Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

7.7.19

Η κατάρα του ορφανού - Το πετράδι του Βαλιμάρ (Κεφάλαιο 6)

«Γιατί ποτέ σου δεν ρώτησες κάτι για εμένα;» Πρόφερε ο μάγος κοιτάζοντας τον Βαν και εκείνος του επέστρεψε το βλέμμα.
«Γιατί δεν είμαι περίεργος εκ φύσεως. Θεωρώ πως το σωστό είναι να σου ανοιχτεί ο άλλος από μόνος του, δίχως να παλέψεις να χωθείς στα προσωπικά του» απάντησε το Γουέντιγκος και ο Άινταν ένευσε ευχαριστημένος.
«Σωστή απάντηση» είπε και έβγαλε τον μαύρο του σκούφο, αποκαλύπτοντας τα κενά στο τριχωτό της κεφαλής του. Εν συνεχεία, κοίταξε τον Βαν σχετικά ψυχρά «νομίζω πως σε εσένα αξίζει να σου εξηγήσω πού οφείλεται αυτό το χάλι. Στα πειράματα. Στα πειράματα του άθλιου πατέρα μου. Κάποιες φορές αναρωτιέμαι, αν άξιζαν τον κόπο. Αν τελικά κατόρθωσα να γίνω σαν τον Κέναρντ. Γιατί υπέφερα πολύ και χρόνια ατελείωτα. Μου στέρησαν την παιδική μου ηλικία, ενώ ο παππούς μου πολεμούσε τους άλλους μάγους με αρχηγό τον Όσβαλντ. Που να ήξερε τι περνούσα…  Λοιπόν, Βαν, πίσω στη δουλειά μας, έχω την εντύπωση πως το γραφείο μου θα δεχτεί σύντομα επισκέψεις νυχτερινές. Ας τους καλωσορίσουμε όπως τους αρμόζει» πρόφερε χαιρέκακα.

Ο Άλαν είχε μείνει να με κοιτάζει ξεφυσώντας.
«Κένταλ, το είδες και εσύ έτσι;» Με ρώτησε οργισμένος και εγώ πάλευα να καταλάβω τι έπρεπε να απαντήσω για να μην προξενήσω ζημιά.
«Νομίζω πως πρέπει να πάμε ευθύς αμέσως στον Σιμεόν» είπα τελικά καθώς ήμουν πεπεισμένη, πως το χαρτί χρήσης της γνώμης του Σιμεόν ήταν αναμφίβολα και το καλύτερο.
Το κάστρο είχε ελαφρώς ερημώσει και στους διαδρόμους έκαιγαν μονάχα οι πυρσοί του. Ο Άλαν δεν είχε σταματήσει λεπτό να ψέλνει κάθε είδος βρισιάς, στην σκέψη της συμπεριφοράς και ταυτότητας του σκοτεινού αγοριού. Ως γνωστόν, όλα τα ανοίγματα των παραθύρων φυλάσσονταν με ξόρκια προστασίας για τους μαθητές. Η αλήθεια, είχα ακούσει πως η Βέρνια είχε κάποτε δύο σχολές. Τη Σαβανά Επίν και την Επινουά. Η πρώτη φιλοξενούσε πριν από τον πόλεμο όλα τα μαγικά πλάσματα, ενώ η δεύτερη, η δική μας ήταν αποκλειστικά για μάγους. Ιδρυτής της ήταν μία Σάμχαϊν, η Κριστίν Νορρίς. Την εποχή εκείνη, οι Σάμχαϊν βασίλευαν, ωστόσο, καθώς ο πόλεμος πλησίαζε, η σχολή πέρασε σε άλλα χέρια, επικίνδυνα και εξελίχθηκε σε άνδρο και προπύργιο των μαύρων μάγων. Φημολογείται λοιπόν πως σε αυτούς τους διαδρόμους που βαδίζαμε τώρα εγώ με τον Άλαν, είχαν βαδίσει πριν από αρκετά χρόνια οι πιο σκοτεινές προσωπικότητες.
Φυσικά, μετά την λήξη του πολέμου και καθώς η Σαβανά Επίν είχε μετατραπεί σε έναν σωρό από τούβλα, οι μάγοι μετά την οριστική πτώση των Σάμχαϊν έκαναν πολλές τελετές εξαγνισμού, προκειμένου η σχολή να επαναλειτουργήσει και να φιλοξενήσει στα σπλάχνα της ξανά τους μαθητές. Εγώ με τον Άλαν βαδίζαμε ανέμελοι, ενώ παράλληλα στους μαυρισμένους από τα χρόνια τοίχους σχηματίζονταν οι ρούνοι των Σάμχαϊν, μονάχα που εμείς δεν τους είχαμε προσέξει τότε. Ήταν σαν να μας παρακολουθούσαν οι ψυχές τους καρτερώντας την ανάστασή τους.
Δέκα λεπτά αργότερα στεκόμασταν μπροστά από την ξύλινη, επιβλητική πόρτα του Σιμεόν με τη σκαλιστή κουκουβάγια.
«Περάστε, παιδιά. Μην στέκεστε έξω. Τα ζεστά βουτυρομπισκότα μου σας καρτερούν, για να διώξουν μακριά της έγνοιες σας» άκουσα τη ζεστή φωνή του μάγου και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό μου.
Μπήκαμε μέσα για να αντικρύσουμε τον Σιμεόν να μελετά φορώντας τα τετράγωνα, μυωπικά γυαλιά του.
«Πώς ξέρατε οτι ήμασταν έξω;» Ρώτησε ο Άλαν.
«Αν δεν το γνώριζα, δεν θα ήμουν καθηγητής σου. Τώρα, πες μου, νεαρέ, τι σε βασανίζει;» Ρώτησε ο Σιμεόν και είδα τον Άλαν να με κοιτά πλαγίως, σαν να ζητούσε εμμέσως την συγκατάθεσή μου.
«Ξέρετε, είχα μία διένεξη λίγο πιο πριν με τον Σκορπιό. Γνωρίζετε πως όταν είμαστε σε άμυνα οι μάγοι, τα μάτια μας μερικές φορές υιοθετούν και το ανάλογο χρώμα. Κύριε, του Σκορπιού ήταν μαύρα. Είναι εβένινος μάγος!» Ξεκίνησε να ωρύεται, ωστόσο εγώ παρατήρησα πως η έκφραση στο πρόσωπο του Σιμεόν δεν είχε αλλάξει. Το εξέλαβα θετικά.
«Λοιπόν, αγαπημένε μου Άλαν, ο Σκορπιός αποκλείεται να είναι Σάμχαϊν, γιατί θα το γνώριζα. Οι Ανιχνευτές μας θα τον είχαν εντοπίσει από την ημέρα που γεννήθηκε. Μερικές φορές το γκρίζο με το μαύρο μοιάζουν, εξάλλου τα χαρίσματα των δύο χρωμάτων είναι πανομοιότυπα» ολοκλήρωσε και είδα τον Άλαν να καθησυχάζεται για λίγο.
«Έχετε δίκιο. Θαρρώ πως δεν είδα καλά γιατί ήμουν οργισμένος. Ήταν και σκοτεινά...» ξεκίνησε να λέει και είδα τον Σιμεόν να χαμογελά.
«Υπάρχει κάποια άλλη πληροφορία που θα ήθελες να μοιραστείς;» Τον ρώτησε και ο Άλαν ένευσε αρνητικά. Τον είδα να πισωπατάει και να με καλεί να τον ακολουθήσω, ωστόσο του εξήγησα πως θα ερχόμουν σε λίγο.
«Κύριε» είπα κοιτάζοντας αποφασιστικά τον Σιμεόν μόλις ο Άλαν έκλεισε την πόρτα πίσω του «νομίζω πως δεν του είπατε την αλήθεια» ξεστόμισα και είδα το πρόσωπο του Σιμεόν να φωτίζεται από έκπληξη.
«Γιατί το πιστεύεις αυτό;» Με ρώτησε.
«Λοιπόν, δεν ξέρω αλλά ο τόνος της φωνής σας ήταν αλλιώτικος, βιαστικός. Ένιωθα πως παλέψατε να βρείτε μία γρήγορη και εύκολη δικαιολογία. Ωστόσο, ούτε και ο Άλαν το πίστεψε εντελώς και ας σας έδωσε δίκαιο» ολοκλήρωσα και ο Σιμεόν με χειροκρότησε
«Λευκή μάγισσα, ανιχνευτής συναισθημάτων. Είσαι πολύ καλή για την ηλικία σου. Αφού λοιπόν με τσάκωσες, θα στο παραδεχτώ, είπα ψέματα. Σε εσένα έχω απόλυτη εμπιστοσύνη. Είσαι ένα ώριμο κορίτσι για την ηλικία σου»
μου απάντησε και εγώ κοιτάζοντάς τον με το στόμα ανοιχτό έκατσα σε μία παλιά, δερμάτινη μπερζέρα που είχε δίπλα από το γραφείο του.
«Ώστε… υπάρχουν ακόμη Σάμχαϊν; Πώς, γιατί;» Θέλησα να μάθω.
«Αν έχεις χρόνο, τότε θα σου αφηγηθώ μία παλία ιστορία. Όταν ακόμη η λέξη Σάμχαϊν, σήμαινε γνώση στα μαγικά ρουνικά. Οι Σάμχαϊν δεν γεννήθηκαν με κάποιο ελαττωματικό γονίδιο που τους καθιστούσε δολοφόνους. Απλώς μερικοί σφετερίστηκαν τη δύναμη και την εξουσία της φύσης τους, παρασέρνοντας ένα μεγάλο μέρος της κοινότητας των εβένινων μάγων. Έτσι, όλοι οι παλαιοί σοφοί, βοτανολόγοι, ιατροί, θεραπευτές εξοντώθηκαν γιατί θεωρήθηκαν αδίκως επικίνδυνοι. Ωστόσο, δεν ήταν όλοι τέρατα, απλώς έβγαλαν μία κακή φήμη, κυρίως με την άνοδο του Κέναρντ στη στρογγυλή τράπεζα του Υπουργείου» τελείωσε ο Σιμεόν και εγώ πήρα ξανά τον λόγο.
«Ξέρετε, καιρό υποψιαζόμουν πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τον Σκορπιό. Στον καβγά του με τον Άλαν, είδα ολοκάθαρα το μαύρο χρώμα στα μάτια του, αλλά τον έβγαλα τρελό και τον έφερα εδώ σε εσάς με την ελπίδα να τον πείθατε και εσείς με τη σειρά σας, πως δεν είδε καλά. Ωστόσο, ο Άλαν δεν θα το αφήσει έτσι. Ένας λευκός δεν τα παρατά ποτέ» του είπα και μου ένευσε να συνεχίσω. « Είναι και κάτι άλλο που δεν καταλαβαίνω. Ο Σκορπιός, όποτε προσπαθεί να με βοηθήσει, κάτι κακό του τυχαίνει. Λέτε να μας παρακολουθούν;» τον ρώτησα και τον είδα να με κοιτάζει προβληματισμένος.
«Αυτό που μου αναφέρεις, μου είναι γνωστό. Έχει αναφερθεί και στο παρελθόν, ωστόσο πίστεψέ με, δεν έχω ιδέα τι συμβαίνει ή τουλάχιστον όχι ακόμη» μου απάντησε και με κοίταξε ξανά «Κένταλ, πώς νιώθεις τώρα που συγκατοικείς με έναν Σάμχαϊν; Φοβάσαι;» Με ρώτησε με έκδηλη την ανησυχία στα μάτια του.
Έχοντας ετοιμαστεί για να φύγω, απλώς του απάντησα:
«Όπως είπατε και εσείς, το μαύρο είναι απλώς ένα χρώμα που δεν καθορίζει τον άνθρωπο» τελείωσα και τον είδα να χαμογελά σχεδόν συγκινημένος. Η πόρτα με την ανάγλυφη κουκουβάγια έκλεισε και εγώ βυθίστηκα σε σκέψεις στενάχωρες.
