Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

11.9.19

Η κατάρα του ορφανού - Το πετράδι του Βαλιμάρ (Κεφάλαιο 8)

“Μονάχα λίγοι γίνονται αυθεντίες δρακολόγοι και αυτοί καθρεπτίζονται στο μυστηριώδες μάτι του δράκου. Ποιος ξέρει πόσοι δράκοι θα επιβιώσουν άλλον έναν αιώνα, καθώς ο ανθρώπινος πληθυσμός αυξάνεται με ραγδαίους ρυθμούς. Άραγε, θα φθάσουμε ποτέ στο σημείο να πιστεύουμε, πως οι δράκοι δεν υπήρξαν ποτέ παρά μονάχα στη φαντασία μας;”  
                                                                                                        Κέντρα Σούπινγκερ, Δρακολόγος
Θεωρώ πως αν η κυρία Σούπινγκερ με παρακολουθούσε, θα ήταν πολύ περήφανη για εμένα. Καθώς το αυγό μου βρισκόταν ξανά κοντά μου, πάλευα να ανακαλύψω τον τρόπο με τον οποίο θα το βοηθούσα να εκκολαφθεί. Η αλήθεια, ο τρόπος ήταν ολίγον ιδιόμορφος, καθώς τόνιζε πως τα αυγά έπρεπε να τοποθετούνται πάνω σε πυρακτωμένα κάρβουνα. Φυσικά, καθώς κάρβουνα δεν υπήρχαν, επέλεξα το τζάκι του δωματίου μου και με μία μεταλλική δαγκάνα, το τοποθέτησα στη μέση, ανάμεσα στα ξύλα, δίχως να προσέξω την έφοδο του Γουίλ και της Άρπιας.
«Τι συμβαίνει, Κένταλ; Ψήνεις κρυφά λουκάνικα και δεν μας φώναξες;» άκουσα την φωνή του αδερφού μου, η οποία συνοδεύτηκε από μία τσιρίδα της Κριστιέλας.
«Φιλενάδα… Φιλενάδα, πες μου πως δεν είναι αυτό που νομίζω;» μου είπε τρέμοντας.
«Και τι νομίζεις, δηλαδή;» τη ρώτησε ο Γουίλ.
«Καλά νομίζεις, Κρίστι. Αυτό είναι και λυπάμαι που το κράτησα κρυφό, ωστόσο ήταν μονάχα ένα ορφανό» συνέχισα.
«Ορφανό ακούω, κρυφό ακούω, Κένταλ, τι τρέχει με τον δίπλα;» άκουσα τον αδερφό μου και ειλικρινά δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ.
«Το ορφανό, αδερφάκι μου, δεν είναι ο Σκορπιός μόνο! Αλλά και η Λυρία, η δράκαινα. Αυτή η δράκαινα, γιατί το αυγό, κρύβει μέσα του ένα θηλυκό πλάσμα. Δες τα νερά που κάνει σε αυτό το σημείο. Έχω μελετήσει το βιβλίο άψογα» του απάντησα και ο Γουίλ είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό.
«Πού στο καλό το βρήκες αυτό;» με ρώτησε εξαγριωμένος και η Κριστιέλα ξεκίνησε να υιοθετεί ένα πράσινο χρώμα, σημάδι πως φοβόταν.
«Στον κήπο της Επινουά, κοντά στα θερμοκήπια. Κανείς δεν το ήθελε, αλλιώς η μητέρα του θα το είχε αναζητήσει. Οι δράκοι ζεσταίνουν τα αυγά τους με την ανάσα τους. Αυτό ήταν απλώς θαμμένο και ξεχασμένο» συνέχισα.
«Και εσύ είπες να το ξεθάψεις! Είναι επικίνδυνοι οι δράκοι Κένταλ» συνέχισε ο Γουίλ απτόητος.
«Θα μάθει να με αγαπά. Εγώ θα την φροντίσω» συνέχισα.
«Δεν είναι κούκλα, Κένταλ. Είσαι πολύ μικρή...» πήγε να μου πει.
«Πάψε! Αρκετά πια, Γουίλ! Κάρφωσέ με στον Σιμεόν αν θέλεις, απλώς άσε με ήσυχη» του φώναξα και εκείνος αμέσως έφυγε βιαστικός για τα μαθήματά του. Με την Κριστιέλα είχαμε μαζί Δρακολογία, το οποίο εξελισσόταν σε αγαπημένο μάθημα για εμένα.
«Εμ, σε πειράζει να περάσει και η Έλσα; Εξάλλου, βρίσκεται εδώ, στον ίδιο Οίκο με εσένα» άκουσα τη λεπτή φωνή της Κρίστι που στεκόταν κοντά μου.
«Αν δεν ήταν εκείνη… Τελοσπάντων...» μούγκρισα.
«Μιλάς για τον καβγά σου με τον Έξω Από Εδώ;» ρώτησε πειρακτικά και αμέσως πάλεψα να κρύψω την ντροπή που χρωμάτιζε το πρόσωπό μου.
«Κριστιέλα, είμαστε φίλες; Μπορώ να σε εμπιστευθώ;» τη ρώτησα ξεφυσώντας.
«Βεβαίως! Μπορεί να μην είμαι τόσο δυναμική και τόσο γενναία όσο εσύ, αλλά σε αγαπώ πολύ και θέλω να είσαι καλά. Αν η Λυρία σε κάνει ευτυχισμένη, τότε θα τη δεχτώ» μου είπε, ωστόσο απάντησα με μία ανάσα.
«Και κάποιος άλλος με κάνει ευτυχισμένη, απλώς όχι πάντα» πρόφερα και την είδα να μπερδεύεται.
«Σε χάνω...» μου είπε αποκαρδιωμένη.
