Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

3.7.19

Το αηδόνι του αυτοκράτορα (Κεφάλαιο 3) - "Η γιορτή των γιασεμιών" (Μέρος 3)

Ο νεαρός υπηρέτης χώθηκε μέσα στις πυκνές σκιές του άδειου ορόφου. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και οι διάδρομοι ήταν έρημοι, σχεδόν εγκαταλελειμμένοι. Όλοι οι ένοικοι βρίσκονταν στα κρεβάτια τους και ταξίδευαν στον κόσμο των ονείρων. Κανένας δεν τολμούσε να βρίσκεται ξύπνιος τη στιγμή που ο μεγάλος άρχοντας αναπαυόταν. Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί του Γουέι καθώς κρυβόταν πίσω από σχεδόν κάθε κολώνα για να μη γίνει αντιληπτός. Οι κινήσεις του ήταν γρήγορες και κοφτές. Δεν προκαλούσε τον παραμικρό θόρυβο και η ανάσα του ήταν απόλυτα συγχρονισμένη με τους παλμούς του. Μα, σιγά σιγά, η ψυχραιμία του χανόταν. Είχε ακούσει πολλές ιστορίες να λέγονται όσον αφορά το παλάτι και τους απρόσκλητους επισκέπτες του κατά τη διάρκεια της νύχτας. Απόκοσμοι ήχοι και φωνές αντηχούσαν όταν όλοι βρίσκονταν στα κρεβάτια τους και μαύρες μορφές περιπλανιόνταν άσκοπα τριγύρω, παρασέρνοντας στις κολάσεις τα τρομοκρατημένα θύματά τους: εικασίες για τους νεκρούς του παρελθόντος, για βασανισμένες ψυχές που βρήκαν άδικο θάνατο σε ετούτο το κτίριο και που απεγνωσμένα έψαχναν για εκδίκηση. Ο νεαρός δεν ήθελε να συναντήσει κανένα φάντασμα ή κάποιον δαίμονα που θα του έπαιρνε τη λαλιά και θα του τρέλαινε το μυαλό, πόσο μάλλον να ταξιδέψει με τη βία στον κόσμο των δαιμόνων και να βιώσει αιώνια καταδίκη.
Αρκετά είχε προκαλέσει την τύχη του και αρκετά επικίνδυνες αποφάσεις είχε πάρει. 
            Τον έπιανε πανικός.
 
            Τα μάτια του έκλεισαν και χαμηλώνοντας το μονόχρωμο μαντήλι που κάλυπτε το στόμα του, πήρε μια βαθιά ανάσα για να καθησυχαστεί. Τα φαντάσματα και τα στοιχειά ανήκαν στις ιστορίες και στα παραμύθια για να φοβίζουν τα παιδιά, μα και τους ατίθασους ενήλικες, υπενθύμισε στον εαυτό του. Χρειάστηκε μερικά μονάχα λεπτά, τα οποία του φάνηκαν αιώνας, για να συνέλθει. Όταν βρήκε το θάρρος του πάλι, άρχισε να βηματίζει αργά και σταθερά. Δεν υπήρχαν περιθώρια λάθους. Εάν συλλαμβανόταν από τη φρουρά, θα περνούσε το υπόλοιπο του φεγγαριού μέσα στα μπουντρούμια, εμπειρία όχι και τόσο γλυκιά. Ακόμη, οι υποψίες που θα κινούσε θα χειροτέρευαν τη θέση του. Ο Αυτοκράτορας δεν τον συμπαθούσε καθόλου και δε δίσταζε να το δείχνει κάθε φορά που τον συναντούσε. Πολλές ήταν οι φορές που μπροστά σε όλους τους υπηρέτες είχε ταπεινωθεί, επειδή ο σφετεριστής λάτρευε να τον βασανίζει. Σε περίπτωση που μάθαινε για τη βραδινή του «βόλτα», σίγουρα ο θάνατος θα φάνταζε... λύτρωση.
            Επιτάχυνε τα βήματά του και κατέφθασε στη σκάλα. Τα μεγάλα, μαρμάρινα σκαλοπάτια οδηγούσαν στον κάτω όροφο, από τον οποίο θα έβγαινε στον κήπο και θα κατευθυνόταν προς τα εξωτερικά τείχη. Η κάθε λεπτομέρεια ήταν καλά επεξεργασμένη στο μυαλό του. Μια κίνηση χρειάστηκε και χοροπήδησε πάνω στην κουπαστή. Έτρεξε μονομιάς προς το κάτω επίπεδο. Πλησίαζε… κάθε του βήμα πλησίαζε όλο και περισσότερο προς την έξοδο.
