Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

24.6.19

Η κατάρα του ορφανού - Το πετράδι του Βαλιμάρ (Κεφάλαιο 5)

Eιλικρινά δυσκολευόταν να υπολογίσει πόση ώρα βρισκόταν σχεδόν αναίσθητος. Από το μέτωπό του κυλούσε κρύος ιδρώτας, ωστόσο οι κραυγές και οι λυγμοί συνεχίζονταν κανονικά. Κοίταξε το πόμολο της πόρτας και στα δικά του μάτια φάνταζε διπλό και τριπλό. “Κρατήσου…” ψέλλισε στον εαυτό του θαρρείς για να πάρει δύναμη. “Αperuit” φώναξε λαχανιασμένος και η πόρτα επιτέλους υποχώρησε. Όχι όμως και το αγκάθι που τον κέντριζε στο στήθος. Τα πόδια του σχεδόν λύγιζαν, όταν έφθασε στο κρεβάτι και βρήκε μία Κένταλ να υποφέρει από κάποιον απόκοσμο εφιάλτη. Σε σημείο που το πρόσωπό της είχε μελανιάσει από τις κραυγές και το κλάμα.
«Ξύπνα, σε παρακαλώ» προσπαθούσε να ακουστεί, καθώς ο πόνος του απαγόρευε ακόμη και να μιλήσει. «Ξύπνα, προτού πεθάνω» συνέχισε να τη σκουντά, έχοντας σκαρφαλώσει στο πλάι της και ταρακουνώντας την διαρκώς.
Τη στιγμή που η τελευταία του πνοή ήταν έτοιμη να βγει, η κοπέλα άνοιξε επιτέλους τα μάτια της και τον κοίταξε σαστισμένη.
«Κένταλ… Πεθαίνω» ήταν οι τελευταίες του κουβέντες και το σώμα του κατέρρευσε άψυχο πάνω στο στρώμα της.

Τη στιγμή που συνειδητοποίησα την παρουσία του, ομολογώ πως το σώμα μου όλο μούδιασε. Το μόνο που θυμόμουν ήταν πως είχα βυθιστεί σε έναν εφιάλτη ολοζώντανο, καθώς διαδραματιζόταν στο σπίτι των γονιών μου. Το όνειρο είχε ξεκινήσει όμορφα με τη μητέρα μου να με καλεί στην αγκαλιά της και είχε καταλήξει με εμένα να τρέχω πανικόβλητη να ξεφύγω από ένα απροσδιόριστο πλάσμα, καλυμμένο με έναν ολόμαυρο, λεπτό μανδύα. Θυμόμουν επίσης πως είχα κλειδώσει για να κρατήσω έξω πιθανούς εισβολείς, ωστόσο, αυτόν δεν ήταν αρκετό για να κρατήσει μακριά τον Σκορπιό, ο οποίος πιθανολογούσα πως είχε ακούσει τα ουρλιαχτά μου. Για την ακρίβεια με είχε σώσει από τον εφιάλτη μου, όπως είχε κάνει και τότε με τα απόκοσμα χέρια. Η συμπεριφορά του διαρκώς με μπέρδευε, καθώς στην καθημερινότητα έδειχνε να με απεχθάνεται, ωστόσο, όταν προέκυπταν σοβαρές καταστάσεις, μονάχα εκείνος βρισκόταν στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή, μα με την ίδια τραγική κατάληξη. Γιατί;
Μολαταύτα, η εικόνα του αναίσθητου αγοριού στο κρεβάτι μου, δεν μου επέτρεπε να σκεφτώ καθαρά. Αμέσως τον γύρισα ανάσκελα και ξεκίνησα να τρίβω με δύναμη τα παγωμένα του μέλη. Έτσι έκανε η μητέρα μου για να μας ζεστάνει. Κατόπιν, αφαίρεσα τα παπούτσια του και τον τράβηξα όσο μπορούσα, ώστε να ακουμπήσει το κεφάλι του στο μαξιλάρι. Δεν μπορούσα να τον διώξω, καθώς η ώρα ήταν περασμένη. Εξαιτίας του φόβου μου, αδυνατούσα να κοιμηθώ, μονάχα στεκόμουν και παρακολουθούσα, την ήρεμη αναπνοή του και τα πανέμορφα χαρακτηριστικά του. Η αλήθεια, μάλωσα προς στιγμήν τον εαυτό μου που σκεφτόμουν έτσι, ωστόσο εκείνη τη στιγμή, διόλου τρομακτικός φάνταζε. Απεναντίας, τον αποκαλούσες μέχρι και γλυκό. Οι σκέψεις διακόπηκαν όμως προς ανακούφισή μου, όταν τον είδα να αναδεύεται και δειλά να ανοίγει τα κυανά του μάτια, καρφώνοντάς τα επάνω μου. Τότε, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν να φύγω τρέχοντας ακόμη και από το ίδιο μου το δωμάτιο, όμως το χέρι του τεντώθηκε και κράτησε το δικό μου. Ένα ρίγος με διαπέρασε αυτόματα και μία σκέψη τρελή πως την ώρα εκείνη, τα δευτερόλεπτα διάρκειας αυτής της χειρονομίας κλείδωσαν και ένα συναίσθημα.
«Μη φύγεις» ψέλλισε βήχοντας «Θα φύγω εγώ» μου είπε και προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά τον σταμάτησα.
«Σκορπιέ, θα σε πάω στο αναρρωτήριο» ξεκίνησα να του λέω, αλλά εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.
«Όχι, δεν έχει νόημα. Αν είναι θα μου περάσει, αλλιώς απλώς θα πεθάνω. Κένταλ, μπήκες στο δωμάτιό μου;» με ρώτησε άξαφνα, ωστόσο για πρώτη φορά στα χρονικά, η φωνή του δεν έκρυβε θυμό, ούτε προσταγή.
«Όχι και στο ορκίζομαι! Γιατί;» τον ρώτησα και εγώ με τη σειρά μου.
«Θα ακουστεί γελοίο, αλλά κάποιος μου έκλεψε αυτό που είχα κλέψει» ολοκλήρωσε και τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα.
«Τι σου έκλεψαν;» ρώτησα, δίχως να γνωρίζω αν ήθελα να επιβεβαιώσω τις υποψίες μου.
«Το φυλαχτό σου» πρόφερε και ένιωσα να οργίζομαι.
«Ήταν της μητέρας μου! Της νεκρής πλέον μητέρας μου, κάτι για να την θυμάμαι! Σου το ζήτησα πίσω και μπροστά σε όλους αρνήθηκες πως το είχες! Γιατί;» φώναξα, μα δεν πήρα αμέσως απάντηση. Μονάχα τον είδα να σηκώνεται με κόπο και να κατεβαίνει από το κρεβάτι μου.
«Γιατί δεν ήθελα να στο δώσω» είπε απαλά και μπερδεύτηκα περισσότερο. Τον είδα έπειτα να με πλησιάζει.
«Θέλω να μου κάνεις μία χάρη» μου είπε και το πρόσωπό του φόρεσε ξανά εκείνη την απαίσια, ανέκφραστη μάσκα. «Θέλω να μείνεις μακριά από εμένα και εγώ θα φροντίσω να μελετώ στο αναγνωστήριο και όχι εδώ. μη με ρωτήσεις γιατί, δεν θα σου απαντήσω. Απλώς δεν θέλω να σε ξαναδώ ποτέ μπροστά μου» μου συλλάβισε σχεδόν την πρόταση και βγήκε ασθμαίνοντας από το δωμάτιο, κλείνοντας πίσω του την πόρτα.
Περιττό να ομολογήσω πως δεν έκλεισα ξανά τα μάτια μου. Ήθελα τόσο να πάω στο δωμάτιο της Κριστιέλα και να της τα πω όλα, ωστόσο έπρεπε να βγω από τον Οίκο μας μέσα στο σκοτάδι και να φθάσω μέχρι τα δάση για να βρω τον Οίκο που αντιστοιχούσε στις Άρπιες. Παγιδευμένη στις ίδιες μου τις σκέψεις, προσπαθούσα να κατανοήσω τι είχε μόλις συμβεί, ξεκινώντας από το απίστευτα ζωντανό μου όνειρο, που πρώτη φορά βίωνα τόσο έντονα, μέχρι τη σκηνή του αναίσθητου Σκορπιού στο κρεβάτι μου και του χεριού του που κράτησε με ανάγκη το δικό μου. Τι συνέβαινε σε αυτό το αγόρι τελοσπάντων; Ποιος ήταν στ’ αλήθεια; Ήταν το μαύρο ή το άσπρο; Υπήρχε μήπως και γκρίζο στη συμπεριφορά του; Είχε κάποιο πρόβλημα υγείας ή υπέφερε από κάποια ανίατη ασθένεια; Κάπου ανάμεσα στις χιλιάδες ερωτήσεις, τα βλέφαρά μου βάρυναν εξαιτίας της κούρασης. Ήλπιζα απλώς πως την επομένη θα πετύχαινα τον Σιμεόν μονάχο του στο γραφείο.
Ο πορφυρός μάγος ωστόσο, είχε ξαγρυπνήσει να σκέφτεται κάποιες πληροφορίες που είχε στα χέρια του. Ήταν βέβαιος πως ο Άινταν δεν ανήκε στους γκρίζους μάγους. Όχι με την καταγωγή που είχε και που μονάχα ο Σιμεόν γνώριζε, καθώς ο ίδιος είχε φροντίσει να σβήσει το παρελθόν του και ό,τι τον αφορούσε υιοθετώντας το επίθετο Γουέτμορ. Ο Σιμεόν πάλεψε να θυμηθεί τον Άινταν σε νεαρή ηλικία. Αυτό το αγόρι δεν κυκλοφορούσε πολύ στον έξω κόσμο και πριν δοθεί στο θείο του, τον είχε δει να περιφέρεται με ρούχα παλιά και απεριποίητα. Εγγονός του Κέναρντ. Έναν είχε θυμόταν ο Σιμεόν και είχε πέσει επάνω του με λύσσα. Αρχικά, είχε φοβηθεί μήπως η Μάρλοου έκανε κόρη και δεν διαιώνιζε τον βασιλικό Οίκο των Γκρερ. Για καλή του τύχη όμως, ήταν αγόρι, που έμοιαζε μάλιστα με το πατέρα του τον Έβιν Μπλοκ, εκείνον τον εξίσου απεχθή, μαύρο μάγο.
Κάπου εκεί, ο Σιμεόν πίεσε κ άλλο τον εαυτό του να θυμηθεί. Ο Όσβαλντ και ο Γκρερ ήταν μάγοι της γενιάς του. Η κόρη του Γκρερ, Μάρλοου, φοβόταν τον πατέρα της μέχρι θανάτου. Ήταν καλόκαρδη γυναίκα, ωστόσο αρκετές φορές θυμόταν να ακούει φωνές από το σπίτι τους με τον Έβιν, ενώ εκείνη το έσκαγε, μέχρι που στα δεκατέσσερά του χρόνια άφησε τον Άινταν στον αδερφό του Γκρερ, καθώς ξέσπαγε ο πόλεμος ενάντια στους μαύρους μάγους. Αυτά όμως τα δεκατέσσερα χρόνια πρέπει να ήταν άσχημα για τον μικρό τότε Άινταν. Δεν γνώριζε γεγονότα, ούτε είχε στοιχεία γι’αυτό, ωστόσο, του αρκούσε το βλέμμα του φοβισμένου ζώου που είχε ο μικρός, ο οποίος παραδόξως μεγαλώνοντας και ερχόμενος στην Επινουά, καθώς λόγω του πολέμου άργησε πολύ να μπει, φαινόταν να έχει σαν πρότυπο τον παππού του. Επίσης, σαν μαθητής καθώς ήταν πάντοτε ο μεγαλύτερος του έτους του, ήταν άψογος. Λιγομίλητος, με ελάχιστες, αλλά συγκεκριμένες παρέες και φυσικά για γυναίκα ούτε λόγος. Ήταν ο πιο όμορφος νεαρός της ηλικίας του, αλλά εκείνος ήταν αφοσιωμένος μονάχα στα γράμματα.