Η Εμίλια είχε περάσει όλο της το πρωινό στην κουζίνα του σπιτιού. Σε αντίθεση με τον αναγκαστικό του αφέντη, το σπίτι δεν υπάκουγε στην ίδια. Τα αντικείμενα κρέμονταν άψυχα γύρω της, σαν να μην υπήρχε ίχνος μαγείας μέσα τους. Ωστόσο, στον αντίποδα της σιωπηλής στάσης του σπιτού, υπήρχε η αίσθηση πως την παρακολουθούσαν, πως θλιβερές και σκοτεινές οντότητες της ψιθύριζαν. Αυτό δεν σήμαινε άλλωστε και η επιγραφή με την λέξη “ρούνος” στο κατώφλι του σπιτιού;
Οι ρούνοι ήταν κάποτε τα μυστικά σύμβολα των Κελτών και αποτελούσαν ένα πλήρες σύστημα φιλοσοφίας και μαγείας. Η παράδοσή τους ήταν προφορική και μεταδιδόταν από τον σαμάνο ή τον δρυίδη στον μαθητευόμενο με το στόμα ή τη χρήση των συμβόλων και την απομνημόνευση της έννοιάς τους. Θεωρήθηκαν ιδιαιτέρως ισχυροί αλλά και σκοτεινοί, με τους Σάμχαϊν να είναι οι περισσότεροι άριστοι γνώστες του Φούθαρκ, του αρχαίου ρουνικού αλφάβητου. Ο Άινταν είχε χαράξει στο σπίτι το Θούρισαζ, το γράμμα που έμοιαζε με P αγγλικό και σήμαινε αγκάθι, συμβολίζοντας την προστασία. Συμβόλιζε το σφυρί του θεού Θώρ της βόρειας παράδοσης και οι μάγοι το χρησιμοποιούσαν για να ενισχύσουν το ξόρκι προστασίας. Αυτό είχε δημιουργήσει και την ψευδαίσθηση του λαβύρινθου στον οποίο είχε μπλεχτεί νωρίτερα η ίδια.
Παλεύοντας να ξεφύγει για λίγο από τις σκοτεινές σκέψεις που της δημιουργούσε ο απόκοσμος χώρος, βάλθηκε να μαγειρεύει ένα παραδοσιακό ρολό με μπαχάρια που συνήθιζε να της φτιάχνει η μητέρα της. Για λίγο αφέθηκε στην κατευναστική του μυρωδιά και δεν παρατήρησε πως η ώρα είχε περάσει και η σκοτεινιά του χειμώνα είχε απλωθεί αφήνοντας μονάχα την έντονη μυρωδιά των ελάτων να της θυμίζει πως κάπου, σε κάποια σπίτια, τα μαγικά έλατα έστεκαν στολισμένα με τα χιλιάδες παιχνίδια να ανεβοκατεβαίνουν στα κλαδιά τους και να τραγουδούν χριστουγεννιάτικους σκοπούς. Όχι όμως και σε αυτό το σπίτι. Σε αυτήν τη φριχτή έπαυλη. Η ώρα ήταν έξι και μισή και η Εμίλια δεν ήξερε πραγματικά τι έπρεπε να κάνει ή πού έπρεπε να σταθεί, προκειμένου να μην ενοχληθεί αυτός ο ψυχρός άντρας. Αποφάσισε, λοιπόν, να καθήσει στην παλιά, αρχοντική μπερζέρα του σαλονιού, όπου της είχε επιτραπεί να κινείται, ευχόμενη από μέσα της να μπορούσε να κινηθεί και στο υπόλοιπο σπίτι με την ελπίδα να μάθαινε κάτι παραπάνω για το συγκεκριμένο άτομο. Με τις λιγοστές πληροφορίες που είχε συλλέξει, είχε καταλάβει πως ο Άινταν ήταν ένα πολύ χρήσιμο πιόνι στα χέρια των δικών του ανθρώπων. Δεν ήξερε ποιοι είχαν παίξει καθοριστικό ρόλο στην ανατροφή του, αλλά υποψιαζόταν πως όποιος και αν ήταν αυτός από ηθοποιία έσκιζε. Οι σκέψεις της την είχαν συνεπάρει, όταν άκουσε την πόρτα να ανοίγει και τον Άινταν να μπαίνει μέσα σιωπηλός, δίχως να της ρίξει ούτε μισή ματιά. Κοντοστάθηκε στο κατώφλι της κουζίνας, συνεπαρμένος από τη μυρωδιά του φαγητού, ωστόσο δεν θέλησε να το εκδηλώσει.
«Όποτε θελήσεις, άνοιξε μου τον διάδρομο για να κατέβω στο δωμάτιό μου» ήταν η μόνη αμήχανη κουβέντα που ξεστόμισε η Εμίλια και εκείνος απλώς ένευσε καταφατικά, προχωρώντας προς το μέρος της και ανοίγοντας τον δρόμο, απλώς σχηματίζοντας έναν ρούνο στον τοίχο με τα δάχτυλά του.
Η Εμίλια έφθασε μπροστά στην πόρτα του δωματίου της, παρατηρώντας πως ο άντρας εξακολουθούσε να φορά τον μαύρο του σκούφο. Μολαταύτα, δεν τον ρώτησε ποτέ της το γιατί, πράγμα που ο Άινταν εκτίμησε και ας μην το έδειξε. Αφήνοντάς την κάτω, επανήλθε στον χώρο της κουζίνας, για να κόψει και να δοκιμάσει το πρώτο γεύμα, που δεν είχε χρειαστεί να το φτιάξει μονάχος του. Η μυρωδιά και η γεύση του ήταν μεθυστικές, τόσο που για πρώτη φορά σχηματίστηκε ένα μειδίαμα στα χείλη του. Ασυναίσθητα, έβγαλε τον σκούφο, αφού ήταν μονάχος του στον χώρο και συνέχισε να κόβει μπουκιές, όταν παρατήρησε πως η κοπέλα δεν είχε αγγίξει καν το δημιούργημά της. Δίχως να το σκεφτεί πολύ, έκοψε ένα κομμάτι και τοποθετώντας το σε ένα χρυσό, σκαλιστό πιάτο, κληρονομιά ακριβή της οικογένειάς του, κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό της και χτύπησε την πόρτα. Η κοπέλα άνοιξε διστακτικά και εκείνος εμφανίζοντας το πιάτο, της είπε :
«Αν το κάνεις επίτηδες να μένεις νηστική, προκειμένου να με εκβιάσεις, απλώς να σου πω, πως θα με φθάσεις στο σημείο να σε ταΐζω με το ζόρι» της γρύλισε, ωστόσο εκείνη πήρε το πιάτο στα χέρια της απαντώντας του απλώς:
«Ελπίζω να σου άρεσε» ξαφνιάζοντάς τον, καθώς περίμενε μία βίαιη αντίδραση.
«Ήταν ωραίο» είπε και κίνησε να φύγει, όταν η κοπέλα τον σταμάτησε.
«Ποιο ήταν το καλύτερο, χριστουγεννιάτικο δώρο που σου έφεραν;» ρώτησε απλά και τότε το πρόσωπό του Άινταν σκοτείνιασε και ένιωσε την οργή να τον πλημμυρίζει.
«Ακούστε, δεσποινίς Κλαρκ. Τις ερωτήσεις εδώ μέσα τις θέτω μονάχα εγώ. Δεν σας αφορά τίποτε από τη ζωή μου! Ξέρω για ποιον δουλεύεις και απλώς να σε πληροφορήσω πως το γραφείο μου τον καρτερά για να το εξερευνήσει» της πέταξε ειρωνικά και έκλεισε την πόρτα της με φόρα, τρέχοντας να ξεφύγει από τη σκιά της συγκεκριμένης ερώτησης, που την ένιωσε σαν μαχαίρι στην καρδιά. Δεν είχε λάβει ποτέ του δώρο Χριστουγέννων, εκτός από μία και μοναδική φορά. Εκείνη η φορά ήταν η απάντηση στην ερώτηση της κοπέλας. Ο Άινταν προχώρησε προς το δωμάτιό του, όταν διαπίστωσε με τρόμο πως δεν φορούσε τον σκούφο, τη στιγμή που κατέβηκε στο δωμάτιο της Εμίλιας, ωστόσο η ίδια δεν φάνηκε να νοιάζεται. Αναστέναξε για λίγο και έκατσε βαρύς στην άκρη του κρεβατιού. “Αγαπημένο χριστουγεννιάτικο δώρο...” συλλογίστηκε με θλίψη.

Στα σκοτεινά μονοπάτια του Ένταρταουν βάδιζαν σκυφτές οι μαυροφορεμένες φιγούρες. Το Ένταρταουν θεωρούταν από τους κοινούς μάγους μία πόλη- φάντασμα στα σύνορα με την Επαρχία του Αντίστροφου χρόνου. Βρισκόταν κάποτε χτισμένη στην ανατολική πλευρά των δασών, καθώς η δυτική ανήκε στον βασιλιά της Επαρχίας, τον Θάνατο. Από τα παλιά τα χρόνια, ήταν κακόφημη με πολλούς απόκληρους, άστεγους και εγκληματικά στοιχεία να συχνάζουν. Οι χειρότεροι όμως ήταν οι σκοτεινοί Σέφο ή αλλιώς Ιππότες του Θανάτου. Τότε φυλούσαν αποκλειστικά τα δάση του Αντίστροφου χρόνου, καθώς στα σπλάχνα τους βρισκόταν μία σκοτεινή δημιουργία. Μία δημιουργία η οποία θα έφερνε στη ζωή τον πιο δαιμονικό μάγο όλων των εποχών. Τον Κέναρντ Γκρερ, ο οποίος λίγο πριν πεθάνει είχε κάνει συμφωνία με τον ίδιο τον Θάνατο να φυλάξει στα σπλάχνα των φρικιαστικών δασών του το βιβλίο εκείνο, το οποίο με τη βοήθεια και τη συλλογή κάποιων αντικειμένων, θα τον έφερνε πίσω στη ζωή. Γιατί το πτώμα του Κέναρντ ποτέ δεν κάηκε τη στιγμή του θανάτου του.
Οι Σέφο, λοιπόν, βρίσκονταν πλέον υπό την υπηρεσία των νέων κατοίκων αυτής της φρικαλέας πόλης, καθώς στο Υπουργείο υπήρχε μία τεράστια τρύπα. Τα παιδιά που συγκεντρώνονταν, έχοντας αναγνωριστεί ως Σάμχαϊν, δεν εξοντώνονταν όπως προέβλεπε ο νόμος, αλλά δραπέτευαν, καθώς ο Άινταν και ο Ντιμίτρι Γιανόσκι, ρωσικής καταγωγής, που θέσπιζε τους νόμους της μαγικής κοινότητας, είχαν φροντίσει να δημιουργήσουν τόσο ψευδαισθήσεις, όσο και το ξόρκι της επιβολής. Παλαιότερα, ήταν σπάνιο να δραπετεύσει κανείς από τις μαγικές φυλακές, οι οποίες βρίσκονταν καταμεσής σχεδόν της θαλάσσιας έκτασης ανάμεσα στην Ισλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Αποτέλεσμα αυτού ήταν οι μαύροι μάγοι αργά αργά να συσπειρώνονται μελετώντας τα ρουνικά και πραγματοποιώντας τελετουργίες. Ωστόσο, οι περισσότεροι από τα μεγάλα ονόματα δολοφόνων, των οποίων τα σώματα είχαν προστατευθεί από την καύση, υπήρχαν σε μία παράλληλη διάσταση, σαν καταραμένες ψυχές, οι οποίες τρέφονταν από τις αφαιμάξεις, τόσο κοινών ανθρώπων, ζώων, αλλά μερικές φορές και μάγων. Καρτερούσαν την ημέρα της ανάστασής τους από τον δάσκαλό τους Κέναρντ, καθώς και την κατάληψη του αλλοτινού τους προπυργίου, της Επινουά, η οποία είχε εξαγνιστεί. Το μεγαλύτερό τους προτέρημα, ωστόσο, ήταν τα ρουνικά. Η γνώση των γραμμάτων έδινε δύναμη στον κάτοχό της και οι Σάμχαϊν είχαν κρυφά χαράξει τους τοίχους της Σχολής. Αυτό τους έδινε δύναμη, ειδικά τώρα τελευταία που επιχειρούσαν πολλές και συνεχόμενες αφαιμάξεις, καθώς είχε ήδη ανακαλυφθεί η τοποθεσία του πετραδιού του Βάλιμαρ. Του ενός από τα στοιχεία που θα τους έφερνε ένα βήμα πιο κοντά στην ανάστασή τους.

