Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

15.7.19

Τιμωρημένος και από τους δύο κόσμους (Κεφάλαιο 4) - "Χλωμό φεγγάρι"

Δεν μπορούσε να καταλάβει σε ποια εποχή βρισκόταν. Εάν ήταν καλοκαίρι ή χειμώνας. Δεν  μπορούσε να αισθανθεί τίποτα απολύτως. Η όραση του είχε θολώσει. Έβλεπε συνέχεια σκιές, πότε πιο πυκνές και πότε να αναφαίνονται. Το στόμα του ήταν ξερό, στεγνό. Είχε διαγραφεί από τη μνήμη του η τελευταία φορά που μάσησε κάτι.

      «Σου έχω έτοιμο το γεύμα σου», της είπε, κάνοντας μία υπόκλιση όλο χάρη.
      Εκείνη γύρισε να δει στο πλάι και αντίκρισε ένα μεγάλο σιδερένιο κλουβί με έναν παγιδευμένο άντρα μέσα. «Είναι ζωντανός; τον ρώτησε.
      «Αλίμονο». Της απάντησε, χαμογελαστός. «Δεν θα σου έδινα ότι και ότι».
      «Πού τον βρήκες;» τον ρώτησε, πλησιάζοντας προς το κλουβί.
«Μυστικά του επαγγέλματος». Της απάντησε, παρακολουθώντας τις κινήσεις της. «Σου αρέσει;» τη ρώτησε, λες και επρόκειτο για την αγορά κάποιου ρούχου.
      «Έχω ακούσει πολλά για εσένα» απευθύνθηκε στον άντρα. «Ποτέ δεν περίμενα να σε δω σε αυτή τη κατάσταση», συνέχισε να του λέει. «Μοιάζει σχεδόν νεκρός», σχολίασε, συνεχίζοντας να κοιτάζει τον άντρα μέσα στο κλουβί.
      «Η αλήθεια είναι πως είναι στα όρια», της απάντησε. «Το παράκανα λιγάκι. Το ομολογώ. Αλλά, είναι γλυκοαίματος ο άτιμος. Τέτοιο νόστιμο αίμα, είχα καιρό να γευτώ». Μιλούσε, εκφράζοντας την ευχαρίστηση του.
      «Η κόρη του;» τον ρώτησε.
«Κάπου στα χαμένα», της απάντησε. «Μην ανησυχείς, δεν κινδυνεύουμε από αυτή».
«Τη θέλω», του είπε.
«Αλίμονο, σε τι μπορεί να σου φανεί χρήσιμη;» Γέλασε. «Είναι ένα επτάχρονο κοριτσάκι».
      «Εξαιτίας σου», του είπε, ξεκινώντας του μία λεκτική επίθεση. «Θέλω να την βρεις και να την επαναφέρεις».
      «Με πρόσβαλε», της είπε. «Φρόντισα να πάρει το μάθημα της».
«Τη θέλω», του είπε εκείνη έντονα. «Ψάξε, βρες την και φερ’ την ζωντανή και άθιχτη».
      Ο άντρας δυσανασχέτησε. Κάθισε στην καρέκλα-θρόνο, που ήταν λίγο πιο δίπλα από το κλουβί.
      Η γυναίκα τον πλησίασε. «Τη θέλω», του είπε λίγο πιο ελκυστικά. «Τη θέλω», επανέλαβε, καθισμένη πάνω στα πόδια του.
      Ο άντρας γύρισε το βλέμμα του αλλού, προσπαθώντας να αντισταθεί στην ερωτική έλξη που αισθανόταν για εκείνη. Την έσπρωξε να σηκωθεί από την αγκαλιά του. «Μην το ξαναπείς», της είπε, πριν προλάβει εκείνη να ξαναμιλήσει. «Ξέχασε το».
      Η γυναίκα νεύριασε, με το πρόσωπο της να χλομιάζει ακόμα περισσότερο, τα μάτια της έγιναν τελείως άχρωμα. Είχε χάσει τον έλεγχο των νεύρων της. Έβγαλε μία κραυγή, για να ξεσπάσει.   Εκείνος, ατάραχος, την παρακολουθούσε. «Ηρέμησε», της είπε.
«Θέλω τη μικρή». Του είπε εκείνη, όσο πιο ήρεμα μπορούσε.
«Σου έχω τον πατέρα…» ξεκίνησε, δείχνοντας προς το κλουβί.
«Στην κατάσταση που είναι, δεν μου χρησιμεύει σε τίποτα». Του είπε εκείνη.
