Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

4.9.19

Τιμωρημένος και από τους δυο κόσμους (Κεφάλαιο 6) - "ΝΕΦΕΛΙΜ"

Βρέθηκε μόνη της έξω από ένα μεγάλο κτίριο με πολλές αφίσες και κόσμο. Ανέβηκε τα σκαλιά, φτάνοντας στον πρώτο όροφο. Η πόρτα ήταν κλειστή, το μόνο που είδε από την τζαμαρία της πόρτας ήταν αγόρια νεαρής ηλικίας να είναι συγκεντρωμένα μπροστά από μία οθόνη. Ανέβηκε στο δεύτερο όροφο, όπου και παρέμεινε. Η πόρτα άνοιγε συνεχώς, με κόσμο να εισχωρεί και να αποχωρεί διαρκώς.
      Μπήκε λοιπόν για να μάθει λεπτομερώς την αιτιολογία της κοσμοσυρροής. Εντυπωσιασμένη κοιτούσε τριγύρω, αντικρίζοντας ένα μεγάλο στολισμένο δέντρο, έναν διάδρομο με μεγάλες φωτεινές αφίσες, που κατέληγε στο κυλικείο. Στα δεξιά είχε τη ρεσεψιόν, από όπου αγόραζες τα εισιτήρια και ύστερα πήγαινες στη μία από τις δύο αίθουσες, όπου προβαλλόταν η ταινία της επιλογής σου. Βρισκόταν στο όροφο του κινηματογράφου. Στον επάνω όροφο, που δεν ανέβηκε ποτέ της, ήταν ο όροφος του μπόουλινγκ κυρίως, αλλά μπορούσες να πιείς καφέ, να παίξεις μπιλιάρδο και διάφορα άλλα επιτραπέζια παιχνίδια.
      Ταυτοχρόνως, ο Φτερωτός και ο Σκελετός είχαν τρελαθεί από την αγωνία τους, γυρεύοντας τη μικρή Φρειδερίκη στον πεζόδρομο της πόλης.
      «Μα πού μπορεί να πήγε, μια σταλιά κοριτσάκι» αναρωτήθηκε ο Σκελετός.
      «Δεν μπορούμε να ρωτήσουμε και έναν άνθρωπο, να μας πει μήπως την έχει δει κάπου» είπε ο Φτερωτός.
      «Ε, το έχεις καταλάβει ότι όσοι περνάνε, σε κοιτάζουν περίεργα;» τον ρώτησε ο Σκελετός.
      «Όχι. Τι εννοείς;» τον ρώτησε ο Φτερωτός.
«Μιλάς μόνος σου». Του διευκρίνισε ο Σκελετός.
«Όχι, μιλάω μαζί σου».
«Ναι. Για αυτούς μιλάς μόνος σου».
      Ο Φτερωτός τον κοίταξε για λίγο σιωπηλός, έπειτα έστρεψε το κεφάλι του μπροστά και δεν μίλησε άλλο, έχοντας καταλάβει πλήρως ότι ήταν μόνος του.

      «Κοριτσάκι;»
      Ακούστηκε μία γυναικεία φωνή να φωνάζει.
      Η Φρειδερίκη περιπλανιόταν στο χώρο, έχοντας καταλήξει έξω από την είσοδο μία αίθουσας, που σε λίγη ώρα θα έπαιζε μία ταινία περιπέτειας. Όμως αποσυντονίστηκε τρομάζοντας, εξαιτίας ενός χεριού που τη τράβηξε προς τα πίσω.
          «Σε τρόμαξα;»
          Ήταν μία όχι πολύ μεγάλη σε ηλικία γυναίκα. Η Φρειδερίκη την κοιτούσε, λυγίζοντας τον αυχένα της τέρμα πίσω. Η γυναίκα της χαμογέλασε γλυκά, γονατίζοντας μπροστά της.
          «Εσύ με τράβηξες;». Τη ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Ναι». Της απάντησε με γλυκύτητα, η γυναίκα. «Σε πόνεσα;»
«Όχι. Απλά τρόμαξα λίγο».