O Σιμεόν περπατούσε στους διαδρόμους της Επινουά, ελευθερώνοντας που και που ένα ζεστό χαμόγελο στη θέα των μαθητών που βάδιζαν ανέμελοι, γελώντας και μιλώντας μεταξύ τους. Στα χέρια του βαστούσε τα χαρτιά και τις σημειώσεις των μαθημάτων του για τη Μαγική Φιλοσοφία.  Με το χέρι του άγγιξε την σκαλιστή κουκουβάγια που κοσμούσε την πόρτα του γραφείου του και μπήκε μέσα, για να αντικρίσει προς μεγάλη του ανακούφιση τα τοστ να φτιάχνονται μόνα τους. “Να τα ψήσεις καλά” διέταξε την μηχανή του, όταν άκουσε ένα ελαφρύ χτύπημα στο τζάμι του, που είχε θέα την ομιχλώδη θάλασσα.
«Ω, γλυκιέ μου Άρθουρ! Πέρασε μέσα» ακούστηκε η φωνή του, απευθυνόμενος στην κουκουβάγια του χιονιού που στεκόταν ακριβώς έξω.
«Καλησπέρα, Σιμεόν» τιτίβισε το πουλί. «Συγγνώμη για την καθυστέρηση, μα γέρασα πια και τα πούπουλα μου φαίνονται βαριά σαν πέτρες» του είπε η κουκουβάγια τινάζοντας το χιόνι από πάνω της.
«Λοιπόν, τι νέα μου φέρνεις από τις φυλακές;» τον ρώτησε ο Σιμεόν.
«Δυστυχώς είχαμε άλλη μία απόδραση, η οποία πραγματοποιήθηκε κάτω από την μύτη των Απρόσωπων. Μπορείς να το διανοηθείς;» έκρωξε το πτηνό και ο Σιμεόν σχεδόν κατέρρευσε πάνω στην δερμάτινη, κουνιστή του καρέκλα.
«Το θέμα είναι Άρθουρ πως εγώ κρατούσα πάντοτε μικρό καλάθι για τους Απρόσωπους. Είναι πνεύματα σκοτεινά και το Υπουργείο του Κλίφγκεϊτ, δεν το σκέφτηκε και πολύ πριν τους ορίσει φύλακες. Κατανοώ την ανάγκη ύπαρξης πλασμάτων που βλέπουν και ακούνε τα πάντα σε δεκαπλάσιο βαθμό από ότι ένας κοινός μάγος, αλλά ήταν ρίσκο. Επίσης, οι Απρόσωποι ήταν από πάντα οι καλύτεροι βασανιστές. Αναβίωναν με πολύ μεγάλη ευκολία τον χειρότερο εφιάλτη του εκάστοτε κρατούμενου και για τιμωρία τον έβαζαν να τον ζει ξανά και ξανά σε σημείο που αν δεν ομολογούσε, το σίγουρο ήταν πως θα αποτρελαινόταν. Κοινώς, τα συγκεκριμένα πλάσματα δημιουργήθηκαν από το συστατικό που εκρίνει ο ανθρώπινος εγκέφαλος τη στιγμή που βλέπει κάποιο εφιαλτικό όνειρο. Νομίζω πως αυτό από μόνο του είναι αρκετά άρρωστο» κατέληξε ο Σιμεόν, όταν ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα και στο κατώφλι φάνηκε ο Κρίστοφερ.
«Βρε καλώς τον! Γερο-Άρθουρ, νόμιζα πως δεν θα την έβγαζες μέχρι εδώ» του είπε ο καθηγητής πειρακτικά.
«Και αυτόν είπαμε πως τον έχεις διορίσει για να διδάσκει παιδάκια; Με απογοητεύεις Σιμεόν» ακούστηκε η φωνή του Άρθουρ που φτερούγισε για λίγο και έπειτα έκατσε στον ώμο του πορφυρού μάγου.
«Λοιπόν, έτοιμοι για την επικίνδυνη αποστολή;» ρώτησε ο Κρίστοφερ και ο Σιμεόν ένευσε καταφατικά.
«Τι βάλατε σαν στόχο αυτή τη φορά;»  ακούστηκε η φωνή του πουλιού.
«Το γραφείο του φαρμακερού, πρώην μαθητή του Σιμεόν. Του Άινταν Γουέτμορ» απάντησε ο Κρίστοφερ και ο Άρθουρ τίναξε το κεφάλι του.
«Να προσέχετε γιατί αυτός είναι ύπουλος. Θυμάμαι, όταν ακόμη ζούσα σε αυτή τη Σχολή, πως ως νέος ήταν πολύ συνεσταλμένος και λιγομίλητος, ωστόσο δεν είχε δώσει ποτέ του το δικαίωμα για αρνητικά σχόλια. Φυσικά, εγώ δεν τον χώνεψα ποτέ μου, καθώς μία φορά που πήγα να καθήσω πάνω από την πόρτα του δωματίου του, πράγμα που έκανα αρκετά συχνά γιατί έβρισκα ζεστασιά, ο Άινταν είχε τοποθετήσει μία αόρατη πινέζα μεγάλου μεγέθους, γιατί λέει τον ενοχλούσε το τραγούδι μου» ξεκίνησε ο Άρθουρ και ο Κρίστοφερ γέλασε.
«Εδώ που τα λέμε, δεν είχε και άδικο. Εσύ δεν τραγουδάς, γκαρίζεις!» του είπε πνιγμένος στα γέλια.
«Πρόσεχε, γιατί θα ξεχάσω τον ήθος μου και θα σε κουτσουλίσω, με τοξική κουτσουλιά, σε σημείο που θα αναγκαστείς να ξυρίσεις τα μαλλιά σου» τον έβαλε στη θέση του ο Άρθουρ, ενώ ο Σιμεόν διασκέδαζε με τον διάλογό τους.
«Λοιπόν, Κρίστοφερ, μετά το πέρας των μαθημάτων, έλα να με συναντήσεις εδώ. Θα φύγουμε τελευταίοι και θα πάμε με τα Γκέρμπιλ ως το κέντρο της Βέρνια. Από εκεί και πέρα, θα πρέπει να προσέξουμε τυχόν ξόρκια προστασίας» ολοκλήρωσε ο καθηγητής και ο Κρίστοφερ, κάνοντας μία τελευταία γκριμάτσα στο πουλί, έφυγε για να επιστρέψει στα μαθήματά του.

Βάδιζα στην χιονισμένη αυλή με κατεύθυνση τον Οίκο μου, καθώς είχα διαπιστώσει πως μου έλειπε το πρόγραμμα της υπόλοιπης ημέρας. Από μακριά άκουσα τη γνώριμη φωνή της Κριστιέλας, ωστόσο με μία κίνηση του χεριού μου, της γνωστοποίησα άηχα, πως δεν είχα καμία όρεξη για κουβέντα. Έπρεπε να κάτσω και να σκεφτώ για λίγο τις πληροφορίες. Ένα πράγμα μονάχα με καθησύχαζε, πως θα έπαιρνα αγκαλιά το ορφανό πλάσμα και ας ήταν μονάχα ένα αβγό. Ανόρεχτη, άνοιξα την πρώτη πόρτα, για να βρεθώ στην κοινό χώρο που μοιραζόμουν με τον Σκορπιό. Τότε, τον βρήκα να χαζεύει με το πρόσωπό του κολλημένο στο παράθυρο τις νιφάδες που έπεφταν.
«Λοιπόν, τι έγινε; Τα συζητήσατε όλα με το φιλαράκι σου, τον Σιμεόν;» ακούστηκε η φωνή του που έσταζε δηλητήριο. Ωστόσο, αυτή τη φορά, είχα αποφασίσει να τον αγνοήσω.
Έτσι, δίχως να του δώσω κάποια απάντηση, τίναξα το καστανόξανθο μαλλί μου πίσω με σκέρτσο και ξεκίνησα να ανεβαίνω τα σκαλιά.
«Μη μου γυρνάς την πλάτη εμένα, όταν σου μιλώ!» ακούστηκε ξανά η φωνή του και το ποτήρι της υπομονής μου ξεχείλισε. Ένιωσα τα μάτια μου να αστράφτουν, όπως ακριβώς του Άλαν και τις παλάμες μου να καίνε, σαν να ήταν έτοιμη να ξεχυθεί από μέσα τους η χειρότερη κατάρα.
«Αρκετά» ήταν η μόνη κουβέντα που του είπα, όταν τον είδα για δευτερόλεπτα να σαστίζει και κατόπιν, το βλέμμα του να σκληραίνει και το χρώμα των ματιών του να αλλάζει. Τότε, συνειδητοποίησα κάτι μέσα στον αναβρασμό. Πως δεν τον ενδιέφερε να κρυφτεί από εμένα. Δεν τον ενδιέφερε αν θα έβλεπα για ακόμη μία φορά το εβένινο χρώμα των ματιών του.
Σε κλάσματα, τα χέρια μου υψώθηκαν και τον τίναξα επάνω, κολλώντας τον στο τζάμι.
«Θα έπρεπε να με ευγνωμονείς που σε έσωσα και έβγαλα τον Άλαν τρελό. Νομίζεις πως εμένα μπορείς να με κοροϊδέψεις; Το ξέρω πως είσαι Σάμχαϊν, αλλά σκασίλα μου! Έλα, λοιπόν, δείξε μου! Δείξε μου τι μπορεί να κάνει η μαύρη μαγεία!» του ούρλιαξα, μα εκείνος έμεινε ακίνητος ψελλίζοντας ένα υπόκωφο “Όχι”. Τότε, ευθύς αμέσως, ένιωσα την οργή που προηγουμένως κόχλαζε επικίνδυνα μέσα μου να σβήνει, όπως η φλόγα ενός κεριού. Τόσο ξαφνικά, τόσο απότομα. Σταμάτησα αμέσως το ξόρκι πετώντας τον στο πάτωμα.
Τη στιγμή που σηκωνόταν, ακούσαμε έναν δυνατό θόρυβο, προερχόμενο από το δωμάτιό μου, σαν τζάμι που γινόταν θρύψαλα.
«Όχι!» τσίριξα. «Το αυγό μου!» συνέχισα να φωνάζω.
«Το ποιο σου;» άκουσα τον Σκορπιό να λέει όταν ξεκίνησα να ανεβαίνω τα σκαλοπάτια δύο δύο.
Όταν στάθηκα μπροστά από την πόρτα, τοποθετώντας το χέρι μου στο πόμολο, εκείνη άνοιξε απότομα με έναν κρότο και μπροστά μου φάνηκε ένα παραμορφωμένο πλάσμα που βρωμούσε χειρότερα και από πτώμα σε αποσύνθεση.
«Καλικάτζαρος!» φώναξε ο Σκορπιός. «Κάνε στην άκρη γιατι το σάλιο του μπορεί να σε παραλύσει» μου φώναξε.
«Μα, όλα τα γνωρίζεις πια;» διαμαρτυρήθηκα.
«Ε, τις στιγμές που εσύ και η πράσινη, νευρική φίλη σου τρέχετε στα λιβάδια με τις πλεξούδες ξέπλεκες, μαζεύοντας άγνωστα αβγά, εγώ μελετάω» μου πέταξε, αλλά δεν είχαμε χρόνο για έναν δεύτερο καβγά. Το πλάσμα πλησίασε μουγκρίζοντας και φτύνοντας μία κολλώδη ουσία, ενώ στα χέρια του κρατούσε το αβγό.
