Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

10.7.19

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 5)

Βιολέτα
Ξαφνικά ένιωσα να πετάγομαι πάλι πίσω στο σκοτεινό δωμάτιο. Ό,τι και αν ήταν αυτό που είχα παρακολουθήσει, είχε ξεκάθαρα τελειώσει και τώρα έπρεπε να αντιμετωπίσω την πραγματικότητα. Σηκώθηκα από το στρώμα νιώθοντας ακόμη λίγο ζαλισμένη και ούρλιαξα το όνομα του Βύρωνα. Περίμενα μερικά δευτερόλεπτα ελπίζοντας πως με κάποιο μαγικό τρόπο θα κατάφερνε να με ακούσει και ας βρισκόμουν βαθιά μέσα στη γη. Όμως ο Βύρωνας δεν μπορούσε μήτε να με ακούσει μήτε να με σώσει. Ψηλαφώντας γύρω μου προσπάθησα να βρω κάποια πηγή φωτός. Ένα κερί και μερικά σπίρτα ήταν ακουμπισμένα στο κομοδίνο και, αφού τα άνοιξα, το λιγοστό φως του κεριού σκόρπισε στο δωμάτιο και μου επέτρεψε να καταλάβω πού ήμουν. Βρισκόμουν σε ένα απλό, μικρό δωμάτιο με λιγοστά έπιπλα και ένα μεγάλο καθρέφτη. Κοίταξα το είδωλό μου που ήταν θαμπό εξαιτίας της σκοτεινιάς. Μόνο τα μάτια μου ξεχώριζαν έντονα, γυάλινα, σχεδόν σαν δύο χάντρες. Ανοιγόκλεισα τα μάτια και όλα είχαν χαθεί. Το μυαλό μου έπαιζε άσχημα παιχνίδια.
Άρχισα να ψαχουλεύω τα ντουλάπια και τα συρτάρια γύρω μου ελπίζοντας να βρω κάτι που θα μου υποδείκνυε την έξοδο, αλλά έβρισκα μόνο τσαλακωμένα ρούχα, φαγητό, επιδέσμους και κεριά. Πολλά κεριά. Το κερί που κρατούσα έσβησε δύο φορές μέχρι να προσέξω τελικά το σημείωμα στο κομοδίνο, αυτό που δεν είχα καταλάβει καν ότι υπήρχε και ας είχα πάρει σπίρτα τρεις φορές από το ίδιο σημείο. Ξεδίπλωσα το χαρτί και διάβασα:
«Ξάπλωσε στο κρεβάτι και τράβα το μοχλό για να βρεθείς πάνω και την επόμενη φορά μη χώνεις τη μύτη σου εκεί που δε σε σπέρνουν. Όταν έρθει η ώρα θα σε βρω. Όσα είδες αποτελούν μόνο ένα μικρό κομμάτι της ιστορίας, αλλά μη φοβάσαι, θα τα μάθεις όλα εν καιρώ. Και εγώ θα είμαι δίπλα σου στη διαδρομή εξηγώντας σου τα πάντα. Όσα έγιναν εδώ, δε θα τα πεις πουθενά. Μην εμπιστεύεσαι κανέναν. Μόνο εμένα. Θα τα ξαναπούμε».
Μόλις το διάβασα, το μήνυμα πήρε φωτιά μέχρι που έμειναν μόνο στάχτες. Ξάπλωσα στο κρεβάτι και βρήκα το μοχλό δεξιά μου. Τον τράβηξα και βρέθηκα ξαπλωμένη στη βιβλιοθήκη, ενώ ο Βύρωνας με κοιτούσε σαν να είχε δει Αρειανό.
«Μη με ρωτήσεις καν τι έγινε, γιατί δεν έχω ιδέα. Πάμε να φύγουμε από εδώ μέσα» είπα και συμφώνησε, αν και καταλάβαινα από το σούφρωμα των φρυδιών του πόσο δύσκολο του ήταν να κρατήσει τις σκέψεις και τις απορίες του για τον εαυτό του.
