Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

29.6.19

Τα μυστικά των κόσμων (Κεφάλαιο 4) - Αποκλειστικά αποσπάσματα


Στιγμές μαγείας;

     MΠΡΟΣΤΑ στο καλοαναμμένο τζάκι έπινα το φρέσκο χυμό πορτοκάλι, αργά, βαθιά συλλογισμένος. Πέντε ημέρες από την εμποροπανήγυρη κι ακόμα πάλευα να λύσω το γρίφο του γέρο-παράξενου. Αν ήταν γρίφος κιόλας!
Γιατί εμένα μου φάνηκε σαν να διάβασε το πεπρωμένο μου, αλλά ό,τι κι αν πραγματικά ήταν, με μπέρδευε και με δυσκόλευε. Αφήστε που κάποιους απ’ τους στίχους δεν τους θυμόμουν καν.
Κατέβασα μια γουλιά χυμού.
      «Πιες τον πιο σύντομα! Χάνει τις βιταμίνες του».
Σήκωσα τα μάτια και χαμογέλασα στον παππού Γκέρμι.
      «Κάτσε πλάι μου, Άβους!»
Έκατσε στη σκαλιστή, κουνιστή καρέκλα. Ήταν καλοδιάθετος με βλέμμα χαρωπό.
      «Τι σκέφτεσαι μονάχος σου εδώ;»
Τον λοξοκοίταξα φευγάτα. Ήπια πάλι, δαγκώνοντας τα χείλη του ποτηριού.
      «Σκέφτομαι τι καλό που σου έκανε η βόλτα στο Μπάνχαντ, το πανηγύρι, ο φίλος σου ο Τζοο, η επαφή σου με τον κόσμο. Έχω καιρό να σε δω έτσι».
       «Χμ!» ρουθούνισε χαμογελώντας, «κοίτα να δεις πώς μεγάλωσες ξαφνικά».
Ανακάθισα, προσπαθώντας να καταλάβω.
      «Είχα τόσα και τόσα χρόνια να πάω στο πανηγύρι του Τζοο».
      «Παλιά;»
      «Παλιά, ουου!!» Ανέμισε το χέρι του κι ύστερα το άφησε να ακουμπήσει στα χείλη του.
      «Κάποτε, τα παλιά χρόνια, όταν ακόμα ο πατέρας του Τζοο, ο Θαίολος, είχε τον έλεγχο, το πανηγύρι ζούσε ένδοξες μέρες κι εποχές. Ήμασταν κι εμείς –πιτσιρικάδες, μια σταλιά παιδιά- από κοντά και του δίναμε ένα χεράκι. Από κει ο Τζοο άντλησε ιδέες και προσπάθησε να βελτιώσει και να μεγαλώσει τη φήμη τής όλης παράδοσης. Κι ήμουν πάντα κοντά του. Και μπορώ να ομολογήσω πως τα κατάφερνε καλά. Απλά ο Θαίολος ήταν πιο αυστηρός απ’ τον Τζοο στη δουλειά του».
      «Να συνεχίσουμε και τα επόμενα χρόνια να πηγαίνουμε».
      «Ναι…»
Ακούστηκε ένα «παπφ» και δυο σπίθες σηκώθηκαν απ’ τη βάση της φωτιάς. Τότε είπα:
      «Θα πάω μόνος αύριο στον Ένικ. Μου αρέσει ο δρόμος και θέλω να περπατήσω».
Ο Γκέρμι σκέφτηκε κι είπε:
      «Να προσέχεις μόνο! Και το απόγευμα, αν έχει νυχτώσει που θα γυρίζεις, να με πάρεις τηλέφωνο να έρθω».
«Μίκρυνα πάλι ξαφνικά, ε;»
      «Έχεις μεγαλώσει! Απλά είσαι ακόμα ένας μεγάλος, μικρός Σιγκν! Άντε πιες το χυμό σου. Σε λίγη ώρα θα φάμε».
