Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

25.9.19

Το αηδόνι του αυτοκράτορα (Κεφάλαιο 4) - "Φλόγες επανάστασης" (Μέρος 1)

Η νύχτα δεν καθυστέρησε καθόλου να φτάσει. Στο παλάτι επικρατούσε ένας ευχάριστος πανικός και όλοι έτρεχαν πάνω κάτω, για να μη λείψει τίποτα κατά τη διάρκεια της παρέλασης και της ομιλίας του Αυτοκράτορα. Τα μαγειρεία δούλευαν αδιάκοπα, οι υπηρέτες φρόντιζαν τη διακόσμηση του εσωτερικού κτιρίου μα και του κήπου, ενώ οι φρουρές στα τείχη και στην κεντρική Πύλη είχαν δεκαπλασιασθεί για την καλύτερη ασφάλεια. Η μουσική και οι χοροί είχαν ξεκινήσει από νωρίς και τα φανάρια έλαμπαν σαν άστρα σε όλη την Πόλη. Σύντομα, ολόκληρος ο λαός θα έπεφτε στα γόνατα να προσκυνήσει τον άρχοντά του.
            Το Αηδόνι κατάφερε να ρίξει μια κλεφτή ματιά στο ανοιχτό παράθυρο όσο οι κοπέλες τον ετοίμαζαν. Το ανάλαφρο αεράκι που δρόσιζε το δωμάτιο κατάφερε να διώξει από πάνω του το άγχος. Αναστέναξε αναζωογονημένος. Το πρόσωπό του είχε χαλαρώσει αρκετά, όπως και το υπόλοιπο κορμί του. Είχε συνηθίσει τα απαλά αγγίγματα των κορασίδων, ακόμα και τις αδιάκριτες ματιές τους όταν τον έντυναν. Πλέον είχε μάθει και τα ονόματά τους: η πιο μεγάλη σε ηλικία, και η πιο συγκρατημένη, ονομαζόταν Γινκ Γουε, η αμέσως μικρότερη της, με διαφορά μονάχα ένα χρόνο, ήταν η Γουαν Σιου. Έπειτα, ακολουθούσαν οι δίδυμες Μο και Τσου που λάτρευαν να περιγελούν και να κουτσομπολεύουν τους πάντες μέσα στο παλάτι: από τον ευνούχο που συνέχεια προσπαθούσε να τις βάλει σε μια τάξη, έως και τους διοικητές των φρουρών. Φυσικά για τους τελευταίους, τα πειράγματά έτειναν σε εκείνα τα παιχνιδιάρικα και ερωτικά, πάρα στα προσβλητικά. Σειρά είχε η Ρου Σι και τέλος η μικρότερη από όλες, Νιάν. Το Αηδόνι είχε πιάσει τον εαυτό του πολλές φορές να αναρωτιέται ποια θα μπορούσε να ήταν η τύχη ενός δεκατριάχρονου κοριτσιού σε ένα τέτοιο μέρος. Ήταν γνωστό πως τα περισσότερα κορίτσια στη δούλεψη του Αυτοκράτορα διατηρούσαν συχνά σχέσεις με τους άρχοντες και τους φρουρούς που υπηρετούσαν στο παλάτι. Οι συνευρέσεις τους ήταν για λόγους διασκέδασης και μερικές φορές για να φέρουν στον κόσμο απογόνους. Πώς μπορούσε λοιπόν έναν παιδί να επιβιώσει σε ένα τέτοιο - γρήγορα η σκέψη του διακόπηκε, όταν τον σκούντησε ελαφρά η Μο, κλείνοντας με νόημα το μάτι της.


            «Μπορείς να απολαύσεις το έργο μας, αν θες» ανακοίνωσε και τα μάτια του στράφηκαν προς τον καθρέπτη. Το πρόσωπό του φώτισε καθώς έναν μεγάλο χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του. Ανασηκώθηκε και πλησίασε τον καθρέπτη. Τα δάχτυλά του ακούμπησαν το πορσελάνινό του δέρμα και παρατήρησε προσεκτικά την κομψότητα του βαψίματος που του είχαν κάνει οι κοπέλες. Το περίγραμμα των ματιών του είχε αποκτήσει μια πιο σκούρα απόχρωση λόγω της μαύρης μπογιάς, μα αναδείκνυε τα μάτια του δίχως να τα κρύβει. Έλαμπαν και δεν ήταν θαμπά από κούραση. Το χαμόγελο του πλάτυνε όλο και περισσότερο. Ύστερα, οι μελιές του ίριδες μετακινήθηκαν χαμηλά, στο ύψος των χειλιών του. Εκεί, το χρώμα ήταν ένα απαλό κόκκινο, καθόλου έντονο, μα ούτε απαρατήρητο. Θύμιζε τα άνθη των αμυγδαλιών τις πρώιμες μέρες της άνοιξης. Η καρδιά του φτερούγισε. Η τελευταία πινελιά ήταν το λευκό της επιδερμίδας του. Δε συγκρινόταν με το παραδοσιακό, γυναικείο βάψιμο, αλλά η γοητεία και η ομορφιά που του προσέδιδε ήταν ακαταμάχητη. Ίσιωσε την πλάτη του και έκανε μισή στροφή, στρώνοντας το επίσημό του ένδυμα . Εκείνη τη βραδιά θα φορούσε τα ρούχα που του είχε φέρει ο Αυτοκράτορας, με τα οποία είχε παρουσιαστεί την ημέρα που μοιράστηκαν μαζί πρωινό˙ την ίδια εκείνη μέρα, που ο άρχοντας ολόκληρης της Ηπείρου τον κάλεσε να σταθεί πλάι του σε μια τόσο σημαντική βραδιά. Πήρε μια βαθιά ανάσα και καθησύχασε τον εαυτό του. Επέστρεψε στο κάθισμα και οι κοπέλες ξεκίνησαν να περιποιούνται τα μεταξένια μαλλιά του.
            Αφού τα ράντισαν με αρωματισμένο νερό και τα χτένισαν προσεκτικά, τα σήκωσαν όλα προς τα πάνω δένοντάς τα στην κορυφή του κεφαλιού του και στερεώνοντάς τα με δυο τσιμπίδες στα πλάγια: όμορφες σαν έργα τέχνης, μα κοφτερές σαν λεπίδες. Το παλικάρι τινάχτηκε ελάχιστα όταν αισθάνθηκε ένα ελαφρύ τσούξιμο στο κεφάλι του, το οποίο διαδέχτηκε ένα εντονότερο. Γύρισε να κοιτάξει τη Μο, μα εκείνη απλώς κρυφογέλασε και ίσιωσε το κεφάλι του με το χέρι της.
            «Θα μάθεις να συνηθίζεις τον πόνο με τον καιρό, όπως εμείς» τα χείλη της σχημάτισαν ένα ειρωνικό και κακόβουλο χαμόγελο, «διαφορετικά, δε θα μπορέσεις να επιβιώσεις εδώ μέσα» του εξήγησε η Γινκ, μόνο που τα λόγια της έκρυβαν φθόνο παρά παρηγοριά. Τα μάτια του χαμήλωσαν και έπειτα έκλεισαν σφιχτά στα απανωτά τραβήγματα. Τα λεπτά που πέρασαν του φάνηκαν ώρες ατελείωτες, μα όταν οι κοπέλες απομακρύνθηκαν από κοντά του, κύμα ανακούφισης γέμισε την ψυχή του. Σηκώθηκε όρθιος και γύρισε προς τις κοπέλες για να τις ευχαριστήσει. Εκείνες ανταπέδωσαν με παρόμοιο τρόπο και γρήγορα βγήκαν από το δωμάτιο επιτρέποντας στον Λιανκ, τον ευνούχο, να εισέλθει.
            «Υπέροχος!» αναφώνησε χτυπώντας την κλειστή του βεντάλια στην παλάμη του και πλησιάζοντας αρκετά κοντά στο Αηδόνι. Χαμήλωσε το σώμα του σε μια βαθιά υπόκλιση και όταν ίσιωσε, περιεργάστηκε τα πάντα: από τα ρούχα του έως το βάψιμο και το χτένισμα των μαλλιών του. Πλησιάζοντάς τον, κατάφερε να τινάξει με τα χέρια του κάποιες ατέλειες του ρούχου του μα και να στρώσει κάποιες ατίθασες τούφες από τα μαλλιά. Τις περισσότερες φορές έβριζε την ανικανότητα των κοριτσιών χαμηλόφωνα, μα εκείνη τη φορά παρέμεινε σιωπηλός. Το Αηδόνι είχε αρχίσει να τον συμπαθεί αρκετά. Αν και συνέχιζε να του προκαλεί κάποια αλλόκοτη αναστάτωση όποτε βρισκόταν δίπλα του, πίστευε πως είχε καλές προθέσεις.
            «Ο μεγαλειότατος θα θαμπωθεί από την ομορφιά σας» αναφώνησε όλο ενθουσιασμό.
            «Πολύ σωστά, ευνούχε» οι δύο άνδρες γύρισαν τα βλέμματα τους όλο έκπληξη προς την πόρτα, για να αντικρίσουν τον Αυτοκράτορα Τζιάο μαζί με την προσωπική του φρουρά. Η μορφή του άρχοντα φάνταζε πιο θεϊκή από κάθε άλλη φορά και το Αηδόνι έπιασε τον εαυτό του να τον κοιτάζει σαν υπνωτισμένος. Γρήγορα όμως, επανέφερε τον εαυτό του και ρίχτηκε στο δάπεδο, προσκυνώντας τον Αυτοκράτορα. Μα η εικόνα του έμεινε βαθιά χαραγμένη στο μυαλό του. Η επίσημη φορεσιά του αποτελούταν από ένα μαύρο κλειστό πανωφόρι με χρυσές κεντητές λεπτομέρειες να επεκτείνονται κατά μήκος ολόκληρης της ρόμπας, η οποία έδενε με ζώνη κατασκευασμένη εξ’ ολοκλήρου από ατόφιο χρυσάφι. Στα πόδια του φορούσε τις παραδοσιακές μπότες επικαλυμμένες με μαύρο μεταξωτό ύφασμα. Τα μαλλιά του, όπως κάθε άλλη φορά, ήταν σχηματισμένα σε μια σφαίρα στην κορυφή και σκεπασμένα από ένα μαύρο κλιπάκι που τα καπέλωνε σχεδόν, ενώ τα διατηρούσε στη θέση τους μια οριζόντια τσιμπίδα κατασκευασμένη από νεφρίτη και διακοσμημένη με πολύτιμους λίθους.
            Ο Τζιάο σήκωσε το χέρι του και διέταξε όλους να βγουν από το δωμάτιο. Ο ευνούχος, με χαμηλωμένο βλέμμα και υψωμένα τα ενωμένα χέρια του, πισωπάτησε προς την έξοδο, ψιθυρίζοντας λόγια λατρείας προς τον άρχοντά του. Οι φρουροί υποκλίθηκαν και έφυγαν, κλείνοντας την πόρτα πίσω τους. Το Αηδόνι παρέμεινε πεσμένο στο πάτωμα, μην τολμώντας να σηκώσει το βλέμμα του. Θεώρησε μεγάλη προσβολή να κοιτάξει κατάματα τον άρχοντα, ακόμα κι αν η καρδιά του χτυπούσε σαν δυνατό τύμπανο στα αυτιά του, και όχι από φόβο αλλά από λαχτάρα.
            «Μπορείς να σηκωθείς» του είπε χαμηλόφωνα και εκείνος υπάκουσε σαν μικρό παιδί. «Δεν είναι ανάγκη να τρέμεις τόσο μπροστά μου» άφησε ένα γελάκι να του ξεφύγει και έβαλε τα χέρια του πίσω από την πλάτη του, διερευνώντας το δωμάτιο προσεκτικά. Το Αηδόνι δεν έχασε την ευκαιρία να προσέξει λίγο καλύτερα από κάθε άλλη φορά τον Τζιάο. Το ψηλό ανάστημα, τα άγρια και αυστηρά χαρακτηριστικά, καθώς και η θέση που κατείχε σε αυτό τον κόσμο τον παρουσίαζαν ως άγριο και τρομερό˙ ανελέητο και άδικο προς την κυβέρνηση της Ηπείρου. Μα, ο άντρας που βρισκόταν μαζί του μέσα σε αυτό το δωμάτιο,  μακριά από τους τύπους και τους χιλιάδες υπηρέτες του, έμοιαζε πιο θνητός από ποτέ.
«Πράγματι, έκανα σωστή επιλογή με το δωμάτιο αυτό» μουρμούρισε κουνώντας το κεφάλι του. Ίσως λίγο αλαζόνας, σκέφτηκε ο νεαρός και χασκογέλασε άθελά του. Ο αυτοκράτορας ευθύς έφερε το βλέμμα του στο Αηδόνι, το οποίο με τη σειρά του απέστρεψε το δικό του, κοκκινίζοντας ελαφρά. Ο Τζιάο ίσιωσε το κορμί του, έστρωσε τη ρόμπα του και στάθηκε προς το παράθυρο.
«Ένας Αυτοκράτορας πρέπει να κρατάει τον λαό σε απόσταση και να χρησιμοποιεί τον φόβο ως όπλο, μα και ως αρετή» το αγόρι τον κοίταξε μπερδεμένο. «Αυτά ήταν τα λόγια της μάνας μου, όποτε έφερνα αντίρρηση για τον τρόπο με τον οποίο διοικούσε. Ήταν ατίθαση και άγρια σαν τη θάλασσα, και δεν έδειχνε έλεος σε κανέναν. Οι εχθροί της την έτρεμαν και προτιμούσαν να τρέχουν σαν σκυλιά, παρά να ορθώσουν το ανάστημά τους και να την αντιμετωπίσουν. Για σαράντα έξι χρόνια υπήρχε ευημερία… μα και δυστυχία, κάτι που αγνοούσε να παραδεχτεί η ίδια» παραμέρισε τις κουρτίνες, απολαμβάνοντας τον δροσερό άνεμο που εισέβαλε μέσα και γύρισε προς το Αηδόνι.
«Εγώ όμως το βλέπω… στα μάτια των ανθρώπων εκεί έξω… Υποφέρουν» το βλέμμα του σκοτείνιασε και ο ίδιος έγειρε την πλάτη του στον τοίχο, σκεπτόμενος. Το παλικάρι ήθελε να τον πλησιάσει περισσότερο. Αισθανόταν μεγάλη τιμή που ο άρχοντας του εκμυστηρευόταν κάτι τόσο προσωπικό όσο οι ανησυχίες του, μα γρήγορα έβγαλε από το μυαλό του τούτη τη σκέψη.
«Καταφθάνει η μεγάλη στιγμή» λόγια βεβιασμένα, με μια γερή δόση θλίψης. Τα βήματά του τον έφεραν πιο κοντά στο παλικάρι. Τα χέρια του υψώθηκαν για να χαϊδέψουν το τέλειο πρόσωπό του.
«Δε χρειάζεται να κρύβεσαι πίσω από τέτοια βαψίματα. Αυτά είναι για τις γυναίκες. Δεν τα χρειάζεσαι εσύ» ο αντίχειράς του έτριψε το μάγουλο, σκουπίζοντας λίγη από τη λευκή πούδρα. Το Αηδόνι έμεινε έκπληκτο από την οικειότητα που του έδειχνε ο άρχοντας, μα τα λόγια του τον κολάκευσαν αρκετά, ώστε να συναντηθούν οι ματιές τους. Πώς μπορούσε λοιπόν αυτός ο άνθρωπος να είναι ο Διάβολος που τόσο καιρό του έλεγε ο Γυ; Η υπόκλιση του ήταν βαθιά, και ο Αυτοκράτορας γέλασε εύθυμα μέχρι τη στιγμή που ένας οξύς ήχος έφτασε στα αυτιά του.
Με την άκρη του ματιού του, ο Τζιάο διέκρινε από που προερχόταν εκείνο το σφύριγμα και δεν καθυστέρησε να αντιδράσει. Μονομιάς, έσκυψε πάνω από το Αηδόνι και το βέλος που εκτινάχθηκε από το παράθυρο, καρφώθηκε στη λευκή πόρτα του δωματίου, ελευθερώνοντας πεινασμένες φλόγες. Το αγόρι έσυρε το σώμα του προς τα πίσω τρομοκρατημένο, ενώ ο Τζιάο έτρεξε προς την πόρτα, άρπαξε με τα γυμνά του χέρια το βέλος και το έριξε στο πάτωμα, σβήνοντας τις φλόγες που ανέβλυζαν με το υπόδημά του. Η πόρτα άνοιξε διάπλατα και ο Φενκ εισέβαλε μέσα, κραδαίνοντας το ξίφος του. 
«Μεγαλειότατε! Δεχόμαστε επίθεση!» ο Τζιάο μόρφασε οργισμένος και η ματιά του έπεσε στο Αηδόνι που βρισκόταν παγωμένο από τον φόβο. Δεν του ταίριαζε τούτη η έκφραση.
«Πρέπει να σας πάρουμε από εδώ!» συνέχισε ο άνδρας πλησιάζοντας τον Αυτοκράτορα, ο οποίος αποτραβήχτηκε.
            «Όχι! Σε καθιστώ υπεύθυνο για την ασφάλειά του!»
            «Μεγαλειότατε! Με όλο το θάρρος, εάν πάθετε κάτι-»
            «Με θεωρείς ανίκανο να προστατευτώ, Φενκ;» γρύλισε ο Τζιάο απειλητικά.
            Ο Φενκ ήταν έτοιμος να πιέσει τον άρχοντά του και να φέρει αντίρρηση στην παράλογη διαταγή του, μα υποκλίθηκε και άρπαξε το αγόρι από το χέρι σηκώνοντάς τον απότομα. «Άκουσες τον μεγαλειότατο, πρέπει να φύγουμε!» Το νεαρό αγόρι δεν προέβαλε αντίσταση. Κρατήθηκε γερά από τον καρπό του πολεμιστή και τον ακολούθησε, όπως τον είχε προστάξει.
            Κραυγές τρόμου και μάχης έσπερναν πανικό. Μεταλλικοί ήχοι από τα όπλα που συγκρούονταν μεταξύ τους είχαν γεμίσει το παλάτι, ενώ η μυρωδιά καμένου επικρατούσε στους περισσότερους ορόφους. Ο καπνός ήταν πηχτός και γκρίζος, τόσος που σε αρκετούς ορόφους του κτιρίου ήταν αδύνατον κάποιος να δει, μα και να αναπνεύσει. Οι υπηρέτες έτρεχαν έντρομοι να βρουν καταφύγιο, ενώ οι φρουροί έτρεχαν σε κάθε σπιθαμή του κτιρίου, για να αντιμετωπίσουν τους εισβολείς. Δεν μπορούσε να υπάρχει λογική εξήγηση για την απρόσμενη αυτή επίθεση. Είχαν εισέλθει από τα τείχη και κανείς δεν τους είχε εντοπίσει. Σαν φαντάσματα κινήθηκαν και σκόρπισαν την καταστροφή. Προσπέρασαν τις περιπολίες, χωρίς να κινήσουν την παραμικρή υποψία.
            Ο Τζιάο έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε προς τον τρίτο όροφο όπου και βρισκόταν η πύλη που οδηγούσε στους στρατώνες. Σίγουρα οι στρατιώτες θα είχαν λάβει τα μέτρα τους, μα ήθελε να ήταν σίγουρος πως οι άντρες του θα ακολουθούσαν ρητά τις εντολές του και δε θα δείλιαζαν μπροστά στον εχθρό. Είχε εκπαιδευτεί σκληρά στην τέχνη του πολέμου και μπορούσε εύκολα να σταθεί αντάξια στη θέση ενός ικανότατου στρατηγού και ηγέτη, ακόμα και κατά τη διάρκεια μιας τόσο απρόσμενης πολιορκίας. Βρισκόταν σε απόλυτη ετοιμότητα και την καρδιά του δεν την κατέκλυζε πανικός ή φόβος. Στο τέλος, θα γινόταν το θέλημά του και θα έβγαινε νικητής. Ήταν η στιγμή που ο βάρβαρος λαός του Βορρά θα αναγνώριζε τη δύναμή του και θα υποκλινόταν σε αυτή.
             Μια κίνηση μονάχα χρειάστηκε και η μεταλλική ζώνη της ρόμπας του ελευθέρωσε το βαρύ ρούχο που τον εμπόδιζε στις κινήσεις, ενώ κάθε άκρη της τυλίχτηκε γύρω από τις παλάμες των χεριών του, καθιστώντας το φονικό όπλο προς κάθε πιθανό κίνδυνο. Στον δρόμο του, συνάντησε αρκετούς ξένους με μαύρες φορεσιές και μάσκες στα πρόσωπά τους, που απεικόνιζαν κολασμένους δαίμονες με κέρατα και κοφτερά δόντια να κοσμούν τα στόματά τους. Έτρεξαν προς το μέρος του με τις φεγγαρωτές λεπίδες των κονταριών τους να τον στοχεύουν. Ο Τζιάο ελευθέρωσε τη μία άκρη του όπλου του και με δύναμη μαστίγωσε το χέρι του ενός. Το κοντάρι έπεσε με κρότο, ενώ ο εισβολέας ούρλιαξε από πόνο, χάνοντας την αυτοσυγκέντρωσή του. Το δεύτερο χτύπημα ήταν πιο γρήγορο και βίαιο. Στόχευσε και ευθύς πέτυχε το μάγουλό του, ραγίζοντας το προσωπείο. Έπειτα χτύπησε τον κρόταφό του, ρίχνοντας τον αντίπαλο κάτω αιμόφυρτο. Ο δεύτερος επιτέθηκε με οργή, μα η κατάληξη του ήταν παρόμοια και ίσως χειρότερη. Το ζωνάρι βάφτηκε με αίμα από τα απανωτά χτυπήματα στο κεφάλι του πολεμιστή. 
            Συνέχισε να τρέχει με το αίμα των αντιπάλων του να έχει λερώσει τα ρούχα του και μια ακόρεστη δίψα για δικαιοσύνη να του τρώει την καρδιά. Θα τους τιμωρούσε. Σαν υιός των Ουρανών και των Θεών, θα έσπερνε τον θάνατο των εχθρών του και ολόκληρη η Ήπειρος θα μάθαινε να τον σέβεται και να τον φοβάται.         
            «Προστατέψτε τον Αυτοκράτορα!» ούρλιαξε μια φωνή από πίσω του, και ο Τζιάο έντρομος γύρισε να κοιτάξει την πηγή της. Ένας φρουρός τον παραμέρισε απότομα, ενώ το ξίφος του χαστούκισε στο πάτωμα μια ξύλινη ράβδο η οποία προοριζόταν για τον Υιό των Ουρανών. Το μέταλλο ταλαντεύτηκε πολλές φορές και σχεδόν λύγισε, έμοιαζε πως θα έσπαγε σε κομμάτια, μα γρήγορα ο άνδρας επέστρεψε σε θέση μάχης.
«Οι εισβολείς κατευθύνονται προς τα μπουντρούμια» ενημέρωσε τον άρχοντά του. «Έχουν κατακλύσει το παλάτι… σαν σιχαμερά ζωύφια» γρύλισε και όρμησε προς τον διώκτη του. Με ένα ελαφρύ πήδημα προς τα πίσω, ο Τζιάο παρακολούθησε τη σκηνή που εξελισσόταν μπροστά του. Δεν είχε σκοπό να βοηθήσει. Ήταν χρέος των ανδρών του να τον προστατέψουν με κάθε κόστος. Εάν ήταν γραφτό να πεθάνουν, θα έβρισκαν γαλήνη. Ο νεαρός πολεμιστής ήταν αντιμέτωπος με έναν άγνωστο άντρα, πολύ μεγαλύτερό σε μέγεθος και δύναμη. Διέφερε αρκετά από τους υπόλοιπους που είχε συναντήσει. Τα ρούχα του δεν ήταν βαμμένα στο χρώμα του σκότους. Είχαν φθαρθεί από τις κακουχίες και τις μάχες, ενώ το ύφασμα της πουκαμίσας του ήταν σχισμένο ολοσχερώς. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε από τις απότομες αναπνοές του και ιδρώτας γυάλιζε στο χλωμό, κιτρινωπό δέρμα του. Τα χαρακτηριστικά του ήταν άγρια και ούρλιαζαν την οργή που κουβαλούσαν.
            «Τζιάο! Καταραμένος εσύ και η οικογένεια σου!» βλασφήμησε ο εισβολέας και χύμηξε στον φρουρό, βγάζοντας από το θηκάρι τη μακριά αγκυλωτή λεπίδα. Το ατσάλι τρύπησε τη στομαχική κοιλότητα μέσα από την πανοπλία του φρουρού, ο οποίος έσκουξε από τον οξύ πόνο. Η επόμενη κίνηση συνέβη μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτων, καθιστώντας αδύνατη την οποιαδήποτε αντίδραση τόσο από τη μεριά του φρουρού, όσο και από του Τζιάο. Το κοφτερό ατσάλι έσκισε τον αέρα και μαζί έγδαρε την καρωτίδα του φρουρού. Σύντομα, το σώμα του συγκρούστηκε με το δάπεδο˙ νεκρό και παγωμένο. Ο άνδρας κατευθύνθηκε προς το πτώμα και, αφού το κλώτσησε δυο φορές για να βεβαιωθεί πως δεν είχε μείνει στάλα ζωής μέσα του, το έφτυσε με μίσος.
«Ψόφα…» η ματιά του επαναστάτη έπεσε στον ηγεμόνα.


Χριστίνα Ξενάκη