Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

11.9.19

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 7)

Βιολέτα
Κοίταξα γύρω μου μα έβλεπα μόνο χώμα, καθώς έπεφτα με ιλιγγιώδη ταχύτητα σε μια τρύπα που εγώ η ίδια είχα ανοίξει στη γη. Η καταστροφή που προκάλεσα με έκανε στιγμιαία να αναρωτηθώ αν εγώ ήμουν υπεύθυνη για το κατεστραμμένο μου δωμάτιο το τελευταίο μου βράδυ στη Γη. Μα μετά η σκέψη χάθηκε αστραπιαία και αντικαταστάθηκε από χώμα και κενό. Δε θυμόμουν να προσκρούω στο έδαφος. Θυμόμουν μόνο το σκοτάδι που ένιωσα να πυκνώνει και να με τυλίγει. Παρέδωσα τα όπλα και σχεδόν έχασα τις αισθήσεις μου. Ένιωσα μόνο αόριστα κάποιον να με σηκώνει και να με πηγαίνει προς τα πάνω. Ώστε έτσι ήταν ο θάνατος, έτσι αποχωριζόταν η ψυχή τη φυλακή της και έτρεχε προς τη λύτρωση σε έναν άλλο κόσμο. Μια αίσθηση χαράς με κατέκλυσε και έπειτα τίποτα.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου, δεν είχα ιδέα πού βρισκόμουν. Τρόμος με κατέκλυσε καθώς άρχισα να θυμάμαι τις τελευταίες μου στιγμές. Όμως γύρω μου επικρατούσε σκοτάδι. Δε θα έπρεπε να ήταν κάπως πιο φωτεινά εδώ πέρα; Κάπως πιο χαρούμενα; Περίμενα ανυπόμονα τα μάτια μου να συνηθίσουν την απουσία φωτός και τότε άρχισα να διακρίνω περιγράμματα επίπλων - των δικών μου επίπλων! Θεέ μου, δεν ήμουν νεκρή, ήμουν στο σπίτι μου και όλα αυτά ήταν απλώς ένας πολύ ζωντανός εφιάλτης. Βάλθηκα να φωνάζω τη μαμά ευχόμενη με κάθε κύτταρο του κορμιού μου να έμπαινε μέσα αναμαλλιασμένη και να με αγκάλιαζε. Να μου έλεγε πως όλα θα πήγαιναν καλά, πως όλα ήταν ένα κακό όνειρο.
Η πόρτα άνοιξε απότομα και ένας ανήσυχος Απόλλωνας εμφανίστηκε στο κατώφλι της. Αμέσως, τα μάτια μου άρχισαν να με τσούζουν από τα δάκρυα που απειλούσαν να ξεχυθούν. Όλα όσα έζησα δεν ήταν εφιάλτης, ήταν αληθινά. Δεν ήμουν σπίτι και ίσως δε γυρνούσα ποτέ εκεί. Έσφιξα την κουβέρτα γύρω μου και κουλουριάστηκα παρά τον πόνο που διαπέρασε το κορμί μου. Ανοιγόκλεισα τα βλέφαρά μου έντονα για να διώξω τα δάκρυα και τότε ένιωσα τον Απόλλωνα να κάθεται στο κρεβάτι και να με τυλίγει με τα χέρια του. Ένα ευχάριστο ρίγος διαπέρασε το κορμί μου λόγω της ζέστης του δικού του και έκλεισα τα μάτια. Βολεύτηκε καλύτερα και μου χάιδεψε το πλάι του λαιμού. Με είχε σώσει. Με κάποιο τρόπο, είχε καταφέρει να με βρει. Δε με ένοιαζε πώς - φτάνει που το έκανε!
«Πάμε κάτω» είπε στοργικά και σηκώθηκε. Δοκίμασα με τη βοήθειά του να ανασηκωθώ, μα ένα νέο κύμα πόνου με διαπέρασε. Ο Απόλλωνας τότε τύλιξε γύρω από το σώμα μου τα χέρια του σηκώνοντας με από το κρεβάτι. Έπειτα, με κουβάλησε μέχρι κάτω και με έβαλε να καθίσω στον καναπέ. Μου έδωσε ξανά την κουβέρτα μου και κάθισε δίπλα μου προσεκτικά χαϊδεύοντας με απαλές κινήσεις τα μαλλιά μου. Έκλεισα τα μάτια μου και βυθίστηκα ξανά στον ύπνο.