«Ο Αυτοκράτορας κινείται ύπουλα» η κοπέλα σέρβιρε στον ηλικιωμένο άνδρα ζεστό τσάι με βότανα του βουνού και γονάτισε δίπλα του.
 «Οι περιπολίες στην Πόλη έχουν αυξηθεί, ενώ τα μαστιγώματα έχουν δεκαπλασιασθεί. Όλοι οι εργάτες γυρνούν στις οικογένειές τους γεμάτοι μώλωπες και σχεδόν ανήμποροι» τα δυσάρεστα νέα που του έφερνε τον προβλημάτισαν. Χαμήλωσε το κεφάλι του και τα θολά του μάτια έπεσαν στο βραστό νερό. Μερικά άνθη επέπλεαν στην επιφάνεια, ενώ μια μαύρη κηλίδα είχε σκεπάσει τον πάτο. Κάποτε ήταν ολόλευκα, μα το υγρό είχε κιτρινίσει τα πέταλά τους, προσδίδοντας στο ρόφημα μια έντονη μυρωδιά και γεύση. Το καυτό υγρό χαλάρωσε τους μύες του σώματός του και καθάρισε τη θολούρα από το μυαλό του.
            «Η Γιορτή των γιασεμιών ήταν πάντα μία από τις μεγαλύτερες παραστάσεις του Αυτοκράτορα» ακούμπησε το φλυτζάνι στο τραπεζάκι και ένωσε τα χέρια μεταξύ τους. «Δίνει τον καλύτερό του εαυτό προβάλλοντας μια εικόνα αρεστή προς τον λαό» ξεκίνησε να λέει με χαμηλή φωνή. «Και ο λαός τον πιστεύει. Τον αγαπά και ξεχνά τα προβλήματα. Σχεδόν σαν να τους κάνει μάγια».
            «Δεν τους ενδιαφέρουν τα προβλήματα!» βρόντηξε ο άντρας που καθόταν απέναντί του. Ήταν αρκετά μεγάλος σε ηλικία παρά τα νεανικά χαρακτηριστικά του. Είχε κιτρινωπό δέρμα και έντονα ζυγωματικά, με ελάχιστη τριχοφυΐα να καλύπτει το πάνω χείλος του και τις γωνίες του στόματός του. Ο λαιμός του ήταν παχύς και σε τέλεια αρμονία με το σκληραγωγημένο και μυώδες σώμα του. Ήταν ντυμένος συνέχεια με μια κόκκινη φορεσιά και ένα γούνινο ένδυμα που τον κρατούσε ζεστό τις κρύες νύχτες. Ακόμα, κουβαλούσε πάντα τυλιγμένο στον καρπό του το φυλαχτό των Θεών του Ήλιου, έναν ασημένιο δράκο να γραπώνει μια ματωμένη λεπίδα.
«Πες μου, δάσκαλε, πότε ενδιαφέρθηκαν για τον πόνο και τις κακουχίες του δικού μας λαού; Νομίζεις πως βοήθησαν όταν μυριάδες μετανάστες ταξίδεψαν σε τούτη εδώ την πόλη για να βρουν καταφύγιο;! Προσέφεραν έστω και μια μπουκιά ψωμί όσο περίμεναν στο κρύο και στην παγωνιά;! Όχι! Στάθηκαν άπραγοι όταν εκείνος, αν δε σε έχει εγκαταλείψει ακόμα η μνήμη σου, έδωσε εντολή να σφραγιστούν οι πύλες και όσοι τολμούσαν να σκαρφαλώσουν τα τείχη, να εκτελούνται επιτόπου!» έφτυσε ευθύς στο πάτωμα με την απέχθεια να παραμορφώνει το πρόσωπό του και πήρε μια βαθιά ανάσα, σφίγγοντας τη γροθιά του από οργή. Η Τσιάν τον πλησίασε και του χάιδεψε τον ώμο γλυκά, μα εκείνος την έκανε πέρα και έστρεψε το βλέμμα του στον γέρο.