«Για τον Σκορπιό μιλάω. Κοίταξε Κρίστι, δεν τον μισώ. Δηλαδή, μη σου πω τον συμπαθώ κιόλας κάποιες φορές. Ξέρεις, μία νύχτα έβλεπα έναν εφιάλτη, μονάχα που ήταν τόσο ζωντανός, ώστε κινδύνευα να παγιδευτώ μέσα του. Ο Σκορπιός έτρεξε να με σώσει και να με ξυπνήσει με κίνδυνο τη ζωή του. Κριστιέλα, υπάρχει κάτι που το έχω εμπιστευθεί μονάχα στον Σιμεόν. Έχω παρατηρήσει πως υπάρχει άμεση σχέση της καλής πράξης και του πόνου. Κοινώς, όποτε ο Σκορπιός κάνει κάτι καλό, υποφέρει. Θυμάσαι τότε με τον Νίκολας; Ο Σκορπιός με βοήθησε και παραλίγο να πεθάνει, αλλά εγκατέλειψε τον Νίκολας γιατί φοβήθηκε για τον ίδιο» τελείωσα και το κορίτσι αφέθηκε να πέσει σαν τσουβάλι στο κρεβάτι μου.
«Αυτό είναι πολύ σοβαρό. Εξηγεί πολλά πράγματα και αναιρεί άλλα τόσα. Πρέπει να το ψάξουμε. Αλλά πού;» με ρώτησε.
«Θα μαζέψω αποδείξεις και τότε θα ζητήσω βοήθεια, καθώς όσα σου είπα, ίσως να ήταν και τυχαία» τελείωσα και την ώρα που ανοίγαμε την πόρτα, αντίκρισα τον Σκορπιό να κάθεται στο παράθυρο μονάχος του, ως συνήθως.
«Τι περιμένεις τότε;» μου είπε η Κριστιέλα με νόημα «Πήγαινε να του μιλήσεις, Κένταλ, γιατί ξέρω πως το θέλεις» τελείωσε και έφυγε διακριτικά, αφήνοντάς με με ένα χαμόγελο. Επιτέλους, είχα μιλήσει σε κάποιον για όσα με βασάνιζαν. Υπό άλλες συνθήκες, αυτός ο κάποιος θα ήταν η μητέρα μου, αν ζούσε.
Με βήμα διστακτικό, τον πλησίασα, ωστόσο εκείνος δεν έκανε καν τον κόπο να με κοιτάξει.
«Συγγνώμη για τα όσα άκουσες» πρόφερα με δυσκολία.
«Δεκτή και τώρα άφησέ με, έχω πολλά και σοβαρά προβλήματα» μου είπε.
«Αν ήθελες να μιλήσεις σε κάποιον πάντως...» ξεκίνησα να λέω, μα με διέκοψε.
«Άκουσε, λευκή μάγισσα, εμείς οι δύο είμαστε από δύο κόσμους διαφορετικούς. Έχω πολλά προβλήματα, προσωπικά για την ακρίβεια και το τελευταίο πράγμα που θέλω είναι να μπλέξω και άλλους στην ήδη μπλεγμένη μου υπόθεση. Δεν χρειάζομαι βοήθεια, ούτε λύπηση και τώρα φεύγω γιατί με περιμένει ο Σιμεόν. Θα σε δω στην αίθουσα και ελπίζω να μη φέρεις τον δρακοεπισκέπτη σου μαζί. Η φίλη σου θα πρασινίσει από τον φόβο της» μου πέταξε και έφυγε.
Κάπου εκεί, κατάλαβα το γιατί τόνισα στην Κριστιέλα πως οι φορές που με κάνει ευτυχισμένη είναι λίγες και μετρημένες. Βγαίνοντας, βρήκα την Έλσα να ισιώνει την στολή της Επινουά.
«Καλημέρα» μου είπε και την είδα να βαστά το βιβλίο της Δρακολογίας.
Το εξώφυλλό του ήταν ανάγλυφο και γυάλιζε σαν τα λέπια στο σώμα του δράκου. Στη μέση του υπήρχε ένα πετράδι λευκό, ενώ το ανάγλυφο σώμα του δράκου τυλιγόταν γύρω του. Ήταν ένα βαρύ και πολυσέλιδο βιβλίο, το οποίο το είχα μάθει απ’ έξω εξαιτίας της Λυρίας.
Οι δυο μας βγήκαμε στον κήπο της Επινουά βαδίζοντας στην κεντρική αίθουσα υποδοχής της Σχολής. Εκεί, στο κέντρο της έστεκε το χριστουγεννιάτικο δέντρο, το οποίο ήταν φορτωμένο με τις ευχές μας. Η ημέρα που η Σχολή θα έκλεινε για τις γιορτές πλησίαζε και άξαφνα είδα τις χιλιάδες ευχές των μαθητών, που είχαν την μορφή μικρής φλογίτσας, να πετούν και να χάνονται προς τον ουρανό της στέγης. Η Επινουά δεν είχε μία στέγη όπως όλα τα άλλα κτίρια. Το ταβάνι της αντικατόπτριζε τον ουρανό στις διάφορες ώρες του. Τώρα οι φλογίτσες πετούσαν προς τη μεριά του και χάνονταν στο απέραντο γαλάζιο του. “Μακάρι να γίνουν πραγματικότητα” σκέφτηκα.
Εκείνο το πρωινό χιόνιζε στα δάση και ο πλάτανος, ο οποίος φιλοξενούσε τον Μπένταγκ, το γέρικο Ντουένον, ήταν ψυχρός και ανήσυχος. Από το ανοιχτό παράθυρο είχαν εισβάλει μερικά ξερά φύλλα και ο Μπένταγκ πετάχτηκε όρθιος. “Πρέπει να φύγω” σκέφτηκε και φόρεσε το μακρύ, μυτερό του καπέλο. Κατέβηκε τα στενά, ξύλινα, εσωτερικά σκαλιά και βρήκε τον Μόρθιλ να βοηθά την Λάραλιθ.
«Για πού το έβαλες παππού;» τον ρώτησε ο μικρός.
«Για το κέντρο της Βέρνια» απάντησε εκείνος χαρωπός
«Τι γυρεύεις εσύ στους αγροίκους, ψηλομύτηδες μάγους;» τον ρώτησε η Λάραλιθ.
«Καλή μου, πρέπει να αγοράσω χρώματα και να βάψω αυτό το παλιοτράπεζο» της είπε, ωστόσο εκείνη δεν φάνηκε να πείθεται.
«Τελευταία είσαι περίεργος. Έλλειψες ξανά δυο φορές, δήθεν για να αγοράσεις κατσαρόλες και είδη κηπουρικής για τον Μόρθιλ» έσκουξε η Λάραλιθ.
