Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

15.7.19

Η κατάρα του ορφανού - Το πετράδι του Βαλιμάρ (Κεφάλαιο 7)

“Πάντοτε θα έχουμε το Παρίσι… Η Πόλη του Φωτός, της μαγείας, που ο αέρας της σε λούζει με τα αρώματα του παλαιού και του καινούργιου. Σε δένει με την τέχνη, με τα μικρά σοκάκια γύρω από την Βασιλική της Ιερής Καρδιάς, μέχρι και το λαμπερό κτίριο της Όπερας. Σε κάνει να μη γυρέψεις τον χάρτη σου, καθώς θα επιθυμήσεις να χαθείς επίτηδες, κυνηγώντας εκείνο το μαγικό ρεύμα αέρα, μέχρι που τα βήματά σου θα σε οδηγήσουν στις όχθες του Σηκουάνα, χαζεύοντας τα ποταμόπλοια. Κάπου εκεί, θα λοξοκοιτάξεις τη σιδερένια Γέφυρα των Τεχνών πάνω στην οποία κρέμονται τα λουκέτα της αγάπης. Τότε θα θέσεις στον εαυτό σου κρυφά την ερώτηση. Τι είναι η αγάπη; Αφού εσύ είσαι στην Πόλη του έρωτα...”

Είχαν περάσει μόλις δέκα λεπτά και η Εμίλια στεκόταν μπερδεμένη στη μέση του δωματίου της. Πάντοτε αυτό έκανε όταν η νευρικότητα της χτυπούσε την πόρτα. Οι λόγοι ήταν δύο με κυριότερο πως θα περνούσε ένα ολόκληρο απόγευμα στο Παρίσι, πλάι σε έναν πανέμορφο, μα σκοτεινό άντρα, τον οποίο δεν ήξερε πως να χειριστεί, ενώ ο δεύτερος λόγος ήταν πως θα ταξίδευε σε μία υπέρλαμπρη πόλη της μόδας, δίχως να έχει κάτι να φορέσει. Ο Άινταν την είχε αρπάξει, ενώ τα πράγματά της βρίσκονταν εμφανώς πίσω στο ίδρυμα, το οποίο θα είχε περάσει σε άλλα χέρια. Αυτός ήταν ο νόμος του μαγικού κόσμου και του δυνάστη της καρφάκι δεν του καιγόταν. Όλες αυτές τις σκέψεις τις ξετύλιγε στέκοντας στο κέντρο της φυλακής της, όταν άκουσε βήματα αργά και η πόρτα άνοιξε, για να εισβάλει αρχικά ένα απαλό, μεθυστικό, αντρικό άρωμα και κατόπιν για να φανεί η φιγούρα του Άινταν. Είχε επιλέξει ένα μαύρο ζιβάγκο που του πήγαινε γιατί είχε ψηλό λαιμό, ενώ από επάνω ένα γκρίζο κοστούμι. Ποτέ του δεν φορούσε έντονα χρώματα. Τα μαλλιά του ήταν περιποιημένα και τα σμαραγδένια μάτια του έλαμπαν στον θαμπό φωτισμό του δωματίου.
«Έτοιμη;» ρώτησε ψυχρά.
«Δεν έχω άλλη επιλογή, αφού είναι τα μόνα ρούχα που έχω» του απάντησε και εκείνος φάνηκε να το σκέφτεται.
«Η αλήθεια, μία βόλτα στο Παρίσι απαιτεί λάμψη, Κλαρκ και εσύ είσαι μουντή. Ωστόσο, η λύση είναι απλή. Μία βόλτα στα Ηλύσια Πεδία και τις λαμπερές βιτρίνες, ας πούμε» της απάντησε.
«Μα, η βόλτα θα βοηθήσει;» ρώτησε εκείνη δύσπιστα.
«Τα ψώνια θα βοηθήσουν, δεσποινίς» πρόφερε δυσανασχετώντας.
«Δ- δεν έχω χρήματα» άρχισε να λέει, μα ο Άινταν τη σταμάτησε.
«Η δουλειά μου στο Υπουργείο μού προσφέρει έναν καλό μισθό, Κλαρκ. Απόψε θα στέκεσαι δίπλα μου και θα πρέπει να είσαι περιποιημένη. Τα λεφτά δεν είναι πρόβλημα. Πάρε το παλτό σου και δέσ’ το σφιχτά, θα πετάξουμε με το Κέλαντερ δίχως να σέρνει την άμαξα» της είπε και ξεκίνησε να ανεβαίνει τα σκαλιά για να την περιμένει στην είσοδο.
Κοίταξε το είδωλό της στον καθρέπτη και την κοίταξε και εκείνο πίσω. Έσφιξε το παλτό της και πήρε μία βαθιά ανάσα. Η Πόλη του Φωτός έστεκε αιώνια και λαμπερή και απόψε την καρτερούσε. Ο Άινταν την περίμενε πάντοτε σιωπηλός. Με μία κίνηση του χεριού του, κάλεσε το περήφανο πλάσμα και εκείνο πλησίασε, με την Εμίλια να εντυπωσιάζεται από το γεγονός πως ένα τόσο ατίθασο, μαγικό ον, υπάκουε απόλυτα σε ένα και μόνο κάλεσμα. Αρχικά, την βοήθησε να ανέβει και ακολούθησε και ο ίδιος.
«Χάκαν, πέτα ψηλά, πάνω από τα σύννεφα. Πηγαίνουμε στην έξοδο του Υπουργείου» ακούστηκε η φωνή του Άινταν και το πλάσμα στριγγλίζοντας, άνοιξε τα αετίσια φτερά του διάπλατα και απογειώθηκε με την Εμίλια να κλείνει τα μάτια από τον φόβο της.
«Άφησέ τα ανοιχτά, Κλαρκ. Χάνεις το καλύτερο» άκουσε τον Άινταν και κυριολεκτικά ξαφνιάστηκε. Πώς στην ευχή, είχε καταλάβει πως τα είχε κλείσει;
Από κάτω, η Βέρνια έλαμπε ολόκληρη, με τη θάλασσα να τη φιλά από την μία πλευρά και τον ποταμό να τη διασχίζει από την άλλη. Έβλεπε τις άμαξες με τα Γκέρμπιλ να μεταφέρουν κόσμο και στο βάθος, σαν μία κουκίδα στον ωκεανό, φωτιζόταν το κάστρο της Επινουά. Ο αχώνευτος συνταξιδιώτης της είχε δίκιο λοιπόν. Θα έχανε το καλύτερο θέαμα. Λίγο αργότερα, το πλάσμα προσγειωνόταν ακριβώς μπροστά, από τον μικροσκοπικό ναό, ο οποίος αποτελούσε ουσιαστικά μία από τις εισόδους στον κόσμο των απλών ανθρώπων. Εκεί τους περίμεναν οι Ανιχνευτές, οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για την δημιουργία πλαστής ταυτότητας στους μάγους. Τα στοιχεία τους θα καταγράφονταν, όπως επίσης και το γεγονός πως θα περνούσαν στον κόσμο των απλών ανθρώπων.
«Κύριε Γουέτμορ, καλωσήρθατε. Προορισμός;» ρώτησε ο ένας Ανιχνευτής.
«Παρίσι και θα ήθελα δύο ταυτότητες για απόψε μόνο» απάντησε εκείνος.
«Πολύ καλά. Για σήμερα θα είστε ο Σεζάρ και η Αντέλ Ντουγκλάς. Είναι πιο εύκολο έτσι. Καλό δρόμο» τους χαιρέτησε δίνοντάς τους δύο κάρτες με τα νέα τους ονόματα. Οι δυο τους ξεκίνησαν να κατεβαίνουν τα στενά, φιδογυριστά σκαλοπάτια που τους οδηγούσαν στα υπόγεια τούνελ.
«Από αυτή τη στιγμή, η μαγική μας ταυτότητα παύει να ισχύει. Είμαστε ο κύριος και η κυρία Ντουγκλάς. Κράτα με, καθώς θα τηλεμεταφερθούμε σε δευτερόλεπτα» της είπε και εκείνη άρπαξε το μπράτσο του, κλείνοντας ξανά τα μάτια της και νιώθοντας το σώμα της να διαλύεται με απίστευτη ταχύτητα.
Δευτερόλεπτα μετά, ένα απαλό αεράκι φυσούσε και δύο χέρια άρπαξαν τα δικά της.
«Έχεις μανία να κλείνεις τα μάτια σου. Λοιπόν, καλωσήρθες στα ολόλαμπρα Ηλύσια Πεδία. Στο βάθος, είναι η Αψίδα του Θριάμβου» της είπε ο Άινταν και εκείνη έμεινε να θαυμάζει την πανέμορφη λεωφόρο Σανζ Ελιζέ με τα πλατάνια της τα στολισμένα. «Ξεκινά από την πλατεία Κονκόρντ, όπου υπάρχουν οι κήποι όμορφων κτιρίων. Θα περάσουμε στην πορεία από εκεί. Για την ώρα, προέχουν τα μαγαζιά. Θα πάρουμε ταξί μέχρι την Γκαλερί Λαφαγιέτ» δήλωσε και της Εμίλια της φάνηκε αστείο, καθώς δεν είχε μπει ποτέ της σε αυτοκίνητο.
Καθώς οι δύο διαστάσεις είχαν διαφορά ώρας, στο Παρίσι ήταν δύο ώρες πίσω σε σχέση με τον μαγικό κόσμο και άρα η ώρα ήταν μόλις εφτά το απόγευμα. Το πολυκατάστημα, διέθετε αρκετούς ορόφους και λαμπερό, καλό κόσμο που ψώνιζε ανέμελα. Για λίγο, ένιωσε πως ζούσε μία άλλη ζωή, σε έναν άλλο πλανήτη. Ακολουθούσε τον Άινταν που προηγούνταν και παρατηρούσε πως οι γυναίκες τον κοιτούσαν με δέος. Λογικότατο, καθώς ήταν ένας ιδιαίτερα εντυπωσιακός άντρας, με σοβαρό βλέμμα που κυριολεκτικά φαινόταν να μη δίνει δεκάρα για τον γυναικείο θαυμασμό. Το εσωτερικό του πολυκαταστήματος της έκοψε κυριολεκτικά την ανάσα, καθώς η πρώτη της κίνηση ήταν να κοιτάξει τον γυάλινο θόλο του σε στυλ αρτ νουβό. Η χλιδή ήταν δυσβάσταχτη, αλλά ο Άινταν δεν φάνηκε να ενοχλείται. Ανέβαιναν σταδιακά τους ορόφους, μέχρι που συνάντησαν σε μία βιτρίνα ένα στενό, απλό, μαύρο φόρεμα που στο σημείο του στήθους είχε ένα σχέδιο κεντημένο, από μικρές, λεπτές χάντρες. Η Εμίλια το κοίταξε, όταν πίσω της καθρεπτίστηκε το πρόσωπο του Άινταν.
«Είναι όμορφο, θα στο πρότεινα μαζί με μποτάκια, γιατί έχουμε περπάτημα και φυσικά με τη συνοδεία αυτού του υπέροχου μαντό. Ταιριάζουν» τελείωσε και η Εμίλια τον κοίταξε παραξενεμένη.
«Για άνθρωπο μοναχικό και μίζερο, έχεις γούστο» του είπε και ένα μειδίαμα αυλάκωσε το πρόσωπό του. Όταν πλέον βγήκαν από το κατάστημα, η Εμίλια είχε μεταμορφωθεί από απλή κοπέλα, σε μία κομψή γυναίκα. Η διαφορά ήταν τόσο μεγάλη που ως και τα μάτια του Άινταν ξέκλεψαν μισό λεπτό για να την κοιτάξουν.
Οι δυο τους βρέθηκαν να βαδίζουν προς το γιγάντιο μουσείο του Λούβρου, το οποίο προσπέρασαν διασχίζοντας την εσωτερική του πλατεία και φθάνοντας στη Γέφυρα των Τεχνών με τα χιλιάδες λουκέτα.
«Αν έχετε κάποιον αγαπημένο, σας επιτρέπω να αφήσετε το λουκέτο σας και να πετάξετε το κλειδί στο ποτάμι σύμφωνα με την παράδοση» της είπε περιπαικτικά ο Άινταν.
«Καλή προσπάθεια, Ντουγκλάς, αλλά δεν έχω. Εσείς μήπως έχετε;» τον ρώτησε με νόημα.
«Με θεωρείς έναν άνθρωπο που αγαπά τις σχέσεις και γενικά την ανθρώπινη επαφή; Δεν το νομίζω» της είπε ενώ ακουμπούσαν ταυτόχρονα και οι δύο την πλάτη τους στη γέφυρα με θέα το παλάτι του Λούβρου, τον Σηκουάνα και τα ποταμόπλοια που έκαναν βόλτες»
«Τι σε έκανε να επιλέξεις το Παρίσι; Φαίνεται να το γνωρίζεις» ρώτησε η Εμίλια.
«Δεν ξέρω. Ίσως γιατί κάποτε το είχα συνδέσει με την μητέρα μου και θεωρούσα πως μία ημέρα θα ερχόταν να με βρει και να με φέρει να ζήσουμε εδώ. Το γνωρίζω γιατί έχω διαβάσει άπειρα βιβλία, μα δεν το έχω περπατήσει. Μου αρέσει γιατί μου βγάζει μία μελαγχολία. Λέει λόγια πολλά και ας είναι σιωπηλό. Είναι ήσυχο και πολύβουο ταυτόχρονα, εξαρτάται τι επιλέγεις εσύ» της είπε, δίχως να την κοιτάζει.
