Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

29.9.19

Τιμωρημένος και από τους δύο κόσμους (Κεφάλαιο 7) - "ΛΙΘΙΘ"

( Πάρα πολλά χρόνια πίσω).

          Βέλη έπεφταν πάνω από τα δέντρα, σημαδεύοντας τα ατίθασα τετράποδα θηρία, που ρήμαζαν ότι έβρισκαν μπροστά τους.
          Οι Κυνηγοί εδώ και καιρό παρακολουθούσαν τα ίχνη τους, αναλύοντας την κάθε λεπτομέρεια. Πρώτη φορά βρίσκονταν αντιμέτωποι με κάτι τέτοιο. Παρακολουθώντας όμως το «άνοιγμα των ουρανών», ήταν προετοιμασμένοι για τα πάντα. Γνώριζαν από πριν ότι έκπτωτοι είχαν πέσει στη γη, κουβαλώντας πάνω τους την κατάρα του αφέντη τους. Δεν γνώριζαν σε τι πλάσματα μεταμορφώθηκαν. Κάποιοι όντως ήταν φαινομενικά άνθρωποι, άλλους τους έφαγε το σκοτάδι και μεταλλάχθηκαν.
          Ένα είδος ήταν Λύκοι. Άγγελοι που κατά την Πτώση τους κάηκαν σχεδόν ολόκληροι, μην αντέχοντας το φως του ήλιου κατέφυγαν στα Βουνά. Μετανιωμένοι, ζήτησαν βοήθεια από τον σκοτεινό αφέντη τους, εκείνος για να διασκεδάσει περισσότερο, τους μεταμόρφωσε σε τετράποδα τριχωτά πλάσματα.
          Έκαναν επιθέσεις σε χωριά, καταστρέφοντας τα πάντα και φυσικά τρώγοντας όποιον άνθρωπο έβλεπαν μπροστά τους.
          Η μάχη βρισκόταν σε κρίσιμο σημείο. Μεγάλη μερίδα των κυνηγών είχε τραυματιστεί και μικρότερο ποσοστό είχε πεθάνει. Έπρεπε να παρθεί η απόφαση της υποχώρησης, διαφορετικά θα κατέληγαν νεκροί και οι τραυματισμένοι. Μία απόφαση που ο αρχηγός, δυσκολευόταν να προφέρει διότι δεν του άρεσε καθόλου η τακτική της υποχώρησης∙ προτιμούσε να πεθάνει ετοιμοπόλεμος πάρα να το βάλει στα πόδια ηττημένος. Οι σύμμαχοι του τον κοιτούσαν με μάτια ανήμπορα, περιμένοντας μία οδηγία.
          Γύρισε να δει πού βρισκόταν η κόρη του και αντίκρισε ένα θέαμα που κανένας γονιός δεν θέλει να δει πότε στη ζωή του.
          Την είχαν κατατροπώσει δύο Λύκοι, τη βασάνιζαν μετατρέποντας την  σε μπάλα. Την έπιαναν με το στόμα τους και την πετούσαν στον αέρα, ο ένας στον άλλον, μέχρι που το κορίτσι παραδόθηκε στα τραύματά της πέφτοντας στο έδαφος νεκρή. Οι δύο Λύκοι πλησίασαν το άψυχο κορμί της και αηδιασμένοι την εγκατέλειψαν. Ο πατέρας της έτρεξε ουρλιάζοντας κοντά της. Αγκάλιασε το πτώμα της κόρης του φωνάζοντας.
          Τότε ακούστηκε ένας δυνατός χτύπος πάνω στο έδαφος της γης, που λίγο έκανε το έδαφος να τρέμει. Ήταν λες και κάποιος έριξε από τον ουρανό ένα βαρύ μέταλλο.
«Ένας άγγελος» ακούστηκε μία φωνή να λέει.
«Νεφελίμ» ψιθύρισε ο πατέρας, παρακολουθώντας άφωνος έναν μικρόσωμο σχετικά άγγελο με μεγάλα άσπρα πυκνά φτερά, να μονομαχεί με τους Λύκους.
Ο άγγελος, έπειτα από την πολύωρη μονομαχία του, στεκόταν ακόμη όρθιος βαριανασαίνοντας. Γύρω του υπήρχαν πτώματα ζώων, από τα χέρια του έσταζε αίμα. Είχε στο γυμνό του στέρνο αίμα, από τις δικές του πληγές, οι οποίες όσο ανάσαινε έμοιαζαν να επουλώνονται.
Ο αρχηγός με την κόρη του αγκαλιά σηκώθηκε από το έδαφος, πλησιάζοντας τον άγγελο. «Μπορείς να την πάρεις μαζί σου;» τον ρώτησε με πρόσωπο υγρό.
Σιωπηλά ο άγγελος γονάτισε στο έδαφος. Παίρνοντας ένα μαχαίρι, έκοψε τον καρπό του, αφήνοντας να τρέξει αίμα. Ακούμπησε την ανοιχτή πληγή πάνω στο στόμα του νεαρού κοριτσιού. Έπειτα πήγε πίσω από τον πάτερα, βάζοντας τον καρπό του με το ζόρι μέσα στο στόμα του, πιέζοντας τον με το ζόρι να πιει το τρεχούμενο αίμα. Τέλος ο άγγελος λιποθύμησε.