«Τι κάνεις εδώ;» τη ρώτησε η γυναίκα. «Μόνη σου έχεις έρθει;»
«Όχι. Με τους φίλους μου».
«Και πού είναι οι φίλοι σου;» Την ρώτησε ευγενικά η γυναίκα, χαϊδεύοντας το ένα της χέρι.
          Η Φρειδερίκη ανασήκωσε ανήξερη τους ώμους της.
«Δεν βρίσκονται εδώ;»
          Η Φρειδερίκη αντέδρασε κατά τον ίδιο τρόπο.
«Ξέρεις κάποιο τηλέφωνο τους, να τους πάρουμε τηλέφωνο;».
«Όχι». Απάντησε.
«Πώς ήρθες εδώ;» Το βλέμμα της γυναίκας, είχε γίνει πολύ επιτακτικό. Δεν επρόκειτο να την άφηνε, εάν πρώτα δεν έβρισκε τους γονείς της ή τέλος πάντων κάποιον συγγενή της. Η Φρειδερίκη το καταλάβαινε αυτό, νιώθοντας τρομερά παγιδευμένη, τα πόδια της ξεκίνησαν να τρέμουν. Πρώτη φορά αισθανόταν τρόμο, για κάτι τόσο μηδαμινό. Πρώτη φορά αισθανόταν τρομαγμένη, γενικώς. Φόβο αισθάνθηκε πρώτη φορά για χάρη του πατέρα της, όταν είδε το βασανιστήριο που του έκανε ο Λάουντ για να τον πείσει να τον ακολουθήσει.
          «Θέλεις να σου δώσω κάτι να φας;» τη ρώτησε η γυναίκα, βλέποντας την να είναι ανήσυχη.
«Όχι, δε πεινάω». Της απάντησε η Φρειδερίκη κοφτά.
          Ακούστηκε ένα λαχάνιασμα. «Πανάθεμα σε!» είπε λαχανιασμένος πλησιάζοντας προς το μέρος τους. «Όλο τον τόπο…» Διέκοψε για να ανασάνει και να καταπιεί το σάλιο του. «Για να σε βρω». Ανάσαινε και ξεφυσούσε για να συνέλθει. «Και αυτές οι σκάλες με πέθαναν».
          «Στον δεύτερο όροφο είστε». Του απάντησε η γυναίκα.
«Ήταν λες και ανέβαινα ουρανοξύστη» της απάντησε εκείνος, με στόμφο. «Ξέρεις πόσες ώρες περπατάω, για να βρω αυτή τη πιθαμή;»
          «Άμα κάνετε παιδιά από τύχη», ανταποκρίθηκε η γυναίκα. «Αυτά συμβαίνουν».
          «Δες σας καταλαβαίνω» αντέδρασε ο Φτερωτός.
«Άμα ήσασταν πιο προσεκτικός πατέρας, δεν θα χάνατε το παιδί σας» του εξήγησε έντονα η γυναίκα.
«Γιατί εγώ τη γέννησα;».
«Αλλά ποιος;»
«Η μανά της».
«Α και εσείς απλώς την αναγνωρίσατε. Κατάλαβα», τον κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο υποτίμηση.
          «Όχι, δε καταλάβατε», μίλησε ο Φτερωτός, αλλά πριν συνεχίσει τον λόγο του, η Φρειδερίκη τράβηξε την άκρη του παντελονιού του τραβώντας του τη προσοχή.
«Θέλω να φύγουμε», του μουρμούρισε, γκρινιάζοντας. «Αφού τα είπαμε…»
Ο Φτερωτός άλλαξε το ύφος του, πιάνοντας από το χέρι τη μικρή Φρειδερίκη. «Μπορώ να πάρω τη κόρη μου και να φύγω. Καλή συνέχεια». Αποχαιρέτησε τη γυναίκα, με χαμόγελο.

          Βγαίνοντας έξω από το κτίριο, η Φρειδερίκη μαζεύτηκε πίσω από τον Φτερωτό, ζητώντας προστασία από τις φωνές του Σκελετού.
          «Έλα εντάξει τη βρήκαμε», τον διέκοψε κάποια στιγμή ο Φτερωτός. «Συνεχίζουμε τώρα».
          «Δεν μας φτάνουν όλα τα άλλα, πρέπει να προσέχουμε και το μωρό», συνέχισε να φωνάζει ο Σκελετός.
          «Δεν ξέρω… δεν κατάλαβα το πώς βρέθηκα έξω από αυτό το κτίριο». Προσπάθησε να δικαιολογηθεί η Φρειδερίκη.
          «Μην μιλήσεις άλλο», τον πρόλαβε ο Φτερωτός, πριν εκείνος προλάβει να μιλήσει. «Συνεχίζουμε;» τον ρώτησε ήρεμα.
«Συνεχίζουμε», απάντησε ο Σκελετός κάπως πιο ήρεμα, διορθώνοντας τις κλειδώσεις του ενός ώμου του. Τα κόκαλα του έτριζαν από την υγρασία, δυσκολεύοντας κάποιες κινήσεις του.
          Ο Φτερωτός, κοιτάζοντας και τους δύο, έκανε την ερώτηση του. «Πού είπαμε ότι πάμε;»
          «Ωχ παναγία μου!» βαριαναστέναξε η Φρειδερίκη.
«Ε με αυτά που έγιναν, ξεχάστηκα», απάντησε εκείνος.
          «Ψάχνουμε να βρούμε τον Νάνο», απάντησε ο Σκελετός.
          «Νομίζω ότι πρέπει να περάσουμε απέναντι». Δήλωσε ο Σκελετός κοιτάζοντας μία δεξιά μία αριστερά στο δρόμο. «Κάπου στα αριστερά θα βρίσκεται το μαγαζί που συχνάζει, αν θυμάμαι καλά», είπε, αφού είχαν περάσει το δρόμο απέναντι και περπατούσαν στον πεζόδρομο.
          «Όλα είναι πολύ όμορφα», σχολίασε η Φρειδερίκη, παρατηρώντας τα στολισμένα καταστήματα. Κρατούσε τον Φτερωτό από το χέρι, για να μη φύγει ξανά και την ψάχνουν. «Γιατί είναι όλα τόσο λαμπερά;» Ρώτησε τον Φτερωτό.
          «Δεν έχω ιδέα». Της απάντησε εκείνος.
          «Γιορτάζουν τη γέννηση ενός θεού τους». Τους απάντησε ξερά ο Σκελετός, ενώ έψαχνε να βρει το μαγαζί που σύχναζε ο νάνος για να τον βρουν επιτέλους. «Αυτό πρέπει να είναι».
          Στάθηκαν και οι τρεις τους έξω από ένα μικρό φαινομενικά, ξύλινο μαγαζί. Η πόρτα άνοιγε μεταφέροντας, προς τα έξω τους ηχητικούς ρυθμούς της μουσικής.
          «Το ξέρω αυτό το συγκρότημα», δήλωσε ο Φτερωτός, κοιτάζοντας τη μικρή Φρειδερίκη.
Dead inside!”
          «Λέγονται Muse, αν δεν κάνω λάθος», συνέχισε, βαδίζοντας πίσω από τον Σκελετό, που είχε ανοίξει ήδη τη πόρτα του μικρού μπαρ.

“Your lips feel warm to the touch
You can bring me back to life
On the outside you’re ablaze and alive
But youre dead inside!”

          Η Φρειδερίκη και ο Φτερωτός, υπό τη μελωδία του συγκεκριμένου τραγουδιού, κοιτάχτηκαν στα μάτια, μεταφέροντας με τη σιωπή μερικά συγκεκριμένα λόγια ο ένας προς τον άλλον.
          Ο Φτερωτός αισθάνθηκε εκείνη τη στιγμή ένα μικρό τσίμπημα στη καρδιά του. Παραξενεύτηκε πιάνοντας το στήθος του.
