Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

23.7.19

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 6)

Βιολέτα
Δεν κατάφερα να ξανακοιμηθώ εκείνο το βράδυ και τα σημάδια της αϋπνίας είχαν αρχίσει να κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Οι μαύροι κύκλοι ήταν βαθιοί και περισσότερες κόκκινες φλέβες διαφαίνονταν στα μάτια μου. Τα νεύρα μου από την άλλη ήταν τσιτωμένα, σχεδόν σμπαράλια. Ένιωθα πως πουθενά δεν έβρισκα ησυχία και συνεχώς πήγαινα πάνω κάτω. Δεν είχα φάει τίποτα και μου έλειπε τόσο πολύ ο καφές, γεγονός που με έκανε να νιώθω ακόμη πιο νευριασμένη. Εκείνος ο άντρας μου είχε πάρει τον πατέρα μου και τώρα μου είχε στερήσει τη ζωή μου στη Γη. Δεν ανήκα σε αυτό το μέρος, αλλά δεν μπορούσα να φύγω κιόλας. Δεν ήξερα τι συνέβαινε, μα έπρεπε να σώσω τον μπαμπά μου και τον εαυτό μου από την κόλαση στην οποία βρισκόμασταν. Μπορούσα όμως να το κάνω; Και αν τελικά δεν μπορούσα, ποιες θα ήταν οι συνέπειες;
Κάθισα πάνω στη ράχη του Βύρωνα αδιαφορώντας για το τοπίο που άλλαζε γύρω μας. Δεν ήθελα να μάθω περισσότερα και η γρήγορη εναλλαγή μόνο περισσότερη σύγχυση μπορούσε να μου προκαλέσει. Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα πως ήμουν πίσω στο σπίτι. Καθόμασταν όλοι στο σαλόνι, οι γονείς μου και η Ηλέκτρα. Μια δυνατή φωτιά έκαιγε στο τζάκι, τόσο που ένιωθα τα μάγουλά μου να αναψοκοκκινίζουν από την υψηλή θερμοκρασία. Κάποιος είχε πει κάτι αστείο και όλοι τους γελούσαν. Ξαφνικά, η φιγούρα του μπαμπά άρχισε να ξεθωριάζει. Ούτε στη φαντασία μου δεν μπορούσα να τον έχω. Μα έπειτα όλα ξεθώριασαν και κατάλαβα πως θα έβλεπα πάλι ένα όραμα. Μα ποιος επιτέλους έβρισκε ευχαρίστηση να παίζει με τις αισθήσεις μου;
Αμέσως μόλις ξεκίνησε το όραμα κατάλαβα πως δεν ήταν σαν τα προηγούμενα. Ήμουν τόσο μικρή στην αρχή, σίγουρα όχι πάνω από πέντε χρονών. Έβλεπα τις αναμνήσεις μου, ή έστω ένα μέρος τους, και ας είχαν χαθεί από καιρό. Η εικόνα που έβλεπα ήταν σαν τις παλιές φωτογραφίες, λιγάκι θολή με ξεβαμμένα χρώματα, μα ξεκάθαρη. Ένα μικρό κοριτσάκι με μαύρα μαλλιά, εγώ, κρατούσε ένα σχεδόν ξεραμένο λουλούδι στα μικροσκοπικά του χέρια. Το χάιδευε απαλά μέχρι που το λουλούδι άνθισε και ζωντάνεψε. Η εικόνα άλλαξε αστραπιαία και μια μεγαλύτερη εκδοχή του εαυτού μου, περίπου επτά, αγκάλιαζε ένα λαβωμένο ζώο. Το παρατήρησα καλύτερα και κατάλαβα πως δε θα ζούσε, τα τραύματά του ήταν πολύ βαριά. Το αιμόφυρτο ζώο έβγαζε μερικούς ήχους πόνου μέχρι που ο επτάχρονος εαυτός μου ακούμπησε τα χέρια του στο κεφάλι του και το ζώο σηκώθηκε με επουλωμένες πληγές, σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Οι εικόνες συνέχιααν να αλλάζουν και η έκπληξή μου μεγάλωνε κάθε δευτερόλεπτο. Μια εννιάχρονη εκδοχή του εαυτού μου βρισκόταν σε ένα δάσος, ταλαιπωρημένο μετά από μια ισχυρή καταιγίδα. Μπροστά μου βρισκόταν ένα δέντρο πεσμένο· ο κορμός του ήταν σπασμένος στα δύο, τέτοιο ήταν το μένος της καταιγίδας. Όμως εγώ άγγιξα τον κορμό και εκείνος άρχισε να επουλώνεται μέχρι που το δέντρο στάθηκε ξανά ψηλό και αγέρωχο. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Πώς γίνεται να έκανα εγώ αυτά τα πράγματα; Ποιο άλλο κομμάτι από τις μνήμες μου είχε κλέψει το ατύχημα; Και γιατί κανείς δεν είχε μπει ποτέ στον κόπο να μου θυμίσει όλα τα απίστευτα πράγματα που μπορούσα να κάνω;
Στην επόμενη εικόνα πρέπει να ήμουν γύρω στα δώδεκα. Ένιωθα σχεδόν την αλμύρα της θάλασσας και το ζεστό αεράκι στο πρόσωπό μου καθώς η εικόνα ζωντάνευε μπροστά μου και εγώ μεταφερόμουν στην τοποθεσία που έβλεπα. Ένα μικρό κοριτσάκι φώναζε για βοήθεια, ενώ πάλευε να κρατήσει το κεφάλι του πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Ξαφνικά, ο κόσμος πάγωσε στη θέση του. Μόνο η θάλασσα έμεινε ζωντανή και άρχισε να κουνιέται φέρνοντας το κοριτσάκι ασφαλές στην ακτή. Η μικρή σηκώθηκε στα πόδια της χαρίζοντάς μου μια αγκαλιά και εγώ της έκλεισα το μάτι. Δε θα με μαρτυρούσε, συμφώνησε και ο χρόνος επανήλθε στο κανονικό.
Η επόμενη εικόνα ήταν για εμένα οδυνηρή. Έβλεπα τον μπαμπά μου να μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Πρέπει να ήμουν γύρω στα δεκατέσσερα, λίγο πριν από το ατύχημα. Έκλεισα τα μάτια μου προσπαθώντας να νιώσω το χάδι του και τότε το πιο περίεργο πράγμα συνέβη, μεταφέρθηκα στο σώμα του νεότερου εαυτού μου. Σήκωσα τα μάτια μου και κοίταξα το πρόσωπο του μπαμπά, ενώ δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάγουλά μου, δάκρυα που δεν προκαλούσα εγώ, αλλά εκείνη.
«Πρέπει να το κάνω, μικρό μου λουλουδάκι. Πρέπει να στα πάρω όλα, δεν ξέρω άλλο τρόπο να σου εξασφαλίσω χρόνο. Είσαι τόσο μικρή και λυπάμαι που πρέπει να σε βάλω σε μια τέτοια διαδικασία. Θα πονέσει το ξέρω, αλλά όταν ξυπνήσεις δε θα θυμάσαι τίποτα».
«Πείτε μου πως έπαθα ατύχημα, θα το πιστέψω» του είπα και εκείνος χαμογέλασε θλιμμένα.
 «Κάποια μέρα, σύντομα, θα έρθει η ώρα να θυμηθείς ποια είσαι και τι μπορείς να κάνεις. Θα είναι τρομακτικό, αλλά θα τα καταφέρεις αρκεί να πιστέψεις στα δώρα σου. Είσαι η πιο δυνατή κοπέλα του κόσμου και έχεις ανθρώπους δίπλα σου που σε αγαπούν περισσότερο και από τον εαυτό τους, ανθρώπους που θα πέθαιναν για εσένα».
«Δεν μπορώ να ακούσω άλλα. Κάν’ το γρήγορα» του είπα κλαίγοντας και εκείνος έκοψε λίγα από τα μαλλιά μου. Ο Απόλλωνας μπήκε στο δωμάτιο πιάνοντάς μου το χέρι.
«Φύγε. Σου είπα δε θέλω να το δεις» του είπα με σκληρό τόνο. Ο Απόλλωνας μου έσφιξε περισσότερο το χέρι και μου έκλεισε τα μάτια φιλώντας απαλά τα βλέφαρά μου. Άρχισε να τραγουδάει ένα νανούρισμα και ένιωσα την καρδιά μου να βουλιάζει στο στήθος, ενώ ένας λυγμός απελευθερώθηκε. Ο μπαμπάς άρχισε τότε να καίει τις τρίχες και η μυρωδιά απλώθηκε σε όλο το δωμάτιο. Άρχισα να βήχω και εκείνος άρχισε να λέει ακαταλαβίστικα λόγια. Ο πόνος απλώθηκε γρήγορα στο σώμα μου. Ούρλιαξα λίγες φορές και έπειτα έχασα τις αισθήσεις μου. Πετάχτηκα έξω από το σώμα μου και είδα τον Απόλλωνα να καταρρέει πάνω μου κλαίγοντας γοερά. Ο μπαμπάς μου τον άγγιξε στον ώμο και τον ταρακούνησε ελαφρά.
«Θα γυρίσει. Και όταν γυρίσει, θα θέλει να σε βρει υγιή, δυνατό και χαρούμενο» του είπε και η εικόνα άρχισε να ξεθωριάζει. Λίγο πριν επανέλθουν όλα, άκουσα και πάλι τη φωνή να λέει: «Εμπιστεύσου την αγάπη του, αυτή θα σε προσέχει».
Το στομάχι μου άρχισε να γυρίζει και το μυαλό μου πάλευε να βγάλει ένα νόημα από όσα είχα μάθει. Δύο πράγματα ήταν σίγουρα: ο μπαμπάς μου είχε πάρει τις μνήμες μέχρι να ερχόταν η ώρα να αναμετρηθώ με όσους με κυνηγούσαν και ο Απόλλωνας και εγώ σε μια άλλη ζωή, όπως μου φαινόταν, ήμασταν ζευγάρι. Αυτά τα δύο πράγματα με οδηγούσαν σε ένα συμπέρασμα, εφόσον άρχιζα να θυμάμαι άρα ήμουν έτοιμη για όσα μου επιφύλασσε το μέλλον. Όσο επικίνδυνοι και αν ήταν οι άντρες με τους μανδύες και όσοι άλλοι εμπλέκονταν, είχε έρθει ο καιρός να παλέψω μαζί τους για να προστατεύσω την οικογένειά μου.
Φτάσαμε στο παλάτι πριν το καταλάβω. Κατέβηκα από τη ράχη του Βύρωνα και εκείνος έγινε ξανά το μελαχρινό αγόρι που με συνόδευε από τη στιγμή που έφτασα στην Άλλη Γη. Κοίταξα το κτίριο μπροστά μου με ανοιχτό στόμα από το δέος. Το κάστρο έμοιαζε βγαλμένο από τον Μεσαίωνα, με τάφρο, κρεμαστή γέφυρα και ξύλινη πύλη, γεμάτη με φρουρούς. Όλο το παλάτι ήταν φτιαγμένο από γκρίζα πέτρα που έλαμπε κάτω από το φως του ηλίου, κάνοντάς το να μοιάζει ακόμη πιο επιβλητικό. Οι τοίχοι ήταν πανύψηλοι, μου ήταν αδύνατο να δω τι υπήρχε στο εσωτερικό. Το ύψος τους απέκλειε επίσης και την πιθανότητα να μπούμε από πάνω, αφήνοντας ως μόνη εναλλακτική την κεντρική είσοδο.
Ξανακοίταξα την πύλη και τους φρουρούς, δεν υπήρχε περίπτωση να μας επιτρέψουν να μπούμε. Έπρεπε να σκεφτώ κάποιο τέχνασμα, ένα αντιπερισπασμό.
«Τι θα κάνουμε; Πώς θα μπούμε;» τον ρώτησα και χαμογέλασε σαρδόνια.
«Τα έχω φροντίσει όλα. Περίμενε εδώ μέχρι να ακούσεις κλάμα και μετά προχώρα προς την πύλη σαν να μη συμβαίνει τίποτα» είπε και μεταμορφώθηκε σε σκύλο. Κρύφτηκα πίσω από ένα θάμνο και περίμενα υπομονετικά να ακούσω το κλάμα του, το οποίο δεν άργησε να έρθει, ευτυχώς, επειδή τα πόδια μου με πονούσαν τόσο πολύ.
Σηκώθηκα ανακουφισμένη και κατευθύνθηκα αθόρυβα προς την πύλη με το κεφάλι ψηλά και το πρόσωπό μου ήρεμο και συγκρατημένο. Πέρασα με ευκολία τη γέφυρα και βρέθηκα λίγο πιο μακριά από την ξύλινη πόρτα. Ο Βύρωνας έκανε κόλπα στους φρουρούς που είχαν ξετρελαθεί με τις ικανότητες του κουταβιού και είχαν αφήσει τα πόστα τους προσωρινά ακάλυπτα. Η πόρτα ωστόσο παρέμενε κλειστή και εγώ κόντευα να φτάσω. Τότε άνοιξε απότομα και δύο ακόμη φρουροί βγήκαν έξω για να θαυμάσουν την παράσταση του Βύρωνα, δίνοντάς μου χώρο και χρόνο να γλιστρήσω απαρατήρητη στο παλάτι.
Μπροστά μου εκτεινόταν ένας τεράστιος κήπος, στο τέλος του οποίου βρισκόταν άλλη μια πύλη, ανοιχτή για καλή μου τύχη, που οδηγούσε στο εσωτερικό του κάστρου. Διέσχισα τον κήπο με γοργά βήματα κοιτώντας διακριτικά γύρω μου, παρόλο που δεν υπήρχε κανένας εκεί. Το καταπράσινο γρασίδι κάλυπτε όλη την έκταση και μονοπάτια από πέτρες οδηγούσαν σε διάφορες κατευθύνσεις. Αντιστάθηκα στην ανάγκη να βγάλω τα παπούτσια μου και να νιώσω το γρασίδι ανάμεσα στα δάχτυλά μου, αλλά δεν αντιστάθηκα στην ανάγκη να κόψω ένα φρούτο από το κλαδί ενός υπερφορτωμένου δέντρου. Βύθισα τα δόντια μου στο ζουμερό μήλο και συνέχισα να περπατάω προς το κάστρο.
Στο κέντρο του κήπου υπήρχε ένα σιντριβάνι όπου το άγαλμα ενός αγγέλου έριχνε σταθερά νερό. Παγκάκια ήταν τοποθετημένα διάσπαρτα και ευχήθηκα να μπορούσα να κάτσω εκεί για λίγο. Πέταξα το μήλο και έφτασα στην πύλη τρέχοντας. Έριξα μια τελευταία ματιά στη χλιδή του κήπου και έδιωξα τη σκέψη πως όλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν δικά μου. Ήμουν εδώ για να σώσω τον μπαμπά από τη φυλακή του, όχι για να φαντασιώνομαι πολυτέλειες.
Κρύφτηκα σε μια εσοχή μερικά μέτρα από την είσοδο και περίμενα κάποιος να περάσει, για να κλέψω τα ρούχα και να μπορώ να κυκλοφορώ ανενόχλητη. Το παλάτι όμως ήταν εντελώς έρημο. Μπορούσα να ακούσω μονάχα τους χτύπους της καρδιάς μου και την αναπνοή μου που έβγαινε ακανόνιστη. Ήμουν έτοιμη να βγω από τη μικρή κρυψώνα μου όταν άκουσα βήματα που με πλησίαζαν. Σκέπασα με τα χέρια μου το στόμα και κράτησα την αναπνοή μου. Μόλις περνούσε από μπροστά μου, θα ακινητοποιούσα όποιον και αν συναντούσα και θα έπαιρνα τα πολυπόθητα ρούχα. Τα βήματα ακούγονταν όλο και πιο δυνατά. Όποιος και να ήταν, πλησίαζε. Μπορούσα να δω τη σκιά του. Δευτερόλεπτα έμεναν μέχρι να περάσει από δίπλα μου συνειδητοποίησα και όλοι μου οι μύες μου τεντώθηκαν.