Για μέρες τον φρόντιζαν, πατέρας και κόρη. Κάνοντας ό,τι μπορούσαν, για να τον βοηθήσουν να συνέλθει. Το κορίτσι είχε ράψει τις ανοιχτές πληγές που δεν πρόλαβαν να επουλωθούν. Έβρεχαν τακτικά το πρόσωπο του με κρύο νερό, για να πάψει να καίει. Παρατήρησαν πως το σώμα του ήταν γεμάτο σημάδια, έμοιαζαν με δαγκωματιές. Σημάδια που ανησύχησαν τον πατέρα. «Ένας Νεφελίμ πρόγευμα για έναν Παγωμένο;»  τόλμησε να αναρωτηθεί, ανατριχιάζοντας ολόκληρος.
Είχαν μείνει μόνοι τους το κορίτσι με τον έκπτωτο, καθώς ο πατέρας μαζί με μία μικρή ομάδα κυνηγών γύρευαν να βρουν κάποιες απαντήσεις.
Εκείνη θαύμαζε τα χρυσαφί, μακριά, ίσια μαλλιά του, που σκέπαζαν τους ώμους του και παρόλο που είχε να πλυθεί μέρες συνέχισαν να μυρίζουν ωραία, όπως όλο του το σώμα.
Σκούπισε με μία πετσέτα τα πυκνά του ξανθά μούσια του, που είχαν βραχεί ελαφρώς από το νερό που είχε ρίξει με ένα μικρό ξύλινο κουτάλι πάνω στα χείλη του, για να μην αφυδατωθεί.
          Τα βλέφαρα του τρεμοπαίξαν και σταδιακά άνοιξαν, αποκαλύπτοντας τα γαλάζια του μάτια. «Λίθιθ» είπε σιγανά, επιχειρώντας να σηκώσει το στέρνο του, ζαλίστηκε όμως και ξάπλωσε ξανά πίσω.
          «Μην κουνιέσαι» του είπε εκείνη τρέμοντας. «Είσαι ακόμα αδύναμος».
          «Εσύ πώς είσαι;» τη ρώτησε.
«Εγώ καλά είμαι» του απάντησε με δισταγμό.
«Χαίρομαι». Στα χείλη του χαράχτηκε μία καμπυλωτή γραμμή.
          «Θα δυναμώσω γρήγορα» της είπε, πιάνοντας σφιχτά το χέρι της.
          Η κοπέλα ταράχτηκε στο άγγιγμα του. Το χέρι του ήταν τόσο θερμό και τρυφερό. Του χαμογέλασε απλά, δυσανασχετώντας. «Δεν υπάρχει βιασύνη» του είπε. «Υπάρχει χρόνος, να γίνεις απολύτως καλά», συνέχισε, χαϊδεύοντας το χέρι του.
          «Φαίνεσαι καλύτερα πάντως» της είπε εκείνος, χαμογελώντας. «Με ξέκανες» κατέληξε γελώντας.
         
          Την βρήκαν. Δεν άργησαν να εντοπίσουν το μέρος όπου διέμενε. Είχε βρει καταφύγιο σε ένα μικρό χωριό κοντά στο δάσος. Εισέβαλε βράδυ, πιάνοντας στον ύπνο τους ανυποψίαστους κατοίκους. Αφού στράγγισε τα πρώτα θύματά της, για να δυναμώσει, τους υπόλοιπους κατοίκους τους έκανε υπηρέτες της τροφής της. Το αίμα ήταν η τροφή της. Με ένα της βλέμμα βαθιά μέσα στα μάτια τους, κατάφερνε να τους ελέγχει. Όλα τα σώματα τους ήταν γεμάτα από τις δαγκωματιές της. Τους κρατούσε νεκροζώντανους… Όσοι ήταν ετοιμοθάνατοι τους έδινε να πιούν από το δικό της αίμα, το αθάνατο, το παγωμένο. Όρισε νυχτερινή φρουρά τους άντρες έξω από τη καλύβα της, ώστε αν της επιτίθονταν κάποιος να τον αναλάβουν εκείνοι, ενώ η ίδια γευμάτιζε με τις γυναίκες στο εσωτερικό της καλύβας.
          «Μη τους λυπάστε», φώναξε ο αρχηγός. «Δεν είναι ζωντανοί. Δεν είναι καν άνθρωποι νεκροί». Ενθάρρυνε τους άντρες του να σκοτώσουν τους άντρες που πιστά φρουρούσαν μέχρι τέλους τη καλύβα της.
          Εκείνη είχε καταλάβει πως δεν θα παρέμενε ασφαλής και την είχε πιάσει πανικός. Διέταξε να πάρουν θέσεις οι γυναίκες, οι οποίες όρμισαν έξω από τη καλύβα, να κατασπαράξουν κυριολεκτικά την ομάδα κυνηγών.
          «Μοιάζουν με τέρατα της κολάσεως, σχολίασε ένας άντρας αηδιασμένος, παρατηρώντας το πτώμα μίας γυναίκας που μόλις πριν του είχε επιτεθεί για να τον δαγκώσει.
          «Μπορεί να είναι», του απάντησε ένας άλλος άντρας, παρατηρώντας το ίδιο θέαμα.
          «Τη θέλω ζωντανή», φώναξε στους άντρες του, λίγο πριν μπουν μέσα στη καλύβα της.
          Μία μοιραία γυναίκα τους περίμενε γυμνή, κοιτάζοντας τους με λάγνο βλέμμα. Τα μάτια της ήταν στρογγυλά και ασημί, τα χείλη της σαρκώδη, το σώμα της με καμπύλες και με πλούσιο μπούστο. Οι ώμοι της ήταν πεταχτοί, με τα άσπρα μαλλιά της, που έφταναν ως το πάτωμα, να της χαρίζουν μία αγγελική λάμψη. Το χρώμα του δέρματός της ήταν λευκό. Στα μάτια τους έμοιαζε ένας πραγματικός άγγελος. Έψαχναν να δουν τα φτερά της, πλησιάζοντας την. Εκείνη, όμως, μόλις πήρε τη σάρκα τους, μεταμορφώθηκε απότομα σε αιμοβόρο δαίμονα. Πήρε μία κακιά, θυμωμένη έκφραση, μαυρίζοντας τη λάμψη της, αποκαλύπτοντας τα κοφτερά της δόντια. Γάντζωσε τα μαύρα της νύχια πάνω στο σώμα του άτυχου άντρα και έμπηξε τα δόντια της στον λαιμό του.
          Βέλη έμεναν καρφωμένα στο σώμα της, ενώ εκείνη δάγκωνε επίμονα τον άτυχο άντρα. Μάλιστα ένα βέλος είχε καρφωθεί στο κέντρο του μετώπου της, κάτι που έδειχνε να μη την επηρεάζει ιδιαίτερα.