Χόρτα βίτρους με ψαράκια ήταν το μεσημεριανό. Χόρτα όμως αγοραστά κι όχι φρεσκομαζεμένα με τα χέρια του Γκέρμι, απ’ τους λόφους του Έιμερν. Είχε γεράσει πια ο παππούς. Με στενοχωρούσε αυτή η αλλαγή και καμιά φορά τον άκουγα που παραπονιόταν κι έλεγε:
      «Δεν μπορώ πια!»
Έξω ο ήλιος είχε βασιλέψει πριν ώρα και η νύχτα είχε πέσει παντού για τα καλά. Είχε και μια υγρασία που τσάκιζε κόκκαλα. Καθόμουν στην άκρη του κρεβατιού μου και χάζευα τη σκοτεινή ομορφιά πίσω απ’ το παράθυρο. Καθάρισα τη θολούρα απ’ το τζάμι μ’ ένα πανάκι. Ένας μοναχικός στύλος ξε-πρόβαλε καθαρός τώρα, να φωτίζει το δρομάκι. Γυμνά κορμιά δέντρων σηκώνονταν λίγο έξω απ’ τον κήπο μας. Η σκοτεινή και υγρή τους όψη με ανατρίχιασε. Κάπου εκεί, σ’ ένα ασαφές σημείο, δυο κίτρινα μάτια άνοιξαν και κοίταξαν ερευνητικά, χαμηλά. Μετά κινήθηκαν, οπισθοχώρησαν, χάθηκαν και δεν ξαναεμφανίστηκαν.
      «Έτοιμος;» Ο παππούς στεκόταν στο κατώφλι του δωματίου.
      «Ναι! Έτοιμος».
Ξέστρωσα το κρεβάτι και γλίστρησα σαν ψαράκι μέσα στα σκεπάσματα. Πλησίασε και ο Γκέρμι για την καθιερωμένη επιθεώρησή του. Με σκέπασε καλύτερα κι έσαξε τις κουβέρτες.
Τα πράσινα μάτια του είχαν πέσει πάνω μου. Και καθώς τον κοιτούσα κι εγώ, ένιωσα πως, παρά τα επηρεασμένα απ’ το χρόνο λευκά του μαλλιά και τα γκριζωπά του γένια, εκείνα τα δυο μάτια, ανέβλυζαν ακόμα μια άλκιμη και ακούραστη νεότητα. Η εικόνα τους μ’ ενέπνευσε να ρωτήσω:
      «Τους χρειαζόμαστε τους ανθρώπους, έτσι δεν είναι;»
Ο παππούς χαμογέλασε λες κι υπήρχε κάτι όμορφο στην όλη ιστορία.
      «Πάντα χρειαζόμαστε τους ανθρώπους. Γιατί απλά τίποτα δεν μπορεί να δομηθεί από μόνο του. Όπως ακριβώς, για τον ίδιο λόγο χρειαζόμαστε και λίγη μοναξιά κι ηρεμία».
      «Εσύ επέλεξες μόνο τη μοναξιά και την ηρεμία;»
Τον δυσκόλεψε τούτη η ερώτηση. Ξεροκατάπιε, ψάχνοντας τι θα πει.
      «Μετά από μια ηλικία, έχεις την ανάγκη να τραβηχτείς απ’ τα πράγματα που συμβαίνουν έξω. Σαν πιο νέος ήμουν πιο κοινωνικός και δραστήριος. Να! Όπως εσύ!»
Συμφώνησα μ’ ένα γνέψιμο.
      «Άντε, διώξε τις σκέψεις και κοιμήσου. Αύριο είναι μια ωραία μέρα».
Η ημέρα σηκώθηκε γλυκιά κι αισιόδοξη κι όταν έφτασε δέκα ξεκίνησα για το σπίτι του Ένικ. Αγαπούσα πολύ το περπάτημα στους χωματόδρομους ανάμεσα στα χωριά. Είχαν να προσφέρουν ηρεμία, γαλήνη, χρώμα και μια φυσική ζωντάνια που πουθενά αλλού δε συναντούσες.