«Silentium!» πρόφερε καθαρά ο Σκορπιός και τότε, από το πουθενά φάνηκε μία κλωστή, η οποία ξεκίνησε να ράβεται στα χείλη του πλάσματος, λες και την κατηύθυνε μία αόρατη βελόνα. Το πλάσμα σφάδαζε, ωστόσο τη στιγμή που ετοιμαζόμουν να το αποκρούσω, το χέρι του με βρήκε κοντά στον λαιμό αφήνοντάς μου δύο βαθιές γρατσουνιές, ενώ με πέταξε στα σκαλιά. Είδα τον Σκορπιό να ορμάει προς το μέρος μου, όταν τον προέτρεψα να με αφήσει προτού πάθει κάτι ο ίδιος.
Ο Καλικάτζαρος εξαγριωμένος έτρεξε προς το μέρος μου και εγώ κατόρθωσα και σύρθηκα στα σκαλιά, όταν η κοινή μας πόρτα άνοιξε και μέσα εισέβαλε ο Κρίστοφερ.
Με μία κίνηση του χεριού του τον καθήλωσε γονατίζοντάς τον, ενώ το αβγό τσούλησε και χώθηκε κάτω από το κεντρικό μας τραπέζι.
«Τι συνέβη εδώ;» φώναξε, ενώ ο Καλικάτζαρος έστεκε γονατιστός και ακίνητος. «Πώς ήρθε αυτό το πλάσμα εδώ; Σπάνια συμβαίνει, εκτός αν το ελκύσει κάποια τροφή» μας είπε και είδα τον Σκορπιό να παίρνει τον λόγο.
«Εγώ φταίω. Έκλεψα λίγη μαρμελάδα από το πρωινό» απολογήθηκε και είδα τον Κρίστοφερ να φουντώνει.
«Γι’ αυτό νεαρέ μου υπάρχει και η αίθουσα του πρωινού ξέρεις! Αν καθυστερούσα λίγο ακόμη, θα σας είχε κάνει μεγάλη ζημιά. Παρεμπιπτόντως, έξυπνο το ξόρκι της σιωπής. Εσύ το έκανες;» ρώτησε το αγόρι που ένευσε καταφατικά. «Είσαι πολύ ευφυής για κλέφτης μαρμελάδας. Ωστόσο, εσύ νεαρή μου θα έθεις στο αναρρωτήριο» μου είπε μα προτού τον ακολουθήσω, άκουσα τον Σκορπιό να μου ψιθυρίζει πως ήρθαμε στα ίσα. Εγώ δεν τον έδωσα στον Άλαν και εκείνος δεν με έδωσε στον Κρίστοφερ.
Φεύγοντας όμως, νόμισα πως είδα από το κεντρικό παράθυρο, τη φιγούρα της Άσα να εξαφανίζεται μέσα στην ομίχλη.

Εκείνο το πρωινό, η Εμίλια στεκόταν αμήχανη στην κουζίνα της ζοφερής έπαυλης. Τελευταία, ένιωθε το σπίτι να δυσανασχετεί, σαν να ήθελε να ξεφορτωθεί για πάντα τους παράνομους ένοικούς του. Η ίδια ένιωθε μία μόνιμη θλίψη και μελαγχολία στην ιδέα πως το ορφανοτροφείο θα περνούσε σε άλλα χέρια, όπως σε άλλα χέρια είχε περάσει και η ίδια της η ζωή.
Σκεφτόταν τις ημέρες που περνούσαν και η ίδια δεν είχε νιώσει ούτε το χάδι του ανέμου στο πρόσωπό της. Της έλειπαν τα παιδιά, ο Σιμεόν, όλοι. Μακάρι να μπορούσαν να τη βοηθήσουν, μακάρι να μπορούσε να τους δώσει τις λιγοστές πληροφορίες που είχε συλλέξει. Ο Άινταν βρισκόταν στο σαλόνι τη στιγμή που εκείνη μπήκε, παραλείποντας να χτυπήσει την πόρτα. Είδε το πρόσωπό του να στρέφεται απότομα προς την μεριά της.
«Φύγε και άφησέ με. Δεν θέλω καμία ενόχληση, ούτε καν για να φάω» της είπε ψυχρά και η Εμίλια ένιωσε να χάνει την ψυχραιμία της.
«Ξέρεις κάτι; Σκότωσέ με καλύτερα. Βαρέθηκα να ζω εδώ μέσα μαζί σου. Καλύτερα να με είχες σκοτώσει εκείνη την ημέρα» του πέταξε σχεδόν μουγκρίζοντας και τον είδε να σηκώνεται από την πολυθρόνα του, έχοντας αφήσει το βιβλίο του να αιωρείται.
«Αυτό θα ήταν τεράστια χάρη για εσένα. Δεν θα σου την κάνω ομως» της είπε σέρνοντας την κάθε του κουβέντα και έχοντας πλησιάσει την κοπέλα διατηρώντας παράλληλα μία απόσταση.
Τότε, τον είδε άξαφνα να χάνει το βήμα του και να παραπατά. Ένα λεπτό αργότερα, είχε βρεθεί γονατιστός στο πάτωμα μπροστά της. Η κοπέλα πισωπάτησε τρομαγμένη και αντανακλαστικά κινήθηκε προς την έξοδο.
«Άδικα παλεύεις να σωθείς» άκουσε την λαχανιασμένη φωνή του Άινταν. «Η έξοδος είναι ανέφικτη για εσένα!» της φώναξε με όση δύναμη του έμενε.
«Τότε, πήγαινε πνίξου, Άινταν» πρόφερε σαρκαστικά εκείνη σταματώντας από πάνω του «λατρεύω την εικόνα του ικέτη, ειδικά όταν πρόκειται για εσένα» του έφτυσε σχεδόν και έτρεξε πίσω στην κουζίνα αφήνοντάς τον να σφαδάζει σιωπηλά, καθώς οι φριχτοί πόνοι μετακινούνταν στις φλέβες του κορμιού του σαν σκουλήκια.
Καθώς έμπαινε μέσα, πάλεψε άτσαλα να αρπάξει όποια κατσαρόλα έβλεπε μπροστά της, μα εκείνες φάνηκαν να απομακρύνονται σαν να έπαιζαν μαζί της ένα περίεργο παιχνίδι. Τα λεπτά περνούσαν και εκείνη άκουγε τον βασανιστικό χτύπο του ρολογιού μέσα στο μυαλό της. Τότε, τα μάτια της καρφώθηκαν σε ένα μαχαίρι, παρατημένο στον πάγκο της κουζίνας. Βαθιά μέσα της, την γαργάλησε η ανάγκη να το χρησιμοποιήσει για να ελευθερωθεί επιτέλους από τον δυνάστη της, αλλά και για να απαλλάξει τον κόσμο από μία μελλοντική, εγκληματική προσωπικότητα. Από έναν φθονερό Σάμχαϊν, έναν εβένινο, έναν σκιερό.
Κατευθύνοντας το χέρι της που έτρεμε, το πήρε και το περιεργάστηκε για λίγο τη λαβή του και τη μορφή της που καθρεπτίστηκε θολά στην μικρή του λάμα. Με βήμα αβέβαιο και διστακτικό, προχώρησε προς το σαλόνι με πρόσωπο ελαφρώς ιδρωμένο. Τον είδε πεσμένο στην ίδια θέση, κάθιδρο, να καρτερά σχεδόν το τέλος του. Η ανάσα του έβγαινε δύσκολα και πονεμένα.
«Έλα, λοιπόν. Σκότωσέ με. Καλό θα μου κάνεις στην τελική. Ύψωσε το μαχαίρι που κρατάς και κάρφωσέ το μου πάνω και λίγο αριστερά στην καρδιά. Θα πεθάνω ακαριαία, απλώς βάλε δύναμη. Η πρώτη φορά είναι η δύσκολη. Μετά το συνηθίζεις» τελείωσε και η Εμίλια δεν απάντησε.
Τα μάτια της παρέμειναν προσηλωμένα στην οδυνηρή εικόνα του όμορφου άντρα, με τα λιγοστά μαλλιά, το ωχρό δέρμα και τα υπέροχα σμαραγδένια μάτια, τα οποία καθρέπτιζαν τον πόνο. “Δεν μπορώ… δεν είμαι δολοφόνος. Θα το μετανιώσω στο μέλλον πικρά και ίσως και όλος ο κόσμος. Συγγνώμη, Σιμεόν, μα δεν μπορώ να το κάνω...” μονολόγησε, ενώ βουβά δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό της. Το αιχμηρό αντικείμενο γλίστρησε από το χέρι της και έπεσε με φόρα στο έδαφος. Η ίδια γονάτισε κάτω και πάλεψε να τον σηκώσει.
«Σου είπα, καλύτερα σκότωσέ με! Μην είσαι δειλή Κλαρκ» ακουσε την ξέπνοη φωνή του Άινταν.
«Απλώς πάψε και δώσε μου οδηγίες. Τι κάνεις όταν σε πιάνει;» Τον ρώτησε σαστισμένη.
«Στο μπάνιο μου, έχω αναλγητικά φίλτρα. Γεμίζω την μπανιέρα μου με νερό και τα ρίχνω μέσα για να τα απορροφήσουν οι πόροι του δέρματός μου» πρόφερε με δυσκολία και σύρθηκε στον τοίχο σχηματίζοντας μία φράση στα ρουνικά. «Μπορείς να ανέβεις» της είπε και εκείνη χάθηκε γνωρίζοντας τον δρόμο πολύ καλά για τα λουτρά με τις ανάγλυφες γοργόνες.
Εισέβαλε μέσα και ξεκίνησε να γεμίζει την μπανιέρα, όταν πρόσεξε μερικά, ημιδιάφανα μπουκαλάκια που περιείχαν ένα κιτρινωπό υγρό με έντονη μυρωδιά. Κατόπιν, έτρεξε ξανά κάτω και πάλεψε να τον σηκώσει. Το βάρος του ήταν μεγάλο, όπως και το ύψος του σε σχέση με το δικό της. Ανέβηκαν τα σκαλιά τρεκλίζοντας και εκείνη του ξεκούμπωσε το πουκάμισο, παρά τις σιγανές του διαμαρτυρίες. Οι φλέβες του, είχαν ένα έντονο, γκρίζο αρρωστημένο χρώμα. Με δυσκολία μπήκε στο νερό και εκείνη ξεκίνησε να αδειάζει το περιεχόμενο του πρώτου μπουκαλιού. Σε δευτερόλεπτα, οι πόνοι κόπασαν και το χρώμα του δέρματός του επανήλθε.
Για λίγο δεν την κοιτούσε και εκείνη πήγε να φύγει, όταν άκουσε τη φωνή του.
«Μισό λεπτό. Σου χρωστώ μία απάντηση» της είπε και εκείνη κοντοστάθηκε.
«Σε ποια ερώτηση;» του είπε.
«Με ρώτησες κάποτε ποιο ήταν το αγαπημένο μου χριστουγεννιάτικο δωρο» πρόφερε και βγήκε ημίγυμνος από την μπανιέρα. Πήρε προσεκτικά μία πετσέτα για να μαζέψει τα νερά. «Έλα μαζί μου» της είπε και εκείνη σιωπηλή τον ακολούθησε.
Μπήκαν μαζί στην κρεβατοκάμαρά του και εκείνος, άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου του.
«Μα, δεν υπάρχει τίποτε» σχολίασε διστακτικά η Εμίλια, όταν είδε τον Άινταν να την προτρέπει να κοιτάξει καλύτερα.