Με τον Σιμεόν δεν είχαν ποτέ ιδιαίτερες σχέσεις. Ούτε καλές, ούτε κακές. Γενικότερα, ο Άινταν δεν του είχε δώσει ποτέ το δικαίωμα για κάποια επίπληξη, ωστόσο ο Σιμεόν κατανοούσε, πως ο νεαρός έμπλεκε με παράξενες παρέες, οι οποίες ασχολούνταν με την εκμάθηση σκοτεινών, σαμχαϊκών ξορκιών. Με τον θείο του είχαν συννενοηθεί να μην αποκαλύψουν σε κανέναν την καταγωγή του μικρού, προκειμένου να αποφύγουν τη στοχοποίησή του. Ο Άινταν όμως φαινόταν να μην είχε την ανάγκη κανενός. Στα μαθήματα διέπρεπε, στην παρέα του ήταν πάντοτε ο αρχηγός, στο έτος του επιμελητής και αργότερα δεν άργησε να δεχτεί πρόταση για δουλειά από το Υπουργείο της Βέρνια, όπου και μετακόμισε πίσω στην έπαυλη. Κάπου εκεί, ο Σιμεόν έχασε τα ίχνη της ζωής του, για να τα συναντήσει στο Υπουργείο, όπου ήταν, ας πούμε, συνάδελφοι. Ο Άινταν ερχόταν περιποιημένος, με τα σκούρα, καστανά μαλλιά του καλοχτενισμένα και τα σμαραγδένια του μάτια να μην αφήνουν κανέναν αδιάφορο. Ακόμη και τη διευθύντρια του Ντορθόριεν καθώς φάνηκε.
Ο Σιμεόν ωστόσο, έπρεπε να μάθει περισσότερα. Έπρεπε να καλύψει τα κενά της ιστορίας και καλύτερο βοηθό από τον Κρίστοφερ δεν θα μπορούσε να έχει. Ο εκρού μάγος με τις απίστευτες γνώσεις πάνω στη βιολογία θα τον βοηθούσε να εισβάλουν νύχτα στο Υπουργείο.

Tα σπίτια των μάγων που δούλευαν στην Επινουά, βρίσκονταν τις περισσότερες φορές κτισμένα κοντά στο κάστρο της. Την επόμενη ημέρα από την επίσκεψή του στο Ντορθόριεν,  φαινόταν κουρασμένος καθώς πλήθος σκέψεων και αναμνήσεων είχαν κατακλύσει το μυαλό του, στοιχειώνοντάς τον. Οι ηλιαχτίδες έμπαιναν αδύναμα από τα παράθυρα του σπιτιού του, το οποίο έμοιαζε εκπληκτικά με γιγάντια κολοκύθα, αν το κοιτούσες από μακριά. Ο Σιμεόν διατηρούσε ένα μικρό μποστάνι με αρωματικά κυρίως βότανα, ωστόσο ο ίδιος είχε αδυναμία στο φασκόμηλο. Είχε μόλις ετοιμάσει ένα αχνιστό φλυτζάνι, όταν άκουσε το κουδούνι της εξώπορτας, διακρίνοντας τη φιγούρα του αγαπημένου του φίλου και συνάδελφου Κρίστοφερ.
«Σε χαιρετώ, πολυαγαπημένε!» του είπε χαρωπά και αφού οσμίστηκε έντονα τον αέρα συμπλήρωσε «Κλασικός Σιμεόν. Το φασκόμηλο δεν το αλλάζεις με τίποτε. Μήπως θα ήθελες μία γουλιά κανελάτο; Έχει και μία γενναία δόση εσπρέσσο μέσα. Θα σου ανοίξει τους οφθαλμούς διάπλατα» ολοκλήρωσε χιουμοριστικά, για να δει τον Σιμεόν να του χαμογελά κουρασμένα.
«Αν δεν είχα και εσένα Κρίστοφερ, πες μου τι θα έκανα;» πρόφερε ο γέροντας.
«Μαύρους κύκλους, εξαιτίας της έλειψης της καφεΐνης» συμπλήρωσε ο Κρίστοφερ και έκατσε αναπαυτικά σε μία βελούδινη κόκκινη πολυθρόνα, όταν από το πουθενά, εμφανίστηκε ένα ριχτάρι το οποίο προσγειώθηκε στους ώμους του.
«Είναι για τις κρύες ημέρες» παρατήρησε ο Σιμεόν και έκατσε απέναντί του κοντά στο τζάκι. «Λοιπόν, Κρις, σε κάλεσα απόψε εδώ, γιατί θα χρειαστώ τη βοήθειά σου σε μία δουλειά που διόλου νόμιμη είναι» ξεκίνησε ο Σιμεόν και ο Κρίστοφερ ανακάθησε ελαφρώς άβολα.
«Σιμεόν; Έχεις μπλέξει σε παράνομες δουλειές;» έθεσε την ερώτηση και ο πορφυρός μάγος γέλασε.
«Προς Θεού, Κρίστοφερ! Όχι ακόμη. Αλλά θα το κάνω για το κοινό καλό. Βλέπεις, αν δεν ξεκινήσω σκιαγραφώντας το προφίλ του εγκληματία, δεν κάνω βήμα παρακάτω» δήλωσε με στόμφο και ο Κρίστοφερ έφτυσε μία γουλιά από το κανελάτο καθώς πνιγόταν.
«Ποιος είναι ο εγκληματίας και ποιο το έγκλημα; Άσε, μη μου πεις, το έχω! Ο Άινταν και φυσικά μην ξεχνάμε την γεροντοκόρη, την Άσα» διαπίστωσε ο νεαρός και ο Σιμεόν συνέχισε.
«Για τον πρώτο νοιαζόμαστε. Λοιπόν, πρέπει να με βοηθήσεις να μπω στο γραφείο του, στην αίθουσα Γενεαλογίας, κατά προτίμηση ώρες που δεν λειτουργεί το Υπουργείο» ανακοίνωσε ο Σιμεόν.
«Επικίνδυνες αποστολές. Λοιπόν, πώς θα προσπεράσουμε τους νυχτερινούς ανιχνευτές και κυρίως, τι είναι αυτό που γυρεύουμε και για το οποίο, αξίζει να ρισκάρουμε κεφάλια και καριέρα;» ρώτησε ο Κρις.
«Ψάχνω να βρω στοιχεία για τον ίδιο. Ο,τιδήποτε που να μαρτυρά την καταγωγή του. Υποψιάζομαι πως είναι μαύρος μάγος, Κρις και μάλιστα επικίνδυνος. Τον είχα μαθητή μου για πολλά χρόνια και γνωρίζω τις επιδόσεις του. Λοιπόν, τι λες;» τον ρώτησε γεμάτος ελπίδες ο Σιμεόν.
«Γνωρίζω πως την υποψία της ταυτότητάς του την έχεις καιρό. Σε εμπιστεύομαι, Σιμεόν και μάλιστα απόψε θα είναι η κατάλληλη στιγμή για μία έφοδο. Έχω ακούσει πως ο Άινταν θα βρίσκεται στο Κλίφγκεϊτ» απάντησε ο Κρίστοφερ.
«Θα το διασταυρώσω άμεσα και εάν αληθεύει, τότε απόψε θα βρισκόμαστε ένα βήμα πιο κοντά στην επαλήθευση μίας σημαντικής πληροφορίας. Λοιπόν, σε μία ώρα έχω μάθημα με τους πρωτοετείς και θα πρέπει να πηγαίνω» δήλωσε ο Σιμεόν και σηκώθηκε με κόπο από την δική του πολυθρόνα κατευθυνόμενος στην ξύλινη, αρχαϊκού τύπου κουζίνα του και παίρνοντας μερικά καρότα που είχε φυλαγμένα σε μία σακούλα. «Αυτά, είναι για τα Ντουένον μου. Δούλεψαν πολύ σκληρά στον κήπο μου σήμερα, προκειμένου να μην παγώσουν τα βότανά μου. Τους αξίζει και με το παραπάνω η επιβράβευση» τελείωσε και ανοίγοντας την πόρτα, δύο αδύνατα και μικροσκοπικά πλάσματα σαν καλικάτζαροι, στάθηκαν στο κατώφλι περιμένοντας. Κατόπιν, άρπαξαν τα καρότα, στην αρχή κάπως διστακτικά και στη συνέχεια εξαφανίστηκαν σκάβοντας ταχύτατα ένα τούνελ στο χώμα.
«Καλημέρα και πάλι, Κρίστοφερ! Θα τα πούμε στη Σχολή» τον αποχαιρέτησε, καθώς τον είδε να απομακρύνεται ανάμεσα στους παγωμένους κήπους.

Η επίσκεψη του Σιμεόν είχε κατορθώσει να την ταρακουνήσει για τα καλά. Δεν είχε αντικρύσει ποτέ ξανά τον πορφυρό μάγο τόσο αναστατωμένο. Μακάρι να μπορούσε να τον βοηθήσει στην έρευνα, ωστόσο ούτε που μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της να εισβάλει νύχτα στο φυλαγμένο σαν αστακό Υπουργείο Μαγείας της Βέρνια. Τη στιγμή εκείνη, στο μυαλό της ήρθε η έπαυλη του απόκοσμου νεαρού άντρα. Στρέφοντας το βλέμμα της στο κεντρικό ρολόι, είδε πως η ώρα ήταν δέκα και τέταρτο. Πιθανότατα ο Άινταν να δούλευε στο Υπουργείο.
Η ίδια, ως εκρού μάγισσα, μπορούσε να πιάνει αντικείμενα δίχως να αφήνει δαχτυλικά αποτυπώματα και ακόμη μπορούσε να περπατά αφαιρώντας το θόρυβο από τον βηματισμό της. Δεν ήταν διάνοια ως μαθήτρια, αλλά είχε ολοκληρώσει τις σπουδές της στην Επινουά με λίαν καλώς. “Αν ανακλύψω κάτι χρήσιμο για τον Σιμεόν, ίσως τον βοηθήσω σε αυτήν την αποστολή, που εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω ποια είναι” σκέφτηκε και ευθύς ντύθηκε με κανονικά ρούχα για να μην τραβήξει πιθανά βλέμματα επάνω της.
Φορώντας ένα κοντό, μαύρο μπουφάν, βγήκε από το Ντορθόριεν και ξεκίνησε να περπατά στον λασπωμένο από τις πολλές βροχές δρόμο. Η έπαυλη του Άινταν βρισκόταν από την πίσω πλευρά του λόφου του ιδρύματος και η ίδια είχε αποφασίσει να περπατήσει, μήπως και κατόρθωνε να χαλαρώσει. “Αχ, πώς κατάντησα εγώ, μία ηθική γυναίκα να μετατραπώ σε διαρρήκτη της περιουσίας ενός ευσεβούς… Κάτσε, αυτό δεν το γνωρίζουμε ακόμη και κάκιστα τον αποκάλεσα έτσι. Θεέ μου, τι μου συμβαίνει πιά;” αναρωτήθηκε, όταν είκοσι λεπτά αργότερα ξεπρόβαλε μέσα από την πρωινή πάχνη, ένα υπέροχο αρχοντικό. Για τα μάτια ενός απλού διαβάτη,η έπαυλη έμοιαζε με ένα φωτεινό και καλοδιατηρημένο σπίτι.