«Και εσύ τι επιλέγεις;»τον ρώτησε η κοπέλα.
«Την ησυχία των σκιών της πόλης. Ωστόσο, σήμερα το βράδυ δεν με λένε Άινταν Γουέτμορ. Είμαι ένας άλλος, όπως και εσύ είσαι μία άλλη, σε μία ξένη πόλη που δεν θα μας θυμάται ως αύριο. Ας περπατήσουμε ως το σημείο μηδέν, μπροστά από τον γοτθικό ναό της Παναγίας των Παρισίων. Ονομάζεται μηδέν, καθώς από εκεί μετριούνται όλες οι αποστάσεις στην πόλη και τη χώρα. Αν είσαι τυχερή, ίσως ακούσεις την μελωδία που έρχεται από το εσωτερικό της με τα υπέροχα βιτρό» ολοκλήρωσε και η Εμίλια σε κάθε της βήμα μαγευόταν. Θαρρείς και ζωντάνευαν χαρακτήρες, όπως ο Βίκτωρ Ουγκώ και η Μαρία Αντουανέτα.
Καθώς ήταν Σάββατο, ο ναός θα έκλεινε σε ένα τέταρτο και εκείνοι βιάστηκαν να μπουν μέσα, ίσα για να δουν το εσωτερικό του και κατόπιν να προλάβουν τα ποταμόπλοια για φαγητό και βόλτα στο Σηκουάνα, γνωστά και ως Bateaux Mouches. Καθώς η πόλη ήταν φωτισμένη, η βραδινή κρουαζιέρα, φάνταζε ιδανική για μία απλή ματιά σε κάποια από τα αξιοθέατα. Προτίμησαν να επιλέξουν τη βόλτα με φαγητό, μονάχα που η Εμίλια ένιωθε νευρικότητα, ενώ παρακολουθούσε άθελά της, τις ντελικάτες κινήσεις του νεαρού άνδρα απέναντί της. Πόσα πρόσωπα να διέθετε άραγε αυτό το πλάσμα; Δίπλα τους, ένα τραπέζι με τρεις φίλες, λοξοκοιτούσε τον νεαρό και κατόπιν την ίδια με μία έκφραση ελαφριάς ζήλειας. Η Εμίλια το αντιλήφθηκε και η μία κοπέλα, που είχε τα μαλλιά της πιασμένα σε σφιχτό κότσο, της είπε στα γαλλικά:
«Vous êtes très beaux ensembles» και χασκογέλασε κοκκινίζοντας.
«Τι είπε η κυρία;» ρώτησε τον Άινταν, τον οποίο είδε να την ευχαριστεί στα γαλλικά και κατόπιν να κοκκινίζει ελαφρώς παλεύοντας να της εξηγήσει.
«Μας πέρασε για ζευγάρι και είπε πως είμαστε ωραίοι μαζί. Πάμε έξω; Θα νιώθω λιγότερα μάτια καρφωμένα επάνω μου» της είπε αφού είχαν ολοκληρώσει το ομολογουμένως λιτό τους γεύμα.
Περπάτησαν μέχρι το μπροστινό σημείο του πλοιαρίου τη στιγμή που περνούσε κοντά από τον πύργο του Άιφελ. Ήταν μία νύχτα γεμάτη αστέρια, παγωμένη, μα θερμή συνάμα, εξαιτίας της ομορφιάς του μέρους, ενώ η Εμίλια συνέχισε να θαυμάζει τον πολυτάλαντο και πολύγλωσσο μάγο.
«Θα μπορούσαμε να ανέβουμε στην κορυφή του, ξέρεις. Δεν χρειαζόμαστε εισιτήριο» ακούστηκε η φωνή του.
«Και αν μας δουν;» τον ρώτησε.
«Είμαστε μάγοι, κυρία Ντουγκλάς» απάντησε, ωστόσο εκείνη κουνιόταν ελαφρώς στον απαλό ρυθμό των παλαιών τραγουδιών, δίχως να τον προσέχει.
«Χορεύεις;» τον ρώτησε άξαφνα και εκείνος αιφνιδιάστηκε. «Είπαμε πως ο Γουέτμορ πέθανε για σήμερα» συνέχισε και εκείνος ξεφύσησε νεύοντας καταφατικά.
Εμφανώς αμήχανος την πλησίασε και εκείνη τοποθέτησε τα χέρια της στους ώμους του, ενώ εκείνος στη μέση της, διατηρώντας ωστόσο μία απόσταση ασφαλείας. Οι κινήσεις του ήταν νευρικές και σφιγμένες, λες και φοβόταν πως κάτι κακό θα συνέβαινε ή λες και απλώς απεχθανόταν αυτήν την επαφή. Οι δυο τους πάλευαν να βρουν τον ρυθμό του τραγουδιού.
«Κλείσε τα μάτια σου και άκου τη μουσική. Είσαι αλλού και κάποιος άλλος. Άφησε πίσω σου, για δευτερόλεπτα έστω, τον Άινταν. Τώρα, θεωρείσαι απλώς ένας Γάλλος νεαρός όπως όλοι» του ψιθύρισε και για κλάσματα, οι μύες του χαλάρωσαν και ένιωσε τα χέρια του να την κλείνουν πιο κοντά του, τόσο που το πρόσωπό της άγγιξε τον ώμο του και το άρωμα του την αγκάλιασε. Τα δικά της χέρια χάιδεψαν το σβέρκο του και τότε έπιασε τον εαυτό της να αισθάνεται έναν ακανόνιστο χτύπο στην καρδιά της, ο οποίος όμως, συγχρονίστηκε με τον δικό του. Μα εκείνος το ένιωσε και αυτό τον τρόμαξε.
Δίχως καθυστέρηση απομακρύνθηκε από κοντά της.
«Ο Άινταν Γκρερ είναι μέσα μου, τον κουβαλάω, όπως κουβαλάω και πολλά περισσότερα. Πάμε ωστόσο στα σοκάκια της Μονμάρτης. Σαλβαντόρ Νταλί, Πικάσο, ήταν κάποιοι από τους καλλιτέχνες που βάδισαν εκεί» τελείωσε προσγειώνοντάς την άτσαλα, στην πραγματικότητα που γνώριζε πολύ καλά. Μολαταύτα, η Γειτονιά των Καλλιτεχνών και της περίφημης Βασιλικής της Ιερής Καρδιάς, την καλούσε να την εξευρενήσει και με τη βοήθεια του Σάμχαϊν μεταφέρθηκαν στα πλακόστρωτα σοκάκια, όπου ένας μεσήλικας καλλιτέχνης, τους έκανε νόημα να πλησιάσουν.
«Θα μπορούσα να σας ζωγραφίσω;» τους ρώτησε ευγενικά, μα ο Άινταν αρνήθηκε.
«Δεν το κάνω για τα χρήματα. Σπάνια βλέπεις τόση ομορφιά, μα και τόση μελαγχολία στα πιο υπέροχα μάτια που έχω δει, ανεξαρτήτως φύλου» είπε κοιτάζοντας τον Άινταν, ο οποίος λοξοκοίταξε την Εμίλια, αλλά εκείνη απτόητη τον παρακάλεσε να καθήσει.
«Κράτησέ την. Απαθανάτισε τη στιγμή στο μυαλό σου, κάνε τον χρόνο να παγώσει, καθώς κυλά ασταμάτητα και ποιος ξέρει τι θα φέρει μαζί του; Πάγωσέ τον, τώρα που μπορείς» του είπε ο ζωγράφος και ο Άινταν σιωπηλός έκατσε ακίνητος δίπλα στην Εμίλια περνώντας το χέρι του γύρω από την μέση της. Παλεύοντας βαθιά στο υποσυνείδητο να σταματήσει τον χρόνο, εδώ στην καλλιτεχνική, μποέμικη γειτονιά.
Πράγματι, ο καλλιτέχνης κράτησε τον λόγο του και τους έκανε δώρο τη ζωγραφιά. Η Εμίλια την κοίταξε και της φάνηκε πως επρόκειτο για ασπρόμαυρη φωτογραφία. Τόσο όμορφη ήταν, τόσο πετυχημένη. Δίπλα της, ο Άινταν αναστέναξε.
«Νομίζω πως ήρθε η ώρα να αφήσεις πίσω σου τα φώτα και να με ακολουθήσεις στις σκιές. Εκεί που ξέρω να κινούμαι καλύτερα από τον καθένα» της είπε και περπατώντας στην άκρη του λόφου, έφθασαν μπροστά από ένα παλιό, εγκαταλελειμμένο, αρχοντικό. Έσπρωξε ελαφρώς την μπροστινή πόρτα και εκείνη έτριξε.
«Μα, πού πηγαίνουμε; Αν έχεις σκοπό να με σκοτώσεις...» ξεκίνησε η Εμίλια.
«Θα το είχα κάνει ήδη, πίστεψέ με και θα είχα απαλλαγεί. Ακολούθησέ με και μη ρωτάς άλλα» συνέχισε και εκείνη ανέβηκε μία μισοσπασμένη, εσωτερική σκάλα που οδηγούσε στην ταράτσα με θέα όλη την πόλη. Ο Άινταν έκατσε στην άκρη και εκείνη στάθηκε δίπλα του.
«Αυτό, είναι το δικό μου Παρίσι. Σκοτεινό, σιωπηλό, μοναχικό» ξεκίνησε.
«Μα, παράλληλα είναι όμορφο» συνέχισε εκείνη.
«Είναι τερατώδες. Βλέπεις, οι Σάμχαϊν έχουν πίσω τους μία πολύπλοκη ιστορία. Tι γνωρίζεις για τους Ότουρθ;» τη ρώτησε.
«Είναι μύθος» απάντησε με σιγουριά.
«Μύθος; Καθόλου. Ο Κέναρντ ήταν Ότουρθ...» της είπε ο Άινταν.
«Είχε μέσα του γονίδια δράκου; Μα...» πρόφερε με δισταγμό και τότε είδε την γλώσσα του Άινταν να αλλάζει.
«Δεν ήταν μονάχα ο Κέναρντ, αλλά και εγώ. Έχω και εγώ τα ίδια γονίδια»
«Αδύνατον...» μουρμούρισε η Εμίλια. «Ωστόσο, με εσένα όλοι οι μύθοι αποδεικνύονται αληθινοί» τελείωσε.
«Δεν σε τρομάζει τίποτε;» ρώτησε ο Άινταν. «Δεν σιχαίνεσαι την εικόνα της διχαλωτής μου γλώσσας; Μέχρι και η Άσα δυσκολεύτηκε» της είπε και για κάποιον λόγο, έπιασε τον εαυτό της να ξεροκαταπίνει στο άκουσμα του ονόματός της.
«Δεν με αφορούν οι άλλοι. Εδώ που έχω φθάσει, καταπίνω αδιαμαρτύρητα την κάθε πληροφορία, Γουέτμορ ή Γκρερ, ή ...» συνέχισε, μα εκείνος της έκανε σήμα να σωπάσει.
«Για απόψε προτιμώ το κύριος και κυρία Ντουγκλάς» της είπε και δίχως σκέψη ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της, μπλοκάροντας τη λογική. Δεν ήξερε τι έκανε, ούτε το γιατί, μονάχα γνώριζε πως ήταν και η τελευταία του στιγμή, καθώς όλα θα άλλαζαν. Η Εμίλια ταράχτηκε, μα δεν τον έδιωξε. Αντιθέτως υποδέχτηκε το φιλί του, που έκανε την καρδιά της να χτυπά ακανόνιστα και εκείνον να χαμογελά, έστω και στιγμιαία, καθώς τα χείλη του ήταν ενωμένα με τα δικά της. Είχε βία μέσα του αυτό το φιλί και απόγνωση και πολλά άλλα.
Για λίγο σταμάτησαν, μα τα μέτωπά τους δεν χωρίστηκαν. Τα χέρια και των δύο, βαστούσαν σφιχτά το σκίτσο του παράξενου καλλιτέχνη, της μποέμικης γειτονιάς με τα προφητικά λόγια.
Δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει, από τη στιγμή που είχαν μπει στο εγκαταλελειμμένο αρχοντικό. Οι δυο τους δεν είχαν χωριστεί ούτε μισό λεπτό, καθώς φοβούνταν τη σιωπή και την αμηχανία που θα επικρατούσε στη συνέχεια. Ο Άινταν της έδωσε ένα τελευταίο φιλί και κατόπιν ξάπλωσε πίσω κοιτάζοντας τα φώτα της πόλης. Η Εμίλια δεν κουνήθηκε. Με τον συγκεκριμένο άντρα δεν ήξερε τι να περιμένει, ούτε πώς έπρεπε να αντιδράσει, ωστόσο, το ίδιο ένιωθε και εκείνος. Δεν ήξερε τι ήταν σωστό και τι όχι, ούτε ποια θα έπρεπε να είναι τα όρια. Η μυρωδιά ωστόσο από τα γειτονικά σπίτια, από τους δρόμους και από το ποτάμι τού υπενθύμισε πως απόψε δεν βρισκόταν στη ζοφερή του έπαυλη και πως κανείς δεν θα μάθαινε. Έστρεψε το βλέμμα του στα κλεφτά προς την κοπέλα που έστεκε αμήχανη, κοιτάζοντας μπροστά της και με το ένα του χέρι, έπιασε τον καρπό της κάνοντάς τη να τιναχτεί.