«Όλη η λογική αυτού του καταραμένου σπιτιού είναι η οφθαλμαπάτη. Υπάρχουν και σημεία που εξαιρούνται, όπως εκείνα που ψαχούλεψες» της είπε και ένα μειδίαμα εμφανίστηκε στο πρόσωπό του. Τότε, στο συρτάρι εμφανίστηκε ένα βρώμικο, δερμάτινο σχετικά μικρό κουτί. «Κάθε παραμονή Χριστουγέννων, έγραφα από το πρωί ένα γράμμα, ζητώντας από τον Άγιο να μου φέρει πίσω την μητέρα μου που έλειπε στο Παρίσι. Πίστευα πως κάποιος θα το διάβαζε και θα την ειδοποιούσε. Εξαφανίστηκε σε μία δύσκολη ηλικία για εμένα. Δώρα δεν είχα λάβει ποτέ μου, ενώ κάθε χρόνο ζητούσα το ίδιο πράγμα ή έστω μία καινούργια οικογένεια, ώσπου κάποτε έλαβα μία απάντηση. Δεν έμαθα ποτέ από ποιον. Άνοιξα την πόρτα του σπιτιού του θείου μου, έξω είχε χιονίσει. Βρήκα λοιπόν στην πόρτα αυτό εδώ το κουτί» της είπε και το άνοιξε μπροστά της βγάζοντας από μέσα μία γυάλινη, χριστουγεννιάτικη μπάλα. «Κοίταξε» της είπε δείχνοντας την μαγική μπάλα, μέσα στην οποία φάνηκαν να περπατάνε τρεις άνθρωποι. Μία μητέρα, ένας πατέρας και το αγοράκι τους. «όποτε ένιωθα άσχημα, κοιτούσα την μπάλα ελπίζοντας πάντα πως θα κατόρθωνα μία μέρα να μπω και εγώ εκεί μέσα μαζί με τους δύο χαμογελαστούς γονείς. Ήταν το μοναδικό και το ωραιότερο δώρο που έλαβα ποτέ» τελείωσε και ευθύς το έκρυψε κοιτάζοντάς την. «Με αφήνεις μονάχο μου για λίγο;» πρόφερε για πρώτη φορά ευγενικά.
O Κλαρκ Σάτερ είχε πάει στο μαγαζί του από νωρίς το πρωί. Για κάποιον παράξενο λόγο ο Σέρλοκ γρύλιζε απειλητικά κλείνοντάς του τον δρόμο. Δεν μπορούσε να αγνοήσει το γεγονός πως το μαγικό αυτό πλάσμα είχε ένστικτα και νοιαζόταν ιδιαιτέρως για την οικογένεια του μικρού Άλαν. Ωστόσο, ο Κλάρκ βρισκόταν μπροστά σε μία σπουδαία ανακάλυψη. Την ανακάλυψη ενός πολύτιμου λίθου που θα μπορούσε να φέρει στη ζωή κάποιον μάγο, αν φυσικά βρισκόταν μαζί και με κάποια άλλα σκοτεινά αντικείμενα. Συγκεκριμένα ένα βιβλίο και ένα τάλισμαν. Φυσικά, ο θρύλος που συνόδευε τον πολύτιμο λίθο έκανε αναφορά στο ξακουστό Ντούμγκαρντ. Τον απόκοσμο οδηγό επαναφοράς ακόμη και του πιο σαπισμένου σώματος στη μορφή που είχε όσο ζούσε. Αυτό που του προσέδιδε αυτήν τη φρικτή χροιά ήταν η φήμη πως είχε γραφεί από τα ίδια τα χέρια του Γκρερ και μάλιστα όχι με μελάνι, αλλά με πένα βουτηγμένη σε ανθρώπινο αίμα. Το τάλισμαν σε μορφή κλειδιού θα ξεκλείδωνε το βιβλίο και το πετράδι θα χρησιμοποιούνταν στην απόκοσμη τελετή αφαίμαξης, προκειμένου να αναστηθεί ο νεκρός. Ο Σάτερ είχε αποφασίσει να ανακαλύψει το πετράδι που φυλασσόταν στο μέρος όπου κρυβόταν ο Βάλιμαρ, ο δράκος των πάγων και έτσι αφού αποκτούσε τη φήμη, θα το παρέδιδε στο Υπουργείο και συγκεκριμένα στον Σιμεόν, προκειμένου να καταστραφεί. Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν είχε προλάβει να το συζητήσει μαζί του, καθώς ήθελε πρώτα να σιγουρευτεί για την ύπαρξη του πετραδιού.
Εκείνο το πρωινό, λοιπόν, είχε φθάσει πρώτος στο μαγαζί, καθώς δεν είχε συναντήσει κίνηση στους κεντρικούς δρόμους της Βέρνια. Ήταν νύχτα ακόμη, καθώς ο ήλιος δεν είχε προλάβει να ανατείλει, όταν ξεκλείδωσε την πόρτα και ο ξύλινος καλόγερος του πήρε το παλτό από τα χέρια για να τον διευκολύνει. Ευθύς άναψε τα φώτα, όταν μπροστά του βρέθηκε ένας άντρας που φορούσε μαύρο μανδύα με έναν σκούρο, γκρίζο πήγασο σχεδιασμένο, στην πλάτη του. Ο Κλαρκ αναγνώρισε αμέσως το σήμα των Σάμχαϊν.
«Ποιος είσαι εσύ και τι θέλεις;» του γρύλισε, μα ο άντρας δεν φάνηκε να ταράζεται.
«Σύλβαν Νίψον, κάτοικος του Ένταρταουν, Σάμχαϊν, πρώην φυλακισμένος. Βλέπεις, στη ζωή μου δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να ζήσω σαν φυσιολογικός άνθρωπος. Μήτε σε εμένα, μήτε σε δεκάδες άλλων παιδιών που μόλις οι ανιχνευτές μάθαιναν την ιδιότητά μας, μας έστελναν σε απομονωμένα ορφανοτροφεία στα βόρεια της Σκωτίας, μας έκαιγαν ή κάποιοι από εμάς που θεωρούμασταν λιγότερο επικίνδυνοι, μας φυλάκιζαν. Όλα αυτά, μέχρι σήμερα. Μέχρι που ο Γουέτμορ κατόρθωσε να σπάσει τον κωδικό του ελέγχου των Απρόσωπων» του είπε ψυχρά, πλησιάζοντας κι άλλο τον Κλαρκ.
«Αυτό είναι αδύνατον. Οι Απρόσωποι βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο του Υπουργείου» απάντησε σαστισμένα.
«Μα, ο Γουέτμορ είναι το Υπουργείο. Έχει τεράστια δύναμη και επιρροή» του απάντησε ο Σύλβαν και ο Κλαρκ ξαφνιάστηκε ακόμη περισσότερο.
«Ένας γκρίζος μάγος; Από πότε...;» πήγε να ρωτήσει, ωστόσο το γέλιο του άλλου άντρα τον διέκοψε.
«Ο Γουέτμορ, γκρίζος; Μη γίνεσαι γελοίος. Ο Άινταν είναι εβένινος, ένας γνήσιος Σάμχαϊν καλά καμουφλαρισμένος για χρόνια ατελείωτα. Σκοπός του είναι να εκδικηθεί για όλους εμάς που αποφασίσατε να πετάξετε σαν σκουπίδια της κοινωνίας σας, στις φυλακές ή στις χωματερές» του ούρλιαξε ο Σύλβαν, μα ο Κλαρκ παρέμεινε ατάραχος.
«Η κοινωνία μας αναγκάστηκε να φερθεί έτσι από την στιγμή που δείξατε το κακό σας πρόσωπο. Τώρα, θα σε παρακαλούσα να φύγεις από το μαγαζί μου, σε λίγο έρχονται και οι βοηθοί μου» σύρριξε ο Κλάρκ, μα ο Σύλβαν γέλασε.
«Ανόητε. Δεν πρόκειται να πάω απολύτως πουθενά, αν δεν μου δώσεις πρώτα τον χάρτη. Και μη με ρωτήσεις σε ποιον χάρτη αναφέρομαι, γιατί θα εκνευριστώ» μούγκρισε ο Σύλβαν.
«Αυτό να το ξεχάσεις!» του επιτέθηκε ο Κλαρκ και άξαφνα, το σώμα του ξεκίνησε να γίνεται άυλο και τα χέρια του δύο δαγκάνες που έσφιξαν τον λαιμό του Σύλβαν. Τα μάτια του Σάμχαϊν έγιναν άξαφνα δύο μαύρα κάρβουνα και σαν εβένινη ομίχλη, ξεκίνησε να ίπταται σε όλο το μαγαζί βάζοντας τη φωτιά της ανίχνευσης. Κοινώς, θα καίγονταν τα πάντα εκτός από το αντικείμενο που αναζητούσε. Ο Κλαρκ πάλεψε να σηκώσει νερό, αλλά ο Σύλβαν με μία κίνηση τον πέταξε σε ένα ράφι με χιλιάδες, παλιούς πάπυρους. Το μαγαζί είχε τυλιχτεί στις φλόγες, εκτός από ένα συρτάρι το οποίο ο Σύλβαν άνοιξε, για να εντοπίσει έναν καινούργιο πάπυρο. Ευθύς τον ξετύλιξε για να βρει τον τίτλο, “Το πετράδι του Βάλιμαρ”. Με γρήγορες κινήσεις τον άρπαξε κοιτάζοντας τον αναίσθητο Κλαρκ, που βρισκόταν πεσμένος και πνιγμένος στις αναθυμιάσεις.
«Έχε γεια» ήταν η τελευταία του κουβέντα, προτού σχηματίσει μία φλόγα με το χέρι του, το οποίο το τοποθέτησε στην άκρη του μανδύα του πεσμένου μάγου. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ο Κλαρκ Σάτερ καιγόταν ζωντανός.

Έχοντας μείνει με την εικόνα της αντιπαθεστάτης Φάνινγκ να δεσπόζει για δευτερόλεπτα στον ομιχλώδη ορίζοντα, περπατούσα στο πλευρό του Κρίστοφερ με προορισμό το αναρρωτήριο.
«Ήσουν πολύ τυχερή που ο φίλος σου γνώριζε το ξόρκι της σιωπής» άκουσα τη φωνή του άντρα που με βαστούσε από τον ώμο για να με καθησυχάζει.
«Μερικές φορές. κύριε, το συγκεκριμένο ξόρκι είναι χρήσιμο για να το χρησιμοποιείς και αλλού» του απάντησα χαμογελαστά και ο ίδιος γέλασε.
«Δεν ξέρω ποιον έχεις στο μυαλό σου εσύ, μα εγώ από την πλευρά μου έχω σίγουρα μία» μου απάντησε όταν είδα μία ολόλευκη κουκουβάγια να φτερουγίζει άτσαλα, πάνω από τα κεφάλια μας.
«Τρελο-Κρίστοφερ;» του φώναξε.
«Ναι, γερο-Άρθουρ; Που έτσι και με αποκαλέσεις ξανά με αυτό το απαίσιο παρατσούκλι, με μία κίνηση θα σε αφήσω γυμνό από πούπουλα μέσα στο καταχείμωνο» του απάντησε και εγώ κρατούσα με πολύ βία το χαχανητό μου.
«Άφησε τη δεσποινίδα σε εμένα και τρέξε στον Σιμεόν. Έχουμε κακά μαντάτα» του τιτίβισε η κουκουβάγια.
«Δεν φτάνει που είσαι ανάγωγος, είσαι και γρουσούζης» πρόφερε πειρακτικά ο Κρίστοφερ και το πουλί τον τσίμπησε βίαια στο κεφάλι.
«Θα είσαι μία χαρά μαζί του» μου είπε τελικά κλείνοντας μου το μάτι και έφυγε τρέχοντας.
«Μην τον ακούς» είπα στην κουκουβάγια «Εγώ σε βρίσκω πανέμορφο» συνέχισα για να δω το πουλί να φουσκώνει περήφανα το στήθος του.
«Μιας που είσαι και εσύ λευκή μάγισσα, αλλά και εγώ λευκή κουκουβάγια, τι θα έλεγες να κάναμε παρέα;» μου είπε καλοσυνάτα.