Ο Βύρωνας μόλις βγήκαμε έξω, άλλαξε μορφή και έγινε το άλογο που είχα δει στο λιβάδι. Δεν έφερα αντιρρήσεις. Εξαντλημένη από τα γεγονότα της ημέρας, απλώς ανέβηκα στη ράχη του και χάθηκα στις σκέψεις μου. Αδιάφορα και αποσπασματικά κοιτούσα γύρω μου μην καταλαβαίνοντας τις έντονες εναλλαγές. Στην αρχή υπήρχε μόνο το λιβάδι και μετά μόνο το δάσος και τώρα πεδιάδες απλώνονταν μπροστά μας. Δεν καταλάβαινα πολλά και έτσι το μυαλό μου ξεγλιστρούσε συνέχεια στο ημερολόγιο του μπαμπά. Ίσως στον νέο κόσμο να μου χάριζε περισσότερες πληροφορίες οι οποίες θα με βοηθούσαν με κάποιο τρόπο. Οι πιθανότητες δεν ήταν πολλές, το ήξερα, αλλά μου έδιναν ελπίδα. Ούτως ή άλλως, δεν είχα κανένα άλλο στοιχείο που μπορούσα να αξιοποιήσω.
 «Φτάσαμε» ανήγγειλε ο Βύρωνας και μαλακά γλίστρησα από τη ράχη του και προσγειώθηκα στο μαλακό γρασίδι, ενώ εκείνος άλλαξε μορφή. Πού ακριβώς είχαμε φτάσει, αναρωτήθηκα.
«Πριν πεις οτιδήποτε μικρή πριγκίπισσα που όλο αμφιβάλλεις για εμένα, δεν είναι ένα απλό δέντρο. Κοίταξέ το καλά. Κοίτα το με την ψυχή, με τη διαίσθηση, όχι με τα μάτια» είπε και δεν είχα άλλη επιλογή· έπρεπε να τον πιστέψω, έπρεπε να ψάξω περισσότερο.
Κοίταξα το δέντρο μπροστά μου για λίγα δευτερόλεπτα και μετά έκλεισα τα μάτια φέρνοντας στο νου όσες λεπτομέρειες είχα προσέξει, ξαναχτίζοντάς το στο μυαλό μου. Το φύλλωμά του, πυκνό και γεμάτο ζωή, τύλιγε τα χοντρά κλαδιά κρύβοντάς τα σχεδόν. Ο κορμός του ήταν γεμάτος με σημάδια του χρόνου που καθένα είχε μια ιστορία. Διάσπαρτες μικρές φωλιές ζούσαν από αυτό και οι ρίζες του πρέπει να έφταναν πολύ βαθιά. Κοίτα με τη διαίσθησή σου μου είχε πει, και εκείνη μου φώναζε πως το δέντρο έκρυβε και προστάτευε. Και πράγματι, όταν άνοιξα τα μάτια, μια μικρή καλύβα αποκαλύφθηκε, με τοίχους τον κορμό και πάτωμα τις ρίζες. Με ξυπνητήρι το κελάηδισμα των πουλιών και με προστασία ένα πανίσχυρο αρχαίο δέντρο. Στα αλήθεια η Άλλη Γη έκρυβε τόσα πολλά μυστικά, τόσα απρόσμενα πράγματα, μα για πρώτη φορά, χάρηκα για το μυστικό σπίτι.
Ο Βύρωνας με κοίταζε χαμογελώντας και τα μάτια του ανέδιδαν ενθουσιασμό και σπιρτάδα. Μπορούσα σχεδόν να πω πως φαινόταν περήφανος για εμένα και έτσι του ανταπέδωσα το χαμόγελο και τον ακολούθησα μέχρι το σπίτι. Έβγαλε ένα μπρούτζινο κλειδί από τη τσέπη του, ξεκλείδωσε και με καλωσόρισε μέσα. Έπειτα έφτιαξε ένα πρόχειρο βραδινό και, αφού φάγαμε, ο Βύρωνας κοιμήθηκε κατευθείαν αφήνοντάς με μόνη με τις σκέψεις μου σε ένα αδειανό σπίτι με ελάχιστα έπιπλα σε έναν ξένο κόσμο. Δε θα κοιμόμουν, το ήξερα.