          Αισθάνθηκε κι εκείνη μία παρόμοια αναστάτωση, άλλαξε το βλέμμα της ψάχνοντας βιαστικά ένα σκαμπό να καθίσει.
          «Περίμενε…» της είπες εκείνος, βλέποντας την να επιχειρεί να ανέβει και να κάτσει πάνω στο σκαμπό. «Να σε βοηθήσω». Πρόλαβε να την πιάσει κάτω από τους ώμους και την έβαλε να κάτσει.
          «Σε ευχαριστώ», του είπε εκείνη ξερά. «Μπορούσα και μόνη μου», συνέχισε να του λέει, αποφεύγοντας να τον κοιτάξει.
          «Παρακαλώ», της είπε εκείνος, μην παίρνοντας το βλέμμα από πάνω της.
          Η αναστάτωση μέσα του δεν είχε πάψει, ίσα-ίσα δυνάμωνε. Εκείνος προσπαθούσε να δείχνει ανεπηρέαστος. «Παράξενο». Απευθυνόταν στον Σκελετό, όσο σιγανά γινόταν. «Είναι λες και έχω ξανά νιώσει έτσι… Δεν μπορώ να στο εξηγήσω καλά…»
          «Σταμάτα να μου μιλάς», του είπε δυνατά ο Σκελετός, αφού έτσι και αλλιώς κανείς δεν τον άκουγε.
          Εκείνος γύρισε μπροστά, αντικρίζοντας το απορημένο βλέμμα του μπάρμαν, που τον είχε δει να μουρμουρίζει μόνος του.
          «Θα πάρετε κάτι;» τον ρώτησε, καθώς σκούπιζε ένα γυάλινο ποτήρι με μία μπλε πετσέτα.      
          «Ένα τζιν στυμμένο με λεμόνι», απάντησε εκείνος. Κάθισε στο σκαμπό, με τα πυκνά άσπρα φτερά του να είναι απλωμένα προς τα πίσω.
          Ήταν ντυμένος με απλά ρούχα. Ένα μαύρο κολλητό παντελόνι, μία μαύρη μπλούζα και μία μαύρη ζακέτα. Η ζακέτα και η μπλούζα ήταν σκισμένες πίσω στη πλάτη για να μπορούν να προεξέχουν τα φτερά του. Μία λεπτομέρεια που δεν τη πρόσεχε κανένας, αφού κανένας κοινός δε μπορούσε να διακρίνει τα υπέροχα τεράστια φτερά του.
          Η Φρειδερίκη τον κοιτούσε με την άκρη του ματιού της, να κάθεται δίπλα της. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ένιωθε έτσι. Έτσι ξαφνικά από το πουθενά… λόγω του τραγουδιού που έπαιζε, λόγω του ότι περνούσαν πολύ χρόνο μαζί. Ήταν σίγουρη ότι εκείνος δεν υπήρχε περίπτωση να θυμάται κάτι. «Ακόμα και τα καθημερινά ξεχνάει» σκέφτηκε χαμογελώντας αχνά.
          «Τι θα πιείς;», τη σκούντηξε, ρωτώντας την.
«Ένα ουίσκι με κόλα» του απάντησε εκείνη, κοιτάζοντας τον στα μάτια.
          «Βαλ’ της ένα ουίσκι με κόλα» είπε στον μπάρμαν, καθώς του σέρβιρε το δικό του ποτό.
«Είσαι σίγουρος;» τον ρώτησε ο μπάρμαν, με γουρλωμένα μάτια.
«Ναι» απάντησε ο Φτερωτός.
          Ο μπάρμαν κούνησε το κεφάλι του σιωπηλός. Έβαλε σε ένα ποτήρι κόλα με πάρα πολύ λίγο ουίσκι και το σέρβιρε στη μικρή Φρειδερίκη.
          Η μικρή πήρε το ποτήρι και ήπιε μια γουλιά. Κατάλαβε αμέσως τι είχε κάνει ο μπάρμαν, μα μη θέλοντας να δώσει συνέχεια, ήπιε μονορούφι το «ποτό» της για να ξεδιψάσει.
          «Τι κάνουμε;» ρώτησε τον Φτερωτό, ρίχνοντας το σώμα της προς το μέρος του.
«Περιμένουμε», της απάντησε εκείνος ανάβοντας το τσιγάρο του, που μόλις πριν από λίγο είχε στρίψει.
          «Τι;» τον ρώτησε ανυπόμονα, εκείνη.
«Καλύτερα είναι να μη ρωτάς πολλά», της απάντησε εκείνος ήρεμα και με λίγη ψυχρότητα. «Προς στιγμήν χαλάρωσε, πριν η κατάσταση χειροτερέψει», τη συμβούλεψε, έχοντας ένα δίκιο.
          «Ο Σκελετός τι λέει;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη, ψάχνοντας να δει τον Σκελετό.
          «Να κάτσεις φρόνιμα», της είπε εκείνος, πίνοντας μία γουλιά από το πότο του.
          «Έχεις γενικώς αμνησία ή θυμάσαι ότι σε συμφέρει και όποτε θέλεις εσύ;» τον ρώτησε απότομα εκείνη.
          «Πού κολλάει αυτό;» Αντέδρασε γελώντας ελαφρά.
«Απάντησε μου», του είπε εκείνη με επιμονή.
«Δεν ξεχνάω τίποτα», της απάντησε εντελώς σοβαρά, αντικρίζοντας τα μάτια της.
          «Δεν σε πιστεύω», του είπε εκείνη.
«Τι έπαθες ξαφνικά;» τη ρώτησε, σαν να έλεγε κάποιο αστείο.
«Δεν μπορώ να είμαι με κάποιον, που δε ξέρω αν μπορώ να τον εμπιστεύομαι», του απάντησε με γουρλωμένα μάτια.
          «Και τι θες να κάνω εγώ;» τη ρώτησε αδειάζοντας το στόμα του από τον καπνό.
          «Να θυμηθείς!» του απάντησε, σα να τον προστάζει.
          «Πάμε λίγο έξω», της είπε εκείνος, κατεβάζοντας την από το σκαμπό. Βγαίνοντας προς τα έξω, είπε σιγανά στο Σκελετό να περιμένει μέσα και αν δει τον Νάνο να τους φωνάξει.
          «Κάθισε». Της είπε, δείχνοντας της τον έναν από τους τέσσερις καναπέδες, που ήταν έξω από το μαγαζί και έκατσε δίπλα της. «Πες μου. Μίλησε μου πιο συγκεκριμένα. Αν υπάρχει κάτι που θέλεις να θυμηθώ οτιδήποτε, βοήθησε με να το θυμηθώ».
          «Δεν μπορώ», αντέδρασε εκείνη αμέσως. «Μου το απαγορεύει η εμφάνιση μου», του απάντησε, χαμηλώνοντας το κεφάλι της.
          «Δε μπορώ να σε καταλάβω», της είπε εκείνος, κάνοντας έναν μορφασμό. Σηκώθηκε όρθιος, κάνοντας βήμα για να φύγει.
          «Νεφελίμ», του φώναξε εκείνη επιτόπου.
          Ο Φτερωτός πάγωσε στο άκουσμα του συγκεκριμένου ονόματος. Μόνο μία φορά, είχε ακούσει να τον αποκαλούν έτσι. Γύρισε να την κοιτάξει, παγωμένος.
          «Λίλιθ;» τη ρώτησε σιγανά, μουδιασμένος, λες και έβλεπε κάποιο όραμα.
          «Και τότε, το ίδιο μου είχες πει», του απάντησε εκείνη, με χαμηλό βλέμμα.
          Κούνησε ελαφρώς το κεφάλι του, ώστε να επανέλθει.
          «Θυμήθηκες τώρα;» τον ρώτησε, πιάνοντας απαλά το χέρι του.
          Εκείνος τράβηξε το χέρι του απότομα, για να μην τον αγγίζει άλλο.


Κωνσταντίνα Τομπουλίδου