«Βεβαίως» αναφώνησα «Έλα κάτσε στον ώμο μου, για να μην κουράζεσαι και πάμε περπατητοί ως το αναρρωτήριο»
«Μην ακούς τις σαχλαμάρες του Κρίστοφερ!Είμαι νέος ακόμη» τιτίβισε πειραγμένος.
«Σε πειράζει γιατί σε αγαπάει. Ο Κρίστοφερ έχει αγνές προθέσεις, το νιώθω» του είπα.
«Οι λευκοί φημίζονται για την ικανότητά τους να διαβάζουν τις ψυχές των άλλων. Πώς σε λένε;» με ρώτησε.
«Κένταλ και τώρα πάμε τρέχοντας, γιατί κάνει πολύ κρύο» τελείωσα και η κεντρική σάλα της Σχολής μας καλωσόρισε επιτέλους. 

Ο Σκορπιός είχε μείνει για λίγο πίσω, παρά το γεγονός πως ανυπομονούσε να κάνει μάθημα με την Άσα, αφού αφορούσε την Προστασία Ενάντια στην Μαγεία των Σάμχαϊν, αλλά και τη Γενική Ίαση. Όταν σιγουρεύτηκε πως ο διάδρομος έξω από το δωμάτιό τους ήταν κενός, άρπαξε το αυγό που είχε κατρακυλήσει κάτω από το τραπέζι και το κοίταξε.
“Αυτό το κορίτσι, είναι θεοπάλαβο! Πώς είναι δυνατόν να μάζεψε ένα τέτοιο αυγό;” σκέφτηκε, καθώς είχε διαβάσει για τα είδη των αυγών των μαγικών πλασμάτων και αυτό ήταν ολοφάνερα αυγό δράκου. Από τη μία, ήθελε να το αρπάξει και να το κατατάξει στη λίστα με τα κλοπιμαία του, ωστόσο, προτού πάρει την απόφαση, το έκρυψε στο δωμάτιό του και αρπάζοντας το πρόγραμμα της ημέρας, βγήκε από τον Οίκο των γκρίζων, με τους δύο πιστούς ακολούθους του να βρίσκονται πάντοτε στο πλευρό του.
«Ειλικρινά, σε λυπάμαι που μένεις με ένα τέτοιο άτομο» άκουσε τη φωνή του Νόαμ.
«Βέβαια, θα ήταν πιο τρομακτικό να έμενες με έναν μαύρο μάγο, παρά με έναν λευκό» ανταπάντησε ο Χάζελ και ο Σκορπιός ξαφνιάστηκε.
«Φοβάστε μήπως τους εβένινους;» ρώτησε ειρωνικά.
«Ε, όχι;» πρόφερε συγκρατημένα ο Χάζελ.
«Μου το θέτεις σαν ερώτηση;» ακούστηκε ξανά η ειρωνική φωνή του Σκορπιού. «Μάθε λοιπόν, πως η λευκή μάγισσα, δεν φοβάται τίποτε. Επομένως, μην την υποτιμάτε» τους γρύλισε.
«Εντάξει, μην κάνεις έτσι. Δεν θίξαμε την κοπέλα σου» του είπε ο Νόαμ και ο Σκορπιός με μία κίνηση τον έκανε να αιωρηθεί στον αέρα. «Αυτό, να μην το ξαναπείς ποτέ, αν θέλεις να συνεχίσεις να είσαι ακόλουθός μου, γιατί φίλος μου δεν ονομάζεσαι» τελείωσε και τον άφησε κάτω με φόρα.
«Μα, εμείς νομίζαμε πως…» συνέχισε ο Νόαμ, αλλά ο Σκορπιός τον διέκοψε. «Δίπλα μου, θα μάθετε πως να χρησιμοποιείτε τη μαγεία που ξεπερνά εκείνη των γκρίζων μάγων. Ωστόσο, να θυμάστε κάτι πολύ βασικό. Εγώ, δεν είμαι φίλος κανενός, ωστόσο αν φερθείτε καλά, θα έχετε την υποστήριξή μου. Εντάξει;» τους ρώτησε και τα δύο αγόρια ένευσαν καταφατικά. «Για την Κένταλ, δεν θέλω κουβέντα. Μου είναι αρκετό, το ότι μοιραζόμαστε τον ίδιο χώρο» τελείωσε και οι τρεις τους βγήκαν στους κήπους της Επινουά, με το κάστρο, χιονισμένο να στέκει επιβλητικό μπροστά τους.
O Κρίστοφερ, στην προσπάθειά του να φθάσει εγκαίρως στο γραφείο του Σιμεόν, είχε παραπατήσει τρεις φορές. Την τελευταία, τα είχε βάλει με μία ομάδα από σφουγγαρίστρες που καθάριζαν τον όροφο ανέμελες.
«Για τον Θεό! Βαριέστε να γράψετε πως το πάτωμα είναι βρεγμένο;» τσίριζε, ενώ ισιώνοντας τον εκρού μανδύα του χτύπησε την πόρτα του γραφείου.
«Πέρασε μέσα, Κρίστοφερ» άκουσε τη βαριά φωνή του διευθυντή και φίλου του.
Ο Κρίστοφερ βάδισε αργά, όταν είδε μέσα και τον Άλαν να κάθεται στην καρέκλα απέναντι από εκείνη του Σιμεόν και σχεδόν να μην κουνιέται. Από τα μάτια του, κυλούσαν δάκρυα βουβά και ο Κρίστοφερ σάστισε.
«Δεν καταλαβαίνω κύριε… Ο μπαμπάς μου δεν είχε εχθρούς… δεν είχε πειράξει ποτέ του άνθρωπο. Του άρεσε να ασχολείται με τα σπάνια, μαγικά αντικείμενα, αλλά γιατί κάτι τέτοιο ήταν κακό;» ρώτησε μέσα από λυγμούς.
«Άλαν μου, μερικές φορές η εξήγηση ακούγεται σκληρή και συνάμα εξοργιστική. Το μόνο που ζητώ από εσένα είναι να μου πεις κάτι. Γνωρίζεις, τι έψαχνε ο πατέρας σου;» ρώτησε ευγενικά ο Σιμεόν και ο Άλαν για λίγο πάλεψε μέσα τη θλίψη του να θυμηθεί την τελευταία φορά που είχε δει τον πατέρα του να ζωγραφίζει έναν χάρτη, καθώς και την εικόνα ενός παράξενου αντικειμένου που έμοιαζε με μεγάλο διαμάντι.
«Νομίζω, αναζητούσε ένα πετράδι. Αλλά ποτέ του δεν μας αποκάλυπτε λεπτομέρειες. Τώρα καταλαβαίνω το γιατί. Φοβόταν για την ασφάλειά μας» μουρμούρισε ο Άλαν σκουπίζοντας τα μάτια του.
«Θέλω να με περιμένεις στην τραπεζαρία. Σήμερα θα πάρεις άδεια από το επόμενο μάθημά σου. Θα είμαι δίπλα σου εγώ για να σε κάνω να νιώσεις καλύτερα» του είπε ο Σιμεόν.
«Θα μπορούσατε να φωνάξετε και την Κένταλ μετά το μάθημα;» τον ρώτησε ντροπαλά.
«Φυσικά» απάντησε ο μάγος και απιθώνοντας ένα φιλί στο κεφάλι του αγοριού, το συνόδευσε ως την πόρτα για να αφήσει έπειτα το κορμί του να καταρρεύσει στην πρώτη καρέκλα που βρήκε.
«Να πάρει και να σηκώσει Κρίστοφερ!» φώναξε και ο εκρού μάγος σταύρωσε τα χέρια του μπροστά στο στήθος του. «Έχεις καταλάβει τι πάνε να κάνουν, έτσι;» ρώτησε ο Σιμεόν εξαγριωμένος.
«Πολύ φοβάμαι πως ναι. Πάνε να αναστήσουν τον Γκρερ» τελείωσε ο Κρίστοφερ και συνέχισε «Ωστόσο, αυτό σημαίνει πως το σώμα του Κέναρντ δεν κάηκε ποτέ. Αλλά και πάλι, πώς είναι τόσο σίγουροι; Εσύ είσαι;» τον ρώτησε και για πρώτη φορά, είδε τον Σιμεόν να χάνει το χρώμα του.
«Ναι, Κρίστοφερ, είμαι» του απάντησε ο Σιμεόν έτοιμος να ξεριζώσει τα μαλλιά του.
«Μα, πώς είσαι τόσο...» πήγε να πει, αλλά οι φωνές του Σιμεόν τον διέκοψαν.
«Είμαι, Κρίστοφερ! Μη με ρωτάς άλλα! Απόψε, θα πάμε στο Υπουργείο. Θέλω να διασταυρώσω τις πληροφορίες που με στοιχειώνουν με κάθε κόστος. Έλα στο σπίτι μου και θα φύγουμε από εκεί» τελείωσε με τον Κρίστοφερ να νιώθει πως υπάρχει κάποιο κενό σε όλη αυτήν την ιστορία. Ωστόσο, τον Σιμεόν τον εμπιστευόταν και δεν ήθελε να πιέσει περισσότερο τα πράγματα.
Με έναν χαιρετισμό, άνοιξε την πόρτα για να φύγει δίχως να γνωρίζει πως το μικρό αγόρι, ο Άλαν στεκόταν ακριβώς απ’ έξω θέλοντας να ακούσει τα πάντα. Ήταν αποφασισμένος να ανακαλύψει τον υπεύθυνο πίσω από τον θάνατο του πατέρα του και από όσο μπορούσε να καταλάβει, το Υπουργείο της Βέρνια ήταν θησαυροφυλάκιο πληροφοριών. Απόψε θα φρόντιζε να μην αφήσει μονάχους τους δύο καθηγητές.
Από τη μικρή της φυλής Ναΰρι, η νοσοκόμα της Επινουά φρόντιζε τις γρατσουνιές μου, προσφέροντάς μου παράλληλα λίγη κοτόσουπα σε ένα πολύ μικρό μπολ. Κοίταξα το ρολόι-κούκο του τοίχου αναθεματίζοντας σιωπηλά την τύχη μου να με περιμένει η Άσα στην τάξη. Αυτή η γυναίκα μου προκαλούσε ρίγη, τη μισούσα για την ακρίβεια και ας μην την ήξερα καθόλου.
Η αίθουσα η δική της έμοιαζε με σοφίτα. Υπέθεσα, πως ο Σιμεόν την αντιπαθούσε αρκετά, για να της δώσει κυριολεκτικά την τελευταία αίθουσα της Σχολής. Τη στιγμή που μπήκα, είδα την Κριστιέλα να με περιμένει καθώς αυτό το μάθημα ήταν κοινό για όλους, εξαιτίας της αναγκαιότητας να προστατευόμαστε από μαύρη μαγεία. Πάνω στα θρανία μας, υπήρχε ένα βιβλίο, με χοντρό, μαύρο εξώφυλλο και ασημένιο, καλλιγραφικό τίτλο που έγραφε “αντιξόρκια”.
«Μαύρο το βιβλίο, μαύρη και η ψυχή της...» μουρμούρισα.
«Και μαύρα τα μεσάνυχτα που έχουμε για το περιεχόμενο του μαθήματος» άκουσα μία φωνή που ερχόταν από ένα ξανθό κορίτσι, ακριβώς μπροστά μας. «Ονομάζομαι Έλσγουερθ Λίαλ, αλλά μπορείτε για ευκολία να με φωνάζετε Έλσα και είμαι γκρίζα» μας συστήθηκε και το ίδιο κάναμε και εμείς. «Είσαι πολύ γνωστή Κένταλ, γιατί εκτός του ότι μένουμε στον ίδιο Οίκο, είσαι και το κορίτσι του Σκορπιού» μου είπε και ένιωσα για χιλιοστή φορά να φουντώνω.
«Εμ, λυπάμαι που χαλάω την φήμη, αλλά δεν είμαι η κοπέλα του. Για την ακρίβεια είμαι η συγκάτοικός του» της είπα τονίζοντας τη λέξη συγκάτοικος.
«Μα, πώς γίνεται να μη σου αρέσει; Είναι το πιο ωραίο αγόρι του έτους μας» αναφώνησε.
«Ξέρεις, το παν δεν είναι η εμφάνιση, αλλά και ο χαρακτήρας. Ο Σκορπιός είναι μοναχικός και κακομαθημένος. Ώρες ώρες νιώθω μέχρι και αντιπάθεια απέναντι στην συμπεριφορά του!» φώναξα και τότε, ένιωσα το πίσω θρανίο να τραντάζεται και έναν Σκορπιό να σηκώνεται απότομα.
Τότε, το πρόσωπό μου κοκκίνισε από ντροπή, καθώς δεν τον είχα προσέξει, όπως επίσης δεν είχα προσέξει και τον τόνο της φωνής μου.
«Εγώ δεν νιώθω μονάχα μερικές φορές αντιπάθεια για εσένα, αλλά πάντοτε!Κάθε ώρα και κάθε στιγμή. Όπως είπες, το παν δεν είναι η εμφάνιση, αλλά εσύ δεν τη διαθέτεις ούτως ή άλλως. Μη με ξαναενοχλήσεις ποτέ σου και ούτε να μου απευθύνεις ξανά τον λόγο! Το μαύρο με το άσπρο δεν ταίριαξαν ποτέ εξάλλου. Ξέρεις εσύ τι εννοώ» μου έφτυσε και κατέβηκε τρέχοντας από τα θρανία προσπερνώντας με φόρα την Άσα που έμπαινε εκείνη τη στιγμή στην αίθουσα.
«Για πού το έβαλες, νεαρέ;» τον ρώτησε όλο νεύρο, έχοντας ισιώσει πρώτα τα μυωπικά της γυαλιά.
«Το όνομά μου είναι Σκορπιός και δεν θέλω να κάνω μάθημα! Βάλτε μου αποβολή!» της φώναξε με θράσος και εκείνη έμεινε να τον κοιτάζει άναυδη, ενώ η πόρτα της αίθουσας έκλεινε με φόρα.
«Μήπως θέλει κάποιος άλλος να ακολουθήσει; Όχι, τίποτε άλλο αλλά να ξεκινήσω να σημειώνω τις αποβολές» γρύλισε και ευθύς σήκωσα το χέρι μου.
«Εσύ είσαι η...;» με ρώτησε στάζοντας φαρμάκι.
«Κένταλ Μορς» απάντησα σχεδόν μονολεκτικά.
«Α, μάλιστα. Η λευκή μάγισσα. Αλίμονο δεσποινίς, τι ανάγκη έχει άραγε μία μάγισσα του δικού σας επιπέδου από μία δασκαλίτσα ταπεινή σαν εμένα; Θαρρώ πως τα γνωρίζετε όλα; Αν, ας πούμε, κάποιος σαν κάνει το ξόρκι της επιβολής, εσείς γνωρίζετε να το αποκρούσετε;» ρώτησε ειρωνικά και εκείνη τη στιγμή σώπασα.
«Η αλήθεια, πως όχι» απάντησα.
«Πολύ καλά λοιπόν. Ακούστε τι θα γίνει. Θα εισπράξετε αρχικά την αποβολή, αφού μου τη ζητήσατε με ιδιαίτερη προθυμία και κατόπιν, θα καθήσετε να παρακολουθήσετε το βαρετό μου μάθημα. Αφού τελειώσει, μπορείτε να τρέξετε ελεύθερα προς όποια κατεύθυνση επιθυμείτε» τελείωσε και τα μάτια μου έλαμψαν από θυμό, αλλά και από στεναχώρια. Ναι, για πρώτη φορά, είχα μετανιώσει που άνοιξα το στόμα μου, θυμούμενη την πληγωμένη έκφραση στο πρόσωπο του Σκορπιού. Στη διαπίστωση αυτή τότε, αναπήδησα. Είπα, πληγωμένη;
O Σκορπιός βάδιζε σαν τον σίφουνα στους διαδρόμους της Επινουά, πέφτοντας επάνω σε μία ομάδα πορφυρών μάγων, μεγαλύτερου έτους. Οι νεαροί τον κοίταξαν ενοχλημένοι, ωστόσο ο ίδιος δεν τους έδωσε καμία σημασία και συνέχισε την πορεία του, μέχρι που έπεσε επάνω στον Σιμεόν.
«Εσύ δεν έχεις μάθημα, μικρέ;» τον ρώτησε υψώνοντας ελαφρώς το ένα του φρύδι.
«Είχα, αλλά πήρα οικειοθελώς αποβολή και έφυγα» του απάντησε το αγόρι.
«Συνέβη κάτι που σε στεναχώρησε;» τον ρώτησε ξανά ο καθηγητής.
«Είναι παράξενο που δεν με ρωτάτε αν έκανα εγώ κάτι για να αξίζω την αποβολή» πρόφερε ο Σκορπιός δύσπιστα.
«Διαβάζω στη συμπεριφορά σου, πως κάτι σου συνέβη. Εξάλλου, όπως είπες, πήρες οικειοθελώς την αποβολή. Άρα, ζήτησες να αποχωρήσεις από την αίθουσα. Γενικά, προσπάθησε να μην χάνεις τα μαθήματα Ίασης και Άμυνας ενάντια στη Σαμχαϊκή Μαγεία. Θα σου φανούν χρήσιμα. Όποτε και αν θελήσεις να μου μιλήσεις, μη διστάσεις» του είπε ο Σιμεόν και τη στιγμή που ήταν έτοιμος να αποσυρθεί, άκουσε την φωνή του Σκορπιού, ελαφρώς σπασμένη για πρώτη φορά στη ζωή του.
«Μερικές φορές, νιώθω σαν να πνίγομαι. Σαν να υπάρχουν χέρια αόρατα που μου κλείνουν το στόμα, σαν να υπάρχει μία δεύτερη ψυχή, που δεν είναι όμως η δική μου και να μου επιβάλλει τι κάνω και πώς. Ζω μία διπλή ζωή, βασικά δεν ζω, απλώς υπάρχω» τελείωσε και ο Σιμεόν έμεινε ακίνητος να τον κοιτάζει, σχεδόν εμβρόντητος, νιώθοντας παράλληλα ανίκανος να του προσφέρει βοήθεια, γιατί πολύ απλά δεν μπορούσε να καταλάβει. Κάπου εκεί, ήρθαν στο μυαλό του τα λόγια της Κένταλ, πως όσες φορές ο μικρός είχε προσπαθήσει να τη βοηθήσει, είχε κινδυνέψει η ζωή του.
«Σκορπιέ, υπάρχει κάποιος που σε αναγκάζει να κάνεις κάτι που δεν θέλεις;» τον ρώτησε και ο μικρός κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.
«Δεν είναι κάποιος, είναι ο φόβος» του απάντησε και το βλέμμα του άξαφνα σκλήρυνε ξανά, χάνοντας την παιδικότητά του για ακόμη μία φορά. «Θα πάω βόλτα να πάρω αέρα» του δήλωσε κάνοντας το πρόσωπο του Σιμεόν να σκοτεινιάσει και να κλειστεί στο γραφείο του πέφτοντας σε βαθιά περισυλλογή.
Κατεβαίνοντας τη φιδογυριστή σκάλα, βγήκε έξω στον μπροστινό κήπο της Επινουά, με τον γκρίζο του μανδύα να ανεμίζει και το σήμα του Οίκου των γκρίζων μάγων με το κριάρι και τη δρύδα να κοσμούν την πλάτη του. Μολαταύτα, δεν το ένιωθε δικό του, καθώς είχε πάντοτε στο μυαλό του τον μαύρο πήγασο των Σάμχαϊν. Όμως το μαύρο με το λευκό δεν ταίριαζαν, ήταν αντίθετα. Μα, γιατί το σκέφτηκε αυτό τώρα;Τι σημασία είχε δηλαδή; Κλώτσησε με φόρα μία πέτρα, όταν είδε στο πέτρινο τοιχάκι των παρτεριών με τα βότανα του χειμώνα, να κάθεται σιωπηλός ο Άλαν. Σιωπηλός και ακίνητος.
«Άσχημη ημέρα, λευκέ;» του απηύθυνε τον λόγο, μα ο Άλαν δεν φάνηκε να τον ακούει.
Όταν ο Σκορπιός τον πλησίασε, είδε πως τα μάτια του ήταν πρησμένα από το κλάμα.
«Στρίβε» ήταν η μόνη κουβέντα που ακούστηκε από το στόμα του Άλαν.
«Είναι τόσο άσχημα τα πράγματα;» συνέχισε εξοργίζοντας το αγόρι, του οποίου τα μάτια άστραψαν με ένα λευκό χρώμα.
«Έχασα τον πατέρα μου. Ευχαριστημένος; Έλα, μπορείς να γελάσεις! Δεν υπάρχει πρόβλημα» τον ειρωνεύτηκε, μα ο Σκορπιός παρέμεινε σιωπηλός.
«Δεν ήξερα πως ήταν τόσο σοβαρό. Βλέπεις, εγώ δεν γνώρισα ποτέ και κανέναν γιατί απλώς δεν με ήθελαν. Έτσι έμαθα. Δεν έχει σημασία από ποιον» του είπε και ο Άλαν έστρεψε τα μελοπράσινα μάτια του για πρώτη φορά στο αγόρι.
«Λυπάμαι» του είπε μόνο και τον είδε να κάθεται και αυτός στο τοιχάκι αναστενάζοντας. «Πώς και δεν είσαι στο μάθημα της Άσα;» τον ρώτησε και ο Σκορπιός του έριξε ένα ελαφρώς επικριτικό βλέμμα.
«Δεν είχα όρεξη να καθήσω. Είχα και εγώ άσχημη μέρα, αλλά συγκριτικά με εσένα, σίγουρα πολύ καλύτερη» πρόφερε το αγόρι και ο Άλαν μέσα στον αναβρασμό του, απλά ξεστόμισε μία πληροφορία.
«Θα πάω στο Υπουργείο απόψε. Θέλω να μάθω για τον πατέρα μου. Ποιος τον σκότωσε, καθώς το γιατί το υποψιάζομαι» του είπε και ο Σκορπιός κάρφωσε το κυανό του βλέμμα στον Άλαν.
«Θα είσαι στα σίγουρα τρελός. Πώς θα πας εκεί;» του είπε ταραγμένος.
«Θα ακολουθήσω τον Σιμεόν. Και αυτός εκεί πηγαίνει» του είπε ο Άλαν.
«Μα, γιατί;» πήγε να ρωτήσει, αλλά άξαφνα τα μάτια του γυάλισαν. «Θα έρθω και εγώ. Μπορεί εσύ να ψάχνεις τον δολοφόνο, αλλά εγώ θέλω να μάθω το ποιος είμαι. Εξάλλου, θα είναι επικίνδυνα και χρειάζεσαι κάποιον ταλαντούχο μαζί σου» του πέταξε και ο Άλαν κάγχασε.
«Σε έπιασε ο πόνος για την ασφάλειά μου, μαύρε;» ρώτησε.
«Πώς με είπες;»γρύλισε ο Σκορπιός.
«Μέχρι να βεβαιωθώ για το αντίθετο, θα σε παρακολουθώ στενά. Τώρα λέγε γιατί έρχεσαι» του πέταξε ο Άλαν.
«Ας πούμε πως έχουμε κοινό δρόμο, αλλά διαφορετικό σκοπό. Ωστόσο, θα έχεις την τύχη της αναγκαστικής προσφοράς βοήθειας, καθώς σίγουρα τα πράγματα εκεί δεν είναι όπως φαίνονται. Έξω από το δωμάτιό σου στις εννέα;» ρώτησε ο Σκορπιός.
«Εντάξει» του απάντησε ψυχρά ο Άλαν και οι δρόμοι τους χωρίστηκαν.