Οι ώρες κύλησαν αργά και βασανιστικά. Το μυαλό μου ταξίδευε ανάμεσα στο ημερολόγιο και το μυστικό δωμάτιο στη βιβλιοθήκη. Όσα είχα δει με είχαν αναστατώσει πάρα πολύ. Ήταν ξεκάθαρο πως ο μαυροφορεμένος άντρας τιμώρησε τον πατέρα μου, ο οποίος ήθελε μόνο να με προστατεύσει. Είχε θυσιαστεί και όλα αυτά τα χρόνια υπέφερε για εμένα. Και τώρα μου δινόταν η ευκαιρία να τον ξεπληρώσω. Δεν μπορούσα να μιλήσω στον Βύρωνα για τίποτα. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: μην εμπιστευτείς κανέναν. Είχα δύο στοιχεία πλέον στη διάθεσή μου, το ημερολόγιο που έπρεπε με κάποιο τρόπο να βρω και τον μαυροφορεμένο άντρα που με κυνηγούσε. Τουλάχιστον δε βρισκόμουν πια σε αχαρτογράφητα μονοπάτια.
Τα μυστήρια του μπαμπά και της Άλλης Γης σταδιακά ξεθώριασαν και ένα άλλο μυστήριο μονοπώλησε στις σκέψεις μου και δεν ήταν άλλο από τον νεαρό στο πάρτι. Η παρουσία του δεν ήταν τυχαία, η συνάντησή μας κάτι σηματοδοτούσε. Η αίσθηση των χειλιών του και του κορμιού του ήταν τόσο γνωστές. Δεν τον συναντούσα πρώτη φορά, ήμουν πεπεισμένη γι’ αυτό. Άρα τον ήξερα πριν. Πριν από το ατύχημα! Η μαμά μου είχε πει μόνο πως ένα αυτοκίνητο με χτύπησε. Ο οδηγός έχασε τον έλεγχο και χτύπησα στο κεφάλι πολύ σοβαρά. Εξ ’ου και η αμνησία και το νέο σπίτι, η νέα ζωή. Γιατί όμως η νέα ζωή να μην περιλάμβανε τον Απόλλωνα, αν σήμαινε κάτι στη Βιολέτα που χάθηκε μαζί με τις αναμνήσεις; Ποια ήταν εκείνη η κοπέλα; Ποιοι ήταν οι γονείς μου πριν από το ατύχημα; Ίσως η Άλλη Γη ήταν το κλειδί, όπως θα έλυνα την κατάρα, θα έβρισκα τρόπο να μάθω τι μου συνέβη.
Απόλλωνας
Ήμουν κοντά. Σχεδόν μύριζα το άρωμά της. Γαρδένια και νυχτολούλουδο, πάντα το ίδιο. Όσο πλησίαζα, το ένιωθα πιο έντονα, γεγονός που με καθησύχαζε. Μα δεν ήταν το μόνο άρωμα, κάποιος ήταν μαζί της. Κάποιος την πήγε στη βιβλιοθήκη. Με είχε προλάβει όποιος και αν ήταν. Δεν μπορούσα να τον εμπιστευτώ. Έπρεπε να τη βρω και γρήγορα μάλιστα. Χτύπησα με δύναμη το χέρι μου στον πλησιέστερο κορμό προκαλώντας δύο ρυάκια αίματος να κυλήσουν. Διάολε, εγώ έφταιγα που είχα αργήσει και αν κάτι της συνέβαινε, μόνο τον εαυτό μου μπορούσα να κατηγορήσω.

Βιολέτα
Οι ώρες πέρασαν αργά μέχρι ο Βύρωνας να ξυπνήσει. Δεν είχα κοιμηθεί καθόλου όλο το βράδυ λόγω των σκέψεων που τριγύριζαν στο μυαλό μου. Δεν ήταν μόνο το ημερολόγιο και ο Απόλλωνας. Η Ηλέκτρα θα ανησυχούσε τόσο πολύ για εμένα. Ποτέ δεν της έστειλα ότι είχα φτάσει στο σπίτι και τώρα το μετάνιωνα. Γιατί ίσως να μη γυρνούσα ποτέ εκεί. Και η Ηλέκτρα θα περνούσε τη ζωή της νομίζοντας πως έφταιγε, πως κάτι συνέβη στον δρόμο προς το σπίτι μετά τα γενέθλιά της. Η μόνη μου φίλη θα κατηγορούσε τον εαυτό της και θα τον μισούσε. Άξιζε τόσα πολλά μετά από όσα είχε κάνει για εμένα, δίπλα μου σε κάθε δυσκολία, πρόθυμη να βοηθήσει με τις μνήμες μου έστω και αν ήταν ανώφελο. Απορίες, τύψεις, φόβος και άγχος με βασάνιζαν, μέχρις ότου ο ήλιος να ανατείλει δίνοντάς μου τη δικαιολογία να σηκωθώ από το κρεβάτι και να κάνω κάτι, για να απασχολήσω το μυαλό μου και τα χέρια μου. Έπρεπε να χαλαρώσω και να ηρεμήσω ώστε να αντιμετωπίσω όσα προμήνυε η νέα μέρα.