«Ο αδερφός μου και η οικογένειά του λούστηκαν με καυτό λάδι επειδή τόλμησαν να ζητήσουν δεύτερη μερίδα φαγητού για τα μωρά τους. Αλήτες και ψοφίμια τους αποκάλεσαν. Να φαγωθούν μεταξύ τους! Αυτό φώναζαν καθώς έχυναν το λάδι! Γελούσαν πάνω στα ουρλιαχτά τους» η ζωντανή ανάμνηση έφερε δάκρυα στα μάτια του, μα γρήγορα τα έκρυψε και το πρόσωπό του σκλήρανε. «Ο λαός μας απαίτησε καλύτερη μεταχείριση, και αυτοί του γύρισαν την πλάτη» η καρδιά του πονούσε από την αδικία και το μίσος. Για πόσο ακόμα θα βρισκόταν στο θρόνο ένα τέτοιο πλάσμα και για πόσο ακόμα το μαρτύριο των Βορείων θα συνεχιζόταν; Δεν είχε οικογένεια, σπίτι, κάποιο μέρος στο οποίο να ανήκει. Του τα είχε κλέψει όλα ο δαίμονας που ονομαζόταν Τζιάο. Ζητούσε εκδίκηση.
            «Ο φόβος είναι ισχυρό όπλο, Κίσε, και θα μάθεις πως όποιος φοβάται πάντα υποκλίνεται στον τύραννο και τον υπηρετεί. Δε σηκώνει το κεφάλι, για να μη χάσει έστω κι αυτά τα λίγα που έχει. Για να μη χάσει την ίδια του τη ζωή. Φέρε στο νου σου πόσοι συμπατριώτες σου γύρισαν την πλάτη, όταν εσύ φώναζες για δικαιοσύνη. Θυμήσου πόσοι έτρεμαν στην ιδέα να εναντιωθούν στον Αυτοκράτορα. Μα ο τρόμος δε φέρνει πίστη και σεβασμό. Το αντίθετο, διαλύει αυτές τις έννοιες» ο γέρος ρούφηξε την τελευταία γουλιά από το χαλαρωτικό ρόφημα και έγλειψε τα χείλη του με ευχαρίστηση.
«Ο Αυτοκράτορας θεωρείται Θεός και Δαίμονας. Από εκεί αντλεί τη δύναμή του, τον φόβο τον υπηκόων του. Βγάλε του τη μάσκα του Θείου και η ανθρώπινή του φύση θα γίνει γνωστή σε ολόκληρη την επικράτεια».
            Ο Κίσε χαμήλωσε το κεφάλι του βαστώντας γερά το ξεφτισμένο ύφασμα της πουκαμίσας του. Με βαριά καρδιά παραδέχτηκε πως τα λόγια του γερο-Ζιάν ήταν σωστά. Είχε κι άλλα να πει, κι άλλες αντιρρήσεις να φέρει, ενώ ο γέρος που καθόταν τόσο ήρεμα απέναντί του φαινόταν έτοιμος και με την καλύτερη διάθεση για να του ανταπαντήσει, και να τον ταπεινώσει μπροστά στα υπόλοιπα αδέρφια του. Μα σώπασε. Η σιωπή του σήμαινε απόλυτο σεβασμό και κατανόηση. Ήταν ήδη γνωστό πως πριν από αρκετά χρόνια, ο Ζιάν υπηρετούσε κάτω από τις διαταγές του ίδιου του Αυτοκράτορα. Είχε τον τίτλο του Στρατηγού και τον κουβαλούσε με τιμιότητα και αφοσίωση, ενώ οι ανώτεροί του τον είχαν στείλει στις χώρες του Βορρά, για να επιτηρεί και να διαλύει την οποιαδήποτε υπόνοια επανάστασης. Ο στρατός του είχε έρθει πολλές φορές αντιμέτωπος με τους επαναστάτες και ακόμη περισσότερες φορές είχε εκτελέσει με το δικό του χέρι κρατούμενους
˙ αθώους ανθρώπους που πάλευαν για τη σωτηρία και την αξιοπρέπειά τους. Μα όσο περνούσαν τα χρόνια, όσο επέβλεπε, γινόταν μάρτυρας των κακουχιών και της εξαθλίωσης στην οποία ήταν εξαναγκασμένοι να ζουν… να επιβιώνουν.
«Κανένας άνθρωπος δε γεννιέται μόνο και μόνο για να πεθάνει παλεύοντας για την επιβίωσή του. Έρχεται στον κόσμο ετούτο για να ζήσει και να χαράξει το δικό του μονοπάτι. Η επιβίωση δεν είναι παρά ένας αργός και μαρτυρικός θάνατος» τα λόγια αυτά είχαν χαραχθεί στην καρδιά του πρώην αξιωματικού και δε δίσταζε ποτέ να τα αναφέρει σε κάθε καινούριο μέλος της αδελφότητας.
            Όλοι σε εκείνο το μικρό και στενάχωρο δωμάτιο του χανιού θεωρούνταν αδέρφια. Τα ένωνε η ίδια πατρίδα, τα ίδια πιστεύω και ένας κοινός σκοπός: η ρήξη του Αυτοκράτορα. Ο γέροντας τους είχε συναντήσει στον Βορρά, όταν απαρνήθηκε τον τίτλο και τη θέση του. Οι περισσότεροι ήταν αιχμάλωτοι, τσακισμένοι σωματικά και ψυχικά˙ έτοιμοι να αφεθούν στη ζεστή αγκαλιά του θανάτου, μα το μένος και η εκδίκηση τους κρατούσε σε εγρήγορση. Ο Κίσε ήταν ο πρώτος και ο μεγαλύτερος της οργάνωσης. Τον μάζεψε από τους παγωμένους δρόμους, μεθυσμένο και άπλυτο, και του έμαθε τα πάντα για τη σοφία των Θεών του Ουράνιου Βασιλείου. Του δίδαξε πως να χρησιμοποιεί το μυαλό του και πως να αμύνεται με τα κατάλληλα όπλα στα χέρια του. Έγινε δάσκαλός του και εκείνος πήρε τον ρόλο του μαθητή. Έκτοτε δεν αποχωριζόταν ποτέ εκείνο το πέτρινο φυλαχτό και η ματιά του πάντα χαμήλωνε μπροστά στον μέντορά του.
            Επόμενος ήταν ο Μα, ένας κοντόχοντρος νεαρός μουσικός, ήδη στο εικοστό έτος της ζωής του, που χειριζόταν εξαίσια το φλάουτο και τα έγχορδα όργανα. Δούλευε σε κάποιο μπουρδέλο, ώσπου ο ιδιοκτήτης τον έδιωξε γιατί τα τραγούδια περί επανάστασης δεν άρμοζαν στο περιβάλλον εκείνο. Ήταν ήσυχο παλικάρι, δε μιλούσε πολύ, μα οι μελωδίες του ξεπερνούσαν τους καλύτερους δασκάλους και γεννούσαν ελπίδα. Είχε παρατηρήσει αρκετές φορές πως κατάφερνε να ξεγλιστρήσει από τα χέρια της Ασφάλειας χρησιμοποιώντας μονάχα τις έντονες και αξιοπερίεργες ικανότητές του στο τραγούδι. Η συνάντησή τους έμελλε να γίνει στην ίδια την Πρωτεύουσα κατά τη διάρκεια της μηνιαίας περιπολίας της Ασφάλειας. Ο Μα είχε παρατηρήσει μια γυναίκα να ζητά κατανόηση από τους φρουρούς, καθώς δε διέθετε τα χρήματα για τον φόρο. Η μεταχείριση της από εκείνους τον εξαγρίωσε αρκετά ώστε να τους προσφέρει τις υπηρεσίες του με τα επιθυμητά αποτελέσματα. Εκείνοι του επιτέθηκαν με φόρα και μένος, όμως ο νεαρός μουσικός τους ξέφευγε με ταχύτατες κινήσεις καθώς τραγουδούσε το παραδοσιακό ποίημα «Η Κόρη Κάτω Από Τα Άνθη Της Ροδακινιάς». Οι άντρες είχαν τρομοκρατηθεί από τη διαπεραστική φωνή και την ταχύτητα του, που έτρεξαν να σωθούν ντροπιάζοντας σε ολόκληρη την πόλη την Εγχώρια Ασφάλεια. Ο Μα δέχτηκε με μεγάλη χαρά να ακολουθήσει τον Ζιάν.
            Μετά, ακολουθούσε η Τσιάν Φεν. Το κορίτσι με τα ολόμαυρα μαλλιά και τα πράσινα μάτια προοριζόταν για παλλακίδα κάποιου πλούσιου εμπόρου και μεγάλου θεατρικού συγγραφέα. Οικογένεια είχε στον μακρινό Βορρά και για την κατάληξή της σε τούτη την περιοχή ευθυνόταν η μητέρα της. Προτιμούσε να προσφέρει την κόρη της ως ερωμένη στην αγκαλιά κάποιου πλούσιου άρχοντα, παρά να ζήσει και να πεθάνει σε τόσο νεαρή ηλικία. Όμως, σε τούτη την ιστορία, δεν την έσωσε ο Ζιάν από τη συμφορά, αλλά η ίδια το έσκασε κάποιο βράδυ, καθώς προτιμούσε να χαθεί, παρά να γίνει έρμαιο των αρρωστημένων ορέξεων των αγροίκων. Ταξίδευε για μέρες έως ότου έφτασε σ’ ένα ψαροχώρι. Στα σιχαμερά λιμάνια, που έζεχναν σάπιο ψάρι και κάτουρο, συναντήθηκε και με τον τελευταίο της αδελφότητας, τον Γουέι Σι, ο οποίος βρισκόταν στα ίχνη της οργάνωσης με σκοπό να ενταχθεί κι εκείνος. Ο Γουέι καταγόταν από τα βορινά χωριά, ενώ δεν είχε μοιραστεί με κανέναν το δικό του προσωπικό εφιάλτη, ούτε με την αγαπημένη του, Τσιάν. Μαζί ταξίδεψαν και εντόπισαν τον Ζιάν ο οποίος τους καλωσόρισε και τους ενέταξε στην οργάνωση, αναθέτοντας στον καθένα τους και από μια αποστολή. Στόχος ήταν το ξεκίνημα της επανάστασης˙ εκείνος ο εμφύλιος θα κατάπινε ολόκληρη την Ήπειρο, μα θα έδιωχνε και κάθε τι βρώμικο και μολυσμένο από πάνω της. Ο Κίσε εντάχθηκε στη φρουρά με μεγάλη επιτυχία, ο Μα παρέμεινε στο πλήθος ως πλανόδιος μουσικός, η Τσιάν εργαζόταν στο χάνι και ο Γουέι… εκείνος κατείχε τη χειρότερη θέση όλων.
     
Καθησυχάστηκε για λίγο.
      Ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν εκείνο το εκνευριστικό τραγούδι των γρύλων και το σύρσιμο των φυλλωσιών από τον αέρα. Κανένας θόρυβος δεν απειλούσε αυτήν τη γαλήνη. Ήταν μόνος και οι φρουροί σίγουρα θα είχαν ξεκινήσει την περιπολία από τη δυτική πλευρά. Κοίταξε κάθε γωνία, κάθε πλευρά και σπιθαμή του χώρου.
 
      Ήταν όντως μόνος.
      Έπειτα, άκουσε φωνές.
 
      Δίχως να σπαταλήσει χρόνο, κατευθύνθηκε προς την κεντρική αίθουσα όπου και έριξε το σώμα του στο έδαφος, γλιστρώντας κατευθείαν κάτω από ένα χαμηλό τραπέζι. Η απότομη του κίνηση προκάλεσε σχεδόν τη ρίψη ενός αντικειμένου, μα για καλή του τύχη, το βάζο παρέμεινε όρθιο και ανέγγιχτο. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή μέσα στο σκοτάδι και η απόλυτη σιωπή που είχε πνίξει το δωμάτιο επιδείνωνε την κατάστασή του. Κάλυψε το στόμα και τη μύτη με τα δυο του χέρια, για να μην ακουστεί η λαχανιασμένη του ανάσα, και τα μάτια του καρφώθηκαν προς τα έξω. Σκιές εμφανίστηκαν και η λάμψη μιας φλόγας, ενώ οι ψίθυροι δυνάμωναν. Η ομιλία δεν ήταν αρκετά καθαρή, μα μπορούσε να διακρίνει διάσπαρτες λέξεις όπως «μεγαλειότατος», «ζώα», «επανάσταση», «Γιορτή» και «γυναίκες» όπως και κάποιες βωμολοχίες που αρνιόταν να κρατήσει στη μνήμη του. Οι φωνές ήταν βαριές και η προφορά τους ανήκε στα χωριά των νοτιοδυτικών περιοχών: ένωναν μεταξύ τους λέξεις και έκοβαν απότομα τις καταλήξεις για να κερδίζουν χρόνο. Του φαινόταν σαν μια ξένη διάλεκτο όσες φορές και αν την άκουγε. Τότε, μια νέα, τέταρτη φωνή εμφανίστηκε από το πουθενά. Τα χαχανητά κόπηκαν απότομα και ένα γλοιώδες φτύσιμο συγκρούστηκε στο πάτωμα, το οποίο ακολούθησε μια φριχτή σιωπή. Οι φωνές τον εξαγρίωσαν και τον τρομοκράτησαν ταυτόχρονα. Τους διέταξε να συνεχίσουν την περιπολία με σοβαρότητα διαφορετικά εκείνος ο ίδιος θα επέβλεπε την ποινή τους. Ο Γουέι κατέβαλλε αρκετές προσπάθειες να θυμηθεί εκείνη την έντονη προφορά που ξεχώριζε στη συζήτηση. Φανερά, άνηκε σε κάποιον μεγάλο άνδρα, γύρω στην τέταρτη δεκαετία της ζωής του, ίσως και παραπάνω. Ανώτερος σε τάξη και ιεραρχία ανάμεσά τους.
 Η περιέργεια του τον ώθησε στο να συρθεί ελάχιστα προς τα έξω για να έχει πιο καθαρή εικόνα, μα όχι πολύ, ώστε να μην τον αντιληφθούν. Αδυνατούσε να διακρίνει την ολόσωμη φιγούρα του, όμως η πανοπλία τον πρόδωσε. Το καθαρό ασήμι άστραφτε κάτω από το φως του φαναριού το οποίο ζωντάνευε εκείνες τις χρυσές λεπτομέρειες που το διακοσμούσαν, ενώ το γεμάτο νεφρίτη θηκάρι του σπαθιού του φανέρωσε την ταυτότητά του. Έγειρε προς την αντίθετη πλευρά και κόλλησε την πλάτη του στον παγωμένο τοίχο. Κατάρες και βρισιές ξεχύθηκαν στο μυαλό του καθώς προτιμούσε χίλιες φορές την εικόνα ενός κολασμένου δαίμονα παρά αυτού του άνδρα. Εκείνος... ήταν ο ίδιος ο Διάβολος.  
      Όταν βεβαιώθηκε πως είχαν φύγει από το δωμάτιο και τον όροφο, ο νεαρός ξεπήδησε από την κρυψώνα του και έτρεξε προς το βόρειο τμήμα του ορόφου. Τα πράγματα φαίνονταν πιο επικίνδυνα από ό, τι πίστευε... από ό, τι πίστευαν όλοι στην οργάνωση. Ήταν χρέος και καθήκον του να τους ενημερώσει προτού η συμφορά τους χτυπούσε την πόρτα. Το σχέδιο τους έπρεπε να αλλάξει, ίσως και να αναβληθεί, καθώς η παρουσία αυτού του ατόμου ανέτρεπε τα πάντα. Αναλογιζόμενος αυτά, στάθηκε μπρος από ένα ψηλό ανοιχτό παράθυρο. Παραμέρισε τις κόκκινες κουρτίνες και ανέβηκε στο περβάζι έχοντας σκύψει ελάχιστα με φορά προς το κενό. Από κάτω βρισκόταν ο μεγαλοπρεπής κήπος και πιο συγκεκριμένα το τμήμα όπου ήταν φυτεμένα όλα τα αγκαθωτά λουλούδια που υπήρξαν ποτέ. Οι Θεοί του έπαιζαν τρελό παιχνίδι, τιμωρία ίσως για τα ψέματα του παρελθόντος. Κοντοστάθηκε για λίγο και παρατήρησε με περισσότερη επιμονή τα φυτά. Τα άνθη τους ήταν ζωγραφισμένα με πλουμιστά και ζωηρά χρώματα σαν να είχαν ξεπηδήσει από έργο κάποιου μεγάλου ζωγράφου, μα τα αγκάθια τους μπορούσαν να σου προκαλέσουν από φριχτούς πόνους έως και αργό θάνατο, καθώς μερικά από αυτά έσταζαν φαρμάκι. Το παιδί δάγκωσε το κάτω χείλος του και έφερε σε μια σειρά τις σκέψεις του. Προσευχήθηκε στους Θεούς του Ουράνιου Βασιλείου να τον προσέξουν και να μην τον εγκαταλείψουν παρά τα παραπτώματα του παρελθόντος. Στο κάτω κάτω, ό,τι έπραττε μέχρι τώρα το έκανε για το καλό όχι μόνο του δικού του λαού αλλά και ολόκληρης της Ηπείρου. Το αγκάθι που ονομαζόταν Τζιάο έπρεπε να τραβηχτεί από την πληγή, ώστε το τραύμα να επουλωθεί και η ζωή να κυλήσει όμορφα και γαλήνια.
 Έσκυψε προς τα μπρος, με τα χέρια του να κρατάνε σφιχτά το μαρμαρένιο πρεβάζι, και δίνοντας ώθηση στον εαυτό του, αφέθηκε στο κενό, επιτρέποντας στη βαρύτητα να τραβήξει με ευκολία το σώμα του προς το έδαφος.