Οι ματιές τους αντάμωσαν για λίγα λεπτά. Μέσα στο σκούρο, πράσινο των ματιών του, έβλεπε το πρόσωπό της και τού χαμογέλασε, βλέποντας πως μία ανεπαίσθητη ρυτίδα χαμόγελου, σχηματίστηκε κοντά και στα δικά του μάτια. Σιωπηλός τη τράβηξε στην αγκαλιά του και εκείνη τοποθέτησε το κεφάλι της στο στήθος του.
«Δεν έχω επιτρέψει ποτέ και σε κανέναν να έχει το πάνω χέρι. Αισθάνομαι ανασφάλεια» ακούστηκε βραχνά η φωνή του.
«Τότε, εμένα γιατί με αφήνεις;» τον ρώτησε και ένιωσε τα δάχτυλά του να μπλέκονται στα μαλλιά της.
«Γιατί ξέρω πως δεν θα μου κάνεις κακό. Ξέρω, πως όταν πραγματικά είχες το επάνω χέρι, όταν βρισκόμουν πεσμένος στο πάτωμα και αδύναμος να σηκωθώ, εσύ με βοήθησες. Έτσι, νιώθω ασφαλής» της απάντησε ψιθυριστά και την ένιωσε να χαμογελά.
«Δηλαδή, ακόμη και ένας Σάμχαϊν φοβάται;» τον ρώτησε και για κάποιον λόγο, η ερώτησή της σαν να τον αναστάτωσε. Κοίταξε ξανά τον ορίζοντα αναστενάζοντας.
«Ναι. Ακόμη και ένας Σάμχαϊν φοβάται, πονά και…ερωτεύεται» ήταν η τελευταία του κουβέντα, προτού τους τυλίξει η σιωπή και πάλι.

Η ώρα ήταν εννέα παρά πέντε και ο Σκορπιός είχε ξεγλιστρήσει από το δωμάτιό του, προκειμένου να βρεθεί έξω από εκείνο του Άλαν.
«Στην ώρα σου, λευκέ» σχολίασε ο Σκορπιός και ο Άλαν τον κοίταξε ψυχρά.
«Θα προτιμούσα να βάλουμε στην άκρη την απόχρωσή μας και να μιλάμε με τα ονόματά μας, εκτός και αν δυσκολεύεσαι» του είπε το αγόρι και το πρόσωπο του Σκορπιού συσπάστηκε.
«Θα προσπαθήσω, Άλαν με ένα “λ” φαντάζομαι, γιατί αν είναι δύο θα πρέπει να υιοθετήσω και την ανάλογη προφορά τη στιγμή που θα σε φωνάζω» τον ειρωνεύτηκε και ο άλλος απαξίωσε να του απαντήσει.
«Πώς θα ξεφύγουμε από την Μπετίν, το Γουέντιγκος του Οίκου μας;» ρώτησε ο Άλαν.
«Μα το φρόντισα ήδη. Η Μπετίν θα βρίσκεται στο δέκατο όνειρο τώρα. Την κέρασα ένα υπέροχο ρόφημα με κάστανο. Όχι το γνωστό, το πράσινο» του είπε ο Σκορπιός χαμογελώντας σαρδόνια.
«Μα, μπορεί να κάνει μέρες να συνέλθει» εναντιώθηκε ο Άλαν.
«Ε, θα συνέλθει όμως. Αυτό έχει σημασία» απάντησε σχεδόν απαξιωτικά ο Σκορπιός και οι δυο του ξεκίνησαν να βαδίζουν προς την έξοδο του Οίκου των Γκρίζων και να περπατούν σε ένα χωμάτινο δρόμο που οδηγούσε έξω από τα όρια της Επινουά, στα σπίτια των καθηγητών.
«Καλό θα ήταν να βαδίζουμε πάνω στο μονοπάτι. Δεν θα ήθελες να ξεσηκώσουμε τις νεράιδες, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε ο Άλαν.
«Σωστά, εκτός από παράφωνες, είναι και κουτσομπόλες και το αυτάκι του Σιμεόν, πάντοτε στημένο για να ξετρυπώνει νέες πληροφορίες» έκρωξε ο Σκορπιός και τα δύο αγόρια αμίλητα συνέχισαν να βαδίζουν σκυφτά, μέχρι που ο ήχος από έναν γρήγορο βηματισμό, τους τράβηξε την προσοχή.
«Γρήγορα, πίσω από τα δέντρα...» ακούστηκε η φωνή του Σκορπιού, όταν είδαν την μορφή του Κρίστοφερ τυλιγμένη με τον μανδύα να βηματίζει προς το στρογγυλό σπίτι του Σιμεόν κοιτάζοντας κάθε λίγο πίσω του.
«Βουτηγμένοι στην παρανομία και αυτοί» μουρμούρισε ο Σκορπιός και ο Άλαν κάγχασε.
«Κανείς δεν είναι χειρότερός σου» του πέταξε και προτού ακολουθήσουν τον Κρίστοφερ, ο Σκορπιός τον σταμάτησε.
«Όπως αντιλαμβάνεσαι, χρειαζόμαστε μία ισχυρή κάλυψη. Δεν μπορούμε να πάμε έτσι, θα γίνουμε αντιληπτοί αμέσως» είπε στον Άλαν.
«Επομένως, το ξόρκι αόρατου φάσματος, είναι για τα σκουπίδια μπροστά στην μαγεία του Σιμεόν. Λογικό» κατέληξε το αγόρι.
«Όχι, αν το εμπλουτίσεις με έναν ρούνο» απάντησε ο Σκορπιός και ο Άλαν ταράχτηκε.
«Οι ρούνοι είναι σκοτεινοί. Πού τους ξέρεις;» τον ρώτησε και ο Σκορπιός χαμογέλασε.
«Έκλεψα το βιβλίο από τη βιβλιοθήκη της Σχολής και το μελέτησα σκληρά. Μπορεί να είναι σκοτεινοί, ωστόσο σε πάνε ένα επίπεδο πιο ψηλά και αυτό ακριβώς χρειαζόμαστε, αν θέλουμε να μη μας καταλάβουν. Τα αρχαία ρουνικά ανήκουν στους δράκους, ενώ τα κέλτικα στους εβένινους μάγους, ωστόσο όλοι μπορούν να τα διδαχθούν. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί τα αρνούνται οι υπόλοιποι μάγοι…» συνέχισε ο Σκορπιός.
«Γιατί, για να διδαχθείς τους ρούνους… δίνεις κάτι από εσένα. Κάνεις μία συμφωνία. Οι ρούνοι είναι σαν ζωντανή ενέργεια που μονάχα με σκοτεινά ανταλλάγματα γίνεται κτήμα σου. Εσύ... με τι αντάλλαξες τη γνώση τους;» τον ρώτησε.
«Με τίποτε. Αλλά και να το είχα κάνει, δεν σε αφορά. Έχεις την ανάγκη μου, καθώς σε ενδιαφέρει να μάθεις για την τύχη του πατέρα σου. Επομένως, μη ρωτάς πολλά και ακολούθησε τις οδηγίες. Πάρε αυτό και χάραξε επάνω σου το σχήμα του ρούνου που θα κάνω. Θα πονέσει, αλλά δεν θα αφήσει σημάδι» τελείωσε ο Σκορπιός και ο Άλαν ένιωσε πως έκανε κυριολεκτικά συμφωνία με τον διάβολο.

Ο Κρίστοφερ, χτύπησε συνθηματικά τρεις φορές την πόρτα του Σιμεόν και ο πορφυρός μάγος φάνηκε στο κατώφλι.
«Είσαι έτοιμος;» τον ρώτησε αναστενάζοντας και ο Κρίστοφερ τον κοίταξε με νόημα.
«Εσύ είσαι; Να κάνουμε βουτιά στα άδυτα της μαύρης ψυχής του πρώην μαθητή σου; Αλήθεια, τι αναζητούμε;» ρώτησε τον Σιμεόν.
«Αναζητούμε τα γενεαλογικά δέντρα και ξέρω πού φυλάσσονται, καθώς υπεύθυνος ήταν ο Άινταν. Ωστόσο, τον θεωρώ αρκετά έξυπνο για να τα έχει αφήσει εκτεθειμένα. Πιθανότατα, θα έχει αλλάξει τα δεδομένα με ψευδή στοιχεία» συνέχισε ο Σιμεόν.
«Και για ποιον αναρωτιόμαστε από πού κρατά η σκούφια του;» ρώτησε ξανά ο Κρίστοφερ.
«Αρχικά για τον ίδιο. Κρίστοφερ, σε εμπιστεύομαι σαν…αδερφό μου και θα σε παρακαλέσω για ό,τι μάθεις να μη με κρίνεις» ξεκίνησε ο πορφυρός μάγος.
«Ώπα, Σιμεόν, γιατί να σε κρίνω; Εντάξει, σαν καθηγητής του Άινταν δεν μπορούσες να κάνεις και πολλά για να του αλλάξεις τα μυαλά» συνέχισε.
«Και όμως αγαπημένε μου φίλε. Πολύ φοβάμαι, πως απόψε θα σιγουρευτώ για μία αλήθεια που πονάει. Πως θα μπορούσα να έχω κάνει πολλά περισσότερα από ό,τι πιστεύεις» τελείωσε και με τον Κρίστοφερ να σημειώνει όλες τις ερωτήσεις που ήθελε να του θέσει, προχώρησαν προς την άμαξα με το Κέλαντερ, ενώ συμφώνησαν να σταματήσει πολύ πριν το Υπουργείο. Αυτό που δεν είχαν υπολογίσει ήταν πως μαζί τους είχαν ξεγλιστρήσει και δύο παιδιά, τα οποία είχαν χρησιμοποιήσει την απαγορευμένη μαγεία των ρούνων, ο καθένας για τον δικό του σκοπό και σε αυτό, οι δύο καθηγητές υστερούσαν ελαφρώς, καθώς η γνώση των ρουνικών ήταν απαγορευμένη για τους υπόλοιπους μάγους.
Η άμαξα πετούσε με γρήγορους ρυθμούς, μα οι δύο μάγοι δεν είχαν ανταλλάξει λέξη μεταξύ τους. Πότε πότε, ακουγόταν κάποιος αναστεναγμός ή κάποια έντονη ανάσα. Το ζώο προσγειώθηκε άτσαλα και οι δύο μάγοι κοίταξαν το επιβλητικό κτίριο του Υπουργείου, το οποίο τώρα ήταν σκοτεινό.
«Πάμε και ο Θεός να μας συγχωρέσει για όλα τα απαγορευμένα ξόρκια που θα ξεστομίσουμε» ψιθύρισε ο Κρίστοφερ.
«Επιβολή!» φώναξαν και οι δύο μαζί στους Ανιχνευτές, οι οποίοι άξαφνα μαρμάρωσαν.
«Tenebris» ακούστηκε η φωνή του Σιμεόν και οι δυο τους έγιναν ένα με το σκοτάδι γύρω τους, θαρρείς και τους κάλυψε ένα μαύρο πέπλο.
«Άψογος ο γέρος» ακούστηκε και η φωνή του Σκορπιού που ακολουθούσε με τον Άλαν «ωστόσο οι ρούνοι θα μας αναβαθμίσουν… εμάς. Οι άλλοι ας κόψουν τον λαιμό τους» μουρμούρισε και ο Άλαν τον άρπαξε από τον ώμο.
«Σταμάτα να κακολογείς τον Σιμεόν!» του φώναξε όταν βεβαιώθηκε πως οι δύο μάγοι είχαν προχωρήσει.
«Καταρχάς, μη διανοηθείς να με ακουμπήσεις ξανά και κατά δεύτερον, ο γέρος είναι πιο ένοχος από όσο δείχνει. Πιάνουμε και οι δύο την ενέργειά του. Έχει αυξηθεί» του είπε ο Σκορπιός και κάπου εκεί ο Άλαν έψαξε την δικαιολογία.
«Είναι άγχος...» του είπε.
«Ή ενοχές» τελείωσε ο Σκορπιός και οι δυο τους σύρθηκαν πίσω από τους μάγους, καθώς το ξόρκι της επιβολής, είχε παγώσει τους δύο αρχικούς Ανιχνευτές.
Τα βήματά τους, ακούγονταν ξεκάθαρα στους άδειους διαδρόμους του Υπουργείου. Ο Σιμεόν προχώρησε προς το γραφείο του Άινταν, το οποίο, όπως και η έπαυλή του, σε προσκαλούσε στο εσωτερικό του με έναν εύκολο τρόπο, προτού σε καταπιεί απόλυτα. Ο Σιμεόν το γνώριζε καλά και ακούμπησε αρχικά τα δάχτυλά του στην πόρτα, δίχως να ανιχνεύσει κάποιο είδος σαμχαϊκής μαγείας. Με ένα απλό ξόρκι, η πόρτα ξεκλείδωσε και οι δύο μάγοι στάθηκαν στο κατώφλι κοιτάζοντας γύρω τους. Όλα ήταν απολύτως τακτοποιημένα και με απόλυτη σειρά. Πίσω ακριβώς από τον χώρο του γραφείου του, υπήρχε μία πόρτα με το δέντρο της ζωής χαραγμένο επάνω της.
