ένα πετράδι, το οποίο αν έπεφτε σε λάθος χέρια, θα μπορούσε να φέρει την καταστροφή. Φυσικά και δεν γνώριζα μέχρι εκείνη την ημέρα τι στο καλό ήταν εκείνο το αντικείμενο.
Φορώντας χαρωπά τη νέα στολή και με το πρόγραμμα και τον χάρτη στο χέρι, στάθηκα πίσω από την πόρτα περιμένοντας εκείνη του Σκορπιού να ανοίξει, ώστε να σιγουρευτώ πως δεν θα έπεφτα επάνω του με την τύχη που ξεκάθαρα με κυνηγούσε. Πράγματι, πέντε λεπτά αργότερα, τον άκουσα να φεύγει και να κλειδώνει και έτσι αποφάσισα να κατέβω και εγώ, σαν την πολιορκημένη κορασίδα. Καθώς έβγαινα, αντίκρυσα στο βάθος τον Άλαν, να βαστά εκτός από το πρόγραμμα και τον χάρτη, ακόμη ένα βιβλίο.
«Θεέ μου! Έπρεπε να έχουμε μαζί μας και βιβλίο; Γιατί εγώ δεν έχω τίποτε» ξεκίνησα για να τον δω να χαμογελά.
«Μην ανησυχείς καθόλου. Εγώ απλώς είχα αγοράσει μερικά από τα βιβλία της Σχολής και τα διάβαζα στο σπίτι για να περνά η ώρα, όποτε δεν έπαιζα με τον Σέρλοκ» μου απάντησε και εγώ έγειρα το κεφάλι μου στο πλάι με απορία.
«Ποιος είναι ο Σέρλοκ; Ο αδερφός σου;» τον ρώτησα αθώα και εκείνος γέλασε πιο δυνατά.
«Ο Σέρλοκ, είναι ο θάμνος- προστάτης του σπιτιού μας. Ξέρω, ακούγεται παράλογο, μα στην μαμά μου άρεσε πολύ να κουρεύει τα φυτά και να περιποιείται τον κήπο, μέχρι που μία ημέρα, έδωσε ζωή σε ένα της δημιούργημα που ήταν μία τίγρη. Αυτή ονομάζεται Σέρλοκ» μου εξήγησε και εγώ για κάποιον λόγο, κατάλαβα πως παρά το γεγονός πως το αγόρι είχε μία πολύ όμορφη οικογένεια, βαθιά μέσα του αισθανόταν μόνος.
«Φίλους είχες;» τον ρώτησα, σαν να είχα διαβάσει το ιστορικό του.
«Τόσο πολύ μου φαίνεται λοιπόν, πως είμαι μοναχικό άτομο, που όμως διψά για παρέα; Ή και εσύ, όπως και εγώ, είμαστε καλοί στο να διαβάζουμε τους άλλους σωστά;» ρώτησε σε έναν παιχνιδιάρικο τόνο.
«Πιστεύω το δεύτερο. Εσύ δεν ένιωσες ποτέ σου να βασανίζεσαι από οράματα;» τον ρώτησα.
«Κάποτε, όταν ήμουν πιο μικρός, κάτι τέτοιο συνέβαινε συνέχεια, μέχρι που απλώς μου έμαθαν να τα ελέγχω. Οι περισσότεροι λευκοί είχαν τη δυνατότητα της Ανίχνευσης του Κινδύνου ή της Μαύρης Μαγείας» μου εξήγησε.
«Άλαν, εγώ το ένιωσα όταν… όταν αντίκρυσα τη Φάνινγκ. Δεν ξέρω γιατί. Πήγε να ξεπηδήσει μέσα μου κάποιο όραμα, το οποίο άθελά μου κατόρθωσα να μπλοκάρω» του εξομολογήθηκα.
«Τότε, ίσως αυτή η γυναίκα να κρύβει κάτι, γιατί και εγώ το ένιωσα. Αυτό το ύπουλο γαργαλητό κάπου στο κεφάλι» τελείωσε και αφού πήρε το χέρι μου στο δικό του, κατευθυνθήκαμε έξω από το σπίτι, όπου ανταμώσαμε με τον Γουίλ και την Κριστιέλα.
«Η φίλη σου είναι απλώς ανυπόφορη» έσκουξε ο Γουίλ και πήγα να γελάσω. «Γκρινιάζει εδώ και δέκα λεπτά γιατί φοβάται τους δράκους» πρόφερε ξινισμένα και ο Άλαν έχοντας υιοθετήσει αυτό το εκτυφλωτικά γλυκό χαμόγελο, της είπε:
«Μα, δεν υπάρχει κανένας λόγος να φοβάσαι. Εξάλλου, οι αληθινοί δράκοι είναι σχεδόν είδος υπό εξαφάνιση και επίσης θα μας φέρουν ως δείγμα τους μικρόσωμους των γαλλικών δασών. Είμαι ο Άλαν παρεμπιπτόντως» της είπε ευγενικά.
«Αχ, χάρηκα πολύ. Να και κάποιος σοβαρός και μορφωμένος» μας είπε με νόημα και ο Γουίλ στριφογυρνώντας τα μάτια του ξεκίνησε να περπατά μπροστά και εμείς από πίσω, μέχρι που το κάστρο της σχολής μας υποδέχτηκε με εορταστικές μουσικές να ακούγονται.
«Μα, ποιος τραγουδά έτσι όμορφα;» ρώτησα τον Άλαν.
«Κοίταξε επάνω» ήταν η μόνη κουβέντα, για να δω μικροσκοπικά πλάσματα διαφόρων χρωμάτων να φτερουγίζουν ανάλαφρα σκορπίζοντας χρυσόσκονη και σχηματίζοντας νιφάδες και άλλα υπέροχα σχέδια. Ήταν τόσο μικρές, που ίσα κατόρθωνα να τις διακρίνω, μέχρι που ένας μικρός νεαρός, έκατσε στον ώμο μου χαμογελώντας κι ρίχνοντάς μου χρυσόσκονη στο πρόσωπο.