Κλώτσησα ήρεμα στο διάβα μου μια πέτρα. Σιγά-σιγά όλο και δυνάμωνε ένας ήχος, μια φασαρία τρομερή, κρυμμένη πίσω απ’ το δάσος χαμηλά, κάτω απ’ το λόφο που διάβαινα. Έμοιαζε σαν να περνά μια ολόκληρη φάλαγγα στρατού. Ήταν μοναχά ο μεγάλος ποταμός Λεμ Του. Τα νερά του ήταν ορμητικά και θυμωμένα τούτη την εποχή κι αυτός το ευχαριστιόταν κι έτρεχε με όση δύναμη μπορούσε ν’ αντλήσει απ’ τη φύση του. Παρά ταύτα, σε αυτά τα ορμητικά νερά υπήρχε ζωή. Ψάρια, πολλά ψάρια. Στην όχθη του, αρκετά ζευγάρια μάτια με παρακολουθούσαν. Πλάγιαζαν τα κεφάλια τους κι άφηναν τρίλιες που σε συνδυασμό με το κελάρυσμα του ποταμού, έμοιαζε σαν μια καλοστημένη χορωδία. Αν και δεν τα συμπαθούσα, λόγω των πολλών ζημιών στις καλλιέργειες, τα σπουργίτια ήταν η μόνη συντροφιά των ουρανών για το χειμώνα.
     Σε λίγο το μονοπάτι, σε σχήμα «ς», που ακολουθούσα έφτανε στο τέλος του. Και καθώς ο Λεμ Του χανόταν πίσω, στους πρόποδες του λόφου, απλωνόταν η μικρή κοιλάδα Κόντιλαρντ. Από ψηλά έμοιαζε σαν τεμαχισμένη σε κομμάτια, λόγω των πολλών οργωμένων και διαιρεμένων χωραφιών. Στο κέντρο υπήρχαν μαζεμένα καμιά πενηνταριά σπίτια. Ένα απ’ αυτά ήταν και του Ένικ.
Στιγμές αργότερα ήμουν έξω απ’ την πόρτα. Χτύπησα ελαφρά το ρόπτρο. Λίγο μετά η πόρτα άνοιξε.
      «Ωωω, καλώς τον! Πέρνα μέσα! Τι κάνεις, Σιγκν;» Ήταν η μαμά του Ένικ, Λόρια. Μια χαρακτηριστική φυσιογνωμία με τα θυσανωτά της καστανοκόκκινα μαλλιά και τη μεγάλη θαλασσί κορδέλα που έδενε στο κεφάλι της, να κάνουν ένα πολύ όμορφο συνδυασμό με το μελαμψό χρώμα του δέρματός της και τα σκούρα της μάτια. Ήταν αρκετά νέα κι όμορφη με πολλή αγάπη στον Ένικ, ενώ απ’ τα έξι του τον μεγάλωνε μόνη, καθώς ο άντρας της πέθανε σε δυστύχημα.
      «Μια χαρά, κυρία Λόρια!»
      «Έλα, έλα, πέρνα μέσα». Κάτι μασούσε και δυσκολευόταν να μιλήσει σωστά. «Ο Ένικ έχει πεταχτεί εδώ πιο κάτω σε μια δουλίτσα».
Την ακολούθησα στη κουζίνα. Τριγύρω αιωρούνταν η ευχάριστη μυρωδιά φρεσκοψημένων κουλουριών και κέικ. Μου έβαλε, με συνοπτικές διαδικασίες, σε πιατάκι ένα κομμάτι λευκό κέικ και μερικά κουλουράκια με γεύση μήλου.
      «Κουλουράκια μήλου!» φώναξα με στόμφο γιατί ήταν τα αγαπημένα μου.
      «Για πες τώρα, πώς πάνε τα μαθήματα;» ρώτησε, ενώ μου προσέφερε κι ένα μεγάλο ποτήρι γάλα.
      «Ευχαριστώ! Καλά, πολύ καλά», της απάντησα κι έχωσα στο στόμα μου ένα απ’ τα υπέροχα κουλουράκια.
      «Τα πέτυχα;»
      «Πάντα, κυρία Λόρια!»