Από μακριά φαινόταν σκοτεινό, πράγμα που σήμαινε πως ο ιδιοκτήτης έλειπε. Η Εμίλια προχώρησε και άνοιξε διστακτικά την ψηλή, σιδερένια καγκελόπορτα, η οποία έβγαλε έναν ανατριχιαστικό ήχο σαν στριγκλιά. Με βήμα ασταθές προχώρησε στον χιονισμένο κήπο, με μόνη συντροφιά της τον ίσκιο της και φυσικά φροντίζοντας να εξαφανίσει τα ίχνη της, καθώς βάδιζε στο χιόνι. Όταν στάθηκε στο κατώφλι, μία μορφή ανάγλυφη την κοιτούσε, σκαλισμένη επάνω στην πόρτα. Ενός μάγου, παράξενου, με μακριά γενειάδα, όπως ο Σιμεόν. Προσπαθώντας να την αγνοήσει, έδωσε την γνωστή διαταγή στην πόρτα και εκείνη υποχώρησε μονομιάς, για να αποκαλύψει ένα πανέμορφο καθιστικό. “Ήταν αρκετά εύκολο αυτό” σκέφτηκε καχύποπτα και έκανε ένα τελευταίο βήμα μπαίνοντας μέσα.
“Ωραία, από πού αρχίζουμε άραγε; Ίσως από την κρεβατοκάμαρα” σκέφτηκε και ανέβηκε τα υπέροχα, μαρμάρινα σκαλοπάτια, με τους ιδιόμορφους πίνακες να στολίζουν τους τοίχους που απεικόνιζαν μαγικά πλάσματα στο φυσικό τους περιβάλλον. Ο επάνω όροφος αποτελούνταν από έναν μακρόστενο διάδρομο με τρεις πόρτες δίφυλλες. Στη μία απεικονιζόταν το σχέδιο μίας γοργόνας και η Εμίλια υπέθεσε πως θα ήταν τα λουτρά. Παντού στον χώρο μύριζε ένα υπέροχο, αντρικό άρωμα φρεσκάδας και εκείνη τον φανταζόταν περιποιημένο, με το καλό του, μαύρο κοστούμι και τα σμαραγδένια του μάτια να ισιώνει την γραβάτα του. Απόδιωξε ευθύς τις σκέψεις σαν ενοχλητικές μύγες και συνέχισε με κατεύθυνση την κρεβατοκάμαρα, όπου στη θέα της άφησε ένα επιφώνημα έκπληξης. Το βασιλικού μεγέθους κρεβάτι με τον βελούδινο ουρανό ήταν ξέστρωτο από την μία πλευρά, ενώ ένα ζευγάρι πιτζάμες ήταν διπλωμένο προσεκτικά στα κατωπόδαρα.
“Όλα μαρτυρούν πως ζει μονάχος του. Πού να κρύβει όμως στοιχεία για τον ίδιο;” σκέφτηκε ξεκινώντας να ανοίγει ντουλάπες, ντουλαπάκια και συρτάρια. Μάταια. Τα μόνα αντικείμενα ήταν ό,τι θα χρησιμοποιούσε και ένας φυσιολογικός εργένης. Τότε, παρατήρησε πως ένα μικρό καδράκι ήταν ελαφρώς στραβό. Πηγαίνοντας να το ισιώσει, ψηλάφισε καταλάθος μία αμυχή στον τοίχο, όπου μέσα της βρήκε ένα κλειδί. Ένα κοκκάλινο κλειδί. Σοκαρισμένη, το έσπρωξε και ευθύς αποκαλύφθηκε ένα άνοιγμα. Ένα άνοιγμα που οδηγούσε σε έναν σκοτεινό διάδρομο και αυτός σε ένα παταράκι. Η Εμίλια, ιδρωμένη από το άγχος, ανέβηκε την μικρή, μισοφαγωμένη, ξύλινη σκάλα που την οδήγησε σε μία σοφίτα- αποθήκη παλαιών χαρτιών. Εκεί, ξεκίνησε να ψάχνει με μανία τα χαρτιά ένα-ένα, όταν βρήκε αρχικά ένα απόκομμα εφημερίδας της εποχής εκείνης, που μιλούσε για τους Σάμχαϊν και τα εγκλήματά τους. Κάτω από τα πρώτα χαρτιά υπήρχε ένα μικρό, μαύρο βιβλίο με το σήμα του Οίκου των μάγων του Ερέβους, έναν εβένινο πήγασο. Μέσα, καθώς το ξεφύλλιζε, βρήκε ξόρκια μαύρης μαγείας και ευθύς το έκλεισε.
“Γαμώτο! Ο Σιμεόν έχει δίκιο νομίζω” ψέλισσε, όταν στο πλάι κύλησε ένας φάκελος κιτρινισμένος. Στην επιφάνειά του με καλλιγραφικά γράμματα έγραφε τη λέξη “μαμά”. Ευθύς τον άνοιξε και βρήκε ένα γράμμα. Λίγες μόνο σειρές.
“Πού ακριβώς βρίσκεται το Παρίσι; Βαρέθηκα εδώ με τον θείο, αλλά τουλάχιστον έπαψα να πονάω. Έπαψε να με τρυπά με τις αμέτρητες σύρριγγες, προκειμένου να γίνω αρκετά καλός και αρκετά δυνατός. Τον βαρέθηκα, τον μισώ! Εντάξει, μπορεί να ήθελα να γίνω δυνατός σαν τον παππού, αλλά το σώμα μου δεν αντέχει άλλο, ούτε το μυαλό μου. Ο κόσμος, τις φορές που βγαίνουμε βόλτα με το θείο, μου μιλά, αλλά εγώ νιώθω σαν να μην τον ακούω. Σαν να θέλω να του κάνω κακό για να πάψει να μιλά. Χρόνια κλεισμένος σπίτι, έμαθα στην ησυχία. Έλα να με πάρεις, ο υιός σου, Άινταν”
Η Εμίλια διάβαζε με το χέρι να καλύπτει το στόμα της, όταν από το σκονισμένο ράφι κύλισε ακόμη ένας φάκελος για τον ίδιο παραλήπτη. Άνοιξε τον φάκελο με το σπασμένο από τα χρόνια βουλοκέρι και συνέχισε.
“Γιατί πρέπει να υποφέρω προκειμένου να προστατευθώ από τους υπόλοιπους μάγους; Έτσι υποφέρουν όλοι οι Σάμχαϊν; Τους μισώ τους άλλους μάγους, γιατί εξαιτίας τους υποφέρω! Ο πατέρας μου μου έδωσε το φίλτρο εκείνο, για να μπορώ να διαλύω το σώμα μου, όπως το έκανε και ο παππούς μου, αλλά δίχως να προφέρω το ξόρκι. Ήθελε λέει να δει αν γίνεται, αν είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Στον θείο δεν είπα τίποτα. Ούτε δικαιολογήθηκα για τα ουρλιαχτά μου που ακούγονταν όλο το βράδυ, καθώς τα κόκκαλα των πλευρών μου θρυμματίζονταν. Εσύ όμως πού ήσουν όταν φοβόμουν και πονούσα; Όταν οι παρενέργειες ξεκίνησαν και ανέβασα πυρετό γιατί το πείραμα απέτυχε; Με τον γκόμενό σου στο Παρίσι! Με έχεις ξεχάσει και σε μισώ. Πάνε χρόνια που έχω να ακούσω νέα σου, αλλά μάλλον στην καινούργια σου ζωή δεν έχω χώρο. Θα σε εκδικηθώ γι' αυτό… Που με πέταξες… άλλοι με έκαναν πειραματόζωο και άλλοι με πέταξαν γιατί τους ήμουν άχρηστος...”
 Η Εμίλια το πέταξε και έβαλε τα χαρτιά στη θέση τους. Δάκρυα θόλωσαν τα μάτια της. Μα ποιος διεστραμμένος θα έκανε το παιδί του πειραματόζωο; Κάποιος σαν τον Γκρερ σίγουρα. Ωστόσο, τι συγγένεια είχε με τον Άινταν; Τη στιγμή που έβγαινε από τη σχισμή, τα πράγματα είχαν αλλάξει και το περιβάλλον είχε πάρει μία σκοτεινή, απόκοσμη όψη. Το σπίτι είχε ξυπνήσει και ετοιμαζόταν να εκδικηθεί τον εισβολέα.
H κοπέλα έμοιαζε μπερδεμένη. Πέραν της προσπάθειας που έπρεπε να καταβάλει, προκειμένου να χωνέψει τις σκληρές πληροφορίες που είχε μόλις λάβει, ταυτόχρονα πάλευε να καταλάβει τι είχε συμβεί και η αλλοτινή, φωτεινή κρεβατοκάμαρα έμοιαζε τώρα πιο σκοτεινή και πιο απόκοσμη από ποτέ. Οι κουρτίνες είχαν ένα σκούρο γκρι χρώμα και οι τοίχοι φαίνονταν παλαιοί και γεμάτοι υγρασία. Γύρω της το περιβάλλον ήταν τρομακτικό και φριχτό, όσο φριχτές ήταν και οι αποκαλύψεις για έναν φαινομενικά λαμπερό και όμορφο νεαρό άντρα. Με βήμα ασταθές, άφησε τη χαραμάδα στον τοίχο να κλείσει τελείως, ισιώνοντας άτσαλα το κάδρο, καθώς τα χέρια της έτρεμαν εξαιτίας της νευρικότητας. Τρέχοντας, προσπάθησε να βγει από το δωμάτιο, όταν ένα ύφασμα τυλίχτηκε απότομα στον λαιμό της πνίγοντάς της. Ως εκρού μάγισσα, είχε την ικανότητα να κάνει το σώμα της ευλύγιστο, ωστόσο το ύφασμα τυλιγόταν γύρω της πιο σφιχτά, κλείνοντάς της ταυτόχρονα το στόμα. Παλεύοντας με μανία, κατέληξε να πέσει επάνω στη δίφυλλη πόρτα, παραπατώντας. Η πόρτα άνοιξε και εκείνη βρέθηκε σε έναν διάδρομο εντελώς διαφορετικό. Το ύφασμα υποχώρησε, καθώς εκείνη συγκεντρώθηκε σε ένα ξόρκι, δημιουργώντας φλόγες και καίγοντάς το. Ζαλισμένη ακόμη, κοίταξε γύρω της. Ο διάδρομος φάνταζε σαν ένας παράξενος λαβύρινθος, όπου οι πόρτες πλέον δεν ήταν τρεις, αλλά δεκατρείς. Εκεί προχωρούσε με γοργό βηματισμό, κάνοντας στάσεις διαρκώς και κοιτάζοντας από την γωνία της κάθε στροφής. Παρόμοιοι διάδρομοι απλώνονταν και εκείνη συνέχισε να τρέχει και να πανικοβάλλεται, όταν ανεβοκατέβαινε σκάλες και ορόφους, αντικρύζοντας πάντοτε το ίδιο θέαμα, δίχως να υπάρχει ελπίδα εξόδου.