«Γυναίκα, ανάκριση μου κάνεις έπειτα από σαράντα χρόνια γάμου; Δεν με λυπάσαι;» γκρίνιαξε ο Μπένταγκ και αρπάζοντας την κάπα του στο χρώμα το χακί, ξεκίνησε να περπατά με ιλιγγιώδη ταχύτητα ανάμεσα από τα χιονισμένα δέντρα. Τα Ντουένον ήταν τα μόνα πλάσματα που κινούνταν με τόσο μεγάλη ταχύτητα.
Κουρασμένος, έφθασε στο κέντρο της πόλης δύο ώρες αργότερα, με τον χαμό και τη σκόνη να τον υποδέχονται. Τα χρωματιστά μαγαζιά της Βέρνια τον έκαναν να χαμογελάσει, καθώς πάντοτε του άρεσε αυτή η ποικιλομορφία της πόλης. Στο χέρι του κρατούσε ένα χαρτί με ένα όνομα. Το όνομα του Άινταν. Μετά από τόσα πολλά χρόνια ήταν καιρός να δει από κοντά, εκείνον τον τρομαγμένο και δυστυχισμένο έφηβο που είχε αφήσει πίσω του. Ήθελε να του μιλήσει, να τον ακούσει και από κει και πέρα, όλα ήταν πιθανά.
Περπατούσε στους πλακόστρωτους δρόμους της πόλης, κάνοντας υποθέσεις για το πού θα μπορούσε να εργάζεται ένας νέος σαν τον Άινταν. Επίσης, σκέφτηκε ότι το λογικό θα ήταν πως ο νεαρός θα χρησιμοποιούσε κάποιο άλλο επίθετο, καθώς με εκείνο του Γκρερ, δεν πήγαινες πουθενά και δεν εργαζόσουν σε κανέναν τομέα. Πώς όμως στην ευχή θα τον ζητούσε; Τα βήματά του τα μικρά τον είχαν οδηγήσει μέχρι το λιμάνι. Εκεί τα πράγματα ήταν πιο ήσυχα, καθώς εξαιτίας του κρύου και του ταραγμένου καιρού, η αλιεία είχε μειωθεί αισθητά και οι λάτρεις των τζίραβουντ είχαν πάψει να διαμαρτύρονται.
Άξαφνα, του ήρθε μία περίεργη ιδέα, καθώς ο Μπένταγκ φημιζόταν για την ισχυρή του διαίσθηση, εκτός από την ικανότητά του να μεταμφιέζεται, όπως όλα τα Ντουένον, ειδικά εκείνα που ζούσαν στα δάση, καθώς φοβούνταν για την ζωή τους. Ωστόσο, για την ώρα θα εμφανιζόταν με την αληθινή του εμφάνιση, αποφασίζοντας να πάει στο Υπουργείο και να δοκιμάσει την τύχη του. Ποτέ του εξάλλου, δεν είχε πέσει έξω σε κάποια του απόφαση. Φτάνοντας λοιπόν μπροστά στην επιβλητική του πόρτα, ξερόβηξε δύο φορές, προκειμένου να αναγκάσει τους Ανιχνευτές να σκύψουν για να τον προσέξουν. Οι συγκεκριμένοι ήταν εκρού μάγοι, το μαρτυρούσε η αμφίεσή τους. Ο Μπένταγκ είχε μονίμως σκονισμένα ρούχα εξαιτίας της δουλειάς του στους κήπους των δασών που έμενε, πράγμα που έκανε τους δύο άντρες να μορφάσουν περιφρονητικά.
«Και εσύ ποιος είσαι;» τον ρώτησε ο ένας.
«Ονομάζομαι Μπένταγκ και είμαι ένα Ντουένον που δούλευε στους κήπους του κυρίου Άινταν» ξεκίνησε.
«Ναι και τι θέλεις; Ξέχασε να σου πληρώσει κάποιο μεροκάματο;» ρώτησε ο άλλος και ο Μπένταγκ χαμογέλασε, καθώς εξαιτίας της ειρωνείας των μάγων, κατάλαβε πως πράγματι ο Άινταν δούλευε εκεί.
«Πρόσεχε, μάγε, γιατί και εγώ διαθέτω ταλέντα πολλά και κρυφά. Θέλω απλώς να τον δω, μπορείς να τον ειδοποιήσεις;» ρώτησε το Ντουένον ξεκινώντας να χάνει την υπομονή του.
«Δεν νομίζω να χαρεί» του απάντησε ο μάγος.
«Καλά, εσύ ρώτησέ τον και αν δεν θέλει να με δει, κάλεσέ τον μέχρι εδώ να με διώξει ο ίδιος ήρεμα και όμορφα» απάντησε ο Μπένταγκ και ο ένας Ανιχνευτής έφυγε δυσανασχετώντας, προκειμένου να ειδοποιήσει τον Άινταν.
Πέντε λεπτά αργότερα, ο Μπένταγκ άκουσε οργισμένες φωνές, λίγο πριν να ανοίξει η πόρτα. Μάλλον ο Ανιχνευτής τα άκουγε για τα καλά. Τελικά, η πόρτα άνοιξε και μπροστά του ξεπρόβαλε ένας ψηλόλιγνος άντρας με σκούρα, καστανά μαλλιά και ολοπράσινα, σμαραγδένια μάτια, ντυμένος με ένα υπέροχο, γκρίζο κοστούμι. Το Ντουένον, δυσκολεύτηκε να κρατήσει τα δάκρυά του, μόλις οι ματιές τους αντάμωσαν. Άξαφνα, είδε το πρόσωπο του Άινταν να φωτίζεται απότομα πράγμα που ούτε η Εμίλια είχε αντικρίσει ποτέ της. Αυτήν τη λάμψη χαράς. Ευθύς γονάτισε μπροστά του και άνοιξε τα χέρια του διάπλατα, για να βρεθεί δευτερόλεπτα αργότερα, ο Μπένταγκ κλεισμένος μέσα της.
«Θα με σκάσεις παλιόπαιδο!» του φώναξε δήθεν αγριεμένος και ο Άινταν γέλασε. Δεν μόρφασε, αλλά άφησε τον γάργαρο ήχο του γέλιου του να ακουστεί παντού, σε σημείο που οι δύο Ανιχνευτές ήταν έτοιμοι να σταυροκοπηθούν.