Απόλλωνας
Την κοιτούσα που κοιμόταν κάνοντας μικρές γκριμάτσες μέσα στον ύπνο της. Ήταν τόσο μικροσκοπική και εύθραυστη που φοβόμουν να την αγγίξω. Την είχα σώσει και ήμασταν ασφαλείς για λίγες μέρες. Εκείνος δε μας είχε δει, τα στοιχεία είχαν φροντίσει για μας. Μπορούσαμε να μείνουμε στο σπίτι προς το παρόν, μα θα την έβρισκε, ήταν σίγουρο. Δε θα άφηνα όμως τίποτα κακό να της συμβεί. Θα την προστάτευα με τη ζωή μου, σκέφτηκα και άθελά μου θυμήθηκα μια σκηνή από το παρελθόν.
Ο κλοιός στένευε γύρω μας και ο Τζέιμς είχε σχεδόν πάρει την απόφασή του. Στο σπίτι επικρατούσε πανικός και σύγχυση. Η Βιολέτα ήταν μόλις δεκατεσσάρων και παρόλα αυτά το χειριζόταν πολύ πιο ψύχραιμα από εμένα που ήμουν δεκαεπτά. Εκείνη τη μέρα, ένιωθα πως πνιγόμουν και έτσι την πήρα και πήγαμε στον κινηματογράφο με τη μηχανή που είχα αγοράσει, για να μπορούμε να φύγουμε ανά πάσα στιγμή, ξεχωριστά από το οικογενειακό αυτοκίνητο που αναγνωριζόταν ευκολότερα. Έκλεισα τα μάτια και άφησα τις μνήμες να κατακλύσουν το μυαλό μου.
«Άργησες. Τι σου έλεγε ο πατέρας μου;» με ρώτησε περιμένοντας ανυπόμονα δίπλα από τη μηχανή.
«Πάντα περίεργη. Δε σου λέω» της είπα και μου έβγαλε τη γλώσσα μουτρωμένη. Έπειτα όμως πετάρισε τα βλέφαρά της και πήρε μια γλυκιά αθώα έκφραση, ήξερε πως δεν μπορούσα να της αντισταθώ.
«Καλά, καλά. Θα σου πω. Παρόλο που δεν μπορείς να πάθεις κακό, απόλαυσε ιδιαίτερα την ‘‘μην-τολμήσεις-να-ανεβάσεις-την-κόρη-μου-σε-αυτή-τη-σκοτώστρα-χωρίς-κράνος’’ κουβέντα μας».
«Μπαμπάς είναι. Είναι η δουλειά του να ανησυχεί».
«Ακόμη δεν έχει καταλάβει ότι δε θα άφηνα τίποτα κακό να σου συμβεί μικρή μου».
«Το ξέρει, μην ανησυχείς. Ποια ταινία θα δούμε;» ρώτησε αλλάζοντας επιδέξια θέμα. Η εικόνα ξεθώριασε και γύρισα στο παρόν. Έσφιξα τις γροθιές μου μέχρι που οι αρθρώσεις μου άσπρισαν και τα δάχτυλά μου πόνεσαν. Ανάθεμά τους, θα μου το πλήρωναν.
Βιολέτα
Ξύπνησα λίγες ώρες αργότερα και μια ζεστή κούπα καφέ με περίμενε στο τραπεζάκι δίπλα μου μαζί με ένα παυσίπονο. Κατάπια το χάπι και άρχισα να πίνω τον καφέ μου με μεγάλες γουλιές. Κοίταξα το τζάκι όπου πλέον έκαιγε μια δυνατή φωτιά και περίμενα τον Απόλλωνα να έρθει.
«Πώς είσαι;» με ρώτησε και εγώ χαμογέλασα και σήκωσα ελαφρά την κούπα μου.
«Πολύ καλύτερα. Σε ευχαριστώ πολύ» απάντησα ειλικρινά.
«Χρειάζεσαι κάτι άλλο; Έτρεμες πολύ πριν. Θες να φέρω άλλη μια κουβέρτα;» με ρώτησε και τον κοίταξα στα μάτια.
 «Πάρε με αγκαλιά» του είπα χωρίς να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου, χωρίς να τα πάρω από τα δικά του. Στην αρχή φάνηκε να εκπλήσσεται, αλλά μου έκανε το χατίρι. Ξάπλωσε ξανά όπως είχε κάνει πριν, τύλιξε τα μπράτσα του γύρω μου και βόλεψε το κεφάλι του στην καμπύλη του λαιμού μου. Αμέσως, ένιωσα τη θερμότητά του να με κατακλύζει. Τα δόντια μου σταμάτησαν να χτυπούν μεταξύ του και σταδιακά σταμάτησα να τρέμω.
«Έχω τόσες απορίες» του είπα.
«Έχεις χρόνο να τις λύσεις. Κοιμήσου τώρα ξανά» είπε και ήταν σαν να μην μπορούσε ο οργανισμός μου να του αρνηθεί. Τα βλέφαρά μου βάρυναν και ξανακοιμήθηκα.
Όταν ξύπνησα το επόμενο πρωί, ήμασταν ακόμη ξαπλωμένοι αγκαλιά στον καναπέ. Ο πόνος είχε υποχωρήσει και δεν κρύωνα πια. Μπορούσα να σηκωθώ όμως δεν το έκανα - δεν ήθελα να τον ξυπνήσω. Έτσι επέτρεψα στον εαυτό μου να σκεφτεί τα γεγονότα στο παλάτι. Απέφυγα να σκεφτώ πολύ την κατάρα, διότι πονούσε. Δεν υπήρχε χειρότερη τιμωρία για τον μπαμπά. Ήταν φυλακισμένος, χωρίς να το ξέρει, ενώ ολόκληρη η οικογένειά του είχε χαθεί, αφήνοντάς τον μόνο σε έναν εχθρικό κόσμο τον οποίο υποτίθεται κυβερνούσε. Ύστερα ήταν ο Βύρωνας. Κάτι δεν πήγαινε καλά, ήταν σίγουρο. Δεν μπορούσα να τον εμπιστευτώ, τα οράματα το είχαν κάνει σαφές από την αρχή. Όμως αναρωτιόμουν πώς ήξερε ποια ήμουν, πού έμενα, τι γύρευα στην Άλλη Γη.
Βέβαια, ούτε τον εαυτό μου μπορούσα να εμπιστευτώ. Στα οράματα οι δυνάμεις μου εκδηλώνονταν αβίαστα όμως εχθές είχα αποδείξει πόσο ανεξέλεγκτες ήταν στην πραγματικότητα. Είχα αποδείξει τι μπορεί η προδοσία και η αγανάκτησή μου να προκαλέσουν. Έπρεπε να θυμηθώ πώς να τις ελέγχω πριν προκαλέσω μεγαλύτερες ζημιές. Εχθές είχα σταθεί τυχερή – ο Απόλλωνας ήταν εκεί για να με σώσει, αλλά κανείς και τίποτα δεν μπορούσε να μου εγγυηθεί πως ο Απόλλωνας θα ήταν πάντοτε εκεί για να σώζει την κατάσταση. Προς τον παρόν, μόνο εκείνον μπορούσα να πιστέψω και να συμβουλευτώ. Ένιωθα ασφάλεια κοντά του. Βέβαια, παρά το γεγονός ότι είχα θυμηθεί το όνομά του και τον είχα δει στα οράματά μου, μου ήταν ένας ξένος. Ένα τράνταγμα με έβγαλε ευτυχώς από τις σκέψεις μου.
«Καλημέρα, όμορφη. Πώς αισθάνεσαι;»
«Χάρη σ’ εσένα, είμαι ζωντανή και είμαι καλά» είπα και τα μάτια του φωτίστηκαν από την ανακούφιση.
«Πάω να φτιάξω καφέ» είπε και σηκώθηκε από τον καναπέ. Τέντωσε τα μέλη του μέχρι να ξεμουδιάσουν και έπειτα κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Περίμενα λίγα λεπτά και έπειτα πήρα και εγώ την απόφαση να σηκωθώ και να του κάνω παρέα όσο έφτιαχνε το αγαπημένο μου ρόφημα. Έπειτα, καθίσαμε στο τραπέζι της κουζίνας σιωπηλοί πίνοντας καφέ. Κάποια στιγμή, ο Απόλλωνας σηκώθηκε και έφυγε από την κουζίνα. Λίγο αργότερα γύρισε κρατώντας το ημερολόγιο του μπαμπά στο χέρι του.
«Συγνώμη που σου το έκρυψα, αλλά δεν μπορούσα να σε αφήσω να το πάρεις όσο εκείνος ήταν μαζί σου. Ήξερα πόσο σημαντικό είναι για εσένα οπότε το προστάτευσα».
«Είναι όντως πολύ σημαντικό για εμένα ακόμη και αν δεν ξέρω ποια είναι πραγματικά η αξία του. Όμως, εσύ πώς γίνεται να ξέρεις τόσα πράγματα; Πότε νοιάζομαι για κάτι ή πότε για παράδειγμα πεθαίνω;» τον ρώτησα χωρίς περιστροφές, μα ο Απόλλωνας απέφυγε το βλέμμα μου και δεν απάντησε.
«Ή θα απαντήσεις, ή θα φύγεις. Σου χρωστάω για όσα έχεις κάνει ήδη για εμένα, αλλά δεν αντέχω άλλα μυστικά» είπα και αναστέναξε. Θα μου μιλούσε το κατάλαβα, όμως δεν του ήταν εύκολο.
«Πάντα ήσουν πεισματάρα» είπε σιγανά και έπειτα συνέχισε. «Βιολέτα, η αλήθεια είναι πως δε με φτάνει ο χρόνος να συνοψίσω όσα έχεις ξεχάσει. Ακόμη και αν το έκανα, θα ήταν πολύ κενό. Πιστεύω ότι σταδιακά θα έρθουν κάποια πράγματα και θα καταλάβεις καλύτερα αυτά που θα σου πω. Εν ολίγοις, είμαστε δεμένοι» είπε και έδειξε την παλάμη του. Ένα μικροσκοπικό τριαντάφυλλο φάνηκε όταν τέντωσε τον αντίχειρά του. Ήταν έντονο κόκκινο, εκτός από ένα πέταλο, που είχε το χρώμα της πίσσας, μαύρο και νεκρό.
Το τριαντάφυλλο συμβολίζει το δέσιμό μας. Χάρη σ’ αυτό, μπορώ να διαισθάνομαι κάποια από τα συναισθήματά σου και έτσι ήξερα πότε με χρειαζόσουν και πότε βρισκόσουν σε κίνδυνο. Το τριαντάφυλλο συμβολίζει επίσης το χρέος μου απέναντί σου, γι’ αυτό οι δυνάμεις μου φροντίζουν πάντοτε να σε κρατούν ασφαλή. Από τη στιγμή που οι δυνάμεις σου άρχισαν να επανέρχονται, η αφύπνιση ξεκίνησε. Σταδιακά, θα αρχίσουν να γυρνούν και να επανακτάς τον έλεγχό τους. Άρα οι κίνδυνοι είναι περισσότεροι και το δέσιμό μας πιο δυνατό. Ήλπιζα βέβαια να αργούσε λίγο ακόμη η κατάλληλη στιγμή, αλλά πάντα η μοίρα είναι απρόβλεπτη. Και είναι η ίδια μοίρα που για κάποιο λόγο μας έδεσε» είπε και τον κοίταξα σηκώνοντας το φρύδι μου.
«Έχεις δίκιο, εντάξει. Υπάρχει συγκεκριμένη αιτία ύπαρξης του λουλουδιού. Πριν από πολλά χρόνια, στην αρχή της εφηβείας μου, έκανα κάποιες λάθος επιλογές. Οι πράξεις μου είχαν βαριές συνέπειες και βυθιζόμουν ολοένα και περισσότερο στον βούρκο. Ήμουν τόσο απελπισμένος που απευθύνθηκα στον βασιλιά για βοήθεια. Τον έψαξα και τον εντόπισα. Χάρη σε εκείνον γνωριστήκαμε. Γίναμε φίλοι και αργότερα έγινα κάτι περισσότερο από φίλος. Όμως υπήρχαν ακόμη τα σημάδια του κακού πάνω μου. Αυτά που έκανα είχαν επιπτώσεις.
Ορισμένες φορές δεν μπορούσα να συγκρατήσω τον εαυτό μου. Η οργή με κατέκλυζε μαζί με όλα τα αρνητικά συναισθήματα από τα οποία προσπαθούσα να ξεφύγω. Ακόμη και τότε όμως δε με φοβόσουν. Έμενες δίπλα μου ξέροντας ότι μπορούσα να σου κάνω κακό, αλλά εγώ δεν το άντεχα άλλο. Μέρα με τη μέρα έπεφτα σε κατάθλιψη. Όσο και αν το ήθελα, δεν μπορούσα να συγχωρήσω τον εαυτό μου και να προχωρήσω.
 Εσύ όμως, αν και μικρότερη, ήσουν τόσο δυνατή. Γεμάτη αισιοδοξία και πείσμα. Ό,τι και αν έβαζες στόχο, το κατάφερνες! Και έβαλες στόχο να με βοηθήσεις, και το έκανες. Μας έδεσες δίνοντάς μου προτερήματα, όπως αυτοσυγκράτηση, και κάνοντας τα πέταλα του τριαντάφυλλου να κοκκινίσουν ξανά. Μόνο ένα έμεινε μαύρο, για να μου θυμίζει την τιμωρία μου και τον όρκο μου να σε προστατεύω πάντα».
 Για ακόμη μια φορά, είχα μείνει άφωνη. Όσο περισσότερα πράγματα μάθαινα, τόσο πιο μπερδεμένη ένιωθα. Όλοι ήξεραν για εμένα περισσότερα πράγματα από αυτά που γνώριζα εγώ.
«Όσα μου λες ακούγονται υπέροχα και ανυπομονώ να τα θυμηθώ και να νιώσω όπως εσύ, όμως προς το παρόν, ξέρω μόνο ένα πράγμα σίγουρα. Είμαι εδώ για να πάρω πίσω τον μπαμπά μου και να λύσω την κατάρα. Θα με βοηθήσεις;»
«Δε χρειαζόταν καν να μου το ζητήσεις. Θα σε βοηθήσω να δαμάσεις ξανά τις δυνάμεις σου και τότε να είσαι σίγουρη πως καμία κατάρα δε θα μπορεί να αντισταθεί. Κανένας δε θα μπορεί να σε εμποδίσει, στο υπόσχομαι. Και παρόλο που δεν έχω όσες δυνάμεις έχεις εσύ, έχουμε δεκαπέντε μέρες να λύσουμε όλα τα προβλήματα που θα προκύψουν».
«Ας ξεκινήσουμε με το ημερολόγιο αμέσως τότε, μιας και απ’ ό,τι κατάλαβα ο χρόνος δεν είναι μαζί μου».
«Λυπάμαι για τον τόσο λίγο χρόνο» είπε και μου χάιδεψε γρήγορα το χέρι πριν καταλάβει τι είχε κάνει και το τραβήξει αμήχανα.
«Μέσα στο ημερολόγιο κρύβονται πολλά πράγματα τα οποία δε μου επιτρέπεται να δω. Οπότε, προτείνω να πάμε τώρα για μάθημα και να ανακαλύψεις μετά μόνη σου τι κρύβεται εκεί μέσα» είπε και μου έκλεισε το μάτι.
Σηκώθηκα από την καρέκλα, μα τα πόδια μου λύγισαν απότομα και συγκρούστηκα με το παγωμένο πάτωμα. Όλα άσπρισαν και οποιοσδήποτε έλεγχος στα μέλη μου εξαφανίστηκε. Η εικόνα άρχισε να καθαρίζει λίγο πιο αργά απ’ ό,τι συνήθως. Κοίταξα γύρω μου προσπαθώντας να αναγνωρίσω το μέρος. Βρισκόμουν σε ένα σκοτεινό δωμάτιο που μύριζε υγρασία. Ένα στρώμα σκόνης κάλυπτε τα στοιβαγμένα κουτιά που ήταν τοποθετημένα τακτικά σε σειρές ραφιών. Βρισκόμουν σε ένα υπόγειο, συμπέρανα τελικά, καθισμένη στο πάτωμα. Κρατούσα τα χέρια του Απόλλωνα όσο εκείνος είχε έντονους σπασμούς. Ιδρώτας κυλούσε από το μέτωπό του και κραυγές έβγαιναν από το στόμα του, αλλά εγώ δεν του έδινα σημασία. Είχα κλειστά τα μάτια και δεν είχα καμία επαφή με το περιβάλλον. Μια κραυγή πιο δυνατή από τις άλλες απελευθερώθηκε μαζί με έναν πονεμένο λυγμό και ένιωσα την καρδιά μου να πονάει για εκείνον.
Ξαφνικά, όλα σταμάτησαν. Ο νεότερος εαυτός μου άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε τον Απόλλωνα σαν να μην τον είχε ακούσει να ουρλιάζει λίγο πριν.
«Συγνώμη» της είπε με δάκρυα στα μάτια και εγώ γούρλωσα τα μάτια μου. Εγώ τον έκανα να πονάει και εκείνος ζητούσε συγνώμη; Γιατί;
«Δεν πειράζει, καρδιά μου. Αισθάνεσαι καλύτερα;»
«Πολύ καλύτερα, εσύ;»
«Είμαι κουρασμένη. Ξέρεις ότι πάντα ρουφάει όλη μου την ενέργεια, αλλά αξίζει τον κόπο».
«Δεν αξίζει να υποφέρεις για εμένα, Βιολέτα. Έκανα λάθη και τώρα τα πληρώνω. Και αντί να με αφήσεις να υποφέρω, υποφέρεις εσύ».
«Μη σε ξανακούσω να λες τέτοια πράγματα. Ό,τι και αν έκανες στο παρελθόν το έχεις μετανιώσει. Τώρα είσαι εδώ, μαζί μου και πρέπει να τα αφήσεις πίσω σου. Πρέπει να καταλάβεις επιτέλους ότι αξίζεις» του είπα και ο Απόλλωνας αγκάλιασε το νεότερο εαυτό μου και έκλαψε. Τύλιξα τα μικρά μου χέρια γύρω του και του χάιδεψα παρηγορητικά την πλάτη.
 «Άκουσέ με» άκουσα τον εαυτό μου να λέει. «Δεν μπορώ να το εξαφανίσω εντελώς - το ξέρεις πως δε γίνεται. Υπάρχει όμως κάτι που μπορώ να κάνω για να απαλύνω τον πόνο».
«Θα κάνω τα πάντα, ό,τι και αν είναι. Δεν αντέχω άλλο. Δε θέλω να σε ταλαιπωρώ πια. Αν δε ζητούσα βοήθεια από τον  πατέρα σου τότε, δε θα αναγκαζόσουν να κάνεις τίποτα από όλα αυτά».
 «Δεν αναγκάζομαι να κάνω τίποτα, θέλω να το κάνω, γιατί νοιάζομαι για εσένα. Χαίρομαι που πήγες στον πατέρα μου, επειδή έτσι σε γνώρισα. Τώρα, σύνελθε. Λοιπόν, άκου τι θα κάνουμε. Θα συνδέσω τη ζωή σου με τη δική μου. Είναι πολύ σοβαρό και δεν υπάρχει γυρισμός. Εγώ θα σου δώσω ό,τι χρειάζεσαι για να καταπολεμήσεις τα μαύρα πέταλα και εσύ θα πρέπει να με προστατεύεις για όλη σου τη ζωή. Είσαι σίγουρος πως θέλεις να το κάνεις;»
«Είμαι σίγουρος».