«Εδώ φυλάσσονται όλα τα δεδομένα» ήταν η κουβέντα του Σιμεόν, ο οποίος είδε τον Κρίστοφερ να πλησιάζει. Τότε, αντιλήφθηκε πως η πόρτα, ήταν η πρώτη παγίδα, στην οποία όδευε ο εκρού μάγος.
«Όχι!» του φώναξε ο Σιμεόν και εκείνος τινάχτηκε πίσω, όταν το σχήμα της ξεκίνησε να αλλάζει. Στη θέση της εμφανίστηκε η φιγούρα ενός Απρόσωπου, ο οποίος έκανε επίθεση στο μυαλό τους.
Ο Σιμεόν έκανε ένα βήμα πίσω, το ίδιο και ο Κρίστοφερ. Το πλάσμα ήταν αποκρουστικό και κάθε λίγο η μορφή του η σκοτεινή άλλαζε. Πότε γινόταν πιο συμπαγές, πότε πιο αραιό. Πότε έμοιαζε με πυκνή ομίχλη, πότε με έναν απλό, μαύρο μανδύα. Μούγκριζε και μύριζε σαν πτώμα σε αποσύνθεση. Δεν είχε μάτια, ούτε πρόσωπο. Ήταν ένα μαύρο κενό, ένα κενό φτιαγμένο από το υγρό των εφιαλτών και αυτό ακριβώς, ήταν και η επίθεσή του.
Το σκηνικό γύρω τους άλλαξε απότομα, αλλά αυτό ίσχυε και για τα δύο αγόρια, τα οποία βρέθηκαν στη μέση ενός πεδίου μάχης. Μάλιστα, το περιβάλλον τους ήταν οικείο. Ήταν η Επινουά που δεχόταν επίθεση από χιλιάδες μαυροφορεμένους μάγους, όλους με το σήμα των Σάμχαϊν στην πλάτη. Ουρλιαχτά ακούγονταν από παντού και στην αρχή ο Άλαν ήταν έτοιμος να τον καθησυχάσει πως όλο αυτό ήταν απλώς ένας εφιάλτης, όταν μπροστά τους βρέθηκε ένας άντρας με καλυμμένο το πρόσωπό του.
«Λευκό αγόρι» μουρμούρισε κοιτάζοντας τον Άλαν.
«Για εσένα χτυπά η καμπάνα» ακούστηκε η αδιάφορη φωνή του Σκορπιού και τα μάτια του Άλαν έλαμψαν λευκά.
«Ignis» φώναξε ο Άλαν και φλόγες τύλιξαν τον άντρα, για μερικά δευτερόλεπτα.
«Καλή προσπάθεια, μικρέ» τον ειρωνεύτηκε, ενώ ο Σκορπιός συνειδητοποίησε πως θα κατέληγαν στο τέλος νεκροί και εγκλωβισμένοι στον εφιάλτη του γερο-Σιμεόν.
Πετάχτηκε τότε μπροστά στον μάγο σχηματίζοντας ευθύς ρούνους, εντυπωσιάζοντάς τον και ενυπωσιάζοντας και τον Άλαν, ο οποίος ουσιαστικά παρακολουθούσε έναν αγώνα γρήγορου σχηματισμού γραμμάτων και σχημάτων, ενώ τα ξόρκια διαδέχονταν το ένα το άλλο. Τότε βρήκε την ευκαιρία και σχηματίζοντας ξανά τη φλόγα, ακούμπησε τα πόδια του άντρα για όσο ο Σκορπιός πάλευε να επικρατήσει πάνω του.
Κάπου στο βάθος ωστόσο, ο Σιμεόν παρακολουθούσε τον νεότερο εαυτό του, να στέκεται απέναντι σε έναν νεότερο Κέναρντ. Ο Κέναρντ κρατούσε μία ράβδο, ενώ ο Σιμεόν σχημάτιζε έναν τεράστιο, φλεγόμενο δράκο.
«Η τελευταία μάχη...» μουρμούρισε ο Κρίστοφερ «Αυτές… είναι οι τελευταίες στιγμές του Γκρερ;» μονολόγησε ο εκρού μάγος, για να δει τον Σιμεόν να κοιτάζει με γουρλωμένα τα μάτια.
Μπροστά τους, οι δύο μάγοι χτυπιούνταν δίχως έλεος με τον Σιμεόν να εκτοξεύει ένα ξόρκι, το οποίο χτύπησε και διέλυσε τη ράβδο του Γκρερ. Εκείνος παραπάτησε και γλίστρησε, ενώ αδύναμος κρεμόταν από το τείχος της Επινουά. Ο νέος εαυτός του Σιμεόν τον πλησίασε αγέρωχα.
«Είσαι ένα τέρας!» του φώναξε.
«Όχι, Σιμεόν, όχι… λυπήσου με» ξεκίνησε να τον εκλιπαρεί ο Γκρερ, ενώ τα λόγια που ακολούθησαν έστειλαν με σιγουριά τον Κρίστοφερ στον άλλο κόσμο. «Σε παρακαλώ αδερφέ… ήσουν ο αγαπημένος μου. Θυμάσαι;» του είπε υποκριτικά και ο Σιμεόν φάνηκε να λυγίζει.
«Δεν θέλω να έχω καμία σχέση μαζί σου, ούτε με το επίθετο των Γκρερ. Χρόνια αδιαφορώ και για εσάς θα συνεχίσω να είμαι ένας ξένος» του γρύλισε ο νέος Σιμεόν «Θα αλλάξω το επίθετό μου. Είναι ντροπή να το έχω» του γρύλισε.
«Δεν θα γυρίσεις την πλάτη σου στο εγγονό μου. Είναι μωρό και χρειάζεται την καθοδήγηση των Γκρερ...» του ψιθύρισε ο Κέναρντ σαν φίδι.
«Το έχω ήδη κάνει. Δεν τον γνωρίζω, δεν έχω δει ποτέ το προσωπό του και ούτε πρόκειται. Δεν θέλω να έχω καμία σχέση με αυτήν την οικογένεια» του πέταξε ο Σιμεόν και με μία κίνηση διέλυσε το τείχος που κρατούσε τον εξουθενωμένο, από την προηγούμενη μάχη με τον Όσβαλντ, Γκρερ τσακίζοντάς τον, ωστόσο αυτό που τον αποτελείωσε ήταν το κομμάτι του τείχους που τον σκέπασε σπάζοντάς του, όλα τα κόκαλα.
Ο νέος Σιμεόν έφυγε παλεύοντας να συγκρατήσει την οργή του και αφήνοντας κραυγές, μονάχα που ο Σιμεόν του σήμερα τράβαγε τα μαλλιά του, με τον Κρίστοφερ να τον κοιτάζει σοκαρισμένος σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά. Ο Σιμεόν δεν είχε κάψει το πτώμα του Γκρερ. Ήταν δειλός. Δεν το άντεχε.
«Εσύ!» του φώναξε ο Κρίστοφερ «Είσαι… είσαι αδερφός του Κέναρντ; Τι στα κομμάτια, Σιμεόν;» του είπε, ωστόσο δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει.
Ο Απρόσωπος είχε ρουφήξει το μυαλό του Σιμεόν, καθιστώντας τον ένα άβουλο πλάσμα, τη στιγμή που τα δύο αγόρια είχαν με το ζόρι κατορθώσει να αποκρούσουν τον πολεμιστή Σάμχαϊν, πράγμα που τους εμπόδισε να παρακολουθήσουν τη μεγάλη αλήθεια που βάραινε το παρελθόν του πορφυρού μάγου και διευθυντή της Σχολής τους. Οι δυο τους εκτινάχθηκαν μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Κρίστοφερ, που για πρώτη φορά είχε βγει εκτός εαυτού.
«Μα τα γένια του Μέρλιν! Άλαν! Σκορπιέ;» τους ούρλιαξε, όταν ο Σκορπιός απτόητος και μπροστά στα μάτια του καθηγητή του σχημάτιζε τον Χάγκαλ, τον ρούνο της συνοχής, καλώντας τον Κρίστοφερ να δημιουργήσει τη δύναμη της ευτυχίας, την οποία θα προσπαθούσε να σχηματίσει και ο ίδιος ενισχύοντάς την με τον ρούνο.
Ο Κρίστοφερ εκνευρισμένος, αλλά εμφανώς στριμωγμένος, υπάκουσε, προκειμένου να σώσει το πνεύμα του Σιμεόν που κινδύνευε να βγει από το σώμα του και να χαθεί για πάντα στο σκοτάδι.
Δυνατό φως έλαμψε και το πλάσμα ξεκίνησε να σφαδάζει μέχρι που εξαφανίστηκε. Δυνατό φως έλαμψε και στο στήθος του Άινταν, αναστατώνοντάς τον. Είχαν μπει. Ο Σιμεόν και ο βλάκας ο Κρίστοφερ είχαν έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τον εφιάλτη. “Αναθεματισμένοι” σκέφτηκε, καθώς ήξερε πως η βραδιά του είχε μόλις τελειώσει. Το στήθος του ήταν ακόμη ζεστό από το σώμα της Εμίλια, η οποία πρόσεξε την ξαφνική αλλαγή στη συμπεριφορά του.
«Τι συμβαίνει, Άινταν;» τον ρώτησε και εκείνος την κοίταξε σιωπηλός.
«Από τώρα θα γίνω ξανά ο Άινταν Γκρερ. Ο Ντουγκλάς πέθανε, η εκδρομή πέθανε» της είπε σχετικά ψυχρά, μα εκείνη τον κοίταξε θλιμμένα καθώς εκείνος σηκωνόταν και κατευθυνόταν προς την έξοδο του σπιτιού. Κοντοστάθηκε για λίγο ακουμπώντας σε μία κολώνα.
«Όλα πέθαναν;» τον ρώτησε εκείνη σκεπτική.
«Όχι» της απάντησε αναστενάζοντας «Δεν πέθαναν όλα» ήταν η τελευταία του κουβέντα.
Βαστώντας το μπράτσο του καθώς και τις ανθρώπινες ταυτότητές τους, πήρε και δίπλωσε προσεχτικά το υπέροχο σκίτσο εκείνου του καλοσυνάτου καλλιτέχνη της πιο ρομαντικής γειτονιάς.
Όχι, δεν έχουν πεθάνει τα πάντα” σκέφτηκε “Πάντοτε θα έχουμε το Παρίσι” ήταν η τελευταία της σκέψη, καθώς ο Άινταν προχωρούσε αγχωμένος και εκνευρισμένος μπροστά της.
«Μόλις περάσουμε στη μαγική διάσταση στη Βέρνια, εσύ θα φύγεις με μία άμαξα Κέλαντερ που θα σε περιμένει, για να επιστρέψεις πίσω στην έπαυλη προς το παρόν» της είπε.
«Μα, τι εννοείς προς το παρόν;» τον ρώτησε.
«Τι ακριβώς δεν καταλαβαίνεις από αυτό; Προς το παρόν Κλαρκ, σημαίνει για την ώρα» της απάντησε.
«Και εσύ πού θα πας;»
«Έχω μία προσωπική δουλειά, Κλαρκ, η οποία φυσικά δεν σε αφορά. Θα καθυστερήσω και οι ρούνοι απαγόρευσης πιάνουν φυσικά την κρεβατοκάμαρά μου, σε περίπτωση που σου δημιουργηθεί ξανά η ανάγκη να εξερευνήσεις τον χώρο μου κατά την απουσία μου» ήταν οι τελευταίες του κουβέντες και τα μάτια της κοπέλας βούρκωσαν. Μα, τι περίμενε; Ο Άινταν Γουέτμορ ή Γκρερ ήταν ο γνωστός, κυνικός υπάλληλος του Υπουργείου. Ο κύριος Ντουγκλάς είχε πράγματι πεθάνει. Όχι όμως και οι αναμνήσεις του.
Τα Ντουένον είχαν πάντοτε έναν δικό τους τρόπο, για να γιορτάζουν την πανσέληνο. Η παράξενη, μα φιλήσυχη φυλή τους χωριζόταν σε δύο κατηγορίες. Στα Ντουένον των δασών και σε εκείνα των κήπων. Η διαφορά ήταν πως η κατηγορία των δασών ντυνόταν ελαφρώς διαφορετικά από εκείνη που δούλευε στους κήπους των μάγων. Ωστόσο, όλοι τους ήταν άψογοι γεωπόνοι, είχαν άπειρες γνώσεις σχετικά με τα φυτά και τα δέντρα και αυτός ήταν και ο λόγος που είχαν γίνει το δεξί χέρι των μάγων, οι οποίοι τα χρησιμοποιούσαν αρκετές φορές για τον καλλωπισμό των κήπων τους ή για την περιποίηση των βοτάνων τους, όπως ο Σιμεόν.
Εκείνη η νύχτα ήταν σχετικά ψυχρή, μα η πανσέληνος και η ξαστεριά δεν άφηναν κανένα περιθώριο για γκρίνιες. Ο χορός είχε στηθεί, το ζεστό, γλυκό κρασί έρρεε άφθονο στα περίτεχνα, γυάλινα ποτήρια και ο Μπένταγκ μαζί με τα δύο εγγόνια του έπαιζαν το κίλλια, μία ξύλινη φλογέρα που την κατασκεύαζαν αποκλειστικά στα μέρη τους. Ήταν μεγάλος πια σε ηλικία και αυτό τον καθιστούσε τον σοφό του χωριού και το κέντρο της προσοχής για τα χιλιάδες πιτσιρίκια που συνέρρεαν, προκειμένου να ακούσουν τις τρελές του αφηγήσεις και περιπέτειες, μα το σημαντικότερο, για να αποκτήσουν κάποιο αντικείμενο, εμπλουτισμένο με μαγεία. Μερικές φορές, η γυναίκα του, η Λάραλιθ, τον μάλωνε γιατί πίστευε πως ξεμυάλιζε τα νήπια και τους έφηβους γεμίζοντάς τους με ελπίδες.