«Νεράιδες! Μα φυσικά. Μερικοί απαίσιοι άνθρωποι τις εγκλωβίζουν σε κλουβιά για να τους τραγουδάνε» γρύλισα.
Ο χώρος ήταν γεμάτος μοναστηριακά τραπέζια, στολισμένα με τεράστιες μπάλες στο ανάλογο χρώμα των μαγικών οίκων.
«Να φανταστώ πως αυτή είναι και η αίθουσα του πρωινού» διαπίστωσε η Κριστιέλα και τελικά ανεβήκαμε στον δεύτερο όροφο, φθάνοντας μέχρι τη μέση του δέντρου, του οποίου η κορυφή άγγιζε το ταβάνι της Σχολής.
Η αίθουσα της Δρακολογίας έμοιαζε με σπήλαιο καθώς η κυρία Κέντρα ήθελε να μας κάνει να νιώσουμε, όπως ένας δράκος στο φυσικό του περιβάλλον. Στα τοιχώματα του σπηλαίου υπήρχαν κλαδιά δέντρων συγκεντρωμένα σε σχήμα φωλιάς καθώς και μια απεικόνιση αυγών δράκων. Καθίσαμε και οι τέσσερις μαζί, για να δω στο τελευταίο θρανίο, ένα αγόρι να κάθεται μονάχο του έχοντας προσηλωθεί σε διάφορες σημειώσεις.
“Πάντοτε μόνος” σκέφτηκα και είδα πως ο Άλαν δίπλα μου χαμογελούσε πονηρά.
«Τσακωθήκατε μήπως με το αγόρι σου σήμερα; Γιατί από το προαύλιο φαινόταν σκυθρωπός» μου είπε και ένιωσα ως και τις ρίζες των μαλλιών μου να καίγονται.
«Αν εννοείς αυτόν τον ακοινώνητο, να σου υπογραμμίσω πως όχι απλώς δεν είμαστε μαζί, αλλά αν μπορούσε να μένει και σε άλλο πλανήτη, θα με έκανε ευτυχισμένη» σχεδόν ούρλιαξα, όταν είδα τα μάτια του Άλαν να αστράφτουν από χαρά και την καθηγήτρια να κάνει σήμα, για να ξεκινήσουμε το μάθημα.
«Καλημέρα παιδιά. Ονομάζομαι Κέντρα Σούπινγκερ και μαζί θα εξερευνήσουμε τον μαγικό κόσμο των δράκων»

Με τον γκρίζο του μανδύα να ανεμίζει, ο Άινταν προχωρούσε μονάχος του στο μονοπάτι που οδηγούσε στην έπαυλη της οικογένειας Γκρερ. Η απόκοσμη όψη της ήταν ορατή μονάχα στον ίδιο και αυτό τον ευχαριστούσε. Τη στιγμή που έκλεινε η πόρτα πίσω του, εκείνος πέταξε με λύσσα στο πάτωμα την γκρίζα φορεσιά, για να ρίξει επάνω του τον μανδύα των Σάμχαϊν που ανήκε στον παππού του.
“Καταραμένο σπίτι!” βρυχήθηκε με αηδία “Έχε χάρη που έχω την ανάγκη σου για μία στέγη. Ποτέ σου δεν με χώνεψες και το ξέρω. Ανήκες σε αυτήν και πάντοτε αυτήν θα υπηρετείς ό,τι και να γίνει. Αλλά δεν θα σου κάνω τη χάρη να σε αφήσω να ρημάξεις με την ησυχία σου. Θα είσαι αναγκασμένο να με βλέπεις κάθε μέρα!” ούρλιαξε ξανά, όταν είδε το τραπεζάκι με το καθιερωμένο του τσάι, να πλησιάζει.
 Καθώς το καρτερούσε να κρυώσει, το μυαλό του σχημάτισε την εικόνα εκείνης της πόρτας, στον κάτω όροφο, όπου κάποτε φιλοξενούνταν οι ξένοι. Ποτέ του δεν είχε πλησιάσει κοντά, καθώς ήξερε πως το συγκεκριμένο δωμάτιο, ήταν η ίδια του η κατάρα. Αν άνοιγε την πόρτα, τότε θα αντίκρυζε το μέλλον του, τη μοίρα του. Αυτός άλλωστε ήταν και ο ρόλος του συγκεκριμένου μέρους. Να δείχνει το μέλλον όποιου τολμηρού άντεχε να το αντικρύσει.
Κάποτε, ο Άινταν είχε κάνει την απόπειρα να το πλησιάσει, όταν από μέσα άκουσε κραυγές. Κραυγές πόνου ανελέητου, κραυγές που εκλιπαρούσαν για βοήθεια. Τότε φοβήθηκε, γιατί κάπου στο βάθος αυτών των κραυγών, είχε αναγνωρίσει τον εαυτό του. Αυτό θα ήταν λοιπόν το τέλος του; Αδύνατον! Η άθλια, παραμορφωμένη μητέρα του ευθυνόταν γι' αυτό και ο ίδιος ήταν έτοιμος να τη διαψεύσει. Είχε σχεδόν τελειώσει και με την τελευταία γουλιά του ροφήματός του, όταν άκουσε το κουδούνι της εξώπορτας. Τα μάτια του έλαμψαν, καθώς κατευθυνόταν για να ανοίξει.
«Καλησπέρα Άινταν» άκουσε την συριχτή φωνή της Άσα.
«Ω, κυρία Φάνινγκ. Ποιος καλός άνεμος σας στέλνει; Μήπως η άφιξη των πρωτοετών;» τη ρώτησε σχηματίζοντας ένα χαμόγελο και κρύβοντας παράλληλα τη διχαλωτή του γλώσσα.
Η Άσα δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα της από επάνω του. Η αλήθεια, ο Άινταν ήταν ένας ψηλός και γοητευτικός άντρας, πάντοντε σκοτεινός και κλεισμένος στον εαυτό του.