Ψαχουλεύοντας τα ντουλάπια και τα συρτάρια της κουζίνας, βρήκα λίγες φρυγανιές, μέλι, καφέ και σουρωτήρι. Δεν ήταν ό, τι καλύτερο, αλλά αρκούσαν για ένα απλό πρωινό. Έστρωσα το τραπέζι και κάθισα σε μια καρέκλα περιμένοντας υπομονετικά τον Βύρωνα να ξυπνήσει.
 «Καλημέρα» τον άκουσα τελικά να λέει με πιο βαθιά φωνή απ’ ό,τι συνήθως, ακόμη σε μια κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου.
«Καλημέρα. Έφτιαξα πρωινό» του είπα και σηκώθηκε σέρνοντας τα βήματά του μέχρι το τραπέζι.
 «Πρέπει να μιλήσουμε» του είπα αμέσως μόλις ήπιε την πρώτη γουλιά καφέ.
«Από τα μούτρα με έπιασες μικρή πριγκίπισσα» είπε ενοχλημένος.
«Πρώτον, το όνομά μου είναι Βιολέτα. Επίσης, είναι σημαντικό και είπες πως θα με βοηθούσες».
«Πώς μπορώ να σε βοηθήσω;» ρώτησε τελικά.
«Ο πατέρας μου πριν φύγει, έκρυψε ένα ημερολόγιο στο τζάκι. Δεν το έχω μαζί μου, αλλά πρέπει να το βρω. Δεν ξέρω πως δουλεύουν τα πράγματα σε τούτο τον τόπο, αλλά νιώθω πως τα πάντα μπορούν να εμφανιστούν εδώ, ακόμη και το σπίτι μου».
«Η θεωρία σου έχει μια λογική παραδόξως. Υπάρχουν άνθρωποι εδώ που έχουν το χάρισμα να αναπαριστούν τοποθεσίες της Γης. Λέγονται αντίγραφα και είναι ιδιαίτερα δυσεύρετα και ακριβά για να δημιουργηθούν αν θες κάτι συγκεκριμένο. Οπότε δεν μπορώ να σου πω κάτι σίγουρα. Θεωρητικά κάποιος θα μπορούσε να έχει φτιάξει ένα αντίγραφο του σπιτιού, αλλά θα πρέπει να άντλησε γνώσεις από κάποιον που το ήξερε πολύ καλά. Είναι πιθανό να μεσολάβησε ο πατέρας σου, αλλά δεν ξέρω αν πρόλαβε. Μπορούμε να ψάξουμε, αν θέλεις».
«Θέλω» είπα, ίσως πιο απότομα από όσο ήθελα.
Φάγαμε το πρόχειρο πρωινό μας στη σιωπή και φύγαμε ελάχιστες ώρες μετά την ανατολή. Ο Βύρωνας άλλαξε πάλι σε άλογο και εγώ δεν έφερα αντίρρηση. Απλώς ανέβηκα στη ράχη του και προσπάθησα να βολευτώ. Ανά διαστήματα τον σκουντούσα με την ελπίδα πως θα μου έλεγε αν είχε βρει το σπίτι και αν κοντεύαμε. Έπρεπε να πετύχει, έπρεπε να υπάρχει ένα αντίγραφο αλλιώς δεν ήξερα τι θα έκανα. Το σώμα μου είχε αρχίσει να παραπονιέται λόγω του δύσβατου δρόμου που με έκανε να αναπηδώ συνεχώς και η κοιλιά μου γουργούριζε ασταμάτητα, αλλά δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε. Έτσι κράτησα κλειστό το στόμα μου και αντιστάθηκα στον πειρασμό να ρωτάω τον Βύρωνα κάθε πέντε λεπτά αν φτάναμε.
Τα πάντα γύρω μας άλλαζαν γρήγορα, τόσο που ένιωθα πως έβλεπα θολά. Λιβάδια διαδέχονταν δάση. Πόλεις έκαναν με τη σειρά τους την εμφάνισή τους και τότε ένιωθα για λίγα δευτερόλεπτα πως ήμουν πίσω στο σπίτι, αλλά μετά ξαναχάνονταν και γέμιζα απογοήτευση. Οι ώρες περνούσαν όταν τελικά μέσα στις θολές φιγούρες ξεχώρισα μια, το σπίτι!
«Σταμάτα, νομίζω το είδα» του φώναξα και αμέσως ελάττωσε ταχύτητα και σταμάτησε. Ανυπόμονη κατέβηκα και ο Βύρωνας άλλαξε σε αγόρι.
«Δεν καταλαβαίνω πού είναι. Το είδα για μια στιγμή, αλλά τώρα χάθηκε» του είπα, μα στο βλέμμα του δεν υπήρχε ίχνος ανησυχίας. Ατάραχος με κοίταξε και έκλεισε τα μάτια του. Πήρα μια βαθιά ανάσα και τον μιμήθηκα. Το χέρι του τεντώθηκε και βρήκε το δικό μου. Τα δάχτυλά του χάιδεψαν τις αρθρώσεις μου τρυφερά και για λίγο ένιωσα ασφαλής. Ένιωσα όμορφα και όταν άνοιξα τα μάτια, το σπίτι μου ήταν εκεί. Δεν ήταν πια θολό και οι εικόνες δεν άλλαζαν.
Ελευθέρωσα αμήχανα το χέρι μου από το κράτημα του Βύρωνα και περπάτησα το ιδιωτικό δρομάκι, όπως είχα κάνει αμέτρητες φορές στη Γη. Έφτασα στην εξώπορτα, την οποία βρήκα κλειδωμένη, όπως και την πίσω πόρτα. Όχι ότι περίμενα κάτι διαφορετικό, αλλά άξιζε να προσπαθήσω πριν τρυπώσω από το παράθυρο. Πλησίασα το παράθυρο, το άνοιξα, σκαρφάλωσα και σύρθηκα μέσα στο σπίτι πανευτυχής που θα ξανάβλεπα το αγαπημένο μου δωμάτιο. Στάθηκα στα πόδια μου και ανακουφισμένη κοίταξα γύρω μου για να επιβεβαιώσω πως όλα ήταν ίδια, ακριβώς όπως τα είχα αφήσει.
Ξεχνώντας για λίγο το αγόρι που περίμενε να του ξεκλειδώσω την εξώπορτα, ξάπλωσα στον μπλε γωνιακό καναπέ και προσποιήθηκα πως ήμουν στη θάλασσα. Κοίταξα το ανοιχτό καφέ τραπεζάκι μπροστά μου με το μεγάλο βάζο γεμάτο με θαλασσινές πέτρες. Το γαλάζιο κερί δεν είχε λιώσει ακόμη κάνοντας τις πέτρες να κολλήσουν, που σήμαινε πως το αντίγραφο ήταν αρκετά πιο παλιό. Κοίταξα τους τοίχους που ήταν βαμμένοι γαλάζιο και ανοιχτό γκρι και χάζεψα τους πίνακές μας. Όλοι έδειχναν τη θάλασσα, ήρεμη και αγριεμένη, με βότσαλα ή με άμμο, με κοχύλια και χωρίς. Σηκώθηκα απρόθυμα και πλησίασα το τζάκι στην άλλη γωνία του σαλονιού. Αγνόησα τα βάζα που ήταν ακουμπισμένα στο περβάζι του, αλλά ο καθρέφτης που ήταν κρεμασμένος πάνω του με απέσπασε από το να πάρω το ημερολόγιο στα χέρια μου. Το είδωλό μου - κουρασμένο και βρώμικο - με κοιτούσε επικριτικά με δύο μάτια σαν χάντρες. Τα άσπρα κοχύλια γύρω από τον καθρέφτη άρχισαν να κοκκινίζουν και το χρώμα άρχισε να κυλάει. Η φράση «Μην τον εμπιστεύεσαι» εμφανίστηκε και έπειτα χάθηκε όσο χρόνο μου πήρε να ανοιγοκλείσω τα βλέφαρά μου. Απέστρεψα το βλέμμα μου από τον καθρέφτη τρομαγμένη και κίνησα προς την πόρτα για να την ανοίξω, αναβάλλοντας την απόκτηση του ημερολογίου.
Άνοιξα την πόρτα και ο Βύρωνας μπήκε μέσα χαμογελαστός.
«Καλή δουλειά μικρή, εννοώ Βιολέτα. Διψάω πάρα πολύ. Θα μου βάλεις λίγο νερό;» ρώτησε και έπειτα με ακολούθησε στην κουζίνα.
«Το σπίτι σου είναι περίεργο» είπε κοιτάζοντας γύρω του.
«Είναι λιγάκι ιδιότροπο ναι, αλλά έχει λογική. Κάθε δωμάτιο έχει το ρόλο του και τον θεματικό του άξονα. Πάρε παράδειγμα την κουζίνα. Το πράσινο είναι το χρώμα της ζωής. Τα λιβάδια σημαίνουν ελευθερία, ευωδία και χαρά. Τα λαχανί έπιπλα, οι κουρτίνες, τα λουλούδια, όλα εδώ πέρα ολοκληρώνουν την εικόνα της εξοχής».
«Εξακολουθώ να μη βλέπω τη λογική στο να διακοσμείτε τόσο αταίριαστα τα δωμάτια».
«Το σπίτι είναι φτιαγμένο έτσι ώστε σε δευτερόλεπτα να μπορείς να αλλάξεις τι βλέπεις. Να πας από τη θάλασσα στο βουνό, να ταξιδέψεις μέσω του μυαλού σου, να μυρίσεις το γρασίδι μετά την καταιγίδα αναμειγμένο με χώμα, να νιώσεις την αλμύρα του θαλασσινού νερού, ενώ το αεράκι κάνει τα μαλλιά σου να χορεύουν».
«Ακόμη και να κόψεις ένα λουλούδι και να το προσφέρεις σε μια όμορφη μικρή πριγκίπισσα;» είπε και ακούμπησε ένα από τα διακοσμητικά λουλούδια κάνοντάς το να ζωντανέψει και να μου χαρίσει λίγο από το άρωμά του, μα μόνο για λίγο.
«Είναι φανταστικές οι δυνάμεις σου» είπα και του έδωσα ένα ποτήρι νερό αφήνοντάς τον να χαζεύει την κουζίνα. Πήγα πίσω στο σαλόνι για να πάρω το ημερολόγιο, αλλά το τούβλο έλειπε από τη θέση του και η κρυψώνα ήταν αδειανή. Δεν ήμασταν μόνοι μας!
Απόλλωνας
Έχωσα το ημερολόγιο στο σακίδιο που κουβαλούσα παντού μαζί μου από όταν έφτασα στην Άλλη Γη και ξάπλωσα στο κρεβάτι της. Ήταν λάθος μου να της το πάρω, αλλά δεν είχα άλλη επιλογή. Δεν ήταν μόνη της και το αγόρι που είχε μαζί της μύριζε από χιλιόμετρα. Η χαρακτηριστική δυσωδία τους μου ανακάτευε το στομάχι, αλλά έπρεπε να τον περιμένω να κάνει κάποιο λάθος. Δεν μπορούσα να φανερωθώ νωρίτερα, όχι τη στιγμή που δε θυμόταν. Έχωσα το κεφάλι μου στα μαξιλάρια της και μύρισα το μεθυστικό άρωμά της. Πόσο μου έλειπε. Όταν δε με αναγνώρισε στο πάρτι ένιωσα την καρδιά μου να ξεσκίζεται από τον πόνο. Έπρεπε να ξεχάσει, έπρεπε να μείνω μακριά της μα η αναμονή τελείωνε. Ένα λάθος του αρκούσε. Και τότε δε θα άφηνα ποτέ ξανά κανέναν να την πάρει μακριά μου.