Το σκηνικό συνεχιζόταν για ώρες ατελείωτες, μέχρι που εκείνη λαχανιασμένη και αποκαρδιωμένη, έκατσε στο έδαφος. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της εξαιτίας του πανικού. Έπρεπε να το σκεφτώ καλά πριν έρθω. Αυτό το σπίτι είναι γεμάτο ξόρκια σκοτεινά. Θα πεθάνω εδώ μέσα, αυτό είναι το μόνο σίγουρο” σκέφτηκε και έψαξε μέσα στην απελπισία της να βρει έστω και κάποιο παράθυρο, ώστε να μπορεί να καταλάβει τι ώρα ήταν. Μάταια όμως το αναζητούσε, καθώς οι διάδρομοι διέθεταν απλώς αναρίθμητες πόρτες. Πόρτες κλειστές που δεν οδηγούσαν απολύτως πουθενά. Η Εμίλια σηκώθηκε ξανά παλεύοντας για μία τελευταία φορά να βρει την έξοδο, όταν παρατήρησε, πως δίπλα από τον δικό της ίσκιο, στεκόταν ακόμη ένας, ο οποίος την ακολουθούσε όση ώρα έτρεχε κατά μήκος των διαδρόμων. Μέχρι που αποφάσισε να βγει από τον τοίχο και να σταθεί σαν άνεμος πυκνός μπροστά της, γελώντας απόκοσμα. Ύστερα, ακόμη ένας ίσκιος ακολούθησε και έπειτα άλλος ένας, σε σημείο που τα υστερικά γέλια είχαν απλωθεί σε όλον τον χώρο, τρελαίνοντάς της και κάνοντας την να ουρλιάζει σε κατάσταση απόλυτου πανικού, ώσπου ξεκίνησε να τρέχει ξανά στο άπειρο.
“Θέλω να πεθάνω” ψιθύρισε, όταν για πρώτη φορά, από το βάθος του διαδρόμου φάνηκε μία ψηλόλιγνη φιγούρα. Ένας άνθρωπος. Αρχικά, η Εμίλια ήθελε να τον πλησιάσει ζητώντας του βοήθεια, σύντομα όμως συνειδητοποίησε πως βρισκόταν σε έναν τόπο εφιαλτικό, επομένως και η φιγούρα απέναντί της ήταν μέρος αυτού του ατελείωτου εφιάλτη. Σιωπηλή, ξεκίνησε να τρέμει από το φόβο και τον πανικό του λαβύρινθου, όταν πρόσεξε πως οι σκιές που την καταδίωκαν, ξεκίνησαν να υποχωρούν και το περιβάλλον γύρω της να αλλάζει, μέχρι που βρέθηκε, στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας, στην οποία είχε εισβάλει λίγο νωρίτερα. Κοίταξε ξανά, πιο προσεκτικά, διαπιστώνοντας πως ο διάδρομος ήταν μεν σκοτεινότερος, ωστόσο αποτελούνταν από τρεις μονάχα πόρτες, όπως και στην αρχική εκδοχή του σπιτιού. Αυτό που δεν είχε αλλάξει ήταν η οργισμένη φιγούρα που τώρα την πλησίαζε με βήμα σταθερό και αργό, απειλητικό, όπως ο θάνατος.
 Όταν η φιγούρα σταμάτησε μερικά μέτρα μακριά της, η Εμίλια κάλυψε το στόμα της με το ένα της χέρι. Μπροστά της φορώντας μία στιλάτη, γκρίζα, μάλλινη καπαρντίνα και από μέσα ένα υπέροχο κοστούμι, στεκόταν ο Άινταν με βλέμμα τρελαμένο από οργή. Η Εμίλια ήθελε να ψελλίσει μία συγγνώμη, ωστόσο, καθώς γνώριζε πως θα ήταν μάταιη, προτίμησε να μην πει τίποτε το ανόητο που θα δυσχέραινε τη θέση της. Ο άντρας έβγαλε επιδέξια την καπαρντίνα, στάζοντας κυριολεκτικά εξαιτίας της καταρρακτώδους βροχής.
«Τι σου κάνει ο άστατος καιρός, δεσποινίς Εμίλια! Σε κάνει να γυρίσεις νωρίτερα στο σπίτι, ακυρώνοντας το ταξίδι σου, για να βρεις μέσα έναν εισβολέα. Ή μήπως θα μου πεις το γνωστό παραμυθάκι πως είχες βγει για τρέξιμο, όταν σε βρήκε η βροχή και μην ξέροντας τι να κάνεις, βρέθηκες να διαρρηγνύεις το σπίτι μου για καταφύγιο;» μούγκρισε και η κοπέλα κατέβασε το βλέμμα της.
«Ό-όχι, δεν θα σου το πω…» τραύλισε.
«Ε, τότε πες μου, που να πάρει και να σηκώσει, τι στο καλό γυρεύεις εδώ μέσα και το κυριότερο, ποιος σε έστειλε;» της ούρλιαξε ο Άινταν και εκείνη τινάχθηκε από τον φόβο της.
«Ε-Εγώ...» ξεκίνησε, ωστόσο ο νεαρός μάγος της έκανε σήμα να σταματήσει.
«Συγγνώμη, μα πού πήγαν οι τρόποι μου; Μήπως θέλετε να σας προσφέρω το τελευταίο σας φλυτζάνι τσάι, λίγο πριν πεθάνετε αργά και βασανιστικά;» τη ρώτησε ειρωνικά, μέχρι που η κοπέλα, αποφασισμένη πια πως η ζωή της όδευε στα τελευταία δευτερόλεπτα, ύψωσε το ανάστημά της και κάρφωσε τα μελί της μάτια στα σμαραγδένια δικά του.
«Ήρθα ως εδώ για να μάθω για εσένα. Κανένας δεν με έστειλε, ήρθα αυτοβούλως για να ψάξω πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητά σου, Άινταν Γουέτμορ» του είπε με φωνή σταθερή ξαφνιάζοντάς τον.
«Καλά το πας. Ωστόσο, το παραμικρό ψέμα θα σου κοστίσει και να για να μη σε βάζω σε κόπο, απλώς θα σου πω πως γνωρίζω τα πάντα, καθώς αυτό το αχούρι που ονομάζω σπίτι μου είναι μεγάλη κουτσομπόλα και παρατηρεί τα πάντα. Επομένως, υπάρχει μία μικρή πιθανότητα να πάρεις παράταση ζωής, αν μου απαντήσεις σε δύο πράγματα: Tι ακριβώς ανακάλυψες για εμένα και πώς ένιωσες γι’ αυτό;» έθεσε σταθερά την ερώτηση και η Εμίλια έμεινε άφωνη.
Δυσκολευόταν να καταλάβει αν ο ζοφερός άντρας απέναντί της έπαιζε με την ψυχολογία της, όπως και το σπίτι του το καταραμένο ή αν εννοούσε τις ερωτήσεις που της έθετε. Ωστόσο, αφού δεν υπήρχε άλλος δρόμος, αποφάσισε να απαντήσει.
«Εγώ διάβασα δύο γράμματα. Δύο γράμματα που προσπάθησες να στείλεις στη μητέρα σου» ήρθε η πρώτη απάντηση και είδε τα μάτια του Άινταν να γυαλίζουν από θυμό. Ο ίδιος, ήταν βέβαιη πως κατέβαλλε τεράστιες προσπάθειες για να μην τη σκοτώσει ή τη στραγγαλίσει. «Και ένιωσα...» πήγε να πει, όταν η φωνή του την διέκοψε.
«Μη μου πεις μονάχα οίκτο…» μουρμούρισε.
«Οργή» ήρθε η απάντησή της και εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω.
«Οργή; Για την εκμετάλλευση ενός μικρού παιδιού και για τα κόκκαλα που τσάκιζαν μέσα μου ένα ένα; Επίσης, να ξέρεις πως ρίσκαρες και έχασες για πάντα την ελευθερία σου αναζητώντας μία πληροφορία, την οποία θα στη δώσω, αφού σου συστηθώ ξανά. Το όνομά μου δεν είναι Άινταν Γουέτμορ, αλλά Άινταν Γκρερ. Ο εβένινος μάγος Κέναρντ Γκρερ ήταν ο παππούς μου και εγώ δουλεύω στο Υπουργείο με πλαστή ταυτότητα και άλλο επίθετο εδώ και πολλά χρόνια, προκειμένου να μη γίνω στόχος. Σου είναι αρκετά ή μήπως θέλεις να σου εκτυπώσω όλο μου το βιογραφικό, έτσι για να το έχεις;» τη ρώτησε ξανά και εκείνη κατέβασε πάλι το βλέμμα.
«Λοιπόν, νομίζω πως αφού τελειώσαμε, μπορείς να με σκοτώσεις. Δεν θα με άφηνες ποτέ να φύγω ζωντανή με αυτές τις πληροφορίες» του είπε η Εμίλια.
«Πολύ σωστά και γι’ αυτό αποφάσισα να μη περάσεις ποτέ ξανά το κατώφλι της εξόδου. Θα μείνεις εδώ μαζί μου, μέχρι να ορίσω ημερομηνία θανάτου σου. Να ξέρεις πως οι κινήσεις σου θα είναι εξαιρετικά περιορισμένες και ελεγχόμενες, αν δεν θέλεις να βρεθείς στην ίδια δυσμενή θέση με πριν. Επίσης, να σου υπογραμμίσω πως σιχαίνομαι την ανθρώπινη επαφή και κουβέντα πέραν και εκτός του εργασιακού μου περιβάλλοντος. Το δωμάτιό σου το προσωρινό θα σου το δείξω εγώ και δεν θα βγαίνεις δίχως τη δική μου άδεια και αναγκαστική συνοδεία» ολοκλήρωσε, όταν πρόσεξε πως το ένα της χέρι, ήταν καταματωμένο και γρατσουνισμένο από την προσπάθεια διαφυγής της. «Έλα να σου το φτιάξω αυτό. Δεν θέλω να λερώσεις τα έπιπλά μου εδώ μέσα» της είπε κοφτά και εκείνη αμίλητη υπάκουσε. Κοίταξε για μία τελευταία φορά, το φως που έμπαινε από την εξώπορτα, καθώς ήξερε πως η έπαυλη αυτή θα γινόταν ο μελλοντικός της τάφος.
Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής τους μέχρι τον κάτω όροφο, η Εμίλια δεν είχε βγάλει ούτε μισή λέξη. Μονάχα παρατηρούσε σιωπηλή τα ζοφερά πορτραίτα των τοίχων, τα οποία, όπως και το ίδιο το σπίτι, είχαν δείξει πια τον κανονικό τους εαυτό. Τα περισσότερα απεικόνιζαν έναν περίεργο άντρα γύρω στα πενήντα, του οποίου τα χαρακτηριστικά ήταν τραβηγμένα προς τα πίσω, αποκαλύπτοντας τα οστά των ζυγωματικών του.
«Είμαι ένας απαίσιος ξεναγός, δεσποινίς Εμίλια. Μήπως θα θέλατε να σας εξηγήσω με λεπτομέρειες τους χώρους που προσπερνάμε; Ίσως έτσι να γλυτώσω και εγώ από το σαράκι της περιέργειάς σας. Αυτός είναι ο Κέναρντ και ξέρω πως τον θεωρείς απόκοσμο. Το διάβασα» της είπε δίχως ωστόσο να στρέφει το κεφάλι του προς το μέρος της.
«Τόσο πολύ φαίνεται η έκφραση αηδίας στο πρόσωπό μου;» του πέταξε η Εμίλια και άξαφνα ο Άινταν σταμάτησε να προχωρά και γύρισε απότομα προς το μέρος της.