«Πήγα και εγώ στο ίδρυμα την προηγούμενη μέρα και γνώρισα από κοντά τον Σκορπιό. Αυτό το αγόρι είναι σκέτος θησαυρός. Μόλις έκλεισε τα εννέα και μπήκε στα δέκα έχοντας διαπράξει τον πρώτο του φόνο, έστω και εξ αμελείας. Θα φροντίσω το καλοκαίρι να μην επιστρέψει πίσω στο Ντορθόριεν. Θα τον φιλοξενήσω εγώ εδώ. Έχει να μάθει πολλά πράγματα και μάλιστα από τον καλύτερο. Όσο για τους δύο λευκούς, θέλω να τους προσέχεις. Μας είναι χρήσιμοι για το τελετουργικό επιστροφής» μουρμούρισε ο Άινταν και η Άσα χαμογέλασε.
«Ξέρεις, δεν είμαι μονάχη μου. Έχω και τον Σιμεόν για παρέα και πίστεψέ με, κάνει τα πάντα για να φέρει τον Σκορπιό στον ίσιο δρόμο» του είπε ισιώνοντας ταυτόχρονα τα μυωπικά της γυαλιά.
«Μα καλή μου, δεν μπορεί να τον φέρει. Όχι όσο τον κρατώ εγώ δεμένο. Αν πάει να λοξοδρομήσει, θα πεθάνει και το ξέρει. Ωστόσο, ο Σκορπιός αγαπά υπερβολικά τον εαυτό του για να τον αφήσει να ξεψυχήσει. Από άμυνα και μόνο, θα αναγκαστεί να με υπακούσει. Δεν έχει επιλογή. Λοιπόν, πήγαινε και να με κρατάς ενήμερο» πρόφερε ο Άινταν και εκείνη υποκλίθηκε, μην μπορώντας να στρέψει το βλέμμα της αλλού.
Ο Άινταν, που το πρόσεξε, την πλησίασε λίγο παραπάνω.
«Ξέρω τι σκέφτεσαι… Κάνε καλά τη δουλειά σου και εγώ θα σε ανταμείψω» τελείωσε και η ανάσα του γαργάλησε τον σβέρκο της. Εκείνη, του χαμογέλασε για μία τελευταία φορά και έπειτα έκλεισε πίσω της την πόρτα.
Η Κέντρα, δεν σταμάτησε λεπτό να δίνει εντολές στις κιμωλίες και εκείνες να σχηματίζουν ζωγραφιές και παραγράφους με παρατηρήσεις.
«Λοιπόν» ακούστηκε η φωνή της «Πέντε είναι οι λέξεις – κλειδιά στη Δρακολογία. Ας ξεκινήσουμε από την ύπαιθρο. Είναι πολύ καλύτερο και σοφότερο, θα έλεγα, να μελετάτε τους δράκους στο φυσικό τους περιβάλλον. Έτσι, θα νιώθουν και εκείνοι, αλλά και εσείς καλύτερα. Η δεύτερη λέξη είναι η προνοητικότητα. Να είστε σωστά εκπαιδευμένοι και προετοιμασμένοι. Φυσικά κάτι τέτοιο απαιτεί χρόνο και μελέτη πολύωρη. Η τρίτη λέξη είναι ο ζήλος. Για να γίνετε μία μέρα σωστοί δρακολόγοι, πρέπει να έχετε θάρρος. Η τέταρτη λέξη είναι η ειλικρίνεια που σημαίνει πως πρέπει να καταγράφετε όλα όσα βλέπετε κάθε φορά και να μην ψεύδεστε. Για το τέλος, σας άφησα μία λέξη που θα σας κάνει εντύπωση. Είναι η λέξη δυστυχήματα. Αν δεν πάθετε έστω και μία γρατσουνιά, σημαίνει πως δεν έχετε κάνει καλά τη δουλειά σας. Οι δράκοι χωρίζονται κυρίως στους δυτικούς, ευρωπαϊκούς και τους ασιατικούς, ενώ υπάρχουν και μερικά κατώτερα είδη που ανήκουν στην αφρικανική και αμερικανική ήπειρο. Οι ευρωπαϊκοί δράκοι είναι γνωστοί κυρίως για τις ικανότητές τους να πετούν φλόγες και για τη μανία τους με τα πολύτιμα αντικείμενα, είναι καλοί χρήστες της γλώσσας και αλλάζουν δέρμα κάθε τρία χρόνια» έκανε μία παύση, καθώς το χέρι του Σκορπιού είχε υψωθεί για να ρωτήσει.
«Σε ακούμε» του είπε η Κέντρα χαμογελαστά.
«Στους ευρωπαϊκούς δράκους, αν δεν κάνω λάθος, ανήκει και εκείνος των πάγων ή αλλιώς, βασιλιάς δράκος των πάγων. Έχει όντως μανία με τα πολύτιμα αντικείμενα και μάλιστα, φημολογείται πως κρατά ένα που θεωρείται επικίνδυνο. Μήπως ξέρετε να μας πείτε τι είναι αυτό;» τη ρώτησε το αγόρι, έχοντας μια κάποια ειρωνική χροιά στη φωνή του.
«Το όνομά σου;» ρώτησε η Κέντρα, η οποία φάνηκε να προβληματίζεται.
«Σκορπιός» απάντησε εκείνος μονολεκτικά.
«Λοιπόν, Σκορπιέ, πράγματι έχεις δίκιο. Ωστόσο, αυτή η πληροφορία καλό είναι να μη δίνεται σε τόσο μικρά παιδιά. Το πετράδι είναι επικίνδυνο και ανήκει σε μία σειρά σκοτεινών αντικειμένων. Πολύ σκοτεινών. Ας τα αφήσουμε όμως αυτά στην άκρη και να ρωτήσω κάποιον να μου πει, αν ξέρει για τον ασιατικό» είπε η Κέντρα και εμφανίστηκε το χέρι του Άλαν. «Παρακαλώ» τον προέτρεψε.