Ο Μπένταγκ, ανακάτεψε τα μαλλιά του νεαρού πολλές φορές.
«Μπένταγκ, καλέ μου φίλε. Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω. Έλα, μη στέκεσαι έξω. Έλα να δεις το νέο μου γραφείο. Θα σου αρέσει πολύ και φυσικά, έχω μηχανή που κάνει καροτοχυμό. Βλέπεις, η αγάπη για το ευγενές λαχανικό δεν είναι μονάχα δική σου υπόθεση» του είπε ο Άινταν και ο Μπένταγκ γέλασε, παρατηρώντας ταυτόχρονα και τα επικριτικά, υπόγεια βλέμματα που λάμβανε από τους υπόλοιπους.
«Νομίζω πως δεν σου ταιριάζει το Υπουργείο» του είπε τελικά το Ντουένον.
«Μα, γιατί το λες αυτό;» ρώτησε ο Άϊνταν.
«Είναι εμφανές. Εδώ μέσα είναι όλοι τους αμίλητοι, αγέλαστοι, άκεφοι» ξεκίνησε ο Μπένταγκ και ο Άινταν γέλασε ξανά.
«Ω, Μπένταγκ, εγώ είμαι πολύ χειρότερός τους» του είπε.
«Άνθρωπος που αγαπά τα καρότα μικρέ, έχει ελπίδες. Εγώ σε βρίσκω τέλειο. Είσαι το αγοράκι μου, που το θυμάμαι μαζί με τον συγχωρεμένο τον Γουίλφρεντ. Μπορεί στην αρχή να μη μου μιλούσες, μετά όμως θυμάσαι πόσα παιχνίδια κάναμε; Τότε που επιτέλους με εμπιστεύθηκες;» τον ρώτησε και ο Άινταν του χάιδεψε τον ώμο.
Μπαίνοντας στο γραφείο του, ο Βαν σηκώθηκε αμέσως όρθιος, ενώ η έκφρασή του έκανε τον Μπένταγκ να καταλάβει πως το Γουέντιγκος τον έτρεμε. Σιωπηλός ο Βαν αποχώρησε και έκλεισε την πόρτα πίσω του, αφήνοντάς τους μόνους.
«Φόβος ήταν αυτός που καθρεπτίστηκε στα μάτια του δόλιου του γραμματέα σου;» ρώτησε και ο Άινταν ένιωσε σαν ένα παιδί που το μάλωναν. «Λοιπόν, θα σου μιλήσω, όπως μιλώ στον εγγονό μου, γιατί σας έχω στην ίδια μοίρα. Άινταν, καθήκον του σωστού ανθρώπου ή μαγικού πλάσματος, είναι να σέβεται. Ο σεβασμός κερδίζεται, δεν επιβάλλεται. Αν κάποιος σε φοβάται, αυτό σημαίνει πως στην αδύναμη στιγμή σου, θα φροντίσει να σε διαλύσει και όχι να σε βοηθήσει. Εσύ δεν θέλεις κάτι τέτοιο όμως» τελείωσε και ο Άινταν τον κοίταξε σιωπηλός.
«Ξέρω πως είμαι τραμπούκος και σκληρός και αμείλικτος...»
«Εγώ, Άινταν, δεν το ξέρω. Τώρα το μαθαίνω. Γιατί παιδί μου; Ξέρεις πως μπορείς να με εμπιστευθείς. Θέλω το καλό σου και μόνο» του είπε ο Μπένταγκ, μα ο Άινταν δεν θα του άνοιγε όλα τα χαρτιά του. Όσο και αν τον αγαπούσε, φοβόταν, δεν άντεχε να εμπιστευθεί κάποιον με την ίδια του τη ζωή, όχι ακόμη.
«Μπένταγκ, γνωρίζεις πως ήμουν ένα παιδί περίεργο. Υποψιάζεσαι πως δουλεύω εδώ με άλλο επίθετο, με το επίθετο Γουέτμορ»
«Γιατί; Είσαι ο Άινταν Γκρερ» επέμεινε ο Μπένταγκ και ο Άινταν άσπρισε.
«Μη το λες δυνατά αυτό! Αν δούλευα με το αληθινό μου επίθετο, τώρα θα ήμουν νεκρός. Έτσι ήταν πάντα, έτσι θα είναι. Οι Σάμχαϊν είμαστε οι σατανικοί της υπόθεσης. Αυτό πολεμούσε ο παππούς μου» ξεκίνησε ο νεαρός.
«Και πώς αυτό θα αλλάξει; Έτσι; Με το να κρύβεσαι, καθιστάς αυτομάτως τον εαυτό σου ένοχο. Η αλλαγή θα έρθει με αγώνες. Εγώ ποτέ μου δεν πίστεψα στην απόλυτη ενοχή των Σάμχαϊν. Υπήρχαν και καλοί, αλλά η αντίστροφη φήμη υπερίσχυσε. Κάνε την αρχή και άλλαξέ το» τον παρότρυνε μάταια ο Μπένταγκ, ωστόσο, βλέποντας πως τον είχε στριμώξει, αποφάσισε να του αλλάξει το θέμα. «Μίλα μου για εσένα. Με τέτοια εμφάνιση, ουρά θα κάνουν οι κοπέλες. Κάποια ξεχωριστή; Δεν πιστεύω να παντρεύτηκες και να μη με κάλεσες, γιατί θα θυμώσω» ξεκίνησε το Ντουένον και ο Άινταν κοκκίνισε.
«Δεν ξέρω τι είδους ουρά κάνουν, αλλά μου περνούν αδιάφορες. Έχω τόσα θέματα να λύσω, που ο έρωτας δεν χωρά στη ζωή μου» πρόφερε κάπως κοφτά.
«Γιατί αγόρι μου; Προσπαθείς να αποδείξεις πως τελικά η Γη είναι επίπεδη; Στρογγυλή είναι, εγώ στο λέω! Άφησε λοιπόν τα θέματα και ζήσε. Από το ύφος σου καταλαβαίνω, πως κάποια υπάρχει...» είπε πονηρά ο Μπένταγκ.
