Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

24.7.19

Τιμωρημένος και από τους δύο κόσμους (Κεφάλαιο 5) - "Και το όνομα αυτού, φτερωτός"

Ανασηκώθηκε απότομα από τον ύπνο της. Αντίδραση ενός κακού ονείρου, που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι πραγματικότητα… Μπορεί και να ήταν ένα κομμάτι της πραγματικότητας, απλώς ακόμη η ίδια δεν ήθελε να πιστέψει ότι η κατάσταση εξελισσόταν κατά αυτή τη πορεία. Ήθελε να πιστεύει ότι ο πατέρας της είναι άκρως υγιής και ¨συνοδηγός¨ του Λάουντ. Τον φανταζόταν γερό και δυνατό, καθοδηγητή των Βρικολάκων. Κάποιες φορές μάλιστα έβλεπε ολοκάθαρα μπροστά της τη σκηνή της μάχης. Στρατιές Βρικολάκων, Δαιμόνων ενάντια άλλων ¨φωτεινών¨ πλασμάτων και την τελευταία στιγμή ο αγαπημένος, λατρεμένος της πατέρας προδίδει τον απαίσιο Δαίμονα και η μάχη ορίζει έναν νικητή. Ένα χαμόγελο αχνοφαινόταν απάνω στα σφραγισμένα χείλη της, κάθε φορά που φανταζόταν τη συγκεκριμένη σκηνή.
      Στο όνειρο τα δεδομένα ήταν το ακριβώς αντίθετο. Είδε τον πατέρα της στη χειρότερη κατάσταση, σχεδόν ετοιμοθάνατο, υποταγμένο στη σκιά του Δαίμονα. Να μην έχει δική του βούληση, σαν έρμαιο που ακολουθεί τον αφέντη του. Πρόλαβε να δει το τελικό χτύπημα του Δαίμονα, λίγο πριν ξυπνήσει.
      Ο άγγελος καθόταν έξω στη βεράντα, απολαμβάνοντας τη βροχή. Κάποια στιγμή άκουσε το παραμιλητό της και ανήσυχος τη πλησίασε.
      «Είσαι καλά;» τη ρώτησε.
«Όχι», απάντησε ειλικρινά εκείνη με βαριές ανάσες. Μόλις είχε καταλάβει, κοιτάζοντας γύρω της, ότι είχε επιστρέψει στη πραγματικότητα, ύστερα από ένα πολύ κακό όνειρο.
      «Στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορώ να σου εγγυηθώ τίποτα», της είπε ο έκπτωτος, αφού του διηγήθηκε το όνειρο που είδε.
«Δεν σου ζήτησα να το κάνεις», αντέδρασε εκείνη αμέσως.
      «Το έχω πάρει λίγο προσωπικά το ζήτημα». Της μιλούσε σοβαρά, κοιτάζοντας το πάτωμα.
«Εννοείς το θέμα του προστάτη;» τον ρώτησε εκείνη.
      «Ναι αυτό», της απάντησε ξερά, γυρίζοντας το βλέμμα του προς σε εκείνη.
«Μην μπαίνεις στο κόπο», του είπε εκείνη, χαμογελώντας αμήχανα. «Δεν έχει νόημα».
«Σωστά. Έχεις δίκιο…» συμφώνησε αμέσως μαζί της εκείνος. «Άλλωστε δεν τα πήγαινα ποτέ καλά με τα παιδιά», συνέχισε, γελώντας.
      «Όταν με δεις… Είμαι σίγουρη πως θα πάθεις την πλάκα σου», του είπε εκείνη, με βεβαιότητα. «Δεν θα σκοτώσω τον Δαίμονα; Θα δεις… Θα γίνω ένας κορίτσαρος». 
      Ξέσπασε σε γέλια. «Δεν το νομίζω… Αλλά ό,τι πεις», της είπε γελώντας.
«Τη βρίσκεις να με κοροϊδεύεις». Του είπε.
      «Ναι, με φτιάχνει». Της απάντησε ναζιάρικα.
«Μμ, έχεις και εσύ τις ορέξεις σου…» συμπέρανε εκείνη. «Όχι…μη μου πεις… Είσαι και εσύ όπως ο Σκελετός;»
      «Όχι εγώ κανονικά».