«Οι Λούνγκ, όπως ονομάζονται, απαντούν κυρίως κοντά στα ποτάμια, στα ρυάκια ή στις λίμνες όπου και φωλιάζουν. Τα θηλυκά κουβαλούν μαζί τα αυγά τους για ασφάλεια. Στις φωλιές τους αποθηκεύουν οπάλια και μαργαριτάρια και μάλιστα υπήρχε κάποτε η φήμη πως το αυγό τους, ήταν ένα τεράστιο μαργαριτάρι. Για πολλά χρόνια, οι άνθρωποι είχαν συνδέσει τον ασιατικό λουνγκ με κάθε μορφή νερού και πίστευαν πως μπορούσε να ορίζει τα καιρικά φαινόμενα» τελείωσε ο Άλαν και ομολογώ πως είχα εντυπωσιαστεί από τις γνώσεις του. Ο Άλαν μου χαμογέλασε και η Κέντρα άπλωσε τα χέρια της μπροστά. Τότε, αραιός καπνός ξεκίνησε να εμφανίζεται, ο οποίος όσο περνούσε η ώρα άλλαζε σχήμα, εμφανίζοντας εκείνο ενός βασιλικού, ασιατικού δράκου. Τα χρώματά του ήταν μαγικά, με το μπλε, το πράσινο και το μωβ να εναλλάσσονται. Οι μακριές, μυστακοειδείς κεραίες του και τα επιβλητικά του κέρατα πρόσφεραν ένα θέαμα που σου έκοβε την ανάσα. Όλοι το απολαμβάναμε, εκτός από την Κριστιέλα που είχε χωθεί κάτω από το μακρόστενο τραπέζι όπου καθόμασταν. Φυσικά, οι πληροφορίες δεν θα σταματούσαν εκεί, καθώς ως εργασία, είχαμε να μελετήσουμε τα διάφορα είδη τους, προτού φτάσουμε σε δυσκολότερα κομμάτια, όπως ο τρόπος αναπαραγωγής, η αγάπη τους για τους γρίφους και η γνώση τους απέναντι στα ρουνικά.
Το μάθημα συνεχίστηκε με εμάς να κρατούμε σημειώσεις με την ασημένια μας πένα από φτερό παγωνιού, μέχρι που η ώρα πέρασε και είδα τον Γουίλ να μας κουνά το χέρι βιαστικά.
«Ελάτε, θα χάσουμε τη σειρά» μας είπε.
«Μα, για ποιά σειρά μιλάς;» τον ρώτησε η Κριστιέλα.
«Το χριστουγεννιάτικο δέντρο μας είναι μαγικό και δέχεται ευχές. Λοιπόν, σκεφτείτε κάτι που έχετε πραγματικά ανάγκη και ψιθυρίστε το στα κλαδιά του» πρόφερε χαρούμενος.
«Βλακείες» άκουσα την ψυχρή φωνή του Σκορπιού που εξαφανίστηκε μέσα στο πλήθος.
Ο ενθουσιασμός είχε κατακλύσει την ψυχή μου στη σκέψη και μόνο πως θα είχα μία ολοδική μου ευχή. Καθώς το πλησίαζα, από το μυαλό μου περνούσαν σαν μακρινή ανάμνηση, οι εικόνες των γονιών μου. Πόσο πολύ μου έλειπαν, ωστόσο ήταν μάταιο να ζητήσω να τους ξαναδώ. Δεν θα γυρνούσαν ποτέ ξανά. Αποκαρδιωμένη ελαφρώς από αυτή τη συνειδητοποίηση, πήρα μία βαθιά ανάσα και έσκυψα στο τρυφερό και μυρωδάτο του κλωνάρι ψιθυρίζοντας. Όταν σηκώθηκα, βρήκα τον Άλαν να μου χαμογελά.
«Οι ευχές είναι φτιαγμένες για να μας κάνουν να νιώθουμε καλύτερα» μου είπε.
«Το ξέρω. Απλώς είναι μερικές που θα ήθελα τόσο να πραγματοποιηθούν, μα ξέρω πως δεν έχουν την δύναμη» του είπα.
«Μην ανησυχείς. Θα ταξιδέψουν στον προορισμό τους και θα βρεις ανταπόκριση. Είμαι βέβαιος» τελείωσε και μαζί με τον Γουίλ και την Άρπια αποφασίσαμε να αποσυρθούμε για την τραπεζαρία του μεσημεριανού.
Η κεντρική αίθουσα με το δέντρο άδειαζε λίγο λίγο, όταν είδα ένα αγόρι να στέκεται μονάχο του και να το κοιτάζει με προσμονή, ανάγκη ή και απελπισία. Τα κυανά του μάτια το κοιτούσαν ανέκφραστα, σαν να είχε εγκλωβιστεί μέσα τους όλη η δύναμη των συναισθημάτων, η οποία απαγορευόταν να βγει προς τα έξω. Το πλησίασε, έσκυψε και ψιθύρισε την δική του ευχή, βέβαιο πως κανείς δεν το είχε προσέξει.
Mπροστά στο παράξενο θέαμα του Σκορπιού δεν ήξερα τι να υποθέσω. Είχα φθάσει στο σημείο να εικάζω, πως το συγκεκριμένο άτομο είχε μάλλον καταραστεί το δέντρο, παρά είχε ευχηθεί κάτι καλό. Εντούτοις, δίχως περαιτέρω καθυστέρηση, πέρασα στην αίθουσα του μεσημεριανού όπου με περίμεναν οι φίλοι και ο αδερφός μου. Ο Άλαν μου είχε φυλαγμένη μία θέση ακριβώς δίπλα του, ενώ τα κόμπολτς, που ήταν υπεύθυνα για το σερβίρισμα του φαγητού, είχαν ξεχυθεί στην αίθουσα. Εκτός από το φρέσκο, αχνιστό ψωμί και το μυρωδάτο βούτυρο που το συνόδευε, το φαγητό μας είχε βασιστεί στα όσπρια.
«Ωραίο καλωσόρισμα» άκουσα τον Γουίλ να γκρινιάζει, καθώς ήξερα πως από μικρός σιχαινόταν τα όσπρια.
Τη στιγμή που ήμουν έτοιμη να βυθίσω το πιρούνι μου σε κάτι που έμοιαζε με πουρέ ρεβυθιών, ένα στρογγυλό αντικείμενο που έμοιαζε με μικροσκοπικό τόπι, εκτοξεύτηκε και βυθίστηκε μέσα στο φαγητό μου. Ξαφνιασμένη ακόμη, γύρισα προς την κατεύθυνση του αντικειμένου, για να δω δύο αγόρια να χασκογελάνε μέχρι δακρύων. Παρέα μου, ο Άλαν τους κοιτούσε εξίσου οργισμένος.
«Ω, συγγνώμη λευκή πριγκίπισσα και λευκέ βασιλιά μας, αλλά αυτό πήγαινε για την Άρπια» μας είπαν κοροϊδευτικά, όταν άξαφνα ένιωσα να με πλημμυρίζει ένας ανεξήγητος θυμός στη θέα τω δύο αγοριών που δεν είχαν σταματήσει να κοροϊδεύουν, ενώ πίσω τους εμφανίστηκε και ο Σκορπιός που χαμογελούσε χαιρέκακα, στη θέα τη δική μου και των μαλλιών μου που είχαν βουτηχτεί στα όσπρια.
Δίχως δεύτερη σκέψη, εστίασα στο πιάτο που είχα μπροστά μου.
Trahere super*[1]έδωσα την εντολή στο πιάτο και αυτό ευθύς σηκώθηκε στον αέρα. Με μια απότομη κίνηση του χεριού μου προσγειώθηκε επάνω στο πρόσωπο του ενός.
«Αχ, συγγνώμη, αλλά αυτό πήγαινε όχι μόνο σε εσένα, αλλά και στον διπλανό σου» φώναξα.
«Πιο σιγά γιατί θα πρασινίσει η φίλη σου από το κακό της» σχολίασε ο Σκορπιός και ο Γουίλ τινάχτηκε επάνω.
«Με εσένα δεν έχω τελειώσει ακόμη» του γρύλισε.
«Κρίμα γιατί εγώ σε θεωρώ εντελώς τελειωμένο πορφυρέ μάγε» του πέταξε ειρωνικά για να σηκωθεί όρθιος και ο Άλαν και τα φαγητά να εκτοξεύονται από την μία μεριά στην άλλη με τις κόμπολτς να φωνάζουν και την αίθουσα όλη να έχει αναστατωθεί. Άλλοι γελούσαν, άλλοι παρακολουθούσαν, άλλοι συμμετείχαν.
Τότε, άκουσα τις φωνές του Κρίστοφερ και του Σιμεόν και όλη η αίθουσα άξαφνα σταμάτησε ακόμη και να αναπνέει.
«Τι στο καλό σημαίνουν όλα αυτά;» φώναξε ο Κρίστοφερ και μία κοπέλα πετάχτηκε δείχνοντας την παρέα μας.
Είδα τον Κρίστοφερ με βλέμμα θυμωμένο να κατευθύνεται και να σταματά ακριβώς από επάνω μου, καθώς με είδε στην κυριολεξία καλυμμένη με ό,τι φαγητό κυκλοφορούσε, το ίδιο και τον Άλαν.
«Δεσποινίς, μήπως έχετε κάτι να μου πείτε;» με ρώτησε.
«Ναι, βεβαίως!» του απάντησα ξαφνιάζοντάς τον «Πως αυτοί οι δύο και ο νεαρός που στέκεται πίσω τους, είναι καθάρματα και ρατσιστές!» φώναξα και ο Κρίστοφερ γούρλωσε ελαφρώς τα μάτια του.
«Καθάρματα; Δεν είναι κουβέντες αυτές για μία δεσποινίδα σαν εσένα. Για την ώρα όμως, εσύ και οι φίλοι σου, όπως και τα… καθάρματα, σηκωθείτε και ελάτε στο γραφείο του Σιμέον ευθύς αμέσως» τελείωσε και εφτά άτομα σηκωθήκαμε αμέσως με το κεφάλι κατεβασμένο και τον ακολουθήσαμε, ενώ η Άσα που παρακολουθούσε χαμογελώντας ειρωνικά, προσποιήθηκε πως προσπαθούσε να βάλει σε μία τάξη την υπόλοιπη αίθουσα.

Εμείς, ακολουθήσαμε τον Κρίστοφερ, με τον Σιμεόν να προπορεύεται, έχοντας ανέβει στον πέμπτο όροφο της σχολής και στα γραφεία των καθηγητών. Ωστόσο, εκείνο του διευθυντή διέφερε από τα υπόλοιπα ξεκινώντας μάλιστα από την επιβλητική του πόρτα, με την τεράστια κουκουβάγια σκαλισμένη επάνω της.
«Σε αφήνω μονάχο σου με τους μικρούς ταραξίες» είπε ο Κρίστοφερ και ο Σιμεόν χαμογέλασε πράα.
«Ειλικρινά, δεν μου συμβαίνει συχνά αυτό με τους πρωτοετείς. Θα περίμενα τους μεγαλύτερους μαθητές να παλεύουν μεταξύ τους με ξόρκια. Νόαμ Κάιφετζ και Χάζελ Πέκμαν, θα σας ακούσω πρώτους» βρόντηξε ο Σιμεόν και τα δύο αγόρια μαζεύτηκαν.
«Η αλήθεια, οι δύο λευκοί μάγοι νομίζουν πως είναι οι αρχηγοί εδώ. Μας επιτέθηκαν δίχως ξεκάθαρο λόγο και...» πήγε να πει ο Χάζελ, αλλά ο Σιμεόν τον σταμάτησε.
«Θαρρώ πως ο ψευδοανιχνευτής στη δική μου την περίπτωση είναι περιττός. Γνωρίζω πολύ καλά το ποιόν των δύο παιδιών και θέλω να μου πείτε την αλήθεια» είπε αργά ο μάγος και τα δύο αγόρια αλληλοκοιτάχτηκαν.
«Η αλήθεια κοροϊδέψαμε την Άρπια, ωστόσο δεν χρησιμοποιήσαμε μαγεία εναντίον τους» είπε ο Χάζελ.
«Σε αντίθεση με τη λευκή μάγισσα και τον ιππότη της, που το έκαναν» συμπλήρωσε ο Σκορπιός.
«Είναι αλήθεια, Κένταλ;» με ρώτησε ο Σιμεόν και εγώ ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Ήταν αλήθεια, καθώς το μπαλάκι το είχαν πετάξει με τα χέρια.
«Κύριε, αλήθεια είναι» ομολόγησα ρίχνοντας ένα βλέμμα μίσους στο Σκορπιό, «ωστόσο, βρισκόμουν σε άμυνα» σχεδόν ψέλλισα, για να δω το Σκορπιό να χαμογελά χαιρέκακα.
«Άμυνα, Μορς, σημαίνει να κινδυνεύει η ζωή σου. Τα παιδιά πέταξαν το μπαλάκι καταλάθος και εσύ με τον Άλαν χρησιμοποιήσατε μαγεία. Για να μη μιλήσω για τον τραμπούκο τον αδερφό σου που σηκώθηκε και με απείλησε» σύρριξε ο Σκορπιός και ο Σιμεόν του έκανε σήμα να σταματήσει.
«Ευχαριστώ νεαρέ, νομίζω πως έχω μία εικόνα των γεγονότων. Για αρχή, δεν θα τιμωρήσω κανέναν και θα αρκεστώ σε μία σύσταση. Σε αυτήν την σχολή, δεν έχουν θέση τα ρατσιστικά σχόλια, ούτε οι επιθέσεις με μάγια και φυσικά ούτε οι τραμπουκισμοί. Κανένα μαγικό πλάσμα δεν θεωρείται κατώτερο και το να είσαι Άρπια είναι ξεχωριστό. Οι Άρπιες είναι τα ξωτικά των δασών μας, γεμάτες σοφία για τη φύση και προμηθεύουν τη Βέρνια με φρέσκα φρούτα και λαχανικά. Χάρη σε εκείνες και με τη συνεργασία τους κυρίως με εκρού μάγους έχουν βρεθεί θεραπείες σε ασθένειες. Επομένως, Κριστιέλα θα πρέπει να είσαι περήφανη για την καταγωγή σου και να μη δίνεις σημασία σε κακεντρεχή σχόλια» τελείωσε κοιτάζοντας ξανά τα αγόρια. «Εσείς νεαροί μου, μαζί με τον Σκορπιό μπορείτε να φύγετε. Άλαν και εσύ το ίδιο μαζί με τον Γουίλ και την νεαρή Άρπια με την υπόσχεση να μη χρησιμοποιήσετε ποτέ ξανά ξόρκι εις βάρος κάποιου συμμαθητή σας. Κένταλ, σε θέλω» τον άκουσα και καθώς πρόφερε το όνομά μου, ένιωσα να παγώνω, βλέποντας την τιμωρία να μου κλείνει τσαχπίνικα το μάτι από τη γωνία.
Καθώς η πόρτα έκλεινε, ο Σιμεόν κάθησε στο παλιό, ξύλινο γραφείο του, πίσω από το οποίο βρισκόταν μία τεράστια βιβλιοθήκη.
«Σου ζήτησα να μείνεις, γιατί ένιωσα πως είχες κάτι να μου πεις» τον άκουσα να μου λέει και τότε κατάλαβα, πως είχε κατορθώσει να διαβάσει τη σκέψη μου.
«Για την ακρίβεια κύριε, έχω πράγματι κάτι. Θα ήθελα να σας ζητήσω μία χάρη. Να αλλάξω επειγόντως δωμάτιο» τελείωσα, μα το βλέμμα του Σιμεόν δεν άλλαξε.
«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;» με ρώτησε και αναστέναξα.
«Το βλέπετε και μόνος σας. Με τον Σκορπιό δεν τα πάμε καθόλου καλά. Συνέχεια τσακωνόμαστε και ειλικρινά μου βγάζει τον χειρότερο εαυτό μου. Σήμερα, ειλικρινά δεν είχα την πρόθεση να δημιουργήσω πρόβλημα, αλλά αναγκάστηκα. Υποτίμησαν τη φίλη μου και ένα μπαλάκι βρέθηκε από το πουθενά στο πιάτο μου» του είπα και χαμογέλασε.
«Ξέρω, πως μία λευκή μάγισσα έχει περηφάνια και δεν θα άφηνε ανυπεράσπιστο ένα φίλο. Ωστόσο, ο λόγος που διάλεξα να είσαι κοντά στον Σκορπιό ήταν η ελπίδα μου να βγάλεις εσύ έναν καλύτερο δικό του εαυτό» μου απάντησε και μόρφασα.
«Αυτό κύριε, είναι αδύνατον!» πρόφερα φωναχτά και τον είδα να κουνά το κεφάλι.
«Είναι δύσκολο, μα όχι αδύνατον. Βλέπεις, είσαι πολύ μικρή για να σε φορτώσω με δικές μου ανησυχίες γύρω από το πρόσωπο του συγκεκριμένου αγοριού. Εξάλλου, ακόμη και εγώ ο ίδιος δεν έχω καταλήξει σε ένα ασφαλές συμπέρασμα» ολοκλήρωσε και το κοίταξα προβληματισμένη.
«Κύριε, είναι και κάτι ακόμη» του είπα.
«Είμαι πρόθυμος να σε ακούσω μικρή μου»
«Ο Σκορπιός ενδιαφέρθηκε πολύ να μάθει για το σκοτεινό αντικείμενο που σύμφωνα με τον μύθο κρατά κρυμμένο ο δράκος των πάγων» τελείωσα και είδα τον Σιμεόν να σκοτεινιάζει.
«Άσχημα ενδιαφέροντα έχει αυτό το παιδί… πολύ φοβάμαι πως γνωρίζει…» μουρμούρισε σχεδόν στον εαυτό του και εγώ πάλεψα να κατανοήσω τα λεγόμενά του.
«Μα, τι είναι αυτό που γνωρίζει κύριε;» τον ρώτησα, αλλά εκείνος είχε ήδη χαθεί στις σκέψεις του.
«Πήγαινε, Κένταλ μου. Σε λίγο νυχτώνει και έχεις διάβασμα θαρρώ» μου είπε, καθώς ήθελε να μείνει μονάχος του. Για κάποιον περίεργο λόγο, ο Σιμεόν πίστευε πως ο Σκορπιός γνώριζε πολύ καλά την καταγωγή του.
Δίχως περαιτέρω καθυστέρηση, αποφάσισε να πάει πίσω στο Ντορθόριεν. Φορώντας τον πορφυρό του μανδύα, ο οποίος εσωτερικά είχε γούνινη επένδυση για το κρύο, ανέβηκε στην πλάτη ενός Κέλαντερ και αφέθηκε να τον υποδεχτεί ο νυχτερινός ουρανός. Κάποτε, πριν από πολλά χρόνια, προτού αποφασίσει να διδάξει στην Επινουά, ήταν εκτροφέας Κέλαντερ, έχοντας ασχοληθεί και μελετήσει καιρό τα συγκεκριμένα πλάσματα. Τα αγαπούσε γιατί ήταν ασυμβίβαστα, όπως θα έπρεπε να είναι και η ίδια η ζωή, άγρια και ελεύθερα να πετούν στους αιθέρες αναζητώντας την ελευθερία τους. Ένα διάστημα που οι μέρες του φάνταζαν πιο ζοφερές και από τον μανδύα των Σάμχαϊν, ο Σιμεόν συνήθιζε να ιππεύει τα συγκεκριμένα ζώα, καθώς είχε την ανάγκη να ξεφύγει από τις τύψεις και τους εφιάλτες που τον στοίχειωναν.
Έχοντας όλες αυτές τις εικόνες στο μυαλό του, αντίκρυσε τον λόφο του Ντορθόριεν. Άφησε το Κέλαντερ να κατέβει και κατόπιν το έδεσε σε μία ξύλινη μάντρα. Κοιτάζοντας το επιβλητικό, αρχοντικό κτίριο, πρόσεξε πως μονάχα το ένα παράθυρο ήταν φωτισμένο. Αρκετά λογικό, καθώς τα ορφανά έλειπαν. Με ανυπομονησία χτύπησε την πόρτα και πέντε λεπτά αργότερα εκείνη άνοιξε και εμφανίστηκε στο κατώφλι η Εμίλια ελαφρώς νυσταγμένη. Στη θέα του Σιμεόν, αναπήδησε έκπληκτη.
«Θεέ μου Σιμεόν! Τι επίσκεψη ξαφνική είναι αυτή; Κάνει και κρύο έξω, σε παρακαλώ πέρασε. Σερβίρω τσάι του βουνού με λιωμένη παπαρούνα. Ανοιξιάτικο, το γνωρίζω, αλλά αυτό βρήκα μπροστά μου» ξεκίνησε να μιλά και ο μάγος μπήκε στο ίδρυμα.
«Ειλικρινά, δεν χρειάζεται να μπεις σε κόπο τέτοια ώρα και σου ζητώ συγγνώμη που δεν σε προειδοποίησα για την άφιξή μου. Ωστόσο, γνωρίζεις πως όταν κάτι μου μπαίνει στο μυαλό, πρέπει να το λύνω άμεσα» ξεκίνησε λίγο λίγο την κουβέντα και οι δυο τους κατευθύνθηκαν στο γραφείο της, με την πολυθρόνα να έρχεται προς το μέρος τους.
«Πες μου, Σιμεόν. Πού μπορώ να σου φανώ χρήσιμη;» ρώτησε η κοπέλα.
«Αρχικά, θα ήθελα να σε ρωτήσω, αν ο Άινταν πέρασε καθόλου από εδώ» πρόφερε σοβαρός ο Σιμεόν.
«Ναι, η αλήθεια, πέρασε» απάντησε εκείνη με ένα ύφος μπερδεμένο, σαν να μην υποπτευόταν πού ακριβώς το πήγαινε ο μάγος.
«Το φαντάστηκα. Θέλω να μου μιλήσεις για τις κινήσεις του. Τι έκανε; Σε ποιον μίλησε; Τα πάντα» είπε ο Σιμεόν και εκείνη βολεύτηκε καλύτερα στην καρέκλα της, έχοντας πάντοτε στο χέρι της το φλυτζάνι με το αχνιστό τσάι.
«Λοιπόν, τώρα που το λες, μίλησε μονάχα στον Σκορπιό, με την πρόφαση πως ίσως το αγόρι του ανοιγόταν και του μιλούσε για το ατύχημα της άτυχης κοπέλας» του απάντησε η Εμίλια και του Σιμεόν του ξέφυγε ένα ειρωνικό γέλιο.
«Αλίμονο!Ο Άινταν είναι ένας τόσο καλοδιάθετος άνθρωπος με αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Γιατί να μην ενδιαφερθεί για το δράμα ενός ορφανού με εμφανή προβληματική συμπεριφορά; Τρίχες!» πέταξε στο τέλος και η Εμίλια αναπήδησε.
«Ε-Ένα καλό έχει ο Άινταν, η ομορφιά του» απάντησε κάπως ντροπαλά.
«Στην δική του περίπτωση, η εξωτερική ομορφιά δεν συνάδει με την εσωτερική. Για το Θεό Εμίλια, άσε το αλαβάστρινο προσωπείο του Άινταν και δώσε βάση στην ουσία του θέματος. Ο άνθρωπος αυτός, που είναι μισάνθρωπος, πλεύρισε ένα παιδί. Ένα παιδί που και οι δύο ξέρουμε πως είναι κλειστό και φοβικό… ένα παιδί που, όταν το κοιτάζω, είναι σαν να βλέπω τον ίδιο…Κάποτε, πριν από πολλά χρόνια» τελείωσε και η Εμίλια τον κοίταξε τρομοκρατημένη.
«Ο Άινταν δουλεύει στο Υπουργείο και συγκεκριμένα, στον Τομέα των Εωτερικών Υποθέσεων. Ίσως στο γραφείο του να υπάρχουν στοιχεία. Ωστόσο, εσύ από πού τον θυμάσαι;» ρώτησε η Εμίλια.