«Υπήρχε. Την έδιωξα» του απάντησα.
«Γιατί; Σε απάτησε;» ρώτησε ταραγμένα το πλάσμα.
«Δεν είχαμε σχέση, για να με απατήσει. Είναι μεγάλη ιστορία Μπένταγκ» ξεκίνησε.
«Ας τη μικρύνουμε. Γι’ αυτό είμαι εδώ, για να σε ακούσω, να σε δω και να σε συμβουλέψω, καθώς σε άφησα μονάχο σου τόσα χρόνια και είδα προκοπή. Χάλια τα ‘χεις κάνει!» συνέχισε ο Μπένταγκ.
«Η αλήθεια, όπως σου είπα, δεν είχαμε σχέση παρά το γεγονός, πως αν την δω με κάποιον άλλο αγκαλιά, η καρδιά μου θα διαλυθεί σε πολλά κομμάτια. Ωστόσο, ήταν επιλογή μου αυτό. Της διέγραψα τη μνήμη και της φύτεψα δικές μου εικόνες για να με ξεχάσει» τελείωσε και ο Μπένταγκ πνίγηκε με τον χυμό του.
«Παιδί μου, τρελάθηκες; Η διαγραφή μνήμης είναι απαγορευμένη! Απαιτεί ρούνους, ανάθεμα τον Κέναρντ! Τι σε έπιασε; Ακολουθείς τα χνάρια του ανεπρόκοπου;» τσίριζε το Ντουένον και αν ήταν άλλος στη θέση του, θα είχε γίνει ήδη στάχτες. Κανένας και ποτέ δεν είχε μιλήσει στον Άινταν με αυτόν τον τρόπο, πόσο μάλλον να προσβάλει το είδωλό του.
«Ο Κέναρντ είναι ο παππούς μου. Ο μόνος που με αγαπούσε. Έπαθα τόσα και τράβηξα άλλα τόσα, μόνο και μόνο για να με θαυμάσει. Ωστόσο, δεν πρόλαβε γιατί σκοτώθηκε» του είπε κάπως πιο κοφτά.
“Σκατά στον λάκκο του” σκέφτηκε ο Μπένταγκ εμφανώς οργισμένος.
«Άινταν, ξέρεις πόσο σε αγαπώ, ωστόσο αυτό που βλέπω με τρομάζει και με στεναχωρεί. Θέλω να μου κάνεις μία χάρη και να μην ξεχάσεις αυτήν την συμβουλή. Μην πετάξεις τη ζωή σου για κανένα και να έχεις είδωλό σου την αγάπη. Δεν αξίζει τίποτε άλλο. Εγώ θα φύγω, μα εμείς οι δύο θα τα ξαναπούμε. Είσαι και εσύ παιδί μου και εγγόνι μου και ας έχουμε δύο μέτρα ύψους διαφορά και ας είναι πράσινο το δέρμα μου. Σε μεγάλωσα από ένα σημείο και μετά» τελείωσε και ο Άινταν τον αγκάλιασε σφιχτά.
«Αν εσύ ή η οικογένειά σου χρειαστείτε κάτι, ξέρεις πού θα με βρεις, Μπένταγκ. Αυτή εδώ η πόρτα είναι πάντα ανοιχτή για εσένα και μόνο» του απάντησε.
«Άνοιξε, υιέ μου και μία άλλη πόρτα. Αυτή που βρίσκεται στο σημείο της καρδιάς. Αξίζει τον κόπο. Θα πεθάνω και θα θυμάσαι τα λόγια μου, αγόρι μου»

Oι κάτοικοι της Κόλνταουν είχαν θορυβηθεί ιδιαιτέρως εξαιτίας των απανωτών, σεισμικών δονήσεων, οι οποίες οφείλονταν στην ηφαιστειακή δραστηριότητα. Τα σπίτια των μάγων εκεί ήταν όλα τους ολόλευκα, ενώ οι στέγες ήταν διαμορφωμένες με τέτοιον τρόπο, ώστε να απωθούν το χιόνι που έπεφτε σχεδόν ολόχρονα. Στα παγωμένα της νερά ζούσε ένα είδος θαλάσσιου φιδιού, το οποίο φημολογούταν πως ήταν απόγονος της φυλής των δράκων. Ονομαζόταν Σίντραν και το κυανόλευκο δέρμα του άστραφτε ανάμεσα από τα κύματα του ωκεανού. Το συγκεκριμένο είδος ζούσε αποκλειστικά στις βόρειες θάλασσες του μαγικού κόσμου, ενώ το κρέας του πωλούταν ακριβά, καθώς ήταν ιδιαιτέρως θρεπτικό.
Η Κόλνταουν ήταν μία μικρή πολή-νησί, βόρεια της μαγικής διάστασης της Σκωτίας. Τις περισσότερες ημέρες του χρόνου ήταν καλυμμένη με χιόνια και πάγο, έτσι οι πτήσεις με τα Κέλαντερ πραγματοποιούνταν με ιδιαίτερη δυσκολία. Το δικό της Υπουργείο Μαγείας βρισκόταν απέναντι και ανήκε στην μαγική πόλη της Σκωτίας, τη Μίντοουσορ. Εκείνες οι ημέρες ήταν δύσκολες, η θάλασσα είχε υιοθετήσει ένα παράξενο, θολό χρώμα και από την κορυφή του Μπέλντελ, του μυθικού ηφαιστείου έκαναν την εμφάνισή τους καπνοί. Αρχικά, οι κάτοικοι είχαν πιστέψει πως επρόκειτο απλώς για ένα φυσικό φαινόμενο, ωστόσο η κορυφή του ηφαιστείου, αποτελούσε μία πύλη που οδηγούσε στα ανεξερεύνητα άδυτα μονοπάτια, στα έγκατα της γης και στο βασίλειο ενός πλάσματος σκοτεινού και οργισμένου, του Βάλιμαρ.
