Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

31.7.19

Το αηδόνι του αυτοκράτορα (Κεφάλαιο 3) - "Η γιορτή των γιασεμιών" (Μέρος 4)

Οι δρόμοι είχαν γεμίσει με πλανόδιους πωλητές, παιδιά που έτρεχαν πέρα δώθε κρατώντας ψάθινα καλάθια και στολίζοντας τους δρόμους με πέταλα φρέσκων λουλουδιών. Πολλές φορές, εκείνα τα μικρά διαβολάκια με τα υπέροχα πολύχρωμα ρούχα τους κυνηγούσαν το ένα το άλλο, μπαίνοντας μπροστά στα βήματα πολλών περαστικών και σκορπίζοντας ταραχή και χάος. Μα κανένας δεν παραπονιόταν και δεν οργιζόταν. Τα αθώα τους γέλια γέμιζαν την ατμόσφαιρα και μαλάκωναν τις καρδιές. Η Γιορτή των Γιασεμιών είχε ευφράνει τις ψυχές όλων.

            Το νεαρό Αηδόνι χαμογέλασε καθώς η ματιά του βρισκόταν μονίμως έξω από το παράθυρο του σκουρόχρωμου αμαξιδίου που τους είχε μεταφέρει στην καρδιά της πόλης. Ο Γυ καθόταν δίπλα του έχοντας λαγοκοιμηθεί. Το πρόσωπο του παλικαριού άστραφτε από ενθουσιασμό, ενώ το χαμόγελο είχε αποκτήσει μια μόνιμη θέση στα χείλη του. Δεν ήταν η πρώτη φορά που αντίκριζε όλον αυτόν τον κόσμο, ή που άκουγε τις μελωδίες από τα παραδοσιακά φλάουτα και τύμπανα. Ούτε τα παιδιά που παίζανε μεταξύ τους του είχαν προκαλέσει ιδιαίτερη εντύπωση. Το βλέμμα του σηκώθηκε ψηλά και έπειτα περιπλανήθηκε στα κτίρια. Οι μάντρες, τα μπαλκόνια, τα ίδια τα κτίσματα, από τα απλά μαγαζιά έως και τις κατοικίες, ήταν διακοσμημένα με πολύχρωμα φανάρια και πλεχτά στεφάνια από γιασεμιά και αζαλέες. Δεν υπήρχε αυλή που να μην ξεχωρίζει με τα ποικίλα χρώματά της, ή είσοδος σπιτιού που να μην καλοδεχόταν τους καλεσμένους με όμορφα στολίδια. Δεκάδες άνδρες έστεκαν σε σκάλες, σχεδόν σε κάθε γωνιά των δρόμων, και σκαρφάλωναν στις ψηλές κολώνες για να τις μπογιατίσουν στα εύθυμα χρώματα που είχε διατάξει ο Αυτοκράτορας: ένας συνδυασμός απαλού κόκκινου με εκείνο του έντονου βιολετί και μερικές ατίθασες σπίθες λευκού και χρυσού. Ακόμα, μεταξωτά υφάσματα απλώνονταν από άκρη σε άκρη, ενώ πανέρια με ευχές για μια ήπια και όμορφη εποχή κρέμονταν από παντού. Το Αηδόνι έμεινε έκπληκτο από τις εργασίες που εκτελούνταν και την αφοσίωση του κόσμου. Όντως, η Γιορτή ήταν μεγίστης σημασίας για τον λαό της Ηπείρου, πόσο μάλλον για τον ίδιο τον Αυτοκράτορα. Όλα έπρεπε να βρίσκονται στην εντέλεια. Όλοι και όλα. Του ήταν απολύτως λογικό μα και πάλι… η έντονη ανάγκη για αυτή την τελειότητα που εξέπεμπαν όλοι οι πολίτες κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών τον είχε αφήσει άναυδο. Ήθελε να παρακολουθήσει, να δει από κοντά και ίσως να προσφέρει τη δική του βοήθεια… όποια κι αν ήταν αυτή.