«Τον φιλοξενούσε ο θείος του κοντά στη σημερινή του έπαυλη.  Ήταν ελάχιστες οι φορές που τον είχα δει να κυκλοφορεί και όποτε το έκανε, ήταν σαν να έβλεπε κόσμο για πρώτη φορά. Μετά ήρθε ο πόλεμος και όλα διαλύθηκαν. Έπειτα, τον είχα μαθητή μου στην Επινουά. Έξοχος νέος και υπόδειγμα καλής συμπεριφοράς στα μάτια των άλλων, όχι όμως και στα δικά μου. Ωστόσο, έχεις δίκιο για το γραφείο του στο Υπουργείο. Εκείνος είναι υπεύθυνος των γενεαλογικών δέντρων. Θα πραγματοποιήσω σύντομα μία έφοδο. Για την ώρα σε καληνυχτίζω και σε ευχαριστώ που δέχτηκες να μου μιλήσεις και ας ήταν περασμένα μεσάνυχτα» ήταν και τα τελευταία λόγια του Σιμεόν, προτού αποχωρήσει με τον ίδιο τρόπο, επιστρέφοντας στο σπίτι του διευθυντή, κοντά στο κτίριο της Επινουά.
Στο εσωτερικό της ζοφερής έπαυλης, ο Άινταν βαστούσε στα χέρια του το φυλαχτό της Κένταλ. Ο ηλίθιος ο αδερφός του είχε αργήσει να επιστρέψει στο δωμάτιό του, το ίδιο και η απεχθέστατη, λευκή μάγισσα. Φυσικά, είχε πληροφορηθεί από την επίσκεψή του στο ίδρυμα, πως ο μικρός ήταν μαέστρος στις κλοπές και έτσι, έχοντας διασπάσει το υλικό του σώμα, πράγμα που για τον ίδιο ήταν απολύτως εφικτό και βασιζόμενο στη σαμχαϊκή μαγεία, είχε ξεγλυστρήσει στο δωμάτιό του αναζητώντας ανάμεσα στα κλοπιμαία, κάτι που να ανήκε στην λευκή μάγισσα. Όταν αντίκρισε το φυλαχτό, δεν πίστευε στα μάτια του με την τύχη που είχε. Το άρπαξε και επιστρέφοντας στην έπαυλη το τοποθέτησε ανοιχτό πάνω σε ένα βιβλίο με σκοτεινά ξόρκια, βασισμένα στους ρούνους. Φυσικά, ο Άινταν γνώριζε πολύ καλά τα ρουνικά γράμματα και έτσι κλείνοντας τα μάτια του και έχοντας ξύσει ελαφρώς το φυλαχτό, προκειμένου να έχει λίγη σκόνη από το υλικό του, τη φύσηξε απαλά μουρμουρίζοντας ταυτόχρονα το ξόρκι.
“Τώρα θα σε δω μικρή μάγισσα. Αυτό είναι μονάχα η αρχή...” ψιθύρισε ευτυχισμένος και οι σκιές μέσα στο σπίτι αναδεύτηκαν. Κάποτε, θα έπαιρναν σάρκα και οστά. Εξάλλου, αυτός ήταν και ο προορισμός τους.   

Η νύχτα εκείνη ήταν δύσκολη. Ο Σκορπιός είχε μείνει στο αναγνωστήριο για όση ώρα η Κένταλ βρισκόταν στο γραφείο του Σιμεόν. Όλα τα παιδιά που έμεναν ως αργά το βράδυ στην αίθουσα ανάγνωσης είχαν μαζί τους μικρά φανάρια με πυγολαμπίδες, προκειμένου να μην τους ενοχλεί το δυνατό φως. Ο ίδιος, έχοντας στο μυαλό του πως ήταν Σάμχαϊν, ήταν αποφασισμένος να ψάξει και να μάθει τα πάντα για αυτήν την τόσο ιδιαίτερη κατηγορία μάγων, που όλος ο κόσμος κυνηγούσε και φοβόταν. Θα μάθαινε όλη τους την ιστορία και όλες τους τις ικανότητες. Ήθελε να εξελιχθεί και να γίνει ο καλύτερος. Να είναι περήφανος και να προστατεύει τον εαυτό του. Έχοντας κάνει μία κρυφή λίστα, αποφάσισε να επιστρέψει στο δωμάτιό του, όπου βρήκε την πόρτα της Κένταλ κλειστή, ενώ τη δική του ορθάνοιχτη. Τότε, γούρλωσε τα μάτια, καθώς εμφανώς θυμόταν πως ο ίδιος, όχι απλώς την είχε κλείσει, αλλά την είχε κλειδώσει. Ένα βήμα πριν από τον πανικό, άνοιξε ένα κρυφό συρτάρι και ξεκίνησε να αναζητά τα πράγματά του, όταν κατάλαβε πως το φυλαχτό της Κένταλ έλειπε.
“Να πάρει! Αυτή η λευκή μάγισσα είναι σκέτη συμφορά!Να πάρει!” φώναξε μέσα από τα δόντια του και οργισμένος προχώρησε προς τη σκάλα που οδηγούσε στη σοφίτα της Κένταλ. Χτύπησε με φόρα, ωστόσο κανείς δεν ανταποκρίθηκε και η πόρτα ήταν κλειδωμένη.
«Άνοιξέ μου! Το ξέρω πως είσαι μέσα» της φώναξε, ωστόσο λίγα λεπτά αργότερα, άκουσε φωνές. Λέξεις που κόβονταν σαν να είχε κάποιος βυθιστεί στον χειρότερο εφιάλτη.
Ο Σκορπιός συνέχισε να χτυπά και τα ουρλιαχτά συνέχισαν να ακούγονται και να του τρυπούν την καρδιά. 
«Κένταλ! Άνοιξέ μου! Τι έχεις πάθει; Σε...» ένα χτύπημα τον βρήκε στο στήθος «Σε παρακαλώ άνοιξέ μου! Αν...» άλλο ένα χτύπημα πιο ισχυρό, αλλά ο Σκορπιός δεν ήθελε να κάνει πίσω «Ανησυχώ… Κένταλ...» και έπειτα όλα μαύρισαν.


[1]*σήκω επάνω


Ιφιγένεια Μπακογιάννη