«Θα σου πω ένα πράγμα. Μπορείς να το εκλάβεις σαν συμβουλή ή σαν απειλή. Μην κάνεις κατάχρηση της ανεκτικότητάς μου. Το γεγονός πως φέρθηκα μεγαλόψυχα και σου χάρισα τη ζωή για λίγες μέρες ακόμη, ενώ σε βρήκα εμφανέστατα να σκαλίζεις τα πράγματά μου, θα έπρεπε να το θεωρείς θαύμα. Εσύ έχεις στο μυαλό σου τον μετρημένο και ευγενικό άντρα που είδες τελευταία φορά στο Ντορθόριεν. Ωστόσο, αφού η περιέργειά σου η αδηφάγα το θέλησε, θα μάθεις να ζεις χωρίς αυτό το προσωπείο. Θα γνωρίσεις το σκοτεινό μου πρόσωπο. Επομένως, το οποιοδήποτε σχόλιο ειρωνίας ή επίπλαστης εξυπνάδας απαγορεύεται. Για να απαντήσω, ωστόσο, στον μαραθώνιο των αποριών σου, όχι δεν πρόσεξα το βλέμμα σου ενώ κοιτούσες το πορτραίτο. Διάβασα την διάθεσή σου. Ένας Σάμχαϊν μπορεί να δει ακόμη και αποσπάσματα σκέψης, ωστόσο δεν θα ρίσκαρα ποτέ μου να εισβάλλω στον λαβύρινθο του γυναικείου μυαλού» τελείωσε, όταν έφτασαν στο δωμάτιο που θα την φιλοξενούσε, το οποίο βρισκόταν κοντά στο απαγορευμένο ακόμη και για τον ίδιο τον Άινταν, δωμάτιο. Εκείνο, από όπου ακούγονταν κραυγές και λυγμοί.
Η πόρτα άνοιξε και η Εμίλια μπήκε μέσα κοιτάζοντας τον χώρο που ήταν σκοτεινός με ένα μονάχα μικρό παράθυρο, για να εισέρχεται δειλά το φως του ήλιου.
«Μήπως θα θέλατε κάποιο άλλο δωμάτιο με θέα τη θάλασσα, ας πούμε; Να σας κάνω κάποια αναβάθμιση;» ακούστηκε η παγερή, ειρωνική φωνή του άντρα, ωστόσο εκείνη παρέμεινε σιωπηλή. Ο Άινταν κάγχασε και κατόπιν την πλησίασε και στάθηκε μπροστά της. Η Εμίλια ένιωθε την καρδιά της να καλπάζει από το άγχος και το φόβο, ωστόσο ο Άινταν δίχως να πει λέξη, τράβηξε με δύναμη το χέρι της, ύψωσε το μανίκι της και περνώντας αστραπιαία την παλάμη του από επάνω, έκανε το βαθύ τραύμα να εξαφανιστεί. «Όπως σου είπα, σιχαίνομαι να μου λερώνουν τα έπιπλα. Ωστόσο, είμαι κουρασμένος τώρα, θα πάω να ξαπλώσω. Εάν τολμήσεις να βγεις από εδώ, να ξέρεις πως δεν θα σταματήσω την έπαυλη από το να σε καταπιεί ή να σε τρελάνει. Υπάρχουν ισχυρά ξόρκια προστασίας και η ποσότητα της μαύρης μαγείας είναι σε επίπεδα που δύσκολα θα άντεχε η γλυκιά σου καρδούλα. Καλή διαμονή, Εμίλια, από σήμερα θα θεωρείσαι νεκρή ή εξαφανισμένη από τους φίλους σου. Εδώ μέσα κανείς δεν μπορεί να εισέλθει και προς Θεού, μη σου μπαίνουν τρελές ιδέες πως θα μπορούσες να με σκοτώσεις στον ύπνο μου, καθώς αν το ποδαράκι σου πατήσει έξω, θα χαθείς για πάντα. Επίσης, αν έχεις στο μυαλό σου να με δηλητηριάσεις, απλώς να σου πω, πως έχω την ικανότητα να ανιχνεύω όλες τις παράξενες και ανθυγιεινές ουσίες, τόσο στο φαΐ, όσο και στο ποτό μου» ολοκλήρωσε και έκλεισε απότομα την πόρτα πίσω του.

Ο Κλαρκ Σάτερ, ο πατέρας του Άλαν, εργαζόταν στον τομέα Εύρεσης Σπάνιων και Αρχαίων, Μαγικών Αντικειμένων. Εκείνο το πρωινό, είχε διαρρεύσει πως στην Κόλνταουν το ηφαίστειο είχε ξεκινήσει τις αναθυμιάσεις και η πόλη είχε θορυβηθεί. Ο Κλαρκ, όπως ακριβώς και ο υιός του, είχε θέσει πολύ ψηλά τον πήχη, έχοντας σαν όνειρο ζωής, να κατορθώσει να ξετρυπώσει το πιο πολύτιμο, μαγικό αντικείμενο των αιώνων. Η κοινωνία των μάγων και η ιστορία το ονόμαζαν το πετράδι του Βορρά. Ουσιαστικά, επρόκειτο για ένα υπερμεγέθες διαμάντι που μέσα του έκρυβε την νύχτα του βόρειου ουρανού, αν κοιτούσες στην αντανάκλαση της επιφάνειάς του. Ο μύθος μιλούσε για ένα πλάσμα σκοτεινό, έναν δράκο, ο οποίος φυλούσε την πολύτιμη πέτρα και ονομαζόταν βασιλιάς Βάλιμαρ. Το πετράδι φημολογούταν πως ήταν ποτισμένο με μαύρη μαγεία και πως σε συνδυασμό με κάποια ακόμη αντικείμενα, όπως για παράδειγμα ένα τάλισμαν, ήταν ικανό να επαναφέρει στη ζωή κάποιον μάγο, ο οποίος είχε μεν σκοτωθεί, αλλά δεν είχε καεί, όπως προβλεπόταν από τους νόμους της μαγικής κοινότητας, ώστε να εμποδιστεί η οποιαδήποτε επαναφορά του στη ζωή.
Ο Κλαρκ, δεν ενδιαφερόταν φυσικά για τυχόν χρήση του συγκεκριμένου πετραδιού, ωστόσο θεωρούσε πως η ανακάλυψή του, θα του χάριζε φήμη και δόξα για το υπόλοιπο της ζωής του, εξασφαλίζοντάς του μεγαλύτερες απολαβές και μία σαφέστατα καλύτερη δουλειά. Οι συνάδελφοί του συχνά τον αποκαλούσαν ονειροπόλο, ωστόσο η σημερινή είδηση για τις αναθυμιάσεις του ηφαιστείου είχαν αναπτερώσει τις ελπίδες του πως ίσως η ύπαρξη του Βάλιμαρ δεν ήταν και τόσο μυθική. Έχοντας δημιουργήσει έναν αυτοσχέδιο χάρτη μελετούσε τις συντεταγμένες της περιοχής. Σύντομα, θα πραγματοποιούσε μία επίσκεψη στη μαγική πόλη του πάγου, βόρεια της Σκωτίας. 

Το πρωινό με βρήκε να ξυπνώ κατάκοπη. Είχα κοιμηθεί ελάχιστες ώρες, πάντοτε με την εικόνα του αγοριού μέσα στο μυαλό μου. Είχα παλέψει χιλιάδες φορές να βρω μία λογική εξήγηση, δίχως όμως το παραμικρό αποτέλεσμα. Η αλήθεια, ήθελα να χτυπήσω την πόρτα του δωματίου του και να τον ρωτήσω αν αισθανόταν καλά, καθώς το θέαμά του την προηγούμενη ημέρα ήταν λίαν ανησυχητικό. Καθώς άνοιγα την πόρτα του δωματίου μου προκειμένου να βρεθώ στον κοινό μας χώρο, είδα την πόρτα του κλειδωμένη και υπέθεσα πως είχε κιόλας φύγει. Στο μυαλό μου τότε, μου ήρθαν τα λόγια της παράκλησής του. Ήθελε να τον αφήσω ήσυχο και αυτό ακριβώς έπρεπε να κάνω σεβόμενη απόλυτα την επιθυμία του. Η ώρα ήταν οκτώ το πρωί και εγώ λοξοκοιτάζοντας το πρόγραμμα, το οποίο έγραφε Φιλοσοφία της Μαγείας, προχώρησα για την κεντρική, γιγάντια τραπεζαρία του πρωινού.
Βγήκα έξω από την έπαυλη του Οίκου μου και ο παγωμένος βοριάς μαστίγωσε το πρόσωπό μου. Η φύση είχε ντυθεί στα λευκά και εγώ είχα φορέσει ό,τι εσωθερμικό μπορούσα να βρω, για να νιώσω ζεστασιά. Σύντομα, το έτος μου θα πραγματοποιούσε μία βόλτα στη Βέρνια, προκειμένου να προμηθευτούμε και εμείς ρούχα καθημερινά και μανδύες, καθώς η χριστουγεννιάτικη γιορτή της Επινουά ήταν προ των Πυλών. Η κυβέρνηση της Βέρνια φρόντιζε πάντα να δίνει ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό στα ορφανά για να ξεκινήσουν τη χρονιά τους και να μπορούν να καλύπτουν τα έξοδά τους. Τη στιγμή εκείνη, στο μυαλό μου σχηματίστηκε η εικόνα, εκείνου του υπέροχου, λευκού μανδύα με τα ροζ απαλά σχέδια, που είχα δει στην μικρή μπουτίκ της Βέρνια την ημέρα που για πρώτη φορά είχα αντικρύσει τα μελοπράσινα μάτια του Άλαν, του πανέμορφου πρίγκιπα των παραμυθιών.
«Ονειρεύεσαι την εκδρομή στη Βέρνια;» άκουσα τη φωνή του Άλαν και τινάχτηκα στην κυριολεξία επάνω κοκκινίζοντας. Μερικές φορές, οι ικανότητες που είχαμε ως λευκοί μάγοι μου δημιουργούσαν μία αμηχανία. Πάλι καλά που είχε διαβάσει την επικεφαλίδα της σκέψης μου και όχι τις λεπτομέρειες του περιεχομένου.
«Η αλήθεια, ονειρεύομαι εκείνον τον υπέροχο, λευκό μανδύα, που είχα δει σε ένα μαγαζί στην πόλη» του απάντησα και με κοίταξε πονηρά.
«Το ξέρω. Την ημέρα που τυχαία σε συνάντησα, όταν είχα βγει με την μητέρα μου στην πόλη, σας είδα με την Κριστιέλα που κοιτούσατε τον συγκεκριμένο μανδύα. Λοιπόν, θα ήθελα μετά το μάθημα της Φιλοσοφίας, αν φυσικά δεν έχεις πρόβλημα, να περνούσα από το δωμάτιό σου. Σου έχω μία έκπληξη» μου είπε ο Άλαν και το πρόσωπό μου φωτίστηκε, για να σκοτεινιάσει ξανά, όταν είδα έναν προβληματισμένο Σιμεόν να εισέρχεται στην αίθουσα του πρωινού.
Αφού έβηξε μερικές φορές, προκειμένου όλα τα παιδιά να τον προσέξουν, μας είπε :
«Καλημέρα, μαθητές της Επινουά. Η σημερινή ανακοίνωση αφορά κυρίως τα παιδιά του ιδρύματος Ντορθόριεν. Με μεγάλη μου λύπη, σας ανακοινώνω την εξαφάνιση της πολυαγαπημένης μας διευθύντριας, Εμίλιας. Τα ίχνη της αγνοούνται από χθες το πρωί. Δυστυχώς, αν δεν έχουμε σύντομα νέα της, θα πρέπει να σας πω πως το ίδρυμα βρήκε ιδιώτη αγοραστή, που ενδιαφέρθηκε αμέσως να το πάρει. Την συνάδελφο, Άσα Φάνινγκ» τελείωσε και είδα το βλέμμα του να βαθαίνει εξαιτίας του θυμού και της θλίψης.