Μ’ ένα χαμόγελο που πρόδιδε ευχαρίστηση, έκατσε απέναντί μου, ρίχνοντας ανά τακτά χρονικά διαστήματα ματιές στο φούρνο.
      «Ο παππούς Γκέρμι τι κάνει; Έχω να τον δω…» κούνησε κυκλικά το χέρι της μέχρι να αποφασίσει, «απ’ το Νοέμβρη μήνα».
      «Καλά είναι! Τον άφησα σπίτι μόνο του σήμερα», της είπα χαριτολογώντας.
      «Αχ! Μεγάλωσες, ολόκληρος άντρας μου ‘γινες! Πω, πω! Περνά τούτος ο άτιμος καιρός σαν βιαστικό πουλί της άνοιξης στο επερχόμενο κρύο».
Τελειώνοντας πήρε το βλέμμα της από πάνω μου και το μετέφερε έξω απ’ το παράθυρο, πίσω μου. Δεν ήξερα γιατί, μα ένιωθα, καθώς της έριχνα μερικές κλεφτές ματιές, πως μπροστά από εκείνα τα μάτια περνούσαν οι εικόνες μιας πιο παλιάς εποχής. Και της έλειπαν πολύ και το καταλάβαινα απ’ την τερπνότητα του προσώπου της. Ένα κομμάτι απ’ το κουλούρι που κρατούσα μου έπεσε απ’ το χέρι στο πιάτο κι εκείνη συνήλθε μ’ ένα σκίρτημα.
      «Ωραίες εποχές…» συμπλήρωσε.
      «Εντάξει, κυρία Λόρια, δε σας πήραν και τα χρόνια. Και τούτα τα χρόνια όμορφα είναι! Γεμάτα ηρεμία».
      «Ίσως…! Θες άλλα κουλουράκια;» ρώτησε κάπως απότομα.
      «Όχι, όχι ευχαριστώ! Αν φάω κι άλλα, πολύ φοβάμαι ότι θα φουσκώσω και δε θα μπορώ ν’ αρθρώσω λέξη».
Αίφνης η πόρτα άνοιξε κι έπειτα έκλεισε με κρότο.
      «Ένικ! Στην κουζίνα είμαστε!» φώναξε η μητέρα του.
Να και ο Ένικ που σας μιλούσα γι’ αυτόν. Ό,τι μπήκε στην κουζίνα φορτωμένος με σακούλες. Τις έδωσε στη μητέρα του κι εκείνη τακτοποίησε τα πράγματα, βάζοντάς τα είτε στα ντουλάπια είτε στο μικρό ψυγείο πίσω μου. Ύστερα με κράτησε απ’ τον ώμο κι έπεσε πάνω μου, πειράζοντάς με.
      «Ξέρεις τι έχω για σήμερα, ε;» είπε, προσπαθώντας να με τσιμπήσει στη μύτη.
      «Τι, ρε μούτρο;»
      «Βιβλία με ιστορίες του Σάκαρι Χέλτεν!» κατέληξε φωναχτά.
      «Πλάκα κάνεις!»
      «Γρήγορα, στο τζάκι!»
Έτρεξε μπροστά κι εγώ ακολούθησα να τον προλάβω. Πίσω η Λόρια μίλησε: «Προσέξτε, μη χτυπήσετε!» Αλλά, ειλικρινά, ποιος την άκουγε;
Στρωθήκαμε πάνω στη μοκέτα του καθιστικού, πίσω απ’ το τζάκι με την κόκκινη φωτιά και γύρω απλώσαμε τα βιβλία.
     Ο Χέλτεν ήταν ο ήρωας των παιδιών κι είχαν κυκλοφορήσει πολλά περιοδικά, βιβλία και κόμιξ με τις ανεπανάληπτες ιστορίες του. Σπάνια τα έβρισκες στα χωριά μας ή αν υπήρχαν, τα έβρισκες μια στο τόσο.
      «Αυτό πρώτο».
      «Σύμφωνοι», του είπα.
     Διαβάσαμε πολλές σελίδες όλο το υπόλοιπο πρωινό και διακόψαμε μονάχα για φαγητό το μεσημέρι. Ύστερα πάλι πίσω και ξανά-μανά διάβασμα. Κάπου κουραζόμασταν και την αποστολή αναλάμβανε η κ. Λόρια. Η αφήγησή της ήταν ώριμη και πολλάκις καλύτερη απ’ τη δική μας. Μας γέμιζε εικόνες, μας χόρταινε δράση και συγκίνηση. Όταν πήρε τη σειρά της να μας διαβάσει, δε σταμάτησε ως το τελευταίο.
Η ώρα πέντε παρά τέταρτο. Στην πόρτα στάθηκα μόνος, περιμένοντας τον Ένικ.
      «Καληνύχτα, Σιγκν! Σε περιμένουμε το επόμενο Σάββατο».
      «Καληνύχτα, κυρία Λόρια! Ανυπομονώ!»
Προχώρησα λίγο κι η πόρτα μισόκλεισε πίσω μου. Το ηλιοβασίλεμα είχε χαθεί. Στη δύση ξεχώριζε μονάχα μια απαλή, βαθυκόκκινη γραμμή πάνω απ’ τα βουνά. Κάτω απ’ το χλωμό αστρόφωτο που ξυπνούσε, έπαιξα για λίγο με την ανάσα μου, που έβγαινε σαν λευκή αιθάλη απ’ το στόμα μου και λίγο μετά έσβηνε στην ψυχρή ατμόσφαιρα της νύχτας.
      «Πάμε!» είπε ο Ένικ και ξεκινήσαμε.
     Τα πρώτα μέτρα τα διανύσαμε δίχως να πούμε λέξη. Στα μυαλά μας κινούνταν οι σκηνές που ο Σάκαρι μεταμορφωνόταν από απλός άνθρωπος σε ήρωα ή την άλλη που κομμάτιαζε με απίστευτο τρόπο τους εχθρούς του. Τα χείλη μας κρυφογελούσαν, γιατί μας άρεσε και νιώσαμε τυχεροί κι ευλογημένοι που απ’ τα πολλά, ένα κομμάτι της ζωής μας ήταν ο ήρωας Σάκαρι Χέλτεν. Δίπλα απ’ τη σιωπή μας, ξερά φυλλαράκια έτρεχαν φασαριόζικα. Το αέρι κόπασε για να επιστρέψει πιο δυνατό και απότομο. Μπροστά, κάτι σκοτεινές κορφές δέντρων με φόντο το τελευταίο βαθύ μπλε του ουρανού, πριν τη νύχτα, πάλλονταν κι έλεγες πως ήταν δάκτυλα μιας παλάμης που κάτι μας έδειχναν. Ξάφνου, απ’ το σκοτάδι ήρθε ένα ουρλιαχτό. Στην αρχή αλλοιωμένο απ’ τον άνεμο μα μετά πιο καθαρό και κοντινότερα. Δίπλα, από ένα δέντρο Ιτιάς μερικά σπουργίτια πέταξαν τρομαγμένα.
      «Λύκος», ανέφερε χαμηλόφωνα ο Ένικ.
      «Πώς κατέβηκε τόσο χαμηλά;»
      «Ίσως η τροφή στα δάση λιγόστεψε. Έχουν αυξηθεί οι κυνηγοί. Η μυρωδιά των ζωντανών μας εδώ, τους οδηγεί όλο και πιο νότια», εξήγησε το παιδί.
      «Λες… να… να είναι εδώ κοντά;» τραύλισα φοβισμένος.
      «Δεν αποκλείεται! Θες να κοιμηθείς σπίτι μου σήμερα, θα…»
Η φράση του Ένικ έμεινε μετέωρη στα χείλη του τότε. Ένα ζευγάρι μάτια που φωσφόριζαν στο σκοτάδι, καρφώθηκαν πάνω μας. Το τετράποδο θηλαστικό φάνηκε κι έκλεισε το δρόμο προς το σπίτι του Ένικ. Αντάλλαξα δυο γρήγορες ματιές τρόμου με τον Ένικ. Το μυαλό μου θόλωσε. Μεγάλος φόβος με κατέκλυσε και σκέφτηκα:
«Τι κάνουμε τώρα;»
     Ο λύκος γύμνωσε τα σουβλερά δόντια του. Κάναμε ένα μικρό βήμα πίσω. Κι αν τρέχαμε, μόνο ένας απ’ τους δύο θα έβγαινε ζωντανός. Έγινε ένα ακόμα βήμα απ’ το πυκνότριχο θηρίο που έδειχνε έτοιμο να επιτεθεί. Τα τεράστια μαύρα νύχια του έγδαραν το χώμα. Τότε δίχως να το θέλω κοίταξα στιγμιαία τον ορίζοντα. Το ολόλευκο φεγγάρι ανέτελλε. Πανσέληνος! Χαμήλωσα το βλέμμα και πάλι δίχως να κοιτάξω το θηρίο, που περίμενε τη στιγμή που θα σκορπίσει το θάνατο. Κάτι άλλαξε γύρω μου κι όλα μπερδεύτηκαν. Θόλωσαν σαν μια παλιά ανάμνηση και μια φλόγα άγρια τύλιξε το σώμα μου. Το χρώμα στα μάτια μου βάφτηκε στο χρώμα της στάχτης και τα βλέφαρα έγιναν βαριά κι έτσουξαν. Είχα τυφλωθεί από μπερδεμένες αισθήσεις κι όταν μου είπε κάτι ο Ένικ, δεν το κατάλαβα ούτε το άκουσα. Ο χρόνος με είχε αφήσει, χαμένο κάπου σε μια βαθιά σκιά.
     Όλα στροβιλίζονταν γύρω μου. Το μαύρο της νύχτας και το ωχρό λευκό του φεγγαριού και των άστρων έγιναν ένα και μουντζούρωσαν. Τα χέρια μου, σαν σε σώμα ξένο, τεντώθηκαν πάνω απ’ το ύψος των ώμων μου. Μια ριπή ανέμου κατέβηκε απ’ το λόφο πίσω και σάρωσε την κοιλάδα Κόντιλαρντ. Μέσα σε αυτό το μπέρδεμα, φως γαλάζιο βγήκε από τα μάτια μου κι έλαμψε στο χρώμα του καθαρού ουρανού της ημέρας, σαν κομμάτια από διαμάντι. Ακούστηκε να ψιθυρίζω κάτι αλλόκοτες λέξεις. Και τότε συνέβη κάτι που ούτε ο Ένικ, ούτε κανείς άλλος δεν είδε και δεν κατάλαβε:
     Το ζώο παρασύρθηκε ελάχιστα απ’ τον αέρα, κάνοντας δυο-τρία βήματα πίσω. Όμως δεν υποχώρησε. Αντιστάθηκε, γρύλισε. Οι σιαγόνες του έσφιξαν. Έκανε μπροστά. Όμως τι μπορούσε ν’ αψηφήσει όλο αυτόν το θυμό, όλη αυτήν την οργή που αισθανόμουν; Αν δεν υπάκουγε στα λόγια μου… θα το σκότωνα! Ήξερα πως μπορούσα να το κάνω. Η μια μου παλάμη έσφιξε σε γροθιά. Ένας πιο δυνατός άνεμος χτύπησε το μέτωπο του λύκου. Πόνεσε! Το ζώο, αρνούμενο να πειστεί πως κινδυνεύει από ένα μικρό παιδί, που συνήθιζε να αποτελεί επιδόρπιο γι’ αυτόν, ξεχύθηκε κατά πάνω μου. Τα σαγόνια του άνοιξαν. Τα νύχια του γυμνά έψαχναν να βρουν και να ξεσκίσουν τη σάρκα μου. Όμως…
     Τα χείλη μου πρόφεραν ξανά παράξενες φράσεις και κατεβάζοντας το δεξί χέρι αυτή τη φορά, μια τρομερή, αδιόρατη δύναμη, πετσόκοψε το λαιμό του πλάσματος και το πέταξε μέτρα μακριά. Έκλαψε, έκλαψε από τον τρόμο του και δε γύρισε ξανά. Χάθηκε, τρέχοντας στα δέντρα των διπλανών χωραφιών.