Βιολέτα
Όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Τη μια στιγμή ήμασταν ήρεμοι στο σπίτι χαζολογώντας και την επόμενη καλπάζαμε γρήγορα πίσω στην καλύβα κυνηγημένοι από κάποιον που δεν ήξερα. Κάποιον που ήξερε πού ήταν το ημερολόγιο και φρόντισε να το πάρει μακριά μου. Ίσως ήταν ο άντρας με τον μανδύα που είχε απαγάγει τον μπαμπά μου. Ο άντρας, σύμφωνα με τον μπαμπά, δεν μπορούσε πια να με δει, αλλά δεν ήμουν στη Γη και κάποιος σίγουρα με παρακολουθούσε.
 «Πιστεύω πως δεν έχουμε άλλη επιλογή» είπα στον Βύρωνα μετά από ώρες συζητήσεων που δεν οδηγούσαν πουθενά.
«Δε θα είναι εύκολο, αλλά ίσως σε βοηθήσει να ξεκαθαρίσεις κάποια πράγματα».
«Τίποτα δε θα με εμποδίσει από το να δω τον πατέρα μου» του είπα και κούνησε το κεφάλι.
«Θα σε βοηθήσω σε ό,τι χρειαστείς» είπε και χαμογέλασε στραβά.
 «Σε ευχαριστώ» είπα και κίνησα προς το κρεβάτι μου. Ξάπλωσα νιώθοντας τα βλέφαρά μου να βαραίνουν. Ήμουν τόσο κουρασμένη, μα το βουητό στα αυτιά με κρατούσε ξύπνια. Το έχω ξανανιώσει το βουητό, σκέφτηκα και όλα άσπρισαν. Το σώμα μου παρέλυσε και σταμάτησε να υπακούει στις εντολές μου. Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή.
«Μην εμπιστεύεσαι κανέναν» είπε η φωνή και επανέκτησα τον έλεγχο του σώματός μου. Η αίσθηση της ακοής και της όρασης επανήλθαν και με την τρίτη προειδοποίηση ήξερα πως δεν μπορούσα να μείνω με τον Βύρωνα για πολύ καιρό ακόμη. Έπρεπε να βρω τρόπο να του ξεφύγω, να σκαρφιστώ μια πειστική δικαιολογία χωρίς να φανερώσω τίποτα για τα οράματά μου. Με αυτές τις σκέψεις με πήρε ο ύπνος.

Απόλλωνας
Κουνιόμουν αργά, αθόρυβα. Ήμουν ένα με τη νύχτα. Ακολουθούσα τη μυρωδιά της. Νυχτολούλουδο, γαρδένια και γιασεμί. Δεν ήταν ένα σαμπουάν που της έδινε τη μοναδική της μυρωδιά, αλλά κάτι πολύ ανώτερο, κάτι που ήξερα πολύ καλά, κάτι που η Βιολέτα δε θυμόταν. Μόλις έφερα την εικόνα της στο μυαλό μου, σχηματίστηκε ένα ασημένιο νήμα. Το έπιασα. Θα την έβρισκα και τότε όλα θα πήγαιναν καλά.
Βιολέτα
Εκείνο το βράδυ έκανα άστατο ύπνο. Ήταν γεμάτος παράξενα όνειρα. Όνειρα με τον μπαμπά μου και με τον Απόλλωνα, που μου στοίχειωνε πλέον μέχρι και τα όνειρα. Δεν ήξερα γιατί. Ένιωθα ασφάλεια και μόνο στη σκέψη του. Αν δεν ολοκλήρωνα την αποστολή μου, δε θα τον ξανάβλεπα. Ούτε εκείνον, ούτε την Ηλέκτρα, ούτε τη μαμά. Το τελευταίο όνειρο με έκανε να πεταχτώ από το κρεβάτι. Ανακάθισα βαριανασαίνοντας και τότε το κατάλαβα. Υπήρχε κάτι που αγνοούσα, ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας. Δεν ήξερα ούτε καν ποια ήταν η κατάρα. Πώς υποτίθεται θα την έλυνα;


Έλενα Παπαδοπούλου