Το βράδυ εκείνο ήταν διαφορετικό τόσο για την Εμίλια, όσο και για τον Άινταν. Εκείνη είχε για πρώτη της φορά αντικρίσει μία άλλη του πλευρά αδύναμη, ανθρώπινη, αλλά αποφασισμένη και εκείνος είχε δει μία γυναίκα με καλή ψυχή, που δεν διανοούνταν να σηκώσει όπλο και να κάνει κακό. Γιατί η Εμίλια θα μπορούσε να τον είχε σκοτώσει. Ο καθένας στη θέση της θα το σκεφτόταν, αν έμενε εγκλωβισμένος στο κολαστήριο ενός Σάμχαϊν, σατανικού και παράλληλα αρρωστημένα φιλόδοξου, όπως εκείνος. Στα χέρια του κρατούσε τη μαγική μπάλα, ανεβοκατεβάζονάς την και παίζοντας μέχρι που ένιωσε ένα γαργαλητό στο κρανίο του. Ασυναίσθητα το χάϊδεψε και προς μεγάλη του ανακούφιση, είδε πως τα μαλλιά του είχαν και πάλι φανεί. Ξεφυσώντας, έγειρε πίσω στο κρεβάτι του κοιτάζοντας την οικογένεια της μπάλας που έτρεχε και έπαιζε με το χιόνι. Χτύπησε το γυάλινο τζαμάκι με το ένα του δάχτυλο, σαν να ήθελε να τους τραβήξει την προσοχή. Μάταια όμως. Εκείνοι συνέχιζαν το ανέμελο παιχνίδι τους, δίχως να τον βλέπουν και δίχως να τον ακούν. Τοποθέτησε τη μπάλα στο κομοδίνο του και την κοιτούσε που φώτιζε. Ξεκίνησε να μετρά τις μικροσκοπικές χιονονιφάδες, μέχρι που τα βλέφαρά του βάρυναν και ο εφιάλτης ξεκίνησε. Ο ίδιος που τον στοίχειωνε σχεδόν κάθε βράδυ. Αυτός ήταν και ο λόγος που κοιμόταν πάντοτε με την πόρτα κλειστή και που είχε επιλέξει να μένει μονάχος του. Γιατί εκτός του ότι δεν το επιθυμούσε σαν χαρακτήρας, ήταν βέβαιος πως κανένας δεν θα άντεχε να ακούει τα ουρλιαχτά του.
Εκείνο το όνειρο ήταν ζωντανό, όπως και τα υπόλοιπα. Ο πατέρας του τον είχε ξυπνήσει μέσα στη νύχτα για να τον μεταφέρει στο υπόγειο. Κοινώς, όποια ώρα της ημέρας κάποιο πείραμα ετοιμαζόταν για δοκιμή, ο πατέρας του ερχόταν και τον έβρισκε. Στο υπόγειο, τον περίμενε πάντοτε μία καρέκλα δερμάτινη που στα μπράτσα της είχε λουριά μεταλλικά που έκλειναν. Εκεί καθόταν ο μικρός και εκείνα τον αιχμαλώτιζαν. Έπειτα, ακολουθούσαν οι σύριγγες με το εκάστοτε υγρό. Άλλοτε για μπορεί να τηλεμεταφέρεται σε δευτερόλεπτα, άλλοτε για να γίνεται άυλος, άλλοτε άτρωτος στις επιθέσεις μεταλλικών αντικειμένων, το οποίο όμως είχε αποτύχει. Ωστόσο, είτε η προσπάθεια ήταν επιτυχής, είτε ανεπιτυχής, το υγρό κυλούσε στις φλέβες του καίγοντάς τες, προκαλώντας του φριχτούς πόνους και πολλές παρενέργειες στον οργανισμό του. Σήμερα, μπορούσε να τηλεμεταφερθεί σε δευτερόλεπτα, αλλά το κόστος για να το καταφέρει, ήταν κάποτε μεγάλο. Σε αυτό το όνειρο ήταν για ακόμη μία φορά, κλεισμένος εκεί κάτω και αγκομαχούσε, ούρλιαζε, τσίριζε, έκλαιγε και παρακαλούσε γοερά. Τη νύχτα αυτή όμως, με όλα όσα τον είχαν βρει, είχε ξεχάσει να ασφαλίσει την πρόσβαση στο δωμάτιό του και οι κραυγές του έφθασαν μέχρι το δωμάτιο της Εμίλιας, αφού η πόρτα του ήταν ανοιχτή.
Η κοπέλα τινάχτηκε επάνω αυτόματα, καθώς ο θρήνος και το κλάμα την έκαναν να θέλει και η ίδια να κλάψει. Δίχως να το σκεφτεί, άνοιξε την πόρτα της βγάζοντας πρώτα το χέρι της έξω, προκειμένου να δει αν λειτουργούσαν τα ξόρκια. Μόλις συνειδητοποίησε πως το τείχος προστασίας δεν υπήρχε, έτρεξε ευθύς στον επάνω όροφο για να βρει την πόρτα ανοιχτή και τον Άινταν να χτυπιέται κλαίγοντας. Φώναξε αρχικά το όνομά του από απόσταση, αλλά εκείνος συνέχιζε το παραλήρημά του.
«Σε παρακαλώ» φώναζε «Νυστάζω μην με πας εκεί κάτω! Μη με δέσεις, δεν θέλω! Θα το παλέψω μόνος μου και ο παππούς θα είναι περήφανος. Μονάχα μη με πας εκεί!» εκλιπαρούσε ενώ δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του.
Η Εμίλια είχε μαρμαρώσει. Τι στο Θεό είχαν κάνει σε αυτόν τον άνθρωπο; Με φόβο τον πλησίασε και σίγουρη σχετικά πως δεν μπορούσε να την καταλάβει, άπλωσε τα χέρια της τρέμοντας και σκούπισε το μέτωπό του που είχε ιδρώσει, καθώς εκείνος συνέχιζε να χτυπιέται δεξιά και αριστερά. Τα δάχτυλά της πέρασαν μέσα από τα καστανά του μαλλιά, παλεύοντας με το μανίκι της να σκουπίσει όσο ιδρώτα μπορούσε, ώσπου, τα σμαραγδένια του μάτια άνοιξαν με φόρα. Η κοπέλα οπισθοχώρησε σχεδόν πέφτοντας, ενώ εκείνος τινάχτηκε επάνω τρομοκρατημένος. Την κοίταξε μία φορά και μετά τον εαυτό του.
«Πόση ώρα στέκεσαι εδώ;» της είπε λαχανιασμένα.
«Πριν δύο λεπτά η-ήρθα. Άκουσα… τ-τους λυγμούς σου και δεν το άντεξα. Δεν άντεχα να τους ακούω! Θα σε ρωτήσω λοιπόν και ας οργιστείς. Άινταν, τι σου συμβαίνει;» τον ρώτησε και εκείνος σάστισε περισσότερο.
«Κανείς δεν με ρωτά! Δεν το επιτρέπω αυτό!Πέρασε έξω τώρα! Μη με κοιτάζεις καν, απλώς φύγε! Δεν θέλω τον οίκτο σου, δεν θέλω τίποτε. Έπρεπε να με σκοτώσεις. Τι στο ανάθεμα σε σταμάτησε παλιοδειλή;» της ούρλιαξε και εκείνη βούρκωσε.
«Η ανθρωπιά μου. Αυτή που εσύ δεν έχεις. Δεν είμαι εδώ γιατί σε λυπάμαι… Είμαι γιατί… άσ’ το φεύγω!» του είπε και γύρισε να φύγει, μα εκείνος την άρπαξε από τον καρπό.
«Θέλω να μου πεις το γιατί!»
«Γιατί νοιάζομαι. Γιατί και εσύ θα μπορούσες να με είχες σκοτώσει όταν μπήκα εδώ, αλλά δεν το έκανες, όπως και εγώ θα μπορούσα να σε έχω σκοτώσει με άνεση, γνωρίζοντας πλέον το ποιος είσαι, αλλά δεν το έκανα. Κοινώς, λίγη ανθρωπιά έχει παραμείνει και στους δύο» του είπε και εκείνος αμέσως χαλάρωσε τη λαβή του, αλλά δεν την άφησε.
«Έλα μαζί μου» της είπε απλά και ξεκίνησαν να κατεβαίνουν τα σκαλιά.
Έφθασαν στον όροφό της και έπειτα κατέβηκαν ακόμη δέκα σκαλιά, όταν έφθασαν μπροστά από μία πόρτα, ξύλινη και θολωτή, θαρρείς μεσαιωνική. Πάνω της ο Άινταν σχημάτισε ένα περίπλοκο σχέδιο, που έμοιαζε με την κοντινή εικόνα μίας χιονονιφάδας.
«Ρούνος-κλειδί» της είπε σαν να είχε μαντέψει την απορία της.
Τη στιγμή που η πόρτα άνοιγε, ένα κύμα σκόνης τους έπνιξε, θαρρείς και το δωμάτιο δεν είχε ανοιχτεί ποτέ. Μέσα υπήρχαν μονάχα ξύλινα ράφια με σπασμένα, γυάλινα μπουκάλια, ενώ μερικά από αυτά περιείχαν ακόμη κάποιο δείγμα υγρού. Τότε την είδε. Την καρέκλα των πειραμάτων και βασανιστηρίων. Τα μάτια της είχαν καρφωθεί επάνω στο απόκοσμο αντικείμενο και δεν ξεκολλούσαν, δεν τολμούσε. Δεν τολμούσε όμως ούτε και να στραφεί στον άντρα που είχε δίπλα της.
«Το όνειρό μου είναι πάντοτε το ίδιο. Ήμουν οχτώ, ήταν βράδυ και έκανε κρύο. Ο πατέρας μου με ξύπνησε με το ζόρι και εγώ έτρεμα. Με έφερε εδώ, πάντοτε με την ίδια δικαιολογια, πως θα γίνω ο πιο ισχυρός μάγος του κόσμου και πως οι θυσίες μου θα σώσουν τους Σάμχαϊν και την οικογένεια μου από τον αφανισμό. Θα βοηθούσα τον παππού μου, που ήταν στον πόλεμο. Όμως δεν μπορούσα, δεν άντεχα. Το υγρό με έκαιγε, έκαιγε τον οργανισμό μου, είχαν πέσει τα μαλλιά μου και εγώ ούρλιαζα, παρακαλούσα...» έφτυνε με μίσος τις λέξεις και η Εμίλια τον σταμάτησε, τοποθετώντας απλώς το χέρι της στο στήθος του, σαν να υπήρχε κάποιος διακόπτης.
Αμίλητη, έκλεισε την πόρτα οδηγώντας τον έξω, πράγμα που τον ξάφνιασε καθώς περίμενε να ξεκινήσει να τον λυπάται.
«Θέλω μία χάρη και στο ζητώ σαν παράκληση» του είπε και εκείνος ένευσε σιωπηλός. «Θέλω να βγω για λίγο έξω, έστω και με συνοδεία. Δεν αντέχω άλλο εδώ. Σου έσωσα τη ζωή και απλώς σου ζητώ αυτή τη χάρη, ωστόσο θα σε ρωτήσω κάτι. Πού θα ήθελες να πας, αν μπορούσες εδώ και τώρα;» έθεσε την ερώτηση, μα εκείνος δεν την κοιτούσε στα μάτια.
«Θέλω να πάω στην πόλη του Φωτός. Θέλω να βρεθώ στο Παρίσι» της απάντησε.
«Θα με πάρεις μαζί σου;» τον ρώτησε για πρώτη φορά με μία χροιά ελαφρώς παιχνιδιάρικη.
Ο Άινταν έμεινε για λίγο σιωπηλός, κατόπιν κάρφωσε τα μάτια του επάνω της. Το βλέμμα του κουβαλούσε ανακούφιση.
«Πήγαινε να ντυθείς» της είπε και έφυγε για το δωμάτιό του κάνοντάς την να χαμογελάσει κρυφά για πρώτη φορά μετά από τόσες μέρες.


Ιφιγένεια Μπακογιάννη