Όταν τελικά πέρασε από δίπλα μου, τα γόνατά μου λύθηκαν. Μόλις είδα το πρόσωπό του, το άγχος μου πέταξε μακριά, μαζί με το σχέδιο μου. Με είχε βρει πρώτος! Τα αρνητικά συναισθήματα των τελευταίων ημερών αντικαταστάθηκαν από προσμονή, από αγάπη και ασφάλεια. Βγήκα από την κρυψώνα μου και πετάχτηκα στην αγκαλιά του. Τον έσφιξα δυνατά. Είχε περάσει τόσος καιρός από τότε που τον είχα δει και αγκαλιάσει.
«Μπαμπά.» δεν κατάφερα να πω τίποτα άλλο. Η φωνή μου βγήκε πνιχτή και σιγανή, σαν ψίθυρος. Πόσο μου είχε λείψει. Απότομα με απομάκρυνε από κοντά του.
«Ποια είσαι; Με είπες μπαμπά; Δεν έχω κόρη, κοπέλα μου. Φύγε».
«Μπαμπά, τι λες; Δε με θυμάσαι; Δε θυμάσαι τη μαμά; Τη γυναίκα σου, τη Σαβάνα; Σε παρακαλώ πρέπει να θυμηθείς». Τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά μου, πιο έντονα με κάθε νέα ερώτηση, μέχρι που έγιναν λυγμοί που συντάραξαν το κορμί μου. Γιατί δε θυμόταν;
«Δεν ξέρω καμία Σαβάνα. Δεν ξέρω ποια είσαι. Φύγε από εδώ τώρα» είπε ξανά. Όμως, δε θα τον εγκατέλειπα τόσο γρήγορα, δεν μπορούσα.
«Μπαμπάκα μου, σε παρακαλώ, κοίταξε με. Είμαι η Βιολέτα, η κόρη σου. Δεν ξέρω πως, αλλά με κάποιο τρόπο είμαι εδώ, στην Άλλη Γη για να σε σώσω. Μαζί μπορούμε να φύγουμε από εδώ και να γυρίσουμε πίσω. Η μαμά σε περιμένει πολύ καιρό και της λείπεις πολύ. Όπως και σ’ εμένα άλλωστε» του είπα τραβώντας τον με δύναμη, αλλά εξακολουθούσε να με κοιτάζει με κενό βλέμμα και να μη κάνει βήμα. Το έβλεπα στα μάτια του πως δε με αναγνώριζε και πονούσε. Πονούσε πολύ. Πώς ήταν δυνατόν να είχε ξεχάσει την ύπαρξή μου;
 «Μπαμπά, άκου με, σε παρακαλώ. Ζούσαμε στη Γη οι τρεις μας. Την τελευταία σου νύχτα με αντάλλαξες με τη ζωή σου. Έκαψες μερικές τρίχες μου κάνοντας τον άνδρα με τον μαύρο μανδύα να νευριάσει τόσο που σε καταράστηκε. Σε παρακαλώ, προσπάθησε να θυμηθείς. Είναι επιτακτική ανάγκη να το κάνεις. Εσύ ο ίδιος είπες ότι όταν ερχόταν η σωστή ώρα θα θυμόμουν και τώρα έφτασε η στιγμή. Κινδυνεύουμε και μόνο εσύ ξέρεις από ποιον ακριβώς. Είσαι δυνατός. Πολέμησε την κατάρα. Γύρνα πίσω» είπα και του έπιασα το χέρι.
«Φύλακες! Υπάρχει εισβολέας στο παλάτι» φώναξε. Τότε το σώμα μου ενστικτωδώς πήρε τον έλεγχο. Άρπαξα το κεφάλι του μπαμπά φέρνοντας στο μυαλό μου το όραμα με τον μαυροφορεμένο άντρα. Δεν ξέρω ούτε γιατί, ούτε πώς το έκανα, αλλά ένιωσα τις μνήμες μου να μεταφέρονται στον μπαμπά. Τον κοίταξα τελευταία φορά και τον φίλησα στο μάγουλο. Τότε, ο μπαμπάς σταμάτησε το χρόνο.