«Μόλις γίνεις άξιος, το τριαντάφυλλο θα ξεθωριάσει εντελώς και μαζί του θα πάρει όλα τα αρνητικά συναισθήματα. Στο υπόσχομαι πως θα γίνει γρήγορα. Με πιστεύεις;» ρώτησε ο εαυτός μου στην ανάμνηση και ο Απόλλωνας κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
Περπάτησα μέχρι το σημείο που ο νεότερος εαυτός μου ήταν καθισμένος και άγγιξα απαλά τον ώμο της ενώνοντάς μας. Τα δύο σώματα έγιναν ένα και το μυαλό της μου ανοίχτηκε. Ο χρόνος μπερδεύτηκε, αλλά τίποτα δεν άλλαξε. Έκλεισα τα μάτια μου και πήρα μια βαθιά ανάσα. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει γρήγορα, όμως δεν μπορούσα να αφήσω το άγχος μου να με καταβάλλει. Πήρα ακόμη μια ανάσα και ξεκίνησα το δέσιμο. Τα μάτια μου άνοιξαν απότομα και ήξερα πως έμοιαζαν σαν χάντρες, γυάλινα και άψυχα. Έπειτα, η κόρη άρχισε να κουνιέται προς όλες τις κατευθύνσεις πριν εξαφανιστεί αφήνοντας τα μάτια μου λευκά. Κοφτές λαχανιασμένες ανάσες έβγαιναν από μέσα μου και παρ’ όλο τον αφόρητο πόνο, καμία κραυγή δε μου ξέφυγε. Ακόμη και όταν η πλάτη μου τεντώθηκε σχηματίζοντας ένα τέλειο τόξο, έδειξα απίστευτη αυτοκυριαρχία και ας ήμουν τόσο μικρή, ούτε δεκατέσσερα ακόμη.
Ανάμεσα στον πόνο, ξεχώριζα μόνο την αίσθηση των χεριών του Απόλλωνα που χάιδευαν τις αρθρώσεις μου παρηγορητικά. Λίγο αργότερα, μια σουβλιά πόνου με διαπέρασε και έπειτα ο Απόλλωνας ξεστόμισε ένα ξεψυχισμένο δέχομαι που αποτελείωσε το σώμα μου. Ο νεότερος εαυτός μου λιποθύμησε και βγήκα από μέσα της. Ο Απόλλωνας τη σήκωσε στην αγκαλιά του και άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά μέχρι που χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο και έμεινα μόνη μου στο κρύο υπόγειο. Η εικόνα άρχισε να ξεθωριάζει, μα τότε άκουσα πάλι τη φωνή της.
 «Δε μετέδωσες απλώς χαρίσματα. Μετέδωσες ένα κομμάτι της ψυχής σου και πήρες το βάρος των συνεπειών του πάνω σου. Μόνο μια δυνατή αγάπη μπορεί να αντέξει το τελετουργικό που έκανες. Δεν το έμαθε ποτέ, ούτε θα το μάθει. Ορισμένες φορές πονάει, αλλά είσαι πιο δυνατή από εκείνον. Θα τα καταφέρεις» είπε και το όραμα τελείωσε με γλυκόπικρα συναισθήματα.
Άνοιξα τα μάτια μου και δέχτηκα το χέρι του Απόλλωνα που με τράβηξε από το πάτωμα μέχρι να ξανακαθίσω στην καρέκλα.
«Συγνώμη που σε τρόμαξα» του είπα βλέποντας την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.
«Θα έπρεπε να έχω συνηθίσει πια. Μα σπάνια κλαις όταν τα βλέπεις. Τι είδες;»
«Είδα το τελετουργικό που έκανα» είπα και άρπαξα το χέρι του για να παρατηρήσω καλύτερα το τριαντάφυλλο.
«Ξέχνα τα όλα. Είμαι καλά τώρα. Εσύ με έσωσες και θα στο χρωστάω μια ζωή. Ησύχασε τώρα» με καθησύχασε κλείνοντας με στην αγκαλιά του.
«Είμαι έτοιμη να δω τι μπορώ να κάνω» είπα αποφασισμένη. Σκούπισα τα μάτια μου και σηκώθηκα.


Έλενα Παπαδοπούλου