«Πιες καμιά γουλιά από το γλυκόκρασο. Έναν ολόκληρο χρόνο δούλευα σκληρά στα κλήματα, προκειμένου να είναι έτοιμο και ζεστό για σήμερα που έχουμε το μεγαλύτερο φεγγάρι και άσε με να μοιράζω ελεύθερα ό,τι νιώθω πως ανήκει στον καθένα» την πείραζε, όποτε του έλεγε να σταματήσει να παριστάνει τον ιππότη στους μικρούς και τον ξερόλα στους πιο μεγάλους. Αυτό όμως που την απασχολούσε περισσότερο ήταν να παραμείνει κρυφή η ταυτότητα του πρώην αφεντικού του.
Εκείνος είχε ενημερωθεί πως ο ένας εγγονός του, ο Μόρθιλ, δούλευε στον κήπο του Σιμεόν, εδώ και τρεις μήνες. Αργά το βράδυ, όταν οι χοροί και τα τραγούδια κόπασαν, ο Μπένταγκ, κάλεσε τον εγγονό του με το ζωηρό, πράσινο καπέλο. Αυτό ήταν και το χρώμα της παράξενης αμφίεσης όσων δούλευαν στους κήπους, ενώ αντίστοιχα εκείνη των δασών είχε το χρώμα του ώριμου ροδιού.
«Παππού Μπένταγκ, έτοιμος για ιστορίες;» ακούστηκε η φωνή του νεαρού και ο γέρος χαμογέλασε με όλες τις ρυτίδες να αυλακώνουν το μέτωπό του. «Δεν έχεις τίποτε μαγικό για εμένα; Τόσα χρόνια περιμένω...» κατσούφιασε ο μικρός και ο Μπένταγκ χαμογέλασε.
«Θα έρθει ίσως η μέρα που θα χρειαστείς πράγματι κάτι, μολονότι σου εύχομαι κάτι τέτοιο να μη γίνει ποτέ. Τα αντικείμενα που δημιουργώ δεν είναι τυχαία. Πηγάζουν από τις βαθύτερες αναμνήσεις και τα πιο δυνατά συναισθήματα, τα οποία βοηθούν είτε να παραμείνουν στην επιφάνεια, είτε να επανέλθουν στο φως στην περίπτωση που έχουν ξεχαστεί. Ελπίζω λοιπόν πως εσύ δεν θα ξεχάσεις ποτέ σου κάτι δυνατό και όμορφο και έτσι εγώ δεν θα χρειαστεί να σου φτιάξω κάποιο φυλαχτό» του απάντησε και ο νεαρός αναδεύτηκε στη θέση του, πίνοντας μία γουλιά από το υπέροχο, μυρωδάτο, ζεστό κρασί, στο οποίο επέπλεαν διαφόρων ειδών βατόμουρα για επιπλέον γεύση και μυρωδιά.
«Λοιπόν, θα μου πεις κάποια ιστορία; Υπόσχομαι να μην πω τίποτε στην γιαγιά» ορκίστηκε ο μικρός και ο Μπένταγκ ανακάθισε στην κουνιστή πολυθρόνα του, δίνοντας διαταγή σε μία μάλλινη κουβέρτα να σκεπάσει τα πόδια του.
Ο Μόρθιλ έκατσε οκλαδόν μπροστά του και ο Μπένταγκ ξεκίνησε την αφήγηση.
«Ξέρεις, η γιαγιά σου μου έχει ζητήσει να μην αναφέρω ποτέ το αληθινό όνομα του πρώην αφεντικού μου. Κάποτε, δούλευα για τον πιο ισχυρό και πιο μοχθηρό μάγο που έχει γνωρίσει αυτός ο κόσμος. Για τον Κέναρντ Γκρερ» ξεκίνησε και ο Μόρθιλ στο άκουσμα του ονόματος ξεροκατάπιε.
«Τι ακριβώς εννοείς, όταν λες πως δούλευες;» τον ρώτησε και ο παππούς του γέλασε.
«Μην ανησυχείς. Ένα Ντουένον είναι καλό μονάχα για να ασχολείται με τους κήπους και όχι με τα σατανικά σχέδια ενός τρελού μάγου. Για την ακρίβεια, εγώ ζούσα στον κήπο της έπαυλης Γκρερ, όπου κάποτε έμενε η κόρη του, Μάρλοου, μαζί με τον γαμπρό του, τον Έβιν Μπλοκ. Φριχτός άνθρωπος, ωστόσο δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα πιόνι του Κέναρντ. Θυμάμαι πως μία ημέρα δούλευα με τις ώρες στους απέραντους κήπους τους, ενώ το χιόνι έπεφτε πυκνό και το κρύο ήταν δυσβάσταχτο. Ποτέ τους δεν με πλήρωσαν για τις υπερωρίες, ωστόσο μου είχαν απαγορεύσει να παραιτηθώ, καθώς η δουλειά μου ήταν η καλύτερη που είχαν δει μέχρι εκείνη την ημέρα. Ο Έβιν είχε βγει δήθεν για να μου δώσει το μεσημεριανό μου, το οποίο ήταν ένα μάτσο σαπισμένα καρότα. Μου τα πέταξε στο πρόσωπο και έφυγε, όταν είδα πίσω από την πόρτα να ξεπροβάλλει δειλά ένα αγόρι το πολύ εφτά χρονών. Δεν το είχα ξαναδεί ποτέ μου και σκέψου πως πίστευα ότι η Μάρλοου είχε χάσει το παιδί της, καθώς την είχα δει έγκυο ένα διάστημα, αλλά το μωρό δεν το είχα δει ποτέ μου. Στάθηκα λοιπόν και κοίταξα τον μικρό για λίγο. Ήταν τόσο όμορφος, είχε πάρει την εμφάνιση του σιχαμερού πατέρα του. Τη στιγμή λοιπόν που ο Έβιν έφευγε, ο μικρός με πλησίασε με μία σακούλα λαχανικά. Δεν μιλούσε καθόλου, σαν να μην μπορούσε ή σαν να φοβόταν. “Πώς σε λένε;” τον ρώτησα και έπειτα από λίγα λεπτά, μου απάντησε, “Άινταν”. Από τότε δεν τον ξαναείδα, μέχρι που μάθαμε πως η Μάρλοου το είχε σκάσει για Γαλλία και έτσι εγώ θα μεταφερόμουν στο σπίτι του Γουίλφρεντ Γκρερ, του πορφυρού αδερφού του Κέναρντ μαζί με τον μικρό, καθώς ο τρίτος αδερφός είχε αρνηθεί να μας αναλάβει και ο Κέναρντ ήταν στον πόλεμο. Έβλεπα λοιπόν, κατά καιρούς τον Γουίλφρεντ να βγάζει βόλτα τον Άινταν, ο οποίος φαινόταν να δυσανασχετεί με τον κόσμο, ενώ τα απογεύματα τον έπαιρνε ο πατέρας του και ο μικρός γυρνούσε ράκος. Θυμάμαι τον Γουίλφρεντ να τον ρωτά έντονα τι του συμβαίνει, αλλά ο Άινταν δεν μιλούσε. Μονάχα ένα απόγευμα τον είδα να παίζει και να μιλά σε έναν θάμνο που είχα κουρέψει. Φαινόταν πολύ δυστυχισμένος. Τον πλησίασα και έκατσα δίπλα του, ενώ ο ίδιος έμοιαζε να μη μου δίνει καμία σημασία. Συνέχιζε απλώς το παιχνίδι του ανέμελα. “Τι έχεις;” τον ρώτησα και εκείνος με κάρφωσε με αυτά τα σμαραγδένια μάτια που σπάνια τα ξεχνάς. “Νομίζω πως η μαμά με ξέχασε” μου απάντησε και ειλικρινά ήταν πολύ βαριά κουβέντα, για να την κουβαλά μέσα του ένα παιδί. “Μόνο τον θείο Γουίλφρεντ έχω. Πέθανε και ο παππούς μου, που ήταν ο μόνος που με αγαπούσε, γι’ αυτό και εγώ θα του μοιάσω” απάντησε και σοκαρίστηκα. “Μα γιατί;” τον ρώτησα. “Γιατί εκείνος και εγώ είμαστε το ίδιο και γιατί πέθανε για να με προστατέψει από τους υπόλοιπους μάγους που θέλουν το κακό μου. Μέχρι και η μαμά έφυγε γιατί δεν με ήθελε, γιατί ούτε η ίδια αποδέχτηκε το γεγονός πως ήταν εβένινη. Γιατί εμάς τους εβένινους θέλουν να μας καταστρέψουν”» έκανε παύση και ο Μόρθιλ τον κοίταξε άναυδος.
«Μα, παππού, ο Γουίλφρεντ τον αποδέχτηκε» τον διέκοψε ο Μόρθιλ.
«Το ξέρω μικρέ. Ωστόσο, στον Άινταν και ειδικά μετά την άρνηση του μεσαίου αδερφού του Κέναρντ, ο οποίος ήταν επίσης πορφυρός, να τον δει έστω ή να τον γνωρίσει, ο μικρός πίστεψε πως ο Γουίλφρεντ ήταν απλώς η εξαίρεση σε κάποιον κανόνα. Του είχε δημιουργηθεί η ιδέα πως οι μάγοι και τα πλάσματα τα υπόλοιπα μίσουσαν τους Σάμχαϊν γιατί ήταν δυνατότεροι και καλύτεροι. Κανείς δεν του δίδαξε πως οι Σάμχαϊν χρησιμοποίησαν τις γνώσεις τους εναντίον των υπόλοιπων πλασμάτων, ενώ του δημιούργησαν μίσος για τους απλούς ανθρώπους εξαιτίας της καύσης των μάγων και μαγισσών και το κυνήγι τους. Ο πόλεμος και ο διχασμός των κόσμων δεν άφηναν περιθώρια. Ωστόσο, εγώ αγαπούσα τον Άινταν. Ήταν ένας πανέξυπνος νεαρός, παντοδύναμος, ίσως έμοιασε τελικά σε αυτό πράγματι στον καταραμένο τον Κέναρντ. Ωστόσο, μετά τον θάνατο του Γουίλφρεντ δεν τον ξαναείδα. Όμως νιώθω πως είναι καλά και ελπίζω να αλλάξει δρόμο κάποια στιγμή»
«Και από τι πέθανε ο Γουίλφρεντ;» ρώτησε ο Μόρθιλ.
«Δεν το γνωρίζω μικρέ. Θυμάμαι μονάχα τα ουρλιαχτά του Άινταν και το κλάμα του πάνω από το σώμα του πιο αγαπημένου του ανθρώπου. Από την ημέρα εκείνη άλλαξε. Σκλήρυνε και έφυγε από το σπίτι» τελείωσε ο Μπένταγκ και ο Μόρθιλ τον πλησίασε κι άλλο.
«Πώς έλεγαν τον μεσαίο αδερφό Γκρερ
«Σιμεόν» του απάντησε και ο Μόρθιλ άσπρισε.
«Μα, ο εργοδότης μου; Αδύνατον! Ο Σιμεόν με λατρεύει! Πώς...;» ξεκίνησε να ωρύεται και ο παππούς του τον σταμάτησε.
«Ο Σιμεόν δεν είναι κακός. Ωστόσο, η ανάγκη του να ξεκόψει από την γάγγραινα που ονομαζόταν οικογένεια Γκρερ τον έκανε να μην υπολογίσει κάποιους που δεν έφταιγαν. Μισούσε αυτό που ήταν, μισούσε τον αδερφό του, ενώ με τον Γουίλφρεντ είχε διατηρήσει τυπικές επαφές. Ήθελε να συνεχίσει την ζωή του δίχως να κουβαλά στην πλάτη του το βάρος της καταγωγής του. Ωστόσο, παιδί μου, όσο και αν κάποιος αρνείται να κοιτάξει το είδωλό του στον καθρέπτη, αυτό δεν αλλάζει το ποιος είναι. Ο Σιμεόν θα βρει μπροστά του αυτό που τόσα χρόνια αρνιόταν να δει. Δεν τον αδικώ, τον καταλαβαίνω, ωστόσο ελπίζω να έχει τη σοφία να αντιμετωπίσει τα πράγματα, όταν θα έρθει η στιγμή» τελείωσε και την ώρα εκείνη μπήκε μέσα η γυναίκα του.
«Α, εδώ είσαι; μη που πεις πως κάνεις κατήχηση στο παιδί;» ρώτησε η Λάραλιθ και ο Μόρθιλ γέλασε.
«Μην ανησυχείς, γιαγιά» της είπε φιλώντας την στο μάγουλο.
«Δεν πιστεύω να σου έδωσε κανένα αντικείμενο με δήθεν σούπερ δυνάμεις;» ξαναρώτησε.
«Σε εσένα έπρεπε να δώσω ένα τριαντάφυλλο βουνού, σπάνιο και μοναδικό, όπως εκείνο που σου είχα κάνει δώρο την ημέρα που σε γνώρισα, μπας και σου θυμίσω πως εχθές, είχαμε επέτειο» έσκουξε ο Μπένταγκ και αποσύρθηκε κλείνοντας το μάτι στον Μόρθιλ που όλο το βράδυ θα σκεφτόταν την ιστορία με τη συνοδεία του ζεστού, γλυκού κρασιού.

Η διαφάνεια του πνεύματος του Σιμεόν ήλθε ξανά αργά στο σώμα του, καθώς εξαιτίας της επίθεσης του Απρόσωπου, ο οποίος την καλούσε λαίμαργα να τον ακολουθήσει στο άπειρο έρεβος, κόντεψε να το εγκαταλείψει. Μόλις κατόρθωσε και βρήκε τα λογικά του, αντίκρισε τα δύο παιδιά, τον Άλαν και τον Σκορπιό. Το βλέμμα του ευθύς σκοτείνιασε.
«Μπορείτε να μου εξηγήσετε τι στο καλό γυρεύετε εδώ;» τους μούγκρισε.
«Αυτό ακριβώς θα ρωτούσα και εγώ κύριε Ο΄ Κάιν. Τι στο καλό γυρεύετε όλοι εσείς στο γραφείο μου νυχτιάτικα; Αν καίγεστε για κάποιο θέμα εσωτερικής υπόθεσης, θαρρώ πως θα αφήνατε πρώτα να ξημερώσει ο Θεός την ημέρα. Επομένως, μάλλον χαρακτηρίζεστε ως διαρρήκτες» ακούστηκε η μελιστάλακτα ειρωνική φωνή του Άινταν.
«Μίλησε ο απόλυτα νομοταγής άνθρωπος» πετάχτηκε ο Κρίστοφερ και ο Άινταν χαμογέλασε.
«Λυπάμαι που θα σας απογοητεύσω κύριε Πεζούλη, αλλά δεν είμαι εγώ αυτός που εισβάλλει στα γραφεία των άλλων δίχως την άδειά τους και ναι, το ποινικό μου μητρώο μέχρι και σήμερα παραμένει λευκό. Ωστόσο, αρκετά σας ανέχτηκα» του απάντησε και οι παλάμες των χεριών του ευθύς φωτίστηκαν.
Ο Σιμεόν έκανε σήμα στον Κρίστοφερ να αρπάξει τα δύο παιδιά και να εξαφανιστεί, ωστόσο ένιωσε ένα κάψιμο στον δεξί του ώμο και είδε τον Άινταν να χασκογελά. Ο Σάμχαϊν με μία κίνηση του χεριού του δημιούργησε ένα φλεγόμενο δαχτυλίδι γύρω από τον Σιμεόν, το οποίο εκείνος κατόρθωσε και διέλυσε, μόνο και μόνο για να το δει να επανέρχεται δυνατότερο και ψηλότερο.
«Σε ακούω, Σιμεόν. Ρώτα με ό,τι θέλεις. Μπορώ να σου απαντήσω, καθώς γι’ αυτόν τον λόγο είσαι εδώ απόψε»
«Ποιος είσαι;» ήταν η ερώτηση του πορφυρού μάγου που συγκέντρωσε στη γροθιά του το φλεγόμενο δαχτυλίδι και μεταμορφώνοντάς το σε κουκουβάγια της φωτιάς, το έριξε πάνω στον Άινταν, ο οποίος του άλλαξε τη μορφή, φτιάχνοντας έναν δράκο και σηκώνοντάς τον πίσω του σαν πέπλο.
«Είμαι ο Άινταν Γουέτμορ» του απάντησε.
«Και γιατί ζεις στην έπαυλη Γκρερ;» τον ρώτησε ο Σιμεόν στριμώχνοντάς τον.
«Την αγόρασα, Ο΄ Κάιν. Αφού οι Γκρερ πέθαναν, το σπίτι έμεινε στην τύχη του. Για την ακρίβεια, η έπαυλη πέρασε στα χέρια μου μετά τον θάνατο του Γουίλφρεντ Γκρερ. Ωστόσο, αρκετά με τις ερωτήσεις. Με ζάλισες» του απάντησε και κατηύθυνε τον φλεγόμενο δράκο επάνω του με μανία.
Μολαταύτα, ο Σιμεόν διέθετε αρκετή δύναμη, ώστε να κατορθώσει να αναχαιτίσει το ξόρκι του Άινταν και αμέσως μετά πάλεψε να διαβάσει την αύρα του με όση δύναμη του απέμενε. Προς μεγάλη του έκπληξη, η αύρα φαινόταν γκρίζα, ωστόσο αυτό του έμοιαζε λάθος. Ο Άινταν είχε δώσει σημάδια μαύρης μαγείας, εκτός και αν επρόκειτο για κάποιον τόσο προικισμένο γκρίζο με κλίση στην σαμχαϊκή μαγεία. Ο Άινταν αντιλήφθηκε την κίνηση του Σιμεόν, ωστόσο χαμογέλασε. Ο ρούνος για την απόκρυψη είχε χαραχθεί στο μπράτσο του και έτσι κάθε φορά που κάποιος πάλευε να τον διαβάσει, όπως ο Σμεόν, ο ρούνος ενεργοποιούνταν και τον προστάτευε.
Η μάχη μεταξύ των μάγων κόπασε, καθώς δεν οδηγούσε σε κάποιο αποτέλεσμα. Ο Σιμεόν αποφάσισε να αποχωρήσει κάνοντας σήμα στα δύο παιδιά να ακολουθήσουν.
«Υποψιάζομαι, Γουέτμορ, πως κρύβεσαι πίσω από πολλά, όπως για παράδειγμα την απόδραση μαύρων μάγων, άγνωστων μέχρι σήμερα στον υπόλοιπο κόσμο. Θα σε ανακαλύψω, είναι θέμα ημερών και μίας λάθος κίνησης» του γρύλισε ο Σιμεόν.
«Ωστόσο, μέχρι τώρα εσύ υποπίπτεις σε παραστρατήματα. Μπορείτε να φύγετε, αν και να ξέρεις, δεν θα το αφήσω έτσι αυτό και εξέλαβέ το και ως απειλή. Τον Σκορπιό τον θέλω και θα τον επιστρέψω εγώ στη Σχολή. Έχουμε να συζητήσουμε κάποια πράγματα» του είπε κοφτά.
«Και ποιος σου είπε εσένα, πως θα σου αφήσω εδώ έναν μαθητή μου; Δε έχεις δικαίωμα» ξεκίνησε ο Σιμεόν.
«Όχι, θέλω εγώ να μείνω» ακούστηκε η σκληρή, παιδική φωνή του Σκορπιού και ο Άινταν χαμογέλασε χαιρέκακα.
«Μπορείς να πηγαίνεις. Σιμεόν, ο Σκορπιός θα επιστρέψει αλώβητος» του πέταξε ειρωνικά και είδε τους δύο μάγους και τον Άλαν να απομακρύνονται.
Τότε, γύρισε απότομα το κεφάλι του και κάρφωσε εξαγριωμένος τον Σκορπιό, παρά το γεγονός πως η έκφραση του μικρού στο πρόσωπο δεν είχε αλλάξει ούτε στο ελάχιστο.
«Τι στο ανάθεμα γύρευες εσύ παρέα με τον Σιμεόν; Γιατί ήρθες εδώ;» του φώναξε και ο Σκορπιός αγέρωχα τον πλησίασε και του απάντησε αργά και σταθερά.
«Ήρθα για να μάθω ποιος είμαι. Φυσικά όχι παρέα με τον γερο-καθηγητή μου. Ήρθα κρυφά, με μόνο στόχο να μπω στην Αίθουσα Γενεαλογίας, με την ελπίδα να βρω το δέντρο μου» του απάντησε και ο Άινταν κάγχασε.
«Το δικό σου δέντρο δεν είναι ολόκληρο, κανείς δεν γνωρίζει...» ξεκίνησε να του λέει, ωστόσο ο Σκορπιός αγρίεψε.
«Λες ψέματα. Τα μαγικά, γενεαλογικά δέντρα, πάντοτε έρχονται ολόκληρα, απλώς κάποιοι αποφασίζουν με δική τους βούληση να καταστρέψουν την ιστορία τους προκειμένου να μη μαθευτεί η αλήθεια. Έχω διαβάσει πολλά βιβλία πίσω στο Ντορθόριεν, παρά το γεγονός πως τελικά είναι ασύμφορο για όλους σας»
«Σου απάντησα νομίζω και τότε που με ρώτησες στο ίδρυμα. Οι γονείς σου σε εγκατέλειψαν» πρόφερε με δυσφορία ο Άινταν.
«Πολύ καλά, θέλω τα ονόματά τους. Δέχομαι την εγκατάλειψη, αλλά όχι την ανωνυμία τους» μούγκρισε ο Σκορπιός.
«Ανόητο παιδί. Είσαι τόσο ξεροκέφαλος...» έκρωξε ο Άινταν και ο Σκορπιός θα ορκιζόταν πως είδε στιγμιαία τα μάτια του να αλλάζουν. Να υιοθετούν ένα σχήμα αλλόκοτο, μη ανθρώπινο.
«Και εσύ κρυψίνους. Μέχρι τώρα, μου έχεις εμπιστευθεί την πληροφορία πως είμαι μαύρος. Γιατί δεν μου λες και ποιος είμαι; Τι έχεις να φοβηθείς; Δύο ονόματα θα δώσεις και ελπίζω να είναι αληθινά, καθώς θα το μάθω. Βλέπεις, αρχικά γεννήθηκα με την ικανότητα να ανιχνεύω το ψέμα, όπως και οι λευκοί μάγοι ανιχνεύουν τα συναισθήματα, έναν τομέα που δεν έχω καλλιεργήσει μέσα μου. Όμως, το ψέμα το αντιλαμβάνομαι αμέσως, εκτός αν αποφασίσεις να με σκοτώσεις, προκειμένου να μην ομολογήσεις, μία κίνηση λανθασμένη για την στιγμή αυτή, καθώς οι καθηγητές μου θα με αναζητήσουν. Επομένως, δώσε μου τα ονόματα και θα φύγω δίχως να πω λέξη. Το υπόσχομαι και δεν δίνω συχνά όρκους και υποσχέσεις» τελείωσε και για λίγο ο Άινταν ένιωσε ένα κύμα μίσους, ανάμεικτο όμως με περηφάνια.
Αυτό το μικρό και ατίθασο παιδί ήταν ο χειρότερος εφιάλτης κάθε ενήλικα και τώρα μπορούσε να καταλάβει το γιατί. Γιατί πολύ απλά ο φόβος δεν τον άγγιζε και αυτό είχε την εντύπωση πως οφειλόταν στην κατάρα που κουβαλούσε. Φαινόταν να παίζει κάθε στιγμή της ζωής του με στόχο ή τα πάντα ή τίποτα και αυτό τον Άινταν τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Οι πιθανότητες να τον μισήσει, αν μάθει την αλήθεια, ήταν αρκετές και ελλόχευαν στη γωνία του μυαλού του. Ωστόσο, αν τελικά τη μάθαινε από κάποιον τρίτο, με τον ίδιο να τον κοροϊδεύει για χρόνια, τότε σίγουρα θα έχανε από το πλευρό του έναν ισχυρό και αναγκαστικό σύμμαχο. Κάτι τέτοιο δεν το επιθυμούσε. Οι δυο τους έπρεπε να πολεμούν στην ίδια παράταξη και μονάχα η αλήθεια θα γεφύρωνε τη σχέση τους και θα δημιουργούσε σωστές βάσεις. Η αλήθεια και η κατάρα.
«Πολύ καλά. Ακολούθησέ με» πρόφερε ο Άινταν κοφτά και αφού μπήκαν μαζί στο γραφείο του, άνοιξαν την Αίθουσα Γενεαλογίας. «Υπάρχουν κάποια κομμάτια που λείπουν. Βλέπεις, δεν δούλευα εδώ από πάντα και έτσι δεν έχω κατορθώσει να ξεκλειδώσω ή να ανασύρω τα κατεστραμμένα κομμάτια» τελείωσε και ο Σκορπιός αντίκρισε, την πιο όμορφη αίθουσα που είχε δει ποτέ του. Παντού στους τοίχους υπήρχαν χαραμάδες, όπου μέσα σε αυτές φυλάσσονταν οι φάκελοι των μάγων και των μαγικών πλασμάτων που ήταν καταγεγραμμένοι στο εκάστοτε Υπουργείο. Στη μέση, υπήρχε το τεράστιο γλυπτό ενός δέντρου με πολλά και μπλεγμένα μεταξύ τους κλαδιά. Το ίδιο δέντρο απεικονιζόταν και σαν σήμα του Οίκου των εκρού μάγων. Ο Σκορπιός το πλησίασε και το ψιλάφισε, νιώθοντας για πρώτη του φορά αγωνία, βλέποντας τον Άινταν να καλεί έναν φάκελο, ο οποίος πέταξε από τη θέση του και προσγειώθηκε μπροστά τους.
Με μία κίνηση, ο Άινταν έσπασε το άλικο βουλοκέρι που τον κρατούσε σφραγισμένο και ο φάκελος άνοιξε δημιουργώντας μπροστά τους τη μικρογραφία ενός δέντρου, ξεκινώντας από τον πιο μακρινό πρόγονό του. Τη στιγμή εκείνη, τα μάτια του Σκορπιού άνοιξαν διάπλατα, όταν είδε τη μορφή του Γκρερ να σχηματίζεται και δίπλα του ενός άλλου μάγου που δεν τον γνώριζε. Ωστόσο, το πρόσωπο του Σιμεόν απουσίαζε, αφήνοντας κενό το συγκεκριμένο κλαδί. Το δέντρο όμως, συνέχιζε να μεγαλώνει, ώσπου φάνηκε το πρόσωπο του Άινταν, μονάχα που το δικό του κλαδί χωριζόταν σε εκείνο μίας κοινής μητέρας και ενός διαφορετικού πατέρα. Ο Άινταν έμεινε σιωπηλός, ενώ από τα μάτια του Σκορπιού πετάχτηκαν σπίθες θυμού.
«Εσύ» του είπε σχεδόν φτύνοντας την λέξη «Είσαι… κατά κάποιον τρόπο… αδερφός δικός μου; Αδύνατον! Εγώ πάλι…απόγονος του Γκρερ; Και εσύ το ήξερες και με πέταξες σε ένα ίδρυμα, έτσι δεν είναι;» του ούρλιαξε, μα ο Άινταν δεν άλλαξε έκφραση. Ήταν αποφασισμένος να κερδίσει τη μάχη της εμπιστοσύνης με την απόλυτη αλήθεια, αλλά υπό τη σκιά της κατάρας που δεν σκόπευε να αποκαλύψει.
Για λίγο έμεινε σιωπηλός να τον κοιτάζει. Ήταν η πρώτη φορά που ένα παιδί τον στρίμωχνε τόσο πολύ. Τελικά, υπάρχουν στιγμές που όταν καλείσαι να αντιμετωπίσεις τα παιδιά, φαντάζει Γολγοθάς σε σχέση με τους ενήλικους. Ο Σκορπιός λοιπόν, με μάτια που γυάλιζαν από θυμό, καρτερούσε μία απάντηση. Μία πειστική απάντηση.
«Πράγματι σε πήγα στο ίδρυμα. Λυπάμαι, αλλά δεν μπορούσα να σε αναλάβω» του είπε τελικά.
«Επομένως, ευγενικά μου λες πως δεν ήθελες να με αναλάβεις γιατί σου ήμουν ένα βάρος! Τι στην ευχή, ρε γαμώτο; Σε όλους σας ήμουν βάρος; Η μάνα μου με πέταξε, ο πατέρας μου, μάλλον το ίδιο, εσύ με το που άκουσες για εμένα, έτρεξες και με παράτησες στην πόρτα ενός ιδρύματος. Τι σας έκανα; Ποιον έβλαψα; Ήμασταν μία οικογένεια εβένινων, σιχαμερών Σάμχαϊν. Εγώ γιατί ήμουν τόσο απεχθής;» ξεκίνησε να ουρλιάζει και ο Άινταν ένιωσε για πρώτη του φορά το στομάχι του να δένεται κόμπος.
Τότε, μία εικόνα ξεπήδησε στο μυαλό του. Εκείνον παρέα με τον θείο του τον Γουίλφρεντ, να βρίσκονται στην παλιά, ξύλινη κουζίνα του πορφυρού μάγου. Ο Άινταν βρισκόταν στην ίδια ηλικία με τον Σκορπιό, τα μάτια του ήταν βουρκωμένα και ρωτούσε το ίδιο πράγμα. “Γιατί η μαμά με παράτησε; Δεν ήμουν καλό παιδί; Γιατί ο θείος μου δεν θέλει να με γνωρίσει; Γιατί θείε Γουίλφρεντ;” Τώρα, καλούνταν να δώσει ο ίδιος μία απάντηση σε ένα παιδί που ήρθε μόλις σε επαφή με το συναίσθημα της απόρριψης. Τι στα κομμάτια θα του έλεγε; Πως δεν γνωρίζει τον πραγματικό του πατέρα ή πως γνωρίζει για την τύχη της μητέρας του; Και ο ίδιος;
«Η μητέρα σου, η μητέρα μας πέθανε τη στιγμή που σε γέννησε. Δεν σε απέρριψε. Σε αγαπούσε πιο πολύ από εμένα, να είσαι σίγουρος. Τον πατέρα σου δεν τον γνωρίζω και όσο για εμένα, ήμουν ανίκανος να αναλάβω ένα βρέφος. Δεν ζητώ ποτέ μου συγγνώμη, μα σε εσένα τη χρωστώ. Ωστόσο, τα πράγματα για εμένα ήταν δύσκολα. Είμαι ένα άτομο που κουβαλώ πολλά προβλήματα. Δεν ήξερα και δεν ξέρω πώς να αγαπώ, πόσο μάλλον ένα νεογέννητο. Τι είδους φροντίδα θα σου παρείχα εγώ, ένα άτομο με τόσα προσωπικά θέματα; Ένα άτομο μοναχικό; Που μισεί τα τραγούδια, τους θορύβους, τους ανθρώπους; Πώς θα μεγάλωνες; Δεν μπορούσα να σηκώσω το βάρος της ευθύνης σου, Σκορπιέ. Έτσι, πήρα την απόφαση να σε αφήσω στην πόρτα της Εμίλιας. Αυτή η γυναίκα ξέρει πώς να αγαπά και εσύ θα μεγάλωνες με στοργή. Πίστεψέ με, είχα παρακαλέσει πολλές φορές να με είχαν παρατήσει σε κάποιο ίδρυμα. Θα ήταν όλα καλύτερα για εμένα» τελείωσε και δίχως να το καταλάβει, είχε παρασυρθεί από τα ίδια του τα συναισθήματα. Σαν να περίμενε έναν εξομολογητή σιωπηλό, που δεν θα τον έκρινε και ο Σκορπιός φάνταζε ο ιδανικός. «Ρωτούσα για εσένα. Κανείς δεν ήξερε το γιατί, ούτε πως ήμουν εγώ αυτός που σε είχε αφήσει, ωστόσο επικοινωνούσα. Ξέρω πως αυτό δεν ελαφρύνει τη θέση μου, ωστόσο ήταν το καλύτερο που μπορούσα να κάνω» τελείωσε δίχως να τον κοιτάζει στα μάτια.
Ο Σκορπιός για λίγο σώπασε. Παρά τον σκληρό του χαρακτήρα, αναγνώρισε την ειλικρίνεια στην ελαφρώς σπασμένη φωνή του άντρα. Ίσως πράγματι, η κίνηση να τον αφήσει στο πλάι της Εμίλιας να ήταν η καλύτερη δυνατή. Έλαβε αγάπη και φροντίδα και αναθεμάτιζε τον εαυτό του σιωπηλά, που δεν μπορούσε να της πει ένα ευχαριστώ. Που δεν μπόρεσε να την αγκαλιάσει, όταν του αγόρασε εκείνο το πάνινο τόπι πίσω στη Βέρνια, για να μην τον στεναχωρήσει. Που δεν μπόρεσε να σώσει τον Νίκολας τη στιγμή που η γη τον κατάπινε, παρά έσφιξε τα δόντια του και έφυγε παριστάνοντας τον αδιάφορο. Γιατί αν το έκανε, αν βοηθούσε, ο θάνατος θα του έδινε ένα χτύπημα ελαφρύ, σαν υπενθύμιση πως βρισκόταν δίπλα του ανά πάσα ώρα και στιγμή.
«Άραγε, είναι καλά η Εμίλια; Άνοιξε η γη και την κατάπιε. Ήθελα να γνωρίζω τουλάχιστον. Στάθηκε δίπλα μου και δεν το ξεχνώ» του είπε και είδε τον Άινταν να κοιτάζει για δευτερόλεπτα αλλού. «Γνωρίζεις!» του φώναξε. «Το νιώθω, σχεδόν το διάβασα. Τι της έκανες;» τον ρώτησε και ο Άινταν αναστέναξε.
«Σου αρκεί, αν σου πω πως είναι καλά;» του πέταξε.
«Θα μου αρκέσει, αν ορκιστείς πως δεν θα πάθει ποτέ και τίποτε, καθώς εκεί θα με βρεις μπροστά σου με κάθε κόστος. Αδιαφορώ για την τύχη της ανθρωπότητας, ωστόσο η Εμίλια είναι ένα κομμάτι δικό μου. Όταν εσύ ήσουν μπλεγμένος μέσα στην κατάθλιψή σου, έχοντας παρατήσει τον νεογέννητο αδερφό σου, κάποια άλλη με κρατούσε στην αγκαλιά της και μου τραγουδούσε για να μη φοβάμαι» του είπε και τον είδε για λίγο να χαμογελά.
«Να μη φοβάσαι για εκείνη. Υπάρχει κάτι άλλο, που θα ήθελες να με ρωτήσεις;» του είπε.
«Ναι» απάντησε το αγόρι και ο Άινταν ένευσε.
«Το δέντρο, στο σημείο των αδερφών Γκρερ, έχει τρία κλαδιά. Ποιός είναι ο τρίτος; Πώς θα το μάθουμε;» τον ρώτησε.
«Αυτό δεν το γνωρίζω. Αυτό που εσύ πρέπει να καταλάβεις, είναι πως είσαι ένας περήφανος Γκρερ, εγγονός του δυνατότερου μάγου που υπήρξε» είπε ο Άινταν.
«Ναι, αλλά ο γέρος έχει κακή φήμη» σχολίασε ειρωνικά ο Σκορπιός.
«Όπως είπες, είναι φήμη. Μία ιστοριούλα που τους συμφέρει να τη διαδίδουν γιατί μας φοβούνται. Μην πέφτεις στην παγίδα. Για την ώρα, είναι αργά και πρέπει να σε πάω πίσω» τελείωσε ο Άινταν.
«Μία χάρη θέλω να σου ζητήσω. Μη διανοηθείς να το παίξεις μεγάλος αδερφός. Δεν σου πάει και δεν θέλω» του πέταξε.
«Δεν πρόκειται να παίξω έναν ρόλο που δεν επέλεξα να αναλάβω, όταν έπρεπε. Ωστόσο, μείνε μακριά από μπελάδες και από τα πράγματά μου. Όλα θα γίνουν, όταν έρθει η ώρα» τελείωσε και αρπάζοντας την κάρτα του γραφείου του, έκλεισε την πόρτα και συνόδευσε τον Σκορπιό έξω, ενώ ταυτόχρονα έπαψε το ξόρκι της επιβολής που είχε γίνει στους δύο Ανιχνευτές.

Ο Σιμεόν και ο Κρίστοφερ μαζί με τον Άλαν προσγειώθηκαν στην Επινουά. Όλοι τους σιωπηλοί, ο καθένας για τον δικό του λόγο. Ο Σιμεόν συνόδευσε τον Άλαν μέχρι την πόρτα του Οίκου των Γκρίζων μάγων, για να βρει την Μπετίν να κοιμάται βαθιά εξαιτίας του κόλπου του Σκορπιού.
«Ειλικρινά, έχω χρόνια να εξοργιστώ με μαθητές μου τόσο πολύ. Θα μπορούσατε να έχετε σκοτωθεί, Άλαν. Σέβομαι το πένθος για τον πατέρα σου και πρώτος εγώ ετοιμαζόμουν να αναζητήσω τον ένοχο. Γνωρίζεις τι θα γινόταν, αν πέφτατε θύματα του Απρόσωπου; Ξέρεις πόσο επικίνδυνο είναι αυτό το πλάσμα, το οποίο είναι βγαλμένο από τους εφιάλτες; Ακόμη και εγώ δυσκολεύτηκα και εσύ θα έπεφτες νεκρός. Για τιμωρία, θα σου αφαιρέσω δύο βαθμούς από την τελική σου βαθμολογία και φυσικά, το ίδιο ισχύει και για τον συνεργό σου. Με απογοητεύσατε, Άλαν» του είπε, ενώ το αγόρι ψέλλισε μία συγγνώμη και είδε τον Σιμεόν να απομακρύνεται.
«Απόψε και εσύ με απογοήτευσες, Σιμεόν» άκουσε τη φωνή του Κρίστοφερ και ο μάγος κατέβασε το κεφάλι του.
«Το ξέρω» του είπε.
«Για εμένα, ήσουν αδερφός μου και όχι ένας απλός συνάδελφος. Είσαι υπέρμαχος του καλού και της διαφάνειας ενώ εσύ ο ίδιος ζεις με πλαστή ταυτότητα. Δεν είσαι ο Σιμεόν που ξέρω και λυπάμαι, αλλά θα μιλήσουμε αύριο. Απόψε έχω πολλά νεύρα και δεν θέλω να πω κουβέντες που σίγουρα θα μετανιώσω. Θα έρθω το πρωί στο γραφείο σου» τελείωσε και ξεκίνησε να κατευθύνεται στο σπίτι του, αφήνοντας τον Σιμεόν να καρτερά την άφιξη του Σκορπιού.
Για την ακρίβεια, τον περίμενε καπνίζοντας για πρώτη φορά, μετά από τόσα χρόνια. Αισθανόταν νευρικότητα και τύψεις, ενοχές για τον εφιάλτη στον οποίο είχε βρεθεί μαζί με τον Κρίστοφερ. Αν ήθελε να κερδίσει τη χαμένη εμπιστοσύνη του φίλου και συνάδελφου πίσω, έπρεπε επιτέλους να του μιλήσει ανοιχτά για το μεγαλύτερο αγκάθι της ζωής του. Την καταγωγή του από τη συγκεκριμένη οικογένεια.
Μέσα στη σκιά της νύχτας, φάνηκε μία τεράστια φιγούρα, η οποία ευθύς εξαφανίστηκε, για να δώσει τη θέση της σε έναν Σκορπιό και έναν Άινταν.
«Πώς ήρθατε ως εδώ;» τους ρώτησε ο Σιμεόν παραξενεμένος.
«Αυτό δεν σε αφορά. Πλέον, τίποτε που να εμπλέκεται μαζί μου δεν σε αφορά, Ο Κάιν. Πήγες να μπεις στον προσωπικό μου χώρο δίχως την άδειά μου. Από σήμερα, ο δικός μας χρόνος μετρά αντίστροφα και θα με βρεις μπροστά σου» του γρύλισε ο Άινταν και κατόπιν κοίταξε τον Σκορπιό που ένιωθε ζαλισμένος, εξαιτίας του πόνου στο στήθος του. Η αλήθεια, η εξομολόγηση των συναισθημάτων του του είχε προκαλέσει μία ακίνδυνη δυσφορία. «Όποια τιμωρία και αν σου επιβάλλουν οι καθηγητές σου, την αξίζεις γιατί απόψε ρίσκαρες να σκοτωθείς» του μούγκρισε και νεύοντας τυπικά προς το μέρος του Σιμεόν, εξαφανίστηκε μέσα στο σκοτάδι των κήπων της Επινουά.Ο Σκορπιός έμεινε σιωπηλός, ενώ ο Σιμεόν συνέχισε να καπνίζει αμήχανος.
«Έμπλεξες και εσύ, έτσι;» άκουσε τη φωνή του Σκορπιού και τον κοίταξε ελαφρώς έκπληκτος.
«Όλοι μπλέξαμε, ωστόσο εσύ και ο Άλαν πιο πολύ από όλους. Θα σου αφαιρεθούν δύο βαθμοί και εσένα από την τελική σου βαθμολογία. Αύριο, πριν το μάθημα της Δρακολογίας με την Κέντρα, σε θέλω στο γραφείο μου. Έχω να σου θέσω κάποιες ερωτήσεις» ήταν και η τελευταία κουβέντα του Σιμεόν, προτού αποχωρήσει για το σπίτι του.
O Άινταν βάδιζε στον παγωμένο δρόμο που οδηγούσε στην καταραμένη έπαυλη, βυθισμένος σε σκέψεις. Τα φώτα της ήταν ανοιχτά, σημάδι πως η Εμίλια είχε επιστρέψει. Για λίγο κοντοστάθηκε και αναστέναξε. Ο κλοιός έσφιγγε γύρω του, έτσι ένιωθε μετά την σημερινή επίσκεψη του Σιμεόν στο γραφείο του. Ήξερε πως ο καθηγητής του αναζητούσε απαντήσεις ψάχνοντας για την αληθινή του ταυτότητα. Ο ίδιος ήταν αποφασισμένος να του την αποκαλύψει, αλλά όχι τώρα και όχι με αυτόν τον τρόπο. Θα το έκανε όταν θα είχε συγκεντρώσει δύναμη και όταν το Ένταρταουν, εκείνη η απόκοσμη πόλη στις παρυφές της Επικράτειας του αντίστροφου χρόνου, γινόταν ξανά το κέντρο των Σάμχαϊν. Συμμάχους κρυφούς είχε παντού, τόσο στη Βέρνια, όσο και στο Κλίφγκεϊτ. Ήταν ένας Ότουρθ, κυλούσε στο αίμα του δηλαδή και αίμα δράκου, επομένως ο δρόμος για την αναζήτηση και ίσως αναμέτρηση με τον Βάλιμαρ, ήταν ανοιχτός για εκείνον. Το πετράδι έπρεπε να περάσει στα χέρια του, στα χέρια των Σάμχαϊν.
Με όλες αυτές τις σκέψεις, άνοιξε την πόρτα της έπαυλης, όπου βρήκε την Εμίλια να κοιμάται, έχοντας γείρει σε μία πολυθρόνα. “Πάντοτε θα έχουμε το Παρίσι” σκέφτηκε και η καρδιά του βούλιαξε. Τα σχέδια του, είχαν αλλάξει. Δεν επιθυμούσε να τη χρησιμοποιήσει πια για τους δικούς του σκοπούς. Είχε πάρει την απόφασή του λοιπόν, η οποία ήταν αμετάκλητη. Αργά την πλησίασε και έσκυψε από πάνω της. Το άρωμά της τον έκανε να χαμογελάσει, καθώς του θύμισε τη στιγμή που το πρόσωπό της είχε βυθιστεί στον λαιμό του, στο ποταμόπλοιο του Σηκουάνα, ενώ πάλευε να μάθει πώς να χορεύει. Με απαλές κινήσεις τη σήκωσε στην αγκαλιά του για να την μεταφέρει στο δωμάτιό της. Σύντομα όλα θα τελείωναν και θα επέστρεφαν στην αρχική τους κατάσταση.
Ωστόσο, αντί να την ακουμπήσει στο κρεβάτι της, ξάπλωσε ο ίδιος με την πλάτη του στον τοίχο και την Εμίλια να ζεσταίνει το στήθος του. “Τι έκανα;” σκέφτηκε και τότε την ένιωσε να αναδεύεται ελαφρώς, ενώ η δική του νευρικότητα ξεκίνησε να κάνει την εμφάνισή της. Η Εμίλια άνοιξε τα μάτια της και τα κάρφωσε κατευθείαν στα δικά του. Μπορούσε να τον διαβάζει, μπορούσε να διακρίνει τον φόβο μέσα του, ωστόσο για ακόμη μία φορά επέλεξε τη σιωπή. Τη σιωπή που ήταν τόσο οικεία στον άντρα απέναντί της. Άπλωσε το χέρι της διστακτικά, προκειμένου να χαϊδέψει το πρόσωπό του. Για λίγο σταμάτησε, ώστε να πάρει την σιωπηλή του άδεια για να συνεχίσει. Δεν ήθελε να τον ταράζει. Ήξερε πως ο Άινταν ήταν μία δυστυχισμένη ύπαρξη με πολλά μπερδεμένα συναισθήματα. Τα δάχτυλά της κινήθηκαν στα μαλλιά του και κατόπιν πιο χαμηλά, στο μάγουλό του και έφθασαν μέχρι τον λαιμό του, όταν διέκρινε μία ανεπαίσθητη κίνηση που της έδινε το σήμα να σταματήσει.
Ο Άινταν την κοιτούσε αρχικά ανέκφραστος, κατόπιν έγειρε μπροστά με στόχο τα χείλη της, ώστε μέσα στην απόλυτη ησυχία του χώρου, ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν τα φιλιά και η ανάσα τους η γρήγορη. Εκείνη πέρασε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του με προσοχή, φέρνοντάς τον πιο κοντά της, μην υπολογίζοντας για λίγο το αύριο, αφού είχε σημασία η στιγμή. Ωστόσο, ο Άινταν σπάζοντας το φιλί τους και απιθώνοντας ένα τελευταίο τρυφερό στη μύτη της της είπε:
«Ήρθε ο καιρός να σου χαρίσω την ελευθερία σου. Μπορεί να με εξόργισες την ημέρα που σε έπιασα να ψάχνεις τα πράγματά μου, ωστόσο δεν μπόρεσα να μη δω πως έχεις μία καλή καρδιά. Είχα πάντοτε φρέσκο φαγητό να με περιμένει και κάποιον να με συνοδεύσει στη βόλτα μου στην πόλη του Φωτός. Είχα κάποιον να μιλήσω και να βγάλω από μέσα μου, όλα εκείνα που τόσο χρόνια με έτρωγαν. Ίσως τελικά αυτά τα απλά πράγματα να ζητούσα από την ζωή μου, ωστόσο ο δρόμος μου είναι διαφορετικός» ξεκίνησε και η Εμίλια συνοφρυώθηκε.
«Μα, πώς θα μου χαρίσεις την ελευθερία μου; Με τις πληροφορίες;» τον ρώτησε, αλλά εκείνος δεν την κοίταζε στα μάτια.
«Όχι, Εμίλια. Δίχως αυτές» της απάντησε και εκείνη αναστατώθηκε περισσότερο.
«Δεν καταλαβαίνω» πρόφερε κάπως φοβισμένα.
«Από την πρώτη στιγμή που σε βρήκα να ψάχνεις, θα μπορούσα να λύσω εύκολα το πρόβλημά μου, με το να σου διαγράψω την μνήμη, κάτι που οι περισσότεροι μάγοι, δεν γνωρίζουν πώς να το κάνουν. Ο λόγος είναι γιατί χρειάζεται ένας ρούνος, εκείνος της συνοχής και των αναμνήσεων, πράγμα που κατατάσσει το συγκεκριμένο ξόρκι στα απαγορευμένα. Ωστόσο, εγώ δεν το έκανα, καθώς αρχικά θεώρησα, πως θα μπορούσα να εκβιάσω με τη ζωή σου τον Σιμεόν. Έπειτα, όταν συνειδητοποίησα πως είχες διαβάσει τα γράμματα της μητέρας μου, ένας κόμπος ξεκίνησε να ανεβαίνει και τη νύχτα που μου έσωσες τη ζωή, κατάλαβα πως είσαι ο μόνος άνθρωπος στον οποίο μπορώ να μιλήσω ανοιχτά για το ποιος είμαι. Δεν με έκρινες και δεν αηδίασες, όταν με είδες δίχως μαλλιά. Δεν με ρώτησες και δεν μπλέχτηκες στη ζωή μου και το εκτίμησα. Ήταν λυτρωτικό για εμένα, ωστόσο αυτή εξομολόγηση μας οδήγησε στο Παρίσι και το Παρίσι με οδήγησε στο να δω τον εαυτό μου, έστω και λίγο να κατεβαίνει στα ανθρώπινα επίπεδα. Να χορεύω, να κάνω βόλτα, να τρώω σε ένα ακριβό εστιατόριο και να καταλήγω να φιλώ την κοπέλα, για την οποία νιώθω πράγματα. Απόψε, Εμίλια, τα έζησα όλα. Γνωρίζεις μήπως, ποιος άφησε κάποτε ένα πανέμορφο αγοράκι στην πόρτα σου; Γνωρίζεις ποιος σου άφησε τον Σκορπιό;» τη ρώτησε και εκείνη απλώς γούρλωσε τα μάτια της.
«Εγώ, Εμίλια. Γιατί ήμουν ανίκανος να μεγαλώσω αυτό το μωρό και γιατί δεν ήθελα. Αυτό το μωρό μου είχε πάρει μακριά τη δική μου μητέρα και το μισούσα. Μισούσα την αθωότητα του, που εγώ δεν την είχα πια, αλλά δεν άντεξα να του κάνω κακό και έτσι το έφερα σε εσένα, για να ζήσει σαν παιδί και όχι σαν εμένα. Αυτό το παιδί ήταν ο ετεροθαλής αδερφός μου. Ο αδερφός που είχε μόλις μείνει ορφανός από μητέρα και ξέρεις γιατί; Γιατί την άφησα να πεθάνει. Ήταν ήδη άρρωστη και εγώ την κράτησα εδώ μέσα στο διπλανό δωμάτιο που δεν τολμώ να ανοίξω, δίχως να τη θυμηθώ. Εκείνη ούρλιαζε, αλλά εγώ δεν άκουγα. Μέχρι που πέθανε. Αυτός είμαι. Απόψε όμως, εσύ θα φύγεις από εδώ. Θα φύγεις με αναμνήσεις που θα σου δώσω εγώ, ώστε να μη γνωρίζεις τίποτε άλλο πέρα από το όνομά σου. Δεν θέλω να πάθεις κακό και εδώ κινδυνεύεις. Μόνο αν με ξεχάσεις, αν ξεχάσεις όλα αυτά, θα ζήσεις ελεύθερη» τελείωσε και εκείνη άρχισε απλώς να κλαίει.
«Αν μου αφαιρέσεις τις αναμνήσεις, θα είναι σαν να με σκοτώνεις» του είπε.
«Λυπάμαι, αλλά δεν έχω άλλη επιλογή. Θα σε μεταφέρω σε μία ήσυχη, μαγική πόλη, μία επαρχία και θα φροντίσω να έχεις δουλειά. Σου αξίζει μία καλή τύχη. Βάλε στο σακίδιό σου ό,τι επιθυμείς από ρούχα και στάσου στην πόρτα» της είπε κοφτά και αποχώρησε.
Τότε, η Εμίλια άφησε τον εαυτό της ελεύθερο να κλάψει και να ουρλιάξει. Για όσα είχε ζήσει, για όσα σήμαινε αυτός ο άντρας, για αυτά που είχε κάνει. Απόψε θα πέθαινε η Εμίλια, ο εαυτός της. Ποιος ξέρει τι ζωή θα έκανε; Ποια θα ήταν; Λυγμοί συντάραξαν το κορμί της, καθώς μάζευε τα ρούχα της, έχοντας ξεχάσει την ζωγραφιά του καλλιτέχνη της Μονμάρτης, στην μπροστινή θήκη της τσάντας που θα έπαιρνε μαζί της. Με βήμα αργό ανέβηκε τα σκαλιά. Το βλέμμα της ήταν θολό από τα δάκρυα, μα το ίδιο και του Άινταν.
«Oblivium» ήταν η μόνη λέξη που ήχησε.


Ιφιγένεια Μπακογιάννη