      Αισθάνθηκε το βραδινό αγέρα να γδέρνει ευχάριστα το πρόσωπό του, ενώ οι λευκές πλαϊνές τούφες τον μαλλιών του ελευθερώθηκαν από τον στενό κλοιό στον οποίο τις είχε αιχμαλωτίσει με το υπόλοιπο σκούρο μαλλί του. Ένιωσε ελευθερία, λίγο πριν τα αντανακλαστικά του πάρουν τον έλεγχο. Αισθάνθηκε εκείνη τη λυτρωτική ελευθερία που φάνταζε πανέμορφη. Τα γόνατά του λύγισαν ενώ ο κορμός του ίσιωσε και με μία ελαφριά κίνηση πάτησε σε στερεό έδαφος, χωρίς να προκληθεί ο παραμικρός θόρυβος. Περήφανος για τον εαυτό του ακολούθησε το πέτρινο μονοπάτι και πήδησε πάνω από τα κάγκελα που χώριζαν τον κήπο με τη δυτική αυλή του παλατιού. Η περιπολία, για καλή του τύχη, είχε ήδη εισχωρήσει στο εσωτερικό του παλατιού, αφήνοντας την εξωτερική φύλαξη στη σκοπιά του Τείχους. Με σκυμμένο το σώμα του, βημάτισε προσεχτικά ώσπου έφτασε στο τείχος των ανακτόρων. Κόλλησε το σώμα του στην τραχιά πέτρα για να μην τον εντοπίσουν οι κοφτερές ματιές των φρουρών και έσυρε τον εαυτό του προς την έξοδο. Το βλέμμα του δεν έμενε ποτέ σε σταθερό σημείο. Οι κόρες των ματιών του έτρεχαν προς όλες τις κατευθύνσεις και αναζητούσαν διαρκώς τον οποιοδήποτε κίνδυνο. Ύστερα από αρκετή ώρα, έφθασε μπροστά από μία σχισμή. Έκανε ένα βήμα πίσω και η ματιά του υψώθηκε. Το τείχος ήταν τουλάχιστον δέκα μέτρα ψηλό και ο γκρεμός από την άλλη πλευρά ξεπερνούσε τα είκοσι σε βάθος. Είτε θα κατάφερνε να ανέβει χωρίς να σπάσει κανένα πολύτιμο μέλος του σώματός του και θα είχε να αντιμετωπίσει την άβυσσο από την αντίθετη πλευρά, ή θα πέθαινε άδοξα στην προσπάθεια του να προειδοποιήσει τους συντρόφους του. Έτριψε τα χέρια του καλά πάνω στο πανωφόρι του και πιάστηκε από τα πετρώματα του πελώριου κτίσματος. Έσυρε το σώμα του πιο ψηλά και με ένα άλμα πιάστηκε σε ένα δύσβατο εξόγκωμα. Το πόδι του στερεώθηκε σε μια σχισμή δίνοντάς του παραπάνω ώθηση για να προχωρήσει προς την κορυφή. Συχνά συναντούσε αντίσταση από τον ίδιο του τον εαυτό. Ο φόβος ήταν ο μεγαλύτερός του αντίπαλος, μα το πείσμα τον κρατούσε σταθερό και προσεκτικό. Ωστόσο, όσο το υψόμετρο μεγάλωνε, τόσο περισσότερα εμπόδια έβρισκε. Ο άνεμος ήταν ανελέητος εκεί ψηλά και οι τούφες των μαλλιών του έμπαιναν μπροστά στα μάτια του, μετατρέποντας αυτή του την προσπάθεια σε άθλο. Η όρασή του είχε ελαττωθεί, αισθανόταν το σώμα του να το παρασέρνει ο μανιασμένος άνεμος. Μα ήταν τόσο κοντά. Ένα άλμα ακόμα και θα τα κατάφερνε. Ελευθέρωσε το πόδι του και το άφησε να κρέμεται στο κενό, ενώ ο ίδιος χαλάρωσε το κορμί του και του επέτρεψε να παρασυρθεί από τον αγέρα. Μια και δυο ταλαντεύθηκε και πήδησε στο πλάι για να πιαστεί από ένα σχεδόν σαπισμένο πάσσαλο. Τον αγκάλιασε με τα δυο του χέρια, μα το δέρμα της παλάμης του σκίστηκε κατά την προσπάθεια να γραπωθεί. Ο πόνος ήταν έντονος και ο Γουέι έχασε την ισορροπία του με αποτέλεσμα να γλιστρήσει και άτσαλα να στηριχθεί σε ένα άλλο, πιο μικρό, εξόγκωμα του τείχους. Το αίμα που ανέβλυζε από την πληγή σε συνδυασμό με τον οξύ πόνο της παλάμης του δυσκόλευε αρκετά την αποστολή που είχε αναλάβει. Με το μικρό ατύχημα έχασε αρκετό ύψος και ήδη είχε αρχίσει να κουράζεται. Κρατήθηκε γερά με το ένα χέρι και το άλλο, το λαβωμένο, το κοίταξε προσεκτικά. Τα δάχτυλά του λύγισαν και έκλεισαν την παλάμη σε μια δυνατή γροθιά, εντείνοντας τον πόνο και την οργή του. Θα τα κατάφερνε!