«Αλήθεια;» Της φάνηκε ενδιαφέρον. «Και τα φτερά;»
      «Με ενοχλούν λίγο, αλλά δεν δίνω σημασία».
«Και πώς αποφάσισες να μονάσεις;»
«Οι συγκυρίες», της απάντησε. «Τα βαρέθηκα όλα. Δεν βρίσκω πουθενά το ενδιαφέρον. Ο κόσμος όσο πάει και χειροτερεύει. Η γη ρημάζεται».
      «Καλά, δεν έχει έρθει και το τέλος του κόσμου», του είπε εκείνη.
«Ναι, αλλά είναι στα κοντά», της είπε αμέσως.
      «Ως προστάτης οφείλεις να εμψυχώνεις και να χαρίζεις ελπίδα», ξεκίνησε εκείνη να του λέει. «Εσύ μάλλον δεν έχεις καταλάβει καλά, τις αρμοδιότητες σου».
      «Δεν είμαι, ούτε ήμουν προστάτης», της είπε εκείνος. «Μία ατυχή περίπτωση είμαι», συνέχισε με κατεβασμένο το κεφάλι. «Δεν κατάλαβα γιατί έπεσα…»
      Θυμόταν τη πτώση. Αμέτρητοι άγγελοι έπεφταν. Κάποιοι κάηκαν κατά τη διάρκεια… Όσοι προσγειώθηκαν έτρεχαν μανιασμένοι να σωθούν από το άνοιγμα της γης.
      Ο Σάχμεθ είχε πέσει πρώτος και καλύτερος, βλαστημούσε εκείνους που τον εγκατέλειψαν.
Εκείνος θυμάται να είναι το επίκεντρο μίας φλεγόμενης μπάλας. Είχε πάρει φωτιά. Καιγόταν. Έπεφτε. Σκοτάδι.
«Κόλαση είναι οι αναμνήσεις από στιγμές, που πάγωσε ο χρόνος τη λάθος στιγμή», μουρμούρισε αφηρημένος.
«Τι είπες;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη, μην έχοντας ακούσει καθαρά αυτό που γρήγορα πρόφερε.
«Τίποτα», απάντησε εκείνος, τρίβοντας το μέτωπο του. «Απλώς θυμήθηκα κάτι».
«Τον πρώτο καιρό στον Ουρανό, δεν ήσουν Προστάτης;» τον ρώτησε εκείνη.
      «Δεν πρόλαβα…» της απάντησε αμέσως. «Ούτε ονομασία δεν μου δόθηκε. Ήμουν από τους τελευταίους που δημιουργήθηκαν, έπειτα ακολούθησε το χάος».
      «Δεν έχω καταλάβει ολοκληρωτικά την ύπαρξη των αγγέλων. Με τους Δαίμονες και τα δαιμόνια, μου είναι πιο εύκολο, διότι είναι η δουλειά μου. Με τους αγγέλους δεν είχα ποτέ ιδιαίτερη επαφή».
      «Ο Κόσμος δημιούργησε πρώτα τον Σέραρντ, στη συνέχεια έξι ακόμα Προστάτες. Οι Επτά Προστάτες του Ουρανού. Οι οποίοι με τη σειρά τους, δημιούργησαν και άλλους αγγέλους. Για εμάς είναι τα αρχικά Πνεύματα και εμείς είμαστε οι απόγονοι τους». Πήρε μία βαθιά ανάσα, για να συνεχίσει να μιλάει. «Εγώ… Σε περίπτωση που αναρωτιέσαι, είμαι δημιούργημα του Σάχμεθ», της αποκάλυψε, με το βλέμμα του να ενώνεται με το δικό της.
      «Οπότε είσαι και εσύ ένας Δαίμονας», συμπέρανε κατευθείαν εκείνη, ανατριχιάζοντας ολόκληρη.
«Όχι», απάντησε αμέσως εκείνος. «Ο Άρχοντας Σέραρντ, με έσωσε, κατά κάποιον τρόπο».
«Δεν αναιρεί το ότι είσαι δημιούργημα του».
«Η δημιουργία μου έγινε πριν ο Σάχμεθ σκοτεινιάσει», της εξήγησε.
      «Ναι, έχεις δίκιο σε αυτό», του είπε εκείνη, σκεπτόμενη τη σειρά των γεγονότων. «Και πώς ο Σέραρντ σε έσωσε από τα δεσμά του δημιουργού σου;».
      «Δε κουράστηκες να ρωτάς;» φώναξε αγανακτισμένος.
«Θέλω να ξέρω καλά την ιστορία», του απάντησε εκείνη.
      «Έπειτα από τη βύθιση, ήθελα να γυρίσω πίσω. Είχα μετανιώσει για την επιλογή που έκανα, εξαγριώνοντας τον αφέντη μου. Τη στιγμή λοιπόν που ο Σάχμεθ ήταν έτοιμος να με εξαφανίσει τελείως, εμφανίστηκε ο Σέραρντ. Με έβγαλε από την κόλαση… τιμωρώντας με».
      Η Φρειδερίκη χάιδεψε απαλά το ένα του φτερό. «Μοιάζεις με αληθινό άγγελο».
«Σε ευχαριστώ», της είπε εκείνος, χαμογελώντας ντροπαλά. «Αν και δεν είμαι».
      «Πότε τελειώνει η τιμωρία σου;» τον ρώτησε, συνεχίζοντας να χαϊδεύει το φτερό του.
«Όταν πεθάνω», της απάντησε, κουνώντας το φτερό του.
      «Θα είναι επώδυνο να αποχωριστείς τα φτερά σου, για δεύτερη φορά».
      «Προτιμώ να μην το σκέφτομαι και να ζήσω τη στιγμή». Προσπάθησε να δείξει χαρούμενος, κάνοντας χιούμορ.
      «Θα σε ονομάσω Φτερωτό», του είπε ξαφνικά εκείνη. «Σου πηγαίνει».
      «Δεν μου αρέσει», αντέδρασε εκείνος, σχηματίζοντας μία γκριμάτσα απέχθειας πάνω στο πρόσωπο του.
«Εγώ πιστεύω ότι σου ταιριάζει». Είπε εκείνη. «Ένα ξεχωριστό όνομα για έναν…» Έκανε μία μικρή παύση. «Άγγελο;» αναρωτήθηκε, κοιτάζοντας τον απορημένη.
      Εκείνος κούνησε ελαφρώς τα φτερά του. «Δεν με ενοχλεί που δεν έχω όνομα», της είπε.
«Εάν σε χρειαστώ, πώς θα σε φωνάξω;» τον ρώτησε εκείνη.
«Υπό αυτή την έννοια, έχεις ένα δίκιο», συμφώνησε εκείνος, σκαλίζοντας την άκρη από το μούσι του σκεπτικός. «Οπότε το παραδέχεσαι ότι σου είμαι απαραίτητος», της είπε με νάζι, τσιμπώντας την άκρη της μύτης της.
      «Δε παραδέχτηκα τίποτα», αντέδρασε αμέσως εκείνη, πιάνοντας τη μύτη της. «Υποθετικά μίλησα».
      «Διέκοψα κάτι;». Τους ρώτησε ο Σκελετός.
      Η Φρειδερίκη τον πλησίασε χαρούμενη. «Να σου συστήσω τον Φτερωτό», του είπε, δείχνοντας τον έκπτωτο. «Δεν σου αρέσει;».
      «Ευτυχώς που μου έχω διαλέξει το όνομα μου», απάντησε.
«Και είναι και πάρα πολύ πρωτότυπο». Του είπε ο Φτερωτός, γελώντας.
      Ανάμεσα στη σιωπή τους, άκουσαν ολοκάθαρα ουρλιαχτά λύκων. Θα πρέπει να ήταν μία ολόκληρη αγέλη και βρίσκονταν πολύ κοντά στην καλύβα τους.
      «Σκυλιά της Νύχτας», είπε η Φρειδερίκη, αναγνωρίζοντας τις φωνές τους.
      «Αργήσαμε», είπε ο Φτερωτός. «Έφερες τους Κρυστάλλους;» ρώτησε με έντονη φωνή τον Σκελετό.
      Ο Σκελετός άνοιξε τη παλάμη δείχνοντας, τρεις μωβ Κρυστάλλους. «Κρίμα που δεν θα μείνουμε», σχολίασε, πετώντας τους Κρυστάλλους στον αέρα.


Κωνσταντίνα Τομπουλίδου