      «Έτσι φαίνεται», της είπε πονηρά εκείνος. «Αν τον χρησιμοποιήσεις σωστά…».
      «Και να τον μεταμορφώσω, πάλι το ίδιο αποτέλεσμα θα έχει», τον διέκοψε εκείνη.
      «Λούνα, χλωμό μου φεγγάρι…» της είπε τρυφερά. «Πληγή του φωτός σ’ έναν εχθρικό ουρανό. Κάνε τα πράγματα να συμβούν για εμένα», της είπε με πάθος.
      Εκείνη χαμογέλασε νευρικά. «Σοβαρέψου Λάουντ», του είπε σοβαρά. «Δεν υπάρχει περίπτωση να μείνω μαζί σου».
      «Πάντοτε για εσένα θα είμαι μία εκμετάλλευση», της είπε, δείχνοντας πληγωμένος.
      Η Λούνα γελούσε, κουνώντας το κεφάλι της. «Λάουντ, δεν θα πάψεις να είσαι γελοίος».
      Με ένα άλμα βρέθηκε μπροστά της, πιάνοντάς την σφιχτά από το λαιμό, τη σήκωσε ψηλά, με τα μάτια του να κοιτάζουν βαθιά μέσα στα δικά της. «Μπορώ να σε σπάσω», της είπε, πιέζοντάς την ακόμα περισσότερο. «Μπορώ να σε διαλύσω».
      «Δεν  μπορείς». Ανταποκρίθηκε εκείνη, κουνώντας το στόμα της με το ζόρι. «Το ξέρεις… ότι δεν  μπορείς», κατάφερε να προφέρει, με την αναπνοή της να κόβεται.
      Την πέταξε με δύναμη στο έδαφος. Απότομα έστρεψε τη προσοχή του στον άντρα μέσα στο κλουβί, όρμησε βγάζοντας μία κραυγή και ύστερα ξέσπασε σε νευρικό γέλιο. Η πλήρης παράνοια τον είχε περικυκλώσει. Σχεδίαζε αιώνες την μεγάλη επιστροφή του Αφέντη του. Είχε καταφέρει να γίνει ο φόβος και ο τρόμος. Αλλά είχε αποτύχει να πάρει με το μέρος του το μοναδικό σύμμαχο που επιθυμούσε αληθινά. Πάντοτε κατέληγε υποταγμένος σε εκείνη. Όσο και να προσπαθούσε, δεν  κατάφερνε να την έχει στο πλάι του. Είχε χάσει την υπομονή του, δεν άντεχε άλλο αυτή τη προσμονή και την απόρριψη.
      «Δεν  θέλω να είμαι εχθρός σου», της είπε σοβαρά.
«Είσαι ήδη εχθρός μου». Του είπε εκείνη, βρίσκοντας σταδιακά τις δυνάμεις της.
      Ανέκτησε την ψυχραιμία του. Κοιτάζοντάς την μ’ ένα πονηρό χαμόγελο, έκατσε στον θρόνο. «Ο Άρον;» τη ρώτησε. «Έχω καιρό να ακούσω νέα του».
      «Και εγώ», του απάντησε εκείνη αμέσως.
Γέλασε κουνώντας το κεφάλι του. «Είσαι μία όμορφη ψεύτρα».
      Δεν υπήρχε κανένας λόγος να συνεχίσει να μιλάει μαζί του. Δεν υπήρχε πιθανότητα να συνεργαστούν. Οπότε του γύρισε τη πλάτη, φεύγοντας.
      «Αυτή η κίνηση δεν σε συμφέρει», της φώναξε εκείνος.
      «Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για να με αποτρέψεις», του απάντησε εκείνη.
      «Ξέρω πού είναι ο Άρον…», ξεκίνησε κερδίζοντας τη προσοχή της. «Δεν μου ήταν και πολύ δύσκολο να τον ανακαλύψω. Έχει γίνει το επίκεντρο της προσοχής». Γέλασε. «Ο γιος σου είναι πολύ ατίθασος. Είχε να μοιάσει». Κάρφωσε το βλέμμα, πάνω της.
      «Δεν μπορείς να τον πειράξεις», του είπε εκείνη. «Είναι πιο δυνατός από εσένα και το ξέρεις».
      «Χλωμό μου φεγγάρι, έχω κι εγώ τα δικά μου όπλα». Καθώς της μιλούσε, από πίσω του εμφανίστηκε ένα ψηλό παραμορφωμένο πρόσωπο. Κάτασπρο, με χλωμά μάτια… Έμοιαζε με ένα ζωντανό πτώμα. «Δικό μου δημιούργημα», δήλωσε με καμάρι.
      Η Λούνα κοιτούσε το πλάσμα, ελέγχοντας τα χαρακτηριστικά του. «Τι του έκανες;», ρώτησε τον Λάουντ.
      «Τίποτα», απάντησε εκείνος με χαμόγελο. «Γεννήθηκε έτσι».
«Πώς;» ρώτησε.
      «Λούνα, με απογοητεύεις. Περίμενα να το πιάσεις με τη πρώτη». Της απάντησε εκείνος. «Εσύ συνουσιάστηκες με έναν Λυκάνθρωπο και γέννησες τον Άρον. Το πρώτο Υβρίδιο, της ιστορίας. Τούτο εδώ…» Έδειξε το πλάσμα, που ακόμα στεκόταν δίπλα του. «Δεν  του έχω βρει όνομα ακόμα… Ίσως το “Αβάπτιστος” να είναι μία καλή ονομασία». Έκανε μία μικρή παύση. «Ναι, θα κρατήσω αυτή την ονομασία», δήλωσε περήφανα. «Ο Αβάπτιστος είναι ομογενής. Στις φλέβες του κυλάει γνήσιο αίμα Βρικολάκων που προέρχονται αποκλειστικά από εμένα». Έκανε μία ακόμα μικρή παύση. «Δεν θέλω να σε τρομάξω, αλλά ο γιος σου βρίσκεται σε τρομερό κίνδυνο. Ειδικά τώρα, που ακόμη και οι Αρχές είναι εναντίον του. Πίστεψες πως θα είναι ασφαλής, μεγαλωμένος σε ένα ανθρώπινο περιβάλλον. Πόσο αφελές εκ μέρους σου. Άραγε ο σύζυγός σου, τι γνώμη έχει για αυτό; Από  ό,τι θυμάμαι, δεν χωρίσατε με τις καλύτερες διαθέσεις. Μόνη σου εξέθεσες ό,τι πολυτιμότερο σου έχει απομείνει».
      Έπεσε πάνω του. Τρυπώντας το θώρακα του με το χέρι της, έπιασε σφιχτά τη καρδιά του. «Κρατάω την ύπαρξη σου, στα χέρια μου», του είπε, πιάνοντας γερά τη καρδιά του.
      Ανέκφραστος, χάιδεψε το πρόσωπο της, με το ένα του χέρι. «Τόσο όμορφη, τόσο αληθινά ψυχρή. Χλωμό μου φεγγάρι». Κίνησε το πρόσωπο του προς το δικό της, προλαβαίνοντας να αγγίξει ελαφρώς τα χείλη του απάνω στα δικά της. «Μαζί μπορούμε να κάνουμε τρομερά πράγματα. Ο δικός μας συνδυασμός θα είναι αθάνατος, άτρωτος, ο μοναδικός στην ιστορία». Πρόλαβε να τη φιλήσει βιαστικά στα χείλη, ενώ εκείνη κουνούσε το κεφάλι της, για να τον αποφύγει. «Αυτό που πιάνεις στα χέρια σου, είναι εξαρχής νεκρό. Δεν υπάρχει τίποτα μέσα μου που να είναι ζωντανό, εκτός από την επιθυμία μου για εσένα. Η γεύση του αίματος σου είναι μοναδική». Άνοιξε το στόμα του κοντά στο λαιμό της, με τα κοφτερά δόντια του να είναι έτοιμα να τρυπήσουν τη λεία επιφάνεια του δέρματος της.
      Εκείνη τράβηξε την καρδιά από το στήθος του, απωθώντας τον. Κάνοντας μερικά βήματα προς τα πίσω, πέταξε τη καρδιά στο έδαφος.
      Ο Λάουντ έπιασε το στήθος του, το κεφάλι του μούδιασε, έπεσε στο έδαφος, μην καταλαβαίνοντας τι του συνέβαινε. Ήταν ένας Έκπτωτος. Ένας Αιώνιος. Αποκλείεται να πέθαινε. Αποκλείεται να σκοτωνόταν με αυτό τον τρόπο. «Τι… Τι μου έκανες;». Τη ρώτησε ζαλισμένος. «Τι μου συμβαίνει;».
      «Ο Αφέντης σου δεν  σε προστατεύει όσο πιστεύεις», του απάντησε εκείνη. «Βαλ’ την στη θέση της…», του είπε, κλοτσώντας την καρδιά, με το ένα της πόδι. «Και θα είσαι εντάξει!» του είπε λίγο πριν φύγει.


Κωνσταντίνα Τομπουλίδου