      «Άντε ξουτ!! Μπρρρ… μπρρρ!!»
     Τότε πλησίασε ένας άντρας, κρατώντας ένα φανάρι στο δεξί του χέρι κι ένα ραβδί στο άλλο. Φτάνοντας μπροστά μας, ο Ένικ τον αναγνώρισε. Ήταν ο Ρόμπλιξ που ζούσε στην καλύβα, πενήντα μέτρα μακριά απ’ το σημείο όπου βρισκόμασταν, προς την πλευρά του λόφου. Ήταν ένας παχουλός, κοντός, τύπος με ροδοκόκκινα μάγουλα που τα κάλυπταν σε κάμποσα σημεία τα κατά τόπους πυκνά, άσπρα γένια του. Τα τεράστια φρύδια τού έδιναν μια παράξενη ομορφιά.
      «Είστε καλά; Σας πείραξε;» ρώτησε, ασθμαίνοντας βαριά.
     Είχα γονατίσει στο ένα μου πόδι και κρατούσα με τις παλάμες το πρόσωπό μου. Ο Ένικ τότε, ήρθε δίπλα μου, μ’ έπιασε απ’ τους ώμους κι είπε:
      «Σιγκν! Σιγκν, είσαι καλά;»
      «Ε! Μικρέ!»
Ελευθέρωσα ελάχιστα το πρόσωπό μου. Φρέσκος, ψυχρός αέρας με δρόσισε.
      «Μίλα μου, Σιγκν!» επανέλαβε ταραγμένος ο Ένικ.
      «Κ… καλά… είμαι!» τραύλισα. Συνερχόμουν σιγά-σιγά.
      «Ηρέμησε, μικρέ, τον έδιωξα εγώ! Είναι λύκοι Άσενς! Μεγαλόσωμα πλάσματα», πρόσθεσε, ενώ στο τέλος της φράσης του, γούρλωσε τα μάτια και κούνησε αριστερά-δεξιά το καραφλό του κεφάλι ανατριχιασμένος.
      «Έλα, Σιγκν, είμαστε ασφαλείς! Σήκω!»
Έπιασα το μπράτσο του Ένικ και με τη βοήθεια και του Ρόμπλιξ στάθηκα στα πόδια μου.
       «Δεν έπρεπε να τριγυρνάτε μόνοι σας σε τέτοια μέρη μέσα στη νυχτιά. Είστε τυχεροί που ήμουν εδώ κοντά!» Στο τέλος του λόγου του, το σκοτεινό μου βλέμμα βρήκε εκείνο του άντρα, θαρρείς διψασμένο για εκδίκηση και στο πρόσωπό μου χαράχτηκε μια γκριμάτσα αμφισβήτησης. Ο άντρας δεν κατάλαβε την αντίδρασή μου και συνέχισε να λέει:
      «Πρέπει να γυρίσετε σπίτια σας! Εσύ, Σιγκν, πού μένεις;»
      «Μακριά από ‘δω! Ένα τέταρτο δρόμο!» πετάχτηκε ο Ένικ, καθώς εγώ δεν έδινα σημασία σε ό,τι συζητούσαν.
      «Τίνος είσαι;» ξαναρώτησε ο άντρας.
Το βλέμμα μου ήταν καρφωμένο στο έδαφος.
«Τι έκανα; Τι… τι ήταν αυτό που ένιωσα; Τι έκανα;» σκεφτόμουν.
      «Ε, μικρέ, δεν ακούς; Τίνος είσαι λέω!» Η επιμονή του Ρόμπλιξ με θύμωνε. Τον κοίταξα πίσω απ’ το σκοτάδι μου και του είπα:
      «Δεν ξέρω… δεν ξέρω!» Με μια απότομη χειρονομία έδιωξα το χέρι του Ένικ και τράβηξα για το σπίτι μου.
      «Σιγκν! Σιγκν!» φώναξε ο φίλος μου, μα δε γύρισα ποτέ.

Βασίλης Αλεξανδρόπουλος