Ο Βάλιμαρ αποτελούσε πριν από πολλά χρόνια τον βασιλιά της μαγικής και σοφής φυλής των δράκων. Ωστόσο, οι άνθρωποι είχαν βάλει για ακόμη μία φορά το χεράκι τους με την κλοπή χιλιάδων αυγών δράκων, κυρίως ευρωπαϊκών και λιγότερο ανατολικών. Ουσιαστικά, είχε κυρηχθεί ένας ανεπίσημος πόλεμος, με τους δράκους να φοβούνται για την ζωή τους και τους εβένινους, κυρίως, μάγους να τους καταδιώκουν. Ο Βάλιμαρ έβλεπε απελπισμένος τη φυλή του να εκλείπει ολοένα και περισσότερο. Ήξερε πως, αν δεν ερχόταν σε συμφωνία με τους μάγους, σύντομα οι δράκοι θα αποτελούσαν για την ανθρωπότητα μονάχα ένα μύθο. Στην κατοχή του είχε ένα απίστευτα πολύτιμο αντικείμενο, ένα πετράδι, ένα σπάνιο είδος διαμαντιού, ολόλευκο και αστραφτερό, το οποίο με την πρώτη ματιά σού έδειχνε τον ουρανό του βορρά. Οι δράκοι ήταν εξάλλου οι μεγαλύτεροι συλλέκτες πολύτιμων λίθων και πετραδιών.  Το συγκεκριμένο ήταν πραγματικά υπέροχο, έργο αποκλειστικά της ίδιας της φύσης. Αρχικά, ήταν απλώς ένα διαμάντι, όπως όλα τα υπόλοιπα, μα ο Βάλιμαρ το προόριζε να γίνει κάτι ξεχωριστό. Εκθέτοντάς το στην αντανάκλαση του βορείου σέλατος, του χάρισε την μαγεία της εμφάνισης και της ενέργειας.
Ωστόσο, καθώς οι δράκοι γνώριζαν το ρουνικό αλφάβητο, ο Βάλιμαρ, χάραξε επάνω του τα λόγια της δικής του διαλέκτου. “Η έξοδος από το βασίλειο των νεκρών, θα είναι πάντοτε δυνατή, μα η κατάρα θα την τυλίγει”.  Αυτά ήταν τα λόγια, που βρίσκονταν χαραγμένα σε αυτό το πολύτιμο, μα καταραμένο ελιξίριο ζωής. Έτσι, όταν έφθασε η δύσκολη ώρα, όταν δεν υπήρχε άλλη διέξοδος, ο Βάλιμαρ κάλεσε τον Κέναρντ να συναντηθούν σε ουδέτερο έδαφος. Κοίταξε τον σκοτεινό μάγο στα μάτια και κατάλαβε τη δίψα του για δύναμη και για καταστροφή. Εκείνο που δεν είχε καταλάβει ήταν πως ο Κέναρντ ήταν ο πρώτος και ίσως ο μοναδικός μέχρι εκείνη τη στιγμή Ότουρθ. Κυλούσε στο αίμα του αίμα δράκου, καθώς πάνω στη μάχη, τον είχε δαγκώσει ο ευρωπαϊκός δράκος των βουνών, μα ο Κέναρντ είχε επιβιώσει, το ίδιο και η ουσία από το δόντι του δράκου, που του έδωσε το χάρισμα της μεταμόρφωσης, της δύναμης και της γνώσης.
 Ο Κέναρντ, λοιπόν, στάθηκε απέναντί του περιμένοντας να ακούσει τους όρους και καθώς οι δράκοι, όπως και ο Βάλιμαρ, ανέπτυσσαν ισχυρούς, οικογενειακούς δεσμούς, ο δράκος ζήτησε από τον Κέναρντ μία χάρη. Να του βρει το αυγό που θα ανήκε σε κάποιο μελλοντικό του παιδί, το οποίο όμως είχε χαθεί, καθώς εξαιτίας της κατάστασης που επικρατούσε, η γυναίκα του είχε πετάξει μακριά για να σωθεί και να κρυφτεί, γεννώντας τα αυγά της σε ασφαλές μέρος. Αν κατόρθωνε να σώσει ο Κέναρντ ή κάποιος από την οικογένειά του έστω και ένα του παιδί, θα του έδινε σαν αντάλλαγμα, το πετράδι του.
Ωστόσο, ο πόλεμος των μάγων δεν άργησε να ξεσπάσει. O Βάλιμαρ δυστυχισμένος και δίχως οικογένεια αποσύρθηκε στα έγκατα του ηφαιστείου, μακριά από τους ανθρώπους. Tο πετράδι παρέμεινε σε εκείνον ως η μόνη ελπίδα να ξαναδεί κάποιον από την οικογένειά του, καθώς τα αυγά των δράκων χρειάζονταν χρόνια για να εκκολαφθούν, ενώ ο Κέναρντ σκοτώθηκε. Ωστόσο, η συμφωνία που είχε σφραγιστεί μεταξύ τους εξακολουθούσε να ισχύει, καθώς βάραινε και τους διαδόχους του. Τα μέλη στο αίμα των οποίων κυλούσε και το δικό του.
Μέσα στο σκοτάδι της φυλακής του, καθώς παρέμενε κλεισμένος στα έγκατα της γης εξαιτίας του μίσους του για τους ανθρώπους, το πετράδι έλαμψε και το σώμα του κουλουριάστηκε γύρω του απεγνωσμένα. Το ένιωθε, ήταν η δύναμη που τον καλούσε, η δύναμη της συμφωνίας. Κάποιος απόγονός του ζούσε και η ελπίδα δεν είχε χαθεί, ούτε και το αίμα του Κέναρντ. Σύντομα, ένας μάγος Σάμχαϊν θα τον αναζητούσε προκειμένου να αποκτήσει αυτό το πολύτιμο αντικείμενο και ο Βάλιμαρ θα το το παρέδιδε με το ανάλογο αντάλλαγμα. 

Ήταν νωρίς το πρωί και ο Σιμεόν καθόταν στο γραφείο του, έχοντας πρώτα διασχίσει την κεντρική αίθουσα της Επινουά. Τα κόμπολτς είχαν κάνει φοβερή δουλειά, καθώς όλη η Σχολή μύριζε φρέσκο τσουρέκι και βούτυρο με πορτοκάλι. Η νύχτα που είχε αφήσει πίσω του, ήταν πραγματικά η δυσκολότερη της ζωής του. Για την ακρίβεια δεν είχε κλείσει μάτι και το πρωί τον ξύπνησε η φασαρία των δύο νεαρών Ντουένον που έσκαβαν και περιποιούνταν τα βότανά του με ιδιαίτερο ζήλο. Ο ένας ήταν ο Μόρθιλ, τον οποίο ο Σιμεόν αγαπούσε πολύ και έτσι φεύγοντας για την Επινουά, τους άφησε μία σακούλα με φρέσκα λαχανικά για να γευματίσουν.