Στην τελευταία του λέξη, ένιωσα το αίμα μου να στραγγίζει από τον οργανισμό μου και τα αυτιά μου να βουίζουν. Στο Ντορθόριεν, παρά τα εμφανή προβλήματα που αντιμετώπιζα καθημερινά εξαιτίας της παράξενης συμπεριφοράς του Σκορπιού, ένιωθα περίπου σαν στο σπίτι μου. Η κυρία Εμίλια ήταν μία ευγενέστατη, γλυκύτατη κοπέλα με ειλικρινή αγάπη για τα παιδιά. Το γεγονός πως υπήρχε περίπτωση να αναλάβει τη διεύθυνση η φρικαλέα καθηγήτριά μου, Άσα Φάνινγκ, θα σήμαινε, εκτός από το εμφανές, την μετατροπή δηλαδή της ζωής μας σε κόλαση, συχνές επισκέψεις από το δεξί της χέρι που άκουγε στο όνομα Άινταν Γουέτμορ. Μερικές φορές, πίστευα πως εμείς τα δεκάχρονα, έχουμε περισσότερο μυαλό και διαίσθηση από τους μεγάλους. Η Εμίλια ήταν η τρανταχτή και αδιάσειστη απόδειξη πως η θεωρία μου ήταν κάτι παραπάνω από ορθή. Την τελευταία φορά που μας επισκέφτηκε ο συγκεκριμένος άντρας, την πιο ακατάλληλη ώρα, η Εμίλια τον κοιτούσε ελαφρώς μαγνητισμένη.
 Η αλήθεια, ο κύριος Γουέτμορ θεωρούταν κάτι παραπάνω από γοητευτικός. Ήταν ψηλός, με σκούρα, καστανά μαλλιά, πάντοτε περιποιημένος και ντυμένος με μοντέρνα ρούχα, μα το πιο δυνατό του σημείο ήταν τα μάτια του τα σμαραγδένια. Δεν αδικούσα λοιπόν την καλή μου την Εμίλια, ωστόσο ευχόμουν να μπορούσε να δει πέραν της ομορφιάς του προσώπου του, λίγο βαθύτερα, στο σημείο που βρισκόταν, αν υπήρχε η ψυχή του.
Ωστόσο, οι σκέψεις μου διακόπηκαν, καθώς ο Σιμεόν συνέχιζε τον λόγο του.
«Η μαγική κοινότητα παγκοσμίως προβλέπει πως κάποιος θεωρείται επισήμως αγνοούμενος με την πάροδο σαράντα οκτώ ωρών. Καθώς το ίδρυμα ήταν ιδιοκτησία της ίδιας της Εμίλιας, κληρονομιά από τον πατέρα της, για την ώρα δεν θα γίνει καμία κίνηση κατάσχεσης μέχρι να επιβεβαιωθούν αυτές οι τόσο λυπηρές πληροφορίες, Αν πράγματι ισχύουν, τότε το ίδρυμα θα περάσει πιθανότατα στα χέρια του νέου ενδιαφερόμενου, ιδιώτη αγοραστή. Της κυρίας Φάνινγκ. Σας καλημερίζω και μπορείτε να συνεχίσετε το γεύμα σας» τελείωσε ο λόγος του Σιμεόν, ο οποίος αποχώρησε σκυθρωπός, ενώ αντιθέτως, το πρόσωπο της αχώνευτης της Φάνινγκ έλαμπε.
«Ειλικρινά, δεν ξέρω πότε φαντάζει πιο τρομακτική. Όταν χαμογελά ψεύτικα ή όταν είναι σοβαρή και κατσούφα;» άκουσα τον Γουίλ να ψιθυρίζει στον Άλαν, ο οποίος ακούμπησε το χέρι του καθησυχαστικά στην πλάτη μου.
«Έχε πίστη. Τίποτε δεν έχει τελειώσει ακόμη. Μπορεί η Εμίλια να επιστρέψει» μου είπε χαμογελαστά, μα εγώ ένιωθα τα δάκρυα μου να μουσκεύουν το πρόσωπό μου.
«Σε ευχαριστώ ειλικρινά που είσαι δίπλα μου, ωστόσο πολύ φοβάμαι πως κάτι κακό έχει συμβεί στην Εμίλια. Θυμάσαι εκείνο το όραμα, το οποίο κατόρθωσα καταλάθος να μπλοκάρω; τον ρώτησα και εκείνος ένευσε. «Είχα δει το πρόσωπο της Εμίλιας ματωμένο και την ίδια χαμένη μέσα σε έναν απόκοσμο λαβύρινθο. Ήταν φριχτό! Φοβάμαι πως δεν θα μπορέσω ποτέ μου να την ξαναδώ» του είπα και εκείνος με αγκάλιασε σφιχτά.
«Ακόμη και έτσι να είναι, σου υπόσχομαι πως θα μιλήσω στους δικούς μου μήπως κατορθώσουμε να πάρουμε την επιμέλειά σας για το διάστημα του καλοκαιριού» μου είπε και χαμογέλασα.
«Δεν θα άφηνα πίσω την Κριστιέλα. Είμαι η μόνη φίλη που έχει. Αν είναι να βιώσουμε ένα κολαστήριο, τότε εγώ θα μείνω στο πλάι της μέχρι το τέλος και θα το αντιμετωπίσω» ολοκλήρωσα και είδα τον Άλαν να μου χαμογελά, τοποθετώντας μία τούφα πίσω από το κεφάλι μου.
«Είσαι πράγματι μία γενναία, λευκή μάγισσα» πρόφερε και τότε πίσω μας ακριβώς, φάνηκε μία γνωστή σιλουέτα να κινείται. Τα όμορφα, κυανά του μάτια στόλιζαν τώρα δύο μαύροι κύκλοι, πράγμα σπάνιο για ένα τόσο μικρό παιδί. Το βλέμμα του καρφώθηκε για δευτερόλεπτα σε εμένα και τον Άλαν, μα αποτραβήχτηκε άμεσα παραμένοντας απαθές. Το μάθημα της Φιλοσοφίας της Μαγείας, με καθηγητή τον Σιμεόν, θα ξεκινούσε σε μισή ώρα και εγώ δεν είχα καμία όρεξη να ολοκληρώσω το γεύμα μου.
Όλη τη νύχτα, έμεινε ξάγρυπνη να κλαίει σιωπηλά. Για την χαμένη της ζωή, για το ίδρυμα του πολυαγαπημένου της πατέρα που θα περνούσε σε ξένα χέρια, για τα γλυκά της παιδιά που δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά. Πόσο ηλίθια ήταν, να πιστέψει πως μία τέτοια αποστολή θα είχε αίσιο τέλος; Μάλλον, γιατί δεν γνώριζε ποιός στ’ αλήθεια ήταν ο Άινταν Γουέτμορ ή θα έπρεπε να τον αποκαλεί, Γκρερ; Ο Σιμεόν είχε τόσο δίκιο σε όλα, ωστόσο τι σημασία είχε τώρα πια, αφού δεν θα μπορούσε να του διαβιβάσει τις πληροφορίες; Ξεφύσησε και έκατσε στην άκρη του κρεβατιού σκεφτόμενη τα αποκόμματα των εφημερίδων και τα γράμματα απελπισίας και μίσους του νεαρού τότε Άινταν. Άραγε, ποιος τον είχε στηρίξει πραγματικά στη ζωή του; Τι απέγινε εκείνος ο θείος που αναφερόταν στο γράμμα; Η μητέρα του; Ο απαίσιος πατέρας του; Μάλλον, η οικογένεια Γκρερ ήταν προβληματική και σαδιστική από τότε. Σε ένα τέτοιο ελαττωματικό περιβάλλον μεγάλωσε ο Άινταν, ποτισμένος με μίσος για τους υπόλοιπους μάγους, με μόνο πρώτυπο την δύναμη του παππού του. Τη δύναμη, όχι την αγάπη. Αυτή η λέξη δεν υπήρχε πουθενά. Ξάπλωσε στο κρεβάτι της κατάκοπη, παλεύοντας να αποκοιμηθεί σε ένα σπίτι τόσο απόκοσμο, όσο και ο ιδιοκτήτης του.
Ο Άινταν βρισκόταν στην κρεβατοκάμαρα του έχοντας βγει μόλις από το μπάνιο. Η ανοίκεια αίσθηση πως υπήρχε κάπου ακόμη ένα άτομο, τον έκανε να νιώθει άβολα. Τι στην ευχή σκεφτόταν η παράλογη γυναίκα και αποφάσισε να μπει σε ένα σπίτι σαν και αυτό; Σίγουρα δούλευε για τον Σιμεόν, ωστόσο τι στην ευχή σκεφτόταν και ο ίδιος, όταν αποφάσισε να την κρατήσει αιχμάλωτη, αντί να της τσακίσει τα κόκκαλα; Ίσως να του φαινόταν χρήσιμη μελλοντικά για αφαίμαξη ή ανταλλαγή της ζωής της για πληροφορίες, αν είχε δηλαδή αξία η ζωή της για κάποιον. Το μόνο καλό που είχε βγει ήταν πως το ίδρυμα θα περνούσε ουσιαστικά στα χέρια του μέσω της γεροντοκόρης της Φάνινγκ και αυτό θα του επέτρεπε να φιλοξενήσει τον αδερφό του για όλο το καλοκαίρι, δίχως να υπάρξουν εμπόδια. Έσπρωξε το κοκκάλινο κλειδί στον τοίχο, κλείνοντας το μικρό αποθηκάκι των φριχτών του αναμνήσεων.
Ελαφρώς κουρασμένος, εισήλθε ξανά στο μπάνιο, μα όταν αντίκρυσε τον εαυτό του στον καθρέπτη, τρόμαξε. “Όχι πάλισκέφτηκε, όταν αγγίζοντας το κεφάλι του, υποχώρησε μαζί και μία τούφα από τα μαλλιά του.
“Όχι... πάλι θα τα χάσω… πάλι… θα πρέπει να κρύβομαι από τα βλέμματα του οίκτου των γύρω μου, από τις αδιάκριτες ερωτήσεις… Και αυτή… θα με κοιτάξει με περιέργεια, ίσως λύπηση και δεν θέλω… δεν θέλω κανένας να με κοιτάζει έτσι...” μονολόγησε, χτυπώντας τη γροθιά του στον καθρέπτη και κάνοντάς τον θρύψαλα. Τα γυαλιά χώθηκαν βαθιά μέσα στα χέρια του, μα εκείνος τα άφησε να κρέμονται άψυχα με το αίμα να στάζει δίχως να τον ενδιαφέρει. Από αύριο και όσο θα διαρκούσε όλο αυτό, θα φορούσε τον αιώνιο, μαύρο του σκούφο. Η δουλειά στο Υπουργείο, ειδικά τώρα που πλησίαζαν οι γιορτές, είχε αυξηθεί. Πάνω στην ώρα δηλαδή, ώστε να αργεί να επιστρέφει στο σιχαμερό του αχούρι. Ξάπλωσε στο κρεβάτι γελώντας με τον ίδιο του τον εαυτό “Και γύρισες και της είπες πως απεχθάνεσαι να λερώνονται τα έπιπλα με το αίμα της, όταν εσύ δεν κάνεις καν τον κόπο να γιατρέψεις τον εαυτό σου. Τέλεια η ατάκα σου” χασκογέλασε με την κατάντια του και τότε του ήρθε στο μυαλό του ο Βαν.
Το Γουέντιγκος, που σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους, δεν τον είχε κοιτάξει ποτέ του παράξενα, ακόμη και όταν λόγω της θέρμανσης μία χρονιά, είχε αναγκαστεί να βγάλει τον σκούφο, αφήνοντας εκτεθειμένο το κρανίο του με τις ελάχιστες τρίχες. Ποτέ του δεν τον είχε ρωτήσει γιατί και ο Άινταν τον είχε ανταμοίψει με μία μικρή αύξηση και… καθημερινά ξεσπάσματα.
Mε αυτές τις σκέψεις, σηκώθηκε το επόμενο, παγωμένο πρωινό, μονάχα για να αντικρίσει ακόμη μία καστανή τούφα να κείτεται στο μαξιλάρι του. Αναστενάζοντας, τη μάζεψε και αφού ντύθηκε στα γρήγορα αρπάζοντας τον μανδύα του γκρίζου μάγου, φόρεσε τον μαύρο του σκούφο και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο της αθεόφοβης, πρώην διευθύντριας του Ντορθόριεν. Στάθηκε έξω από την πόρτα της για πέντε ολόκληρα λεπτά, αναλογιζόμενος αν θα έπρεπε να πει καλημέρα, ενώ στην ουσία δεν το ένιωθε ή τι θα έπρεπε να πει τελοσπάντων σε αυτό το άτομο που το κρατούσε κλειδωμένο μέσα σε ένα δωμάτιο παρά τη θέλησή του. Στο τέλος νευρίασε με τις ίδιες του τις σκέψεις και χτυπώντας την πόρτα νευρικά, εισέβαλε μέσα για να βρει μία Εμίλια να στέκεται και να κοιτάζει το μικρό παράθυρο μελαγχολικά.
«Αν έχεις χορτάσει να θαυμάζεις τον ξεραμένο μου κήπο, μπορείς να με ακολουθήσεις μέχρι επάνω» της είπε τελικά, αποφεύγοντας την καλημέρα προς μεγάλη του ανακούφιση.
Η Εμίλια τον κοίταξε, προσέχοντας τον σκούφο, ωστόσο θεώρησε πως τον φορούσε εξαιτίας του υπερβολικού κρύου. Δίχως να του απαντά, απλώς τον ακολούθησε σιωπηλή, μέχρι το χολ.
«Σε αυτόν εδώ το χώρο, αλλά και στην κουζίνα, έχεις το δικαίωμα να κινείσαι. Θα αφαιρέσω τα ξόρκια, ώστε να μην αγριεύει το σπίτι. Ο λόγος είναι για να μην πεθάνεις της πείνας και να μπορείς να ανοίξεις το ψυγείο. Μέχρι να επιστρέψω, να μου έχεις έτοιμο φαγητό και μιας που κάνεις διατριβή πάνω στη ζωή μου, πάρε άλλη μία πληροφορία. Λατρεύω την γλυκιά, κρεμώδη κολοκυθόσουπα» τελείωσε, αλλά η κοπέλα και πάλι δεν είπε λέξη. «Δεν μου λες, σου έφαγε η γάτα τη γλώσσα; Όταν σου μιλώ, θα μου απαντάς έστω, από σεβασμό, ένα μάλιστα» της γρύλισε και τότε είδε τα μάτια της να λάμπουν.
«Ο σεβασμός δεν χαρίζεται, κερδίζεται! Αν νομίζεις πως φοβάμαι μήπως με σκοτώσεις και γι’αυτόν τον λόγο οφείλω να σε υπακούω, κάνεις τεράστιο λάθος, γιατί απλώς χέστηκα!» του φώναξε και τη στιγμή που ετοιμαζόταν οργισμένος να την αρπάξει, ένιωσε το στομάχι του να ανακατεύεται και έτσι έφυγε τρέχοντας, για να αδειάσει το περιεχόμενό του.
 Έπρεπε να το φανταστεί. Η πτώση των μαλλιών συνοδευόταν συνήθως και από ολιγοήμερη αδιαθεσία, ωστόσο ο ίδιος δεν ήθελε να πάρει άδεια. Η Εμίλια έμεινε να τον κοιτάζει ελαφρώς προβληματισμένη, καθώς ο άντρας επέστρεφε και δίχως να την κοιτάξει δεύτερη φορά, απλώς άνοιξε την πόρτα και εξαφανίστηκε. 

Η αίθουσα της Μαγείας της Φιλοσοφίας βρισκόταν κοντά στο διευθυντικό γραφείο του Σιμεόν. Εγώ είχα μάθημα μονάχα με τον Άλαν, καθώς η Άρπια είχε μαθήματα άγριων βοτάνων και ο Γουίλ ήταν μεγαλύτερός μου. Φυσικά, εκτός από τον Άλαν, με ακολουθούσε και ένας άσχημος συνδυασμός Σκορπιού, Χάζελ και Νόαμ, των τριών τραμπούκων του έτους μας, οι οποίοι τα πήγαιναν περίφημα μεταξύ τους. Ο Σιμεόν μπήκε στο αμφιθέατρο λίγο μετά την άφιξή μας, χαμογελώντας μου μελαγχολικά. Κατόπιν, μας έκανε σήμα να καθήσουμε και ξεκίνησε τις πρώτες συστάσεις.
«Καλημέρα σε όλους. Με γνωρίζετε με το όνομα Σιμεόν και εκτός από διευθυντής της Επινουά και προσωπικός συμβουλάτορας για όποιον το έχει ανάγκη, είμαι και ο καθηγητής σας της Μαγείας της Φιλοσοφίας. Γνωρίζει κάποιος να μου πει, τι σημαίνει ουσιαστικά η λέξη “μάγος”;» ρώτησε ο Σιμεόν για να δει δύο κλασικά χέρια να σηκώνονται. Του Άλαν και του Σκορπιού. «Σε ακούω, Άλαν» είπε ο Σιμεόν.
«Σημαίνει σοφός» απάντησε ο μικρός.
«Εύκολη ερώτηση» γρύλισε ο Σκορπιός από δίπλα, ωστόσο ο Σιμεόν τον άκουσε.
«Εντάξει, νεαρέ, σε εσένα υπόσχομαι να θέτω προσωπικά πιο δύσκολες ερωτήσεις» του είπε και η τάξη γέλασε «Ας κάνουμε τώρα μία εισαγωγή. Η μαγεία, από την απαρχή της έως τον Μεσαίωνα, πέρασε από διάφορες διακυμάνσεις, μιλώντας κυρίως για τον κόσμο των απλών ανθρώπων, πριν τη σύμπραξή τους με τους μάγους και τον χωρισμό των διαστάσεων. Αρχικά, έχουμε τον αρχαίο κόσμο που την αποδεχόταν ως φυσική συνέπεια της γνώσης των άγνωστων για τους αμύητους, νόμων της φύσης. Αργότερα, καθώς η γνώση χανόταν από το πρόσωπο της γης, ο άνθρωπος συνέδεσε τη μαγεία με διαβολικές δυνάμεις, οδηγώντας στην πυρά χιλιάδες σοφούς ανθρώπους δίχως πραγματικές, μαγικές δυνάμεις, καθώς και δικούς μας. Από τότε, ανακαλύφθηκε και η ανάγκη να καίγονται οι νεκροί μάγοι μετά τον θάνατό τους,  ώστε να μην μπορούν να επιστρέψουν στη ζωή» ολοκλήρωσε για να δει το χέρι του Σκορπιού να σηκώνεται ξανά.
«Σε ακούμε» του είπε χαμογελαστά.
«Δηλαδή, θέλετε να πείτε, πως υπάρχει τρόπος να επανέλθουν οι νεκροί, αν κάποιος έχει ξεχάσει να τους κάψει; Δηλαδή, αν οι δικοί μου γονείς είναι νεκροί, υπάρχει τρόπος να τους φέρω στη ζωή ας πούμε;» τον ρώτησε με τον γνωστό, ψυχρό του τόνο και είδα την τάξη να σιωπά και τον Σιμέον για πρώτη φορά να παγώνει.
Όσο μπορούσα να θυμηθώ τις εκφράσεις του προσώπου του, ποτέ δεν είχα διακρίνει την αμηχανία, τον τρόμο ή χειρότερα τις τύψεις. Καθώς φάνηκε όμως, ο Άλαν που καθόταν δίπλα μου είχε διαβάσει τις σκέψεις μου και έτσι αποφάσισε να βγάλει τον καθηγητή μας από τη δύσκολη θέση.
«Η μέθοδος επαναφοράς ενός νεκρού γίνεται αποκλειστικά με τη χρήση μαύρης, πολύ σατανικής μαγείας. Αυτό έχει σαν συνέπεια, η ψυχή που επιστρέφει να μην είναι η ίδια με εκείνη που υπήρξε εν ζωή, αλλά να έχει σατανικές και καταστροφικές διαθέσεις. Επομένως, όπως καταλαβαίνεις, η νεκρανάσταση όχι απλώς έχει απαγορευτεί, αλλά τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και μάλιστα στις φυλακές, πέραν των ορίων της Επαρχίας του Αντίστροφου Χρόνου» ολοκλήρωσε ο Άλαν και είδε τον Σιμεόν να τον κοιτάζει με θαυμασμό.
«Ειλικρινά, Άλαν, ούτε εγώ δεν θα μπορούσα να διατυπώσω καλύτερα την απάντηση σε σχέση με την νεκρανάσταση. Επομένως, καλό μου αγόρι, αν οι γονείς σου δεν βρίσκονται εν ζωή» είπε κοιτάζοντας τώρα τον Σκορπιό «καλύτερα να τους αφήσεις στον παράδεισό τους, αν δεν θες να επιστρέψουν κάτι χειρότερο και από τον Κέναρντ Γκρερ, όσο ήταν ζωντανός» του απάντησε και ο Σκορπιός κάρφωσε τα μάτια του με μίσος στον Άλαν.
Το μάθημα συνεχίστηκε αναλύοντας αρχικά τα τρία είδη της μαγείας, όπως ήταν η φυσική μαγεία, η μαθηματική μαγεία ή απόκρυφη φιλοσοφία και η υπερφυσική μαγεία, η οποία ανήκε κατά αποκλειστικότητα σε εμάς, αφού οι άλλες δύο, αφορούσαν και τον κόσμο των ανθρώπων.
Λίγο μετά το πέρας του μαθήματος, κατευθύνθηκα μέχρι την τραπεζαρία, έχοντας συνεννοηθεί με τον Άλαν πως θα συναντιόμασταν στο δωμάτιό μου για την πραγματοποίηση της έκπληξης που μου είχε ετοιμάσει. Σε λίγο φάνηκε η Κριστιέλα γεμάτη εξανθήματα και ειλικρινά προσπάθησα φιλότιμα να πολεμήσω ένα γέλιο που σκαρφάλωσε ύπουλα στον λαιμό μου.
«Και τους είπα πως είμαι αλλεργική στο καροτόδεμα!» φώναξε για να δω τον Γουίλ που μόλις είχε φανεί, να πεθαίνει στα γέλια.
«Τι εννοείς στο καροτόδεμα;» τη ρώτησε έχοντας κοκκινήσει από το γέλιο.
«Τα σχοινιά από καρότο, αυτό εννοώ. Που περιέχουν μέσα τους ουσία από τον κορμό του καρότου. Είμαι αλλεργική και δεν μπορώ να σταματήσω να ξύνομαι» έσκουξε και είδα τον Γουίλ να τη συμβουλεύει να πάνε μαζί στο αναρρωτήριο για να της χορηγήσουν φάρμακο ή αλοιφή.
Ανυπομονώντας να επιστρέψω στον Οίκο μου για την έκπληξη, αποφάσισα να ακολουθήσω ένα νέο μονοπάτι, το οποίο περνούσε δίπλα από τα θερμοκήπια. Μία απομονωμένη περιοχή, αλλά πιο σύντομη για τον Οίκο μου. Στον δρόμο, έκανα στάση για να χαζέψω τις άγριες τριανταφυλλιές με το παράξενο, λιλά χρώμα. Καθώς έσκυβα, είδα το χώμα ελαφρώς να κινείται. Η παιδική μου περιέργεια, με οδήγησε να ξεκινήσω να το σκαλίζω, μέχρι που ανακάλυψα ένα αυγό, στο μέγεθος περίπου του χεριού μου, ίσως και λίγο μεγαλύτερο. Ειλικρινά, λυπήθηκα το μελλοντικό, ορφανό πλάσμα, καθώς δεν υπήρχε ίχνος ζωής τριγύρω και έτσι αποφάσισα να το πάρω, δίχως να πω λέξη σε κανέναν. Είχα ήδη φανταστεί το μελλοντικό του κρεβάτι, κοντά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, προκειμένου να μη νιώθει μοναξιά τα βράδια, αποφασίζοντας για αρχή να μην πω τίποτε σε κανέναν.  
Παρά το γεγονός πως το βιβλίο μου της Δρακολογίας ήταν για αρχάριους, αποφάσισα να πραγματοποιήσω μία επίσκεψη στις σελίδες του, προκειμένου να ενημερωθώ για το ορφανό πλάσμα που είχα στην κατοχή μου, καθώς κάτι μου έλεγε πως επρόκειτο για δρακοαυγό.
Έχοντας κλειστεί για ώρα στο δωμάτιο μου, είχα κάνει μία βαθιά βουτιά στο βιβλίο μου, κοιτάζοντας παράλληλα το παράξενο εύρημά μου. Τότε, ανακάλυψα επιτέλους την πολυπόθητη πληροφορία, η οποία τόνιζε πως τα αυγά στα αρχικά τους στάδια είχαν όλα τους το ίδιο εκρού χρώμα και περίπου την ίδια υφή που έμοιαζε με αμμώδη επιφάνεια. Το δικό μου παρουσίαζε ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά, επομένως θα ήταν αδύνατο να γνωρίζω ακόμη το είδος του δράκου ή το φύλο του. Για το μόνο πράγμα, για το οποίο ήμουν απολύτως βέβαιη, ήταν πως έπρεπε επειγόντως να το τοποθετήσω κάπου ζεστά. Αρπάζοντας ένα μαξιλάρι από το κρεβάτι μου, το ακούμπησα προσεχτικά επάνω και κατόπιν μπροστά από το τζάκι. Φυσικά, δεν είχα ιδέα πως γύρω απο την Επινουά κυκλοφορούσαν λαίμαργοι καλικάτζαροι, λάτρεις των αυγών, οι οποίοι όμως θεωρούνταν επικίνδυνοι και για την ανθρώπινη ασφάλεια.
Δέκα λεπτά αργότερα, άκουσα ένα ντροπαλό χτύπημα στην πόρτα και κατάλαβα αμέσως πως ανήκε στον Άλαν. Όταν άνοιξα την πόρτα, το πρόσωπό μου φωτίστηκε στη θέα του. Είχε ξεφορτωθεί την στολή της σχολής και φορούσε ένα τζιν πουκάμισο και ένα τζιν παντελόνι, έναν τόνο πιο σκούρο. Στα χέρια του βαστούσε ένα κουτί.
«Είσαι έτοιμη;» Με ρώτησε όλο ενθουσιασμό και ένιωσα την ανάγκη να χοροπηδήσω.
«Είμαι όσο ποτέ άλλοτε» του είπα.
«Τέλεια. Το τελετουργικό το γνωρίζεις. Κλείσε τα μάτια και χρησιμοποίησε την αφή σου» με συμβούλεψε ο Άλαν και εγώ υπάκουσα αμεσως.
Άκουσα τον θόρυβο του κουτιού την ώρα που άνοιγε και άπλωσα τα χέρια μου για να χαϊδέψω κάτι μαλακό, σαν ύφασμα και μακρύ.
«Μου πήρες ρούχο;» Ρώτησα διατηρώντας ακόμη κλειστά τα μάτια μου.
«Όχι ένα οποιοδήποτε ρούχο. Μπορείς να τα ανοίξεις, αν θέλεις. Η αγωνία λήγει εδώ» πρόφερε και εγώ υπάκουσα ξανά. Τη στιγμή που τα κάρφωνα πάνω στο αντικείμενο της έκπληξης, ένιωσα τα μάγουλά μου να καίνε, ενώ η φωνή μου είχε χαθεί εξαιτίας της συγκίνησης.
«Άλαν, δεν… δεν ξέρω τι να πω. Πώς κατάφερες και αγόρασες τον μανδύα; Εννοώ, σίγουρα θα κόστισε μία περιουσία και εσείς δεν με γνωρίζετε καλά για να μου κάνετε ένα τόσο ακριβό δώρο...» ξεκίνησα να ψελλίζω εμφανώς σοκαρισμένη από την καλή του κίνηση.
«Αρχικά να σου πω, πως προχθές το πρωί είχαν έρθει οι γνώμοι του ταχυδρομείου για να πάρουν τα γράμματά μας. Ο μανδύας ήταν δώρο Χριστουγέννων από τους γονείς μου και εμένα» μου εξήγησε ντροπαλά και εγώ τσιρίζοντας έπεσα με φόρα στην αγκαλιά του.
«Είσαι ο πιο τέλειος φίλος του κόσμου! Μακάρι να μπορούσα να στο ξεπληρώσω. Υπόσχομαι πως θα προσπαθήσω όσο μπορώ να φτιάξω κάτι για εσένα» του απάντησα, όταν άκουσα την πόρτα του Σκορπιού να ανοίγει διάπλατα.
«Μία φορά αποφάσισα να μελετήσω εδώ και η κατάσταση είναι ανυπόφορη! Δεν είσαι πέντε χρονών, Κένταλ, που να πάρει! Σταμάτα να ουρλιάζεις» μου φώναξε και είδα τον Άλαν να οργίζεται και να κατεβαίνει τα σκαλιά απειλητικά.
«Μου εξηγείς τι ζόρι τραβάς;» τον ρώτησε και ο Σκορπιός κάγχασε.
«Ξέρεις, για κακή μου τύχη δεν μένω μόνος. Έχω και συγκάτοικο. Εσύ, λοιπόν, θα πρέπει να παίρνεις και τη δική μου άδεια για να πατήσεις εδώ μέσα!» Του φώναξε και τα μάτια του Άλαν άστραψαν λευκά. Ήταν έτοιμος να του επιτεθεί.
Ωστόσο, την ώρα εκείνη και πάνω στην ταραχή του, ο Σκορπιός έκανε ένα τεράστιο λάθος που πρόδωσε τη φύση του. Άφησε το εβένινο χρώμα να καθρεπτιστεί στα δικά του μάτια. Συνήθως οι μάγοι, ανάλογα με το είδος και το χρώμα τους, καθρέπτιζαν και το ανάλογο στα μάτια τους, ειδικά αν βρίσκονταν σε θέση άμυνας μπροστά σε μία μεγάλη απειλή.
Στη θέα του, ο Άλαν πάγωσε.
«Σάμχαϊν! Είναι μαύρος!» Φώναξε και ένιωσα το αίμα μου να παγώνει.
“Τι είχε μόλις ξεστομίσει; Ο Σκορπιός ήταν Σάμχαϊν; Αποκλείεται, αυτοί είχαν εξαφανιστεί” σκέφτηκα και κατέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά.
«Κάποιο λάθος θα έκανες! Δεν γίνεται...» ξεκίνησα να λέω, ενώ ο Σκορπιός προχώρησε και τον άρπαξε από τον λαιμό.
«Άκουσε να σου πω, πλουσιόπαιδο, χαλάρωσε γιατί δεν τα γνωρίζεις όλα. Το χρώμα μου είναι το γκρίζο και δεν φταίω εγώ που έχεις αχρωματοψία. Σε προειδοποιώ πως αν ανοίξεις το στόμα σου πουθενά, θα σε κάνω να το μετανιώσεις και πίστεψέ με, μπορώ. Εσύ είσαι καλός στη θεωρία, αλλά εγώ υπερέχω στην πράξη και αυτό να το θυμάσαι» ήταν η τελευταία του κουβέντα, προτού κλείσει την πόρτα του δωματίου του με φόρα πίσω του.
Στην είσοδο του Υπουργείου, βρίσκονταν στολισμένα δύο ιδιόμορφα, χριστουγεννιάτικα δέντρα. Τα στολίδια τους βαστούσαν στα χέρια τους εφημερίδες και βιβλία, ενώ στην βάση τους υπήρχαν κούκλες γιορτινά ντυμένες που τραγουδούσαν τα κάλαντα. Ο Άινταν προχωρούσε σκυφτός και σκυθρωπός με τον μαύρο σκούφο στο κεφάλι και ένα ασορτί, μάλλινο, μαύρο κασκόλ τυλιγμένο στο λαιμό του.
Καλημέρισε γνωστούς και συναδέλφους, περπατώντας με βήμα ταχύ και ανεβαίνοντας τις μαρμάρινες σκάλες που οδηγούσαν στον πρώτο όροφο του γραφείου του. Κάθε μέρα, χτυπούσε την κάρτα του στην είσοδο, για να μπει στο γραφείο του, όπου τον καρτερούσε ο Βαν. Μόλις τον είδε, τον καλημέρισε εγκάρδια όπως πάντα και ο Άινταν εκτίμησε τη σιωπή του. Κουρασμένος, κάθησε στο γραφείο του, πιάνοντας στο χέρι την ασημένια πένα των γκρίζων μάγων.
«Αλήθεια, Βαν, πώς είναι η καθημερινότητά σου με τη γυναίκα σου στο σπίτι;» Του έθεσε την ερώτηση στα ξαφνικά και το Γουέντιγκος ταράχτηκε.
«Μπορεί να είναι δύσκολη μερικές φορές, αλλά γενικά είναι όμορφη και συντροφική. Γιατί με ρωτάτε, αν επιτρέπεται;» πρόφερε ο Βαν ξαφνιασμένος.
«Γιατί αγαπητέ, από χθες συγκατοικώ με μία γυναίκα» του είπε ψυχρά και εκείνος πνίγηκε με το κανελάτο που έπινε.
«Πολύ χαίρομαι κύριε για τον δεσμό σας! Με το καλό. Φαίνεστε η αλήθεια...» πήγε να πει, αλλά ο Άινταν τον πρόλαβε.
«Κουρασμένος. Και όχι δεν είναι δεσμός μου η γυναίκα αυτή. Την έπιασα να ψάχνει τα πράγματά μου στα κρυφά και αποφάσισα να την αιχμαλωτίσω. Δεν θέλεις να φανταστείς τι θα γίνει, αν βγει στον έξω κόσμο με όλα όσα ξέρει» ξεκίνησε να μουρμουρίζει ο άντρας.
«Με όλο το σεβασμό, αλλά γιατί δεν τη σκοτώσατε; Κανείς δεν θα ανακάλυπτε το πτώμα της μέσα σε αυτό το σπίτι» του είπε ο Βαν και ο Άινταν το σκέφτηκε για μερικά λεπτά προτού απαντήσει.
«Η αλήθεια, δεν ξέρω τι με έπιασε. Θαρρώ, πως ίσως στο μέλλον να την ανακρίνω, για να της εκμαιεύσω πληροφορίες ή ίσως την ανταλλάξω. Βαν, νιώθω παράξενα. Πάντοτε ζούσα μονάχος μου και η σιωπή ήταν για εμένα καταφύγιο. Τώρα, γνωρίζω και ταυτόχρονα φοβάμαι πως από κάπου θα ακουστεί η φωνή της» τελείωσε και το Γουέντιγκος έμεινε να τον κοιτάζει. Ποτέ ξανά δεν είχε ακούσει τον Άινταν να ξεστομίζει την λέξη φοβάμαι.

Ιφιγένεια Μπακογιάννη