            Η άμαξα σταμάτησε ύστερα από παρότρυνση του Γυ. Οι δύο φρουροί κατέβηκαν και άνοιξαν τις πόρτες και από τις δυο μεριές, περιμένοντας αγέρωχα να κατεβούν οι δύο φιλοξενούμενοι του Αυτοκράτορα. Ο γέρος τέντωσε το ηλικιωμένο του κορμί προκαλώντας ένα ικανοποιητικό τράνταγμα στις κλειδώσεις του. Ύστερα, υποκλίθηκε στους δύο άντρες και τους έδωσε οδηγίες να επιστρέψουν στο παλάτι, καθώς είχε σκοπό να χαζέψει την πόλη σχεδόν όλο το μεσημέρι. Δε θα ήθελε να τους είχε να περιμένουν για ώρες, μα ούτε και να βρίσκονται μέσα στα πόδια του. Ήταν ίσως η μοναδική φορά που το Αηδόνι συμφωνούσε απόλυτα με τις αποφάσεις του Γυ. Οι δύο άντρες ανέβηκαν στην άμαξα και πήραν τον δρόμο του γυρισμού, δίχως να αρθρώσουν την οποιαδήποτε αντίρρηση.
 «Μπελάδες… μόνο μπελάδες θα μου προκαλούσαν» μονολόγησε φωναχτά, μα ο προστατευόμενός του είχε ήδη απομακρυνθεί, μαγεμένος καθώς ήταν από το τοπίο.
«Από ό,τι φαίνεται, δε θα ‘ταν οι μόνοι» κούνησε το κεφάλι του απογοητευμένος και ελάχιστα οργισμένος τη στιγμή που παρακολούθησε το Αηδόνι να χάνεται μέσα στον όχλο. Με βήματα αργά ξεκίνησε να περιπλανιέται τριγύρω. Ο κόσμος είχε ξεχυθεί στους δρόμους και προσέφερε ό,τι μπορούσε. Οι σοδειές ήταν γεμάτες και πλούσιες με φρούτα και λαχανικά. Τα βουνά είχαν πλημυρίσει από μοσχοβολιστά και θαυματουργά βότανα, και οι λίμνες και τα ποτάμια αποτελούσαν καταφύγια χιλιάδων ψαριών. Όλοι έτρεχαν να ψωνίσουν φρέσκα προϊόντα ανεξάρτητα των υψηλών τιμών τους. Ο γέρος άφησε ένα μικρό γελάκι να αποδράσει από τα ξηρά του χείλη και συνέχισε τον περίπατο. Πιο πέρα, στα περίπτερα των τεχνιτών, οι δημιουργοί είχαν δώσει τον καλύτερό τους εαυτό: γλυπτά σμιλευμένα από μάρμαρο και άλλα από λαμπερό νεφρίτη, τα οποία με κάθε ματιά ζωντάνευαν μπροστά σου. Οι φιγούρες αναπαριστούσαν τον ίδιο τον Αυτοκράτορα, ή τη Μητέρα του. Ακόμα, ολόχρυσοι δράκοι πλασμένοι με ευλάβεια έσπερναν τον θαυμασμό σε κάθε περαστικό. Πορσελάνινα σερβίτσια τραβούσαν την προσοχή κάθε νοικοκυράς που επιθυμούσε να έχει στην κατοχή της την καλύτερη ποιότητα. Φυσικά, δεν έλειπαν και τα χειροποίητα φυλαχτά από τους ναούς. Εκείνα δεν ήταν κατασκευασμένα από χρυσάφι ή από ασήμι και δεν είχαν υπέροχες μορφές. Ξύλο και φύλλα ήταν η βάση τους, δεμένα μεταξύ τους με ιερό σχοινί, όλα ευλογημένα από τους αρχιερείς. Ο Γυ στάθηκε μπροστά από έναν πάγκο και χάζεψε τα διάφορα φυλαχτά με μεγάλο ενδιαφέρον. Ο μοναχός τον παρακολουθούσε με ευχαρίστηση και τον παρότρυνε να αγοράσει κάποιο, καθώς θα έδιωχνε τα κακά πνεύματα και την κακοτυχία από τη ζωή του. Ο Γυ χασκογέλασε. Θα χρειαζόταν κάτι παραπάνω από ξερά χόρτα για να γλυτώσουν την ψυχή του από το σκοτάδι. Αρνήθηκε ευγενικά την προσφορά και απομακρύνθηκε, ακολουθώντας μια ευχάριστη μυρωδιά. Ελάχιστα μέτρα πιο χαμηλά, είχαν μαζευτεί οι μάγειροι με τις κατσαρόλες και τα τηγάνια να προσκαλούν του περαστικούς σε γαστρονομικές ακολασίες. Αισθάνθηκε τη μύτη του να τον γαργαλάει χαρούμενα όσο πλησίαζε. Ήδη είχε ξεκινήσει να φαντασιώνεται το καυτό ρύζι, περιλουσμένο με λαχταριστό ζωμό βοδιού και σοταρισμένα λαχανικά ψιλοκομμένα σε καραμελένιους κύβους. Η κάθε μπουκιά και ένα βήμα πιο κοντά στον παράδεισο! Ή μήπως να διάλεγε ψητό στήθος πάπιας με σάλτσα σόγιας και κρασιού ρυζιού; Μα, και η ζεστή σούπα ζυμαρικών με ψάρι φαινόταν απίστευτα νόστιμη. Τόσες επιλογές… τα μάτια του είχαν δακρύσει από τη λαχτάρα και ένιωθε να τρέμει. Ο μάγειρας του προσέφερε μια κούπα με σούπα και μία μικρότερη γεμάτη με κρασί. Ο γέρος άπλωσε τα τρεμάμενα του χέρια, έτοιμος να ικανοποιήσει τη διαβολεμένη του όρεξη, όταν κάποιοι ανίδεοι τον σκούντησαν καθώς έτρεχαν.
             «Κοίτα τους όλους πως τρέχουν σαν πανικόβλητοι!» σχολίασε και για μια στιγμή συνειδητοποίησε πως ο προστατευόμενος του δε βρισκόταν κοντά του. «Θεοί» μονολόγησε με πόνο και αρνήθηκε την προσφορά του μάγειρα. Έριξε μια τελευταία ματιά στο φρέσκο φαγητό που αποχαιρετούσε και γύρισε την πλάτη του γρήγορα, κατηφορίζοντας το μονοπάτι. Το Αηδόνι ξεχώριζε εύκολα μέσα στο πλήθος με την πολύχρωμη φορεσιά του, αν και δυσκολεύτηκε στην αρχή να προσπεράσει τον όχλο, σύντομα τον εντόπισε και βημάτισε δίπλα του σαν να μην τον είχε χάσει ποτέ.
«Η γιορτή ήδη έχει ξεκινήσει» σχολίασε ακούγοντας τα τύμπανα να δυναμώνουν ολοένα και περισσότερο. «Κάτι μου λέει πως το τέλος θα είναι… φαντασμαγορικό!» τελείωσε θριαμβευτικά και ξέσπασε σε δυνατά γέλια. Το Αηδόνι τον παρακολούθησε με ένα κρυφό χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη του. Ήταν γεγονός πως τις περισσότερες φορές ο Λιου του συμπεριφερόταν σαν να ήταν κοινός υπηρέτης, μα κάθε φορά που τον έβλεπε να γελά με την καρδιά του, αισθανόταν ευτυχισμένος.
            «Είσαι τυχερός που ο Αυτοκράτορας σε κάλεσε να σταθείς δίπλα του το βράδυ. Αρκετά βολικό θα έλεγα. Διαφορετικά, θα έπρεπε να του το προτείνω εγώ και η ντροπή θα ήταν πολύ μεγάλη, καταλαβαίνεις» ξεκίνησε να εξηγεί ο Γυ, μα το Αηδόνι είχε απορροφηθεί από μια ομάδα ταχυδακτυλουργών που διασκέδαζαν τους περαστικούς με μαγικά και ακροβατικά. Η ομάδα αποτελούταν από τέσσερα κορίτσια που πετούσαν στο αέρα επιδέξια μεταλλικές μπάλες ποικίλων μεγεθών και χρωμάτων, ένα παλικάρι στην ηλικία του περίπου, με τρεις λεπίδες σε κάθε χέρι να χορεύουν επιδέξια ανάμεσα από τα δάχτυλά του, ένα ζευγάρι διδύμων να προκαλούν οφθαλμαπάτες στα ανυποψίαστα θύματα και έναν μεγαλύτερο σε ηλικία άντρα που κρατούσε με γυμνό χέρι μια ολάκερη φλόγα. Το παλικάρι βημάτισε αργά αργά - αποσβολωμένος - προς την παράσταση, ενώ ο Λιου καταράστηκε κάτω από την ανάσα του την ώρα και τη στιγμή που τον έφερε μαζί του σε τούτο τον περίπατο. Έτρεξε ξωπίσω του με απώτερο σκοπό να τον συνεφέρει και να τον απομακρύνει, μα εκείνος απλά είχε χαθεί στη μαγεία μπροστά του.
            «Πριν από πολλούς αιώνες…» ξεκίνησε να λέει ο άνδρας με το παχύ μούσι και τα σκοτεινά χαρακτηριστικά, «οι δαίμονες τις Τέταρτης Διάστασης εισέβαλαν στον κόσμο μας…» τελείωσε τη φράση του και μέσα από την παλάμη του βγήκε παχύς καπνός.
 «Ο Μεγάλος Πεφωτισμένος Αυτοκράτορας Χιαν συγκέντρωσε όλα τα στρατεύματα από κάθε χώρα της Ηπείρου και αντιμετώπισε τους Διαβόλους των Κολάσεων » ο καπνός ξεχύθηκε μπροστά από το πλήθος που τον παρατηρούσε και με μια του ανάσα διαλύθηκε σαν ομίχλη. Εμφάνισε, ύστερα, το δεύτερο χέρι από το οποίο γεννήθηκε μαύρη πεινασμένη φλόγα που γεννούσε κι άλλες όσο ανέπνεε.
«Η Μάχη της Κοιλάδας Των Χιλίων Άστρων. Ο χρόνος είχε παγώσει και η μάχη διήρκησε για εβδομάδες, μήνες, χρόνια! Οι δαίμονες ήταν πιο δυνατοί και το σκοτάδι που κουβαλούσαν μέσα τους υπερτερούσε του φωτός που κατείχε ο Χιαν» η φωνή του χαμήλωσε αρκετά ενώ και ο ίδιος σκυθρώπιασε σαν να μοιραζόταν ένα μυστικό «Ο δαίμονας Τσκε Σι εξαπέλυσε τη μαύρη του μαγεία και λάβωσε θανάσιμα τον Άρχοντα. Η κοιλάδα βυθίστηκε σε απύθμενο σκοτάδι και τα άστρα όλα έσβησαν. Είχε έρθει το τέλος» η μαύρη φλόγα εξερράγη προκαλώντας την έκπληξη και τον τρόμο των θεατών. Πέντε φιγούρες ντυμένες με μαύρα ρούχα και φοβερές μάσκες στα πρόσωπά τους εμφανίστηκαν από πίσω του. 
«Μα οι Θεοί δε θα επέτρεπαν ποτέ την επέλαση των Δαιμόνων στον κόσμο των θνητών. Έπρεπε να κρυφτούν και να συνεχίσουν το σχέδιο τους δίχως να κινήσουν την προσοχή των Ουράνιων Αρχόντων» τα ‘Δαιμόνια’ άρχισαν να πλησιάζουν το πλήθος. Κάλυψαν τα προσωπεία με το ένα τους χέρι και με μια κραυγή χοροπήδησαν προς τα πίσω, ενώ οι μάσκες τους είχαν αλλάξει μονομιάς μορφή. Τα χρώματα έγιναν πιο σκούρα, τα κέρατα που προεξείχαν εξαφανίστηκαν και τα ζωγραφισμένα χαρακτηριστικά τους υιοθέτησαν μια πιο ανθρώπινη μορφή.
«Πήραν τη δική μας μορφή με σκοπό να ξεγελάσουν τους Θεούς μα και εμάς τους ίδιους… Με σκοπό να τους παραδοθούμε» οι τέσσερεις φιγούρες χωρίστηκαν σε δυο ζεύγη και στάθηκαν πλάι, όταν ένας νεαρός από την ομάδα έβγαλε τη μάσκα του και το πρόσωπο που εμφανίστηκε ήταν ολόιδιο με εκείνο του Αυτοκράτορα.
«Σφετεριστές και βασανιστές! Τύραννοι και Δολοφόνοι!» φώναζε με βροντερή φωνή ο άνδρας, καθώς ο νεότερος απλά μιμούταν τέλεια τις κινήσεις του μεγάλου Άρχοντα. Κανείς δεν τόλμησε να αντιδράσει.
            «Μεγάλο λάθος…» ψιθύρισε σιωπηλά ο Γυ και τράβηξε το Αηδόνι προς τα πίσω, ενώ ποδοβολητά και χλιμιντρίσματα αλόγων τρομοκράτησαν του πάντες.
            «Διαλύστε αμέσως αυτή την παράσταση!» διέταξαν οι φρουροί και ο λαός διαλύθηκε για να μη βρεθεί στα μπουντρούμια.
            «Δεν έχετε το δικαίωμα να παρεμβαίνετε!» στάθηκε μπροστά ο μαυροφορεμένος άνδρας και τον πλησίασαν τα υπόλοιπα μέλη «Θέλουμε πολύ απλά να διασκεδάσουμε τον κόσμο!»
            «Το περιεχόμενο της παράστασης θεωρείται υβριστικό προς το πρόσωπο – » ένα χέρι ακούμπησε τον ώμο του φρουρού, ο οποίο σώπασε στην εικόνα του ανωτέρου του. «Διοικητή Φενκ…» προσφώνησε χαμηλόφωνα και στάθηκε στο πλάι. Προς μεγάλη έκπληξη όλων, ο Φενκ πλησίασε τον ταχυδακτυλουργό και ξεκίνησε ένα αργό χειροκρότημα.
            «Υπέροχη παράσταση και άκρως εκπαιδευτική ομολογώ» ένα χαιρέκακο χαμόγελο χάραξε το πρόσωπό του.
            «Βρίσκεις;» αμφέβαλλε με θράσος και αγένεια.
            «Μα φυσικά! Μέσα στην καρδιά της πόλης, την πρωτεύουσα της Ηπείρου, κάτω από τη στέγη του Αυτοκράτορα κάποιος τολμά το αδιανόητο, δίχως να φοβάται τις συνέπειες. Οι ατρόμητοι πάντα έχουν τον σεβασμό μου» τελείωσε τη φράση του και υποκλίθηκε βαθιά, δίχως κάποιο ίχνος ειρωνείας. Έπειτα γύρισε το βλέμμα του και κοίταξε κατευθείαν τον Γυ και το Αηδόνι που παρακολουθούσαν.
            «Κύριοι, με έστειλε ο μεγαλειότατος για να σας μεταφέρω πίσω στο παλάτι με απόλυτη ασφάλεια. Η ώρα πλησιάζει για το μεγάλο γεγονός και πρέπει να ετοιμαστείτε» ανέβηκε πάνω στο ολόλευκο άλογό του και έκανε νόημα να του φέρουν τον καφετί ίππο για τους δυο φιλοξενούμενους.
«Θα χρειαστείτε κάποια βοήθεια;» ρώτησε τον Γυ ο οποίος του χαμογέλασε και με δυο αέρινες κινήσεις καβαλίκεψε το άλογο. Τέντωσε το χέρι του ύστερα, και τράβηξε τον προστατευόμενο του προς τα πάνω, ο οποίος κάθισε πίσω του με κάποια δυσκολία.
Ο Φενκ χαμογέλασε για ακόμα μια φορά, απολαμβάνοντας την επίδειξη ευελιξίας του γέρου. Δίχως να χάσει χρόνο, διέταξε τους άνδρες του να συνεχίσουν την περιπολία όσο εκείνος θα επέστρεφε στο παλάτι.
           

Χριστίνα Ξενάκη