      «Είσαι σίγουρη πως θα τα καταφέρει;» κοίταξε την Τσιάν με αβεβαιότητα ενώ καθόταν σχετικά ήρεμος στη θέση του. Ο Γουέι είχε καθυστερήσει αρκετά, μα όλοι ήξεραν πως το να φύγει κάποιος από το παλάτι κρυφά ήταν άθλος.
      «Είναι ικανός και το πείσμα καίει την ψυχή του» ανταπάντησε εκείνη δίχως να κοιτάξει τον μεγαλύτερο της αδερφό. Η ανησυχία την κρατούσε ξύπνια και αναστατωμένη. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά στο άκουσμα του ονόματός του, και έφτανε σε σημείο να εκραγεί όποτε τον αντίκριζε. Ο Κίσε χασκογέλασε και κούνησε το κεφάλι του απογοητευμένος.
      «Είναι μονάχα ένα παιδί. Ένα μικρό παιδί που πιστεύει πως μπορεί να αλλάξει τον κόσμο».
      «Μα για αυτό δεν παλεύουμε; Για να αλλάξουμε την τύχη τη δική μας και του λαού μας!»
      «Εσείς… εγώ ζητάω… άλλα…» μονολόγησε και την πλησίασε. «Εγώ θέλω να πληρώσει με το ίδιο του το αίμα. Θέλω να ουρλιάζει και να ζητάει έλεος» τα βήματά του τον έφερναν πιο κοντά, ενώ εκείνη προσπαθούσε να τον αποφύγει πισωπατώντας. Ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας του Κίσε πάντα την προβλημάτιζε. Η ψυχή του είχε τραυματιστεί από τα μαρτύρια που είχε δει με τα ίδια του τα μάτια˙ η οικογένεια του σφαγιάστηκε και εκείνος δεν μπορούσε να το σταματήσει. Ο θυμός και το μίσος είχαν φωλιάσει μέσα του. Μα εκείνη τη στιγμή, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που βρίσκονταν τόσο κοντά ο ένας με τον άλλον, διέκρινε στα μάτια του μια φλόγα να καίει˙ μια φλόγα που την τρόμαζε.
      «Είσαι οργισμένος… Όλοι είμαστε… Μα ξέρω πως θες ένα διαφορετικό μέλλον» του είπε γλυκά και χαμογέλασε, ώσπου η πλάτη της ήρθε σε επαφή με τον τοίχο. Η παλάμη του χεριού του χτύπησε άγρια τον παγωμένο τοίχο, μόλις μερικά εκατοστά μακριά από το πρόσωπό της.
      «Που να πάρει η ευχή, Τσιάν!» έτρεμε ολόκληρος, «στο υπόσχομαι, ακόμα κι αν είναι γραφτό να πεθάνω, θα τον πάρω μαζί μου…» χαμήλωσε το βλέμμα του, ενώ η κοπέλα είχε μείνει ακίνητη, φοβισμένη από τα λόγια του. Το χέρι του υψώθηκε και ακούμπησε το απαλό μάγουλό της. Δεν υπήρχε καμιά ατέλεια στο πρόσωπό της, κανένα ψεγάδι. Ήταν πανέμορφη και αυτή η ομορφιά τον τρέλαινε κάθε λεπτό της ημέρας. Πώς μπορούσε, λοιπόν, να αγαπά έναν ανόητο; Πώς μπορούσε να προσφέρει την πολύτιμή της αγάπη σε κάποιον σαν τον Γουέι; Το ερώτημα αυτό του έκαιγε τα σωθικά, μα έτρεμε την απάντηση που θα έπαιρνε.
      «Κ- Κίσε;» τα μάτια της είχαν μείνει ορθάνοιχτα και το σώμα της είχε καμπουριάσει από άμυνα.
      «Δεν καταλαβαίνεις…» ξεκίνησε να ψιθυρίζει, μα η πόρτα τον διέκοψε. Λαχανιασμένος εισέβαλλε στο δωμάτιο ο Μα. Οι δύο σύντροφοι τον κοίταξαν με αγωνία, περιμένοντας τα νέα που είχε να τους μεταφέρει.
      «Μα τους Θεούς! Αλίμονο! Αλίμονο!» ξέσπασε οργισμένος και η Τσιάν απομάκρυνε βίαια τον Κίσε. «Συνέλαβαν τον Γουέι!»

     
 Χριστίνα Ξενάκη