          Αφήνοντας τον άντρα να πέσει κάτω νεκρός, πέρασε από πάνω του, πλησιάζοντας τον αρχηγό της ομάδας. Τα βήματά της σταμάτησαν, όταν το κέντρο του μετώπου της στάθηκε μπροστά στην κρύα κάνη της καραμπίνας του. Του χαμογέλασε γλυκά.
          Εκείνος με το χέρι του να τρεμοπαίζει στη σκανδάλη, εντέλει πυροβόλησε, κάνοντας την να οπισθοχωρήσει, φωνάζοντας από τον πόνο. Έδωσε σήμα στους άντρες του να βγάλουν τα σχοινιά τους και να τη δέσουν. Όλοι μαζί ταυτοχρόνως, έπεσαν πάνω της, να την ακινητοποιήσουν. Εκείνη τιναζόταν σαν άγριο ζώο, πάλευε με τα δεσμά, προσπαθούσε να δαγκώσει όποιον την πλησίαζε.
          Την έβγαλαν έξω στον ήλιο. Εκείνη ούρλιαζε δυνατά, αντικρίζοντας το φως, μάλιστα είδαν το σώμα της να βγάζει καπνούς. Την κράτησαν στη σκιά, ανακρίνοντάς την, με εκείνη να μη βγάζει λέξη.
          «Ας τη σφάξουμε» φώναξε ένας από τους άντρες παθιασμένα.
          «Ναι, να τη σφάξουμε», συμφώνησε ένας ακόμη. «Της αξίζει».
          «Ας μην προσπαθήσουμε άλλο», του είπε ένας άλλος άντρας, σε χαμηλότερο τόνο. «Δε πρόκειται να μιλήσει».
          Η γυναίκα παρά τα βασανιστήρια που την έκαναν, το διασκέδαζε, γελούσε με το καθετί που έπρατταν για να την κάνουν να πονέσει. Τους κορόιδευε. Γελούσε δυνατά, κάθε φορά που επίτηδες έκανε κίνηση να τους επιτεθεί και εκείνοι την πυροβολούσαν.
          Ο αρχηγός, παίζοντας ξανά στο μυαλό του τη σκηνή της δολοφονίας του άντρα της ομάδας του και βλέποντας τα αμέτρητα πτώματα των ανθρώπων που εξαιτίας της δεν έμοιαζαν άλλο πια με ανθρώπους, αλλά με αποβράσματα της κολάσεως, έβγαλε το σπαθί από το θηκάρι του και με ένα δυνατό πέρασμα της έκοψε το κεφάλι.
          «Ανάψτε φωτιά», φώναξε στους άντρες του, υψώνοντας ψηλά το κομμένο κεφάλι της γυναίκας.

          Ήταν η Λίθιθ. Ήταν μία από τους Παγωμένους. Αιώνια καταραμένη. Κάποτε ήταν ένας άγγελος.
Ο Φτερωτός την είχε γνωρίσει όταν εκείνη είχε μία προσωπική συνομιλία με τον Σάχμεθ. Ο Σάχμεθ την ήθελε στο πλευρό του, ονειρευόταν να τη κάνει αρχόντισσά του, όταν με το καλό κατάφερνε να ξαναβγεί στην επιφάνεια. Ο Φτερωτός δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από πάνω της, από τη πρώτη στιγμή που την είδε. Οι δυο τους δημιούργησαν μία πρωτότυπη σχέση: της έδινε το σώμα του για να τραφεί. Μέχρι που ζήτησε συγχώρεση από τον Σέραρντ και ξέφυγε εντελώς από τις σκιές και τα δαιμόνια, βιώνοντας τη προσωπική του τιμωρία, μην καταφέρνοντας όμως να τη ξεχάσει.

 Ο άγγελος συνήλθε από τα τραύμα του, έχοντας πλήρως τις αισθήσεις του. Πέταξε μακριά δίχως να ευχαριστήσει τη Φρειδερίκη.


Κωνσταντίνα Τομπουλίδου