«Βιολέτα μπουμπουκάκι μου, δεν έχω πολύ χρόνο. Λυπάμαι που μερικές φορές σας ξεχνάω, μα είναι τόσο δύσκολο σαν δύει ο ήλιος να κρατήσω οτιδήποτε στο μυαλό μου. Μη νοιάζεσαι όμως για εμένα. Είμαι γέρος, ενώ εσύ δεν έχεις ζήσει τη ζωή σου. Φύγε από την Άλλη Γη, δε θέλουν το καλό σου. Δυνάμεις σαν τις δικές σου θα τις αναζητήσουν πολλοί για να κυριαρχήσουν και να σπείρουν το κακό. Μα εσύ δεν είσαι έτσι. Οπότε, φύγε και ξέχνα με πριν γίνει κάτι κακό. Υποσχέσου. Δεν αντέχω να κρατήσω άλλο το χρόνο».
«Υπόσχομαι ότι δε θα σε εγκαταλείψω» είπα και μόλις ο χρόνος αποκαταστάθηκε άκουσα τρεχαλητά. Δε γινόταν να μείνω άλλο. Άρχισα να τρέχω με μεγάλη ταχύτητα προς την έξοδο. Έπρεπε να βγω από το παλάτι πάση θυσία. Τα πόδια μου ανέλαβαν το τρέξιμο, ενώ εγώ προσπαθούσα να βγάλω μια άκρη. Ήμουν όμως τόσο οργισμένη που δεν μπορούσα να σκεφτώ λογικά. Δε μου είχε πει τίποτα. Ο Βύρωνας με είχε αφήσει να έρθω και να φάω τα μούτρα μου. Ο φόβος που μου είχαν προκαλέσει τα λόγια του μπαμπά είχε χαθεί, υπήρχε μόνο οργή, κόκκινη και συμπαγής.
Ο Βύρωνας με περίμενε έξω από τα τείχη του παλατιού δείχνοντας άνετος και χαλαρός. Μόλις τον αντίκρισα, έχασα κάθε έλεγχο. Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τον εαυτό μου όσο και αν προσπάθησα.
«Πώς μπόρεσες να μου το κάνεις; Ψεύτη!»
«Μεγαλειότατη, σε παρακαλώ, ηρέμησε. Δώσ’ μου την ευκαιρία να εξηγήσω» είπε αφήνοντας το αλαζονικό και ήρεμο πρόσωπό του στην άκρη. Με πλησίασε και τύλιξε τα χέρια του γύρω από τα δικά μου. Η οργή όμως φούντωσε και άλλο μέσα μου με το άγγιγμά του.
«Δε με νοιάζει τι έχεις να πεις. Δεν έχεις βοηθήσει ούτε στο ελάχιστο. Πάντα κρύβεις κάτι. Θα μπορούσαν να με είχαν πιάσει. Τι θα γινόταν τότε; Δεν είπες τίποτα για τη φρουρά ή την κατάρα» ούρλιαξα τρέμοντας ανεξέλεγκτα.
«Μεγαλειοτάτη…»
«Δε με αναγνωρίζει καν» είπα και έπεσα στα γόνατα. Το έδαφος άρχισε να σείεται. Σύννεφα μαζεύτηκαν στον ουρανό και ξέσπασε μια τρομερή καταιγίδα. Η γη συνέχισε να κουνιέται, ενώ αστραπές έπεφταν γύρω μας. Ο αέρας λυσσομανούσε. Εγώ το προκαλούσα! Δεν ξέρω πώς, αλλά αισθανόμουν πως εγώ το έκανα. Το έδαφος σείστηκε πιο βίαια. Μια ρωγμή σχηματίστηκε που όλο και μεγάλωνε. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Έπεσα. Είχα επιφέρει την καταστροφή μου πολύ πιο γρήγορα από όσο περίμενα.
Απόλλωνας
Την άκουγα. Δεν την έβλεπα, αλλά την άκουγα. Με χρειαζόταν. Άφησα τον αέρα να με παρασύρει. Ένιωθα να γίνομαι ένα με τον άνεμο. Πήγαινα όπου με πήγαινε. Ήξερα ότι θα με οδηγούσε κοντά της. Έπρεπε. Με χρειαζόταν.


Έλενα Παπαδοπούλου