Καθώς περπατούσε σκυθρωπός στους διαδρόμους της Σχολής, χάζευε τα μοναστηριακά τραπέζια των διαφορετικών, μαγικών οίκων και στη συνέχεια κλείστηκε στο γραφείο του, όταν ο ήχος του ράμφους του Άρθουρ τού απέσπασε την προσοχή. Παλεύοντας να χαμογελάσει, του άνοιξε ευθύς το παράθυρο και το πουλί μπήκε μέσα χαρωπό τιτιβίζοντας.
«Καλημέρα, Σιμεόν. Σαν μαραμένο κρίνο μοιάζεις» του είπε και ο καθηγητής πάλεψε να χαμογελάσει.
«Σιμεόν; Σίγουρα σε φωνάζουν έτσι;» ακούστηκε η φωνή του Κρίστοφερ που στεκόταν στο κατώφλι της πόρτας.
«Τι έπαθε αυτός και το χιούμορ του κατρακύλησε δέκα επίπεδα;» έκρωξε ο Άρθουρ και ο Κρίστοφερ τον κοίταξε απότομα.
«Σήμερα είναι η μέρα που φλερτάρω με την ιδέα να χρησιμοποιήσω απαγορευμένα ξόρκια. Μήπως θα ήθελες να τα δοκιμάσεις; Άντε, πήγαινε να ψάξεις για κανένα ψίχουλο στην αυλή και άφησέ με μονάχο μου με τον Σιμεόν» γρύλισε ο Κρίστοφερ και το πουλί εξαφανίστηκε από το ανοιχτό παράθυρο.
«Κρίστοφερ, σχετικά με εχθές...» ξεκίνησε ο Σιμεόν και ο εκρού μάγος του έκανε σήμα να σωπάσει.
«Έχω την εντύπωση πως εμείς οι δύο πρέπει να ξανασυστηθούμε με τα αληθινά μας ονόματα. Είμαι και παραμένω ο Κρίστοφερ Πεζούλη, εσύ πώς λέγεσαι;» τον ρώτησε και ο Σιμεόν χαμογέλασε πικραμένα.
«Είμαι ο Σιμεόν Γκρερ, ο μικρότερος αδερφός από την οικογένεια Γκρερ. Ο μεγαλύτερος ήταν ο Κέναρντ και ο μεσαίος ο Γουίλφρεντ» τελείωσε ο Σιμεόν και ο Κρίστοφερ πήρε μία βαθιά ανάσα.
«Λοιπόν, από πού ξεκινά η ιστορία αυτή;» τον ρώτησε.
«Από τότε που ο μεγάλος μου αδερφός έπαψε να είναι εκείνο το στοργικό παιδί και ξεκίνησε να ασχολείται με τη σκοτεινή πλευρά της σαμχαϊκής μαγείας. Από τότε που όλος αυτός ο στρόβιλος τον ρουφούσε και τον κατάπινε και εγώ το έβλεπα, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτε, καθώς μου είχε γκρεμίσει τα συναισθήματά μου για τον ίδιο. Βλέπεις, μικροί σαν αδέρφια ήμασταν πολύ δεμένοι, πιο πολύ από ότι με τον Γουίλφρεντ, ο οποίος, ενώ θα περίμενα να ξέκοβε εκείνος από την οικογένεια, κράτησε το επίθετό του και ανέλαβε τον δευτερανηψιό μας. Εκείνον που εγώ δεν δέχτηκα να δω ούτε σε φωτογραφία, εξαιτίας της ανάγκης μου να πετάξω το βάρος που κουβαλούσε το επίθετο Γκρερ»
Όση ώρα μιλούσε, ο Κρίστοφερ τον κοιτούσε σιωπηλός. Ζύγιζε κάθε του λέξη, κάθε του πρόταση.
«Αν υπάρχει ένας λόγος, που θα σκεφτώ να σε συγχωρέσω, αυτός είναι τα χρόνια της γνωριμίας μας. Παρά την ψεύτικη ταυτότητά σου, μπορώ να πω πως γνωρίζω καλά τον Σιμεόν που έχω απέναντί μου και γι’αυτό, φθάνω στο σημείο να απορήσω που εσύ δεν σκέφτηκες να πάρεις υπό την προστασία σου ένα παιδί που κυριολεκτικά δεν έφταιξε σε τίποτε. Ωστόσο, αναγνωρίζω το νεαρό της ηλικίας σου τότε και την απελπισία σου και ανάγκη σου να τινάξεις από επάνω σου τον μανδύα των Γκρερ. Το ποιοι είμαστε όμως δεν το καθορίζει το επίθετό μας, αλλά οι πράξεις μας, Σιμεόν» του είπε τελικά ο Κρίστοφερ και ο διευθυντής τον κοίταξε απολογητικά.
«Έχεις δίκιο, Κρίστοφερ. Ωστόσο, ο Κέναρντ είχε προκαλέσει τόσο μεγάλη ζημιά στον κόσμο, που κανένας δεν θα καθόταν να ασχοληθεί με τον χαρακτήρα μου, μόλις μάθαιναν πως είμαι αδερφός του. Δεν θα μπορούσα να δουλέψω πουθενά, καθώς όλοι θα ήταν καχύποπτοι, άσε που μέχρι τότε θα είχαν αποπειραθεί χιλιάδες φορές να με σκοτώσουν. Δεν ήταν εύκολο για εμένα, ωστόσο, αν γυρνούσα πίσω τον χρόνο, θα έπαιρνα μαζί μου τον δευτερανηψιό μου» του απάντησε.
«Ωστόσο, τον ανέλαβε ο Γουίλφρεντ ο οποίος βρέθηκε νεκρός, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, ενώ ο νεαρός είχε φύγει από το σπίτι του» συνέχισε ο Κρίστοφερ και ο Σιμεόν ένευσε θετικά.
«Ακριβώς και φυσικά όλοι υποψιαστήκαμε τον εγγονό του Γκρερ» πρόφερε ο Σιμεόν.
«Ο λόγος που απόψε βρεθήκαμε στο Υπουργείο, ποιος ήταν;» ρώτησε ξανά ο Κρίστοφερ.
«Ήταν η ανάγκη μου να βρω απαντήσεις. Χρόνια, υποψιάζομαι πως ο χαμένος δευτερανηψιός μου, είναι ο Άινταν. Τα πάντα σχεδόν ταιριάζουν. Η ηλικία του, η εμφάνισή του, καθώς μοιάζει στο σίχαμα τον πατέρα του, όπως επίσης και το γεγονός πως μένει στην έπαυλη Γκρερ. Ποτέ μου δεν πίστεψα πως την αγόρασε. Η συγκεκριμένη έπαυλη αναγνωρίζει μονάχα τους ιδιοκτήτες της και για να μπορέσει κάποιος να μείνει μέσα δίχως την θέληση του σπιτιού θα πρέπει να είναι πολύ ισχυρός μάγος και να γνωρίζει τα ρουνικά. Ο Άινταν είναι πολύ ισχυρός και σκοτεινός μάγος και υποψιάζομαι πως ο λόγος που η έπαυλη του επιτρέπει να μένει είναι η χρήση των ρούνων» τελείωσε ο Σιμεόν.
«Αν όμως πράγματι ο Άινταν είναι ο εγγονός του Κέναρντ, τότε τι θα κάνεις; Αν και εκείνος βρει τις απαντήσεις που ψάχνει σχετικά με τον τρίτο αδερφό Γκρερ, τι θα του πεις;» ακούστηκε η ανήσυχη φωνή του Κρίστοφερ.
«Δεν ξέρω, Κρίστοφερ. Όλα μου φαίνονται δύσκολα και πολύ φοβάμαι, πως είναι αργά για τον Άινταν. Ωστόσο, είχα ακούσει πως η μητέρα του ήταν έγκυος ξανά, ενώ το συγκεκριμένο παιδί δεν γνωρίζουμε αν επέζησε. Τα νέα μού τα είχαν προλάβει οι Μορς, οι γονείς της Κένταλ μία μέρα πριν βρεθούν νεκροί. Ο υιός τους, ο Γουίλ, είχε δει τυχαία την μητέρα του Άινταν έξω από την έπαυλη. Έκτοτε, δεν γνωρίζουμε τι απέγινε, ούτε εκείνη, ούτε το μωρό της. Χάθηκε, όπως και η Εμίλια. Τη σκέφτομαι πολύ συχνά και έχω ψάξει παντού, ωστόσο δεν κατόρθωσα να βρω την άκρη του νήματος. Το Ντορθόριεν πέρασε επισήμως στα χέρια της Άσα. Διόλου τυχαίο, καθώς από πίσω κρύβεται ο Άινταν» απάντησε ο Σιμεόν, όταν άκουσε ένα χτύπημα στην πόρτα.
«Θα τα πούμε αργότερα εμείς» του είπε ο Κρίστοφερ και για λίγο, έμειναν να αλληλοκοιτάζονται, μέχρι που ο εκρού μάγος έκανε μία κίνηση και τον αγκάλιασε. «Δεν θέλω να υπάρχουν μυστικά μεταξύ μας. Είμαστε φίλοι και εγώ σε αποδέχομαι γι’ αυτό που είσαι. Μονάχα αν είμαστε ενωμένοι, θα πετύχουμε να νικήσουμε αυτό που έρχεται, Σιμεόν, γιατί το ξέρεις πως θα συμβεί. Πολύ φοβάμαι πως αργά ή γρήγορα, εσύ και ο Κέναρντ θα τα ξαναπείτε» ολοκλήρωσε ο Κρίστοφερ, για να δώσει την σκυτάλη στον Σκορπιό.
«Με καλέσατε να έρθω στο γραφείο σας» ακούστηκε η μόνιμα παγερή φωνή του αγοριού.
«Μάλιστα. Κάθησε και πάρε και  όσα μπισκότα θέλεις, καθώς εξαιτίας μου θα χάσεις το πρωινό σου» του είπε ο Σιμεόν και ο μικρός πήρε διστακτικά δύο μπισκότα από ένα βαζάκι σε σχήμα δράκου. «Σε κάλεσα, για να σε ρωτήσω κάποια πράγματα σχετικά με τη χθεσινή βραδιά. Για αρχή, τι είδους μαγεία χρησιμοποίησες, προκειμένου να μη γίνεις αντιληπτός;» τον ρώτησε, αλλά το αγόρι δεν φάνηκε να έχει τη διάθεση να απαντήσει.
«Καμουφλάζ» είπε τελικά.
«Αυτό είναι αδύνατον επομένως, περιμένω να μου παραδεχτείς το οφθαλμοφανές» τον πίεσε ο Σιμεόν και τελικά βλέποντας την άρνησή του, τον πλησίασε ζητώντας του να του δώσει το χέρι, μα ο Σκορπιός αρνήθηκε. «Δεν θα σου κάνω κακό, θέλω απλώς να διαπιστώσω κάτι» του είπε ευγενικά ο Σιμεόν, μα ο Σκορπιός άρχισε να νιώθει στριμωγμένος.
«Άφησέ με ήσυχο» του σύριξε απειλητικά, δίχως να αντιλαμβάνεται πως για ακόμη μία φορά του ξέφυγε η αλλαγή στο χρώμα των ματιών.
Μολαταύτα, ο Σιμεόν δεν φάνηκε να ταράζεται, καθώς είχε πλήρη γνώση της ταυτότητας του μικρού, ο οποίος έμοιαζε με μικρό αγρίμι, έτοιμο για επίθεση.
«Δώσε μου το χέρι σου, Σκορπιέ» ήταν η μόνη κουβέντα που ακούστηκε από τον Σιμεόν και ο μικρός αναγκάστηκε να υπακούσει.
«Transuerso!» διέταξε ο Σιμεόν και ο ρούνος που είχε δημιουργήσει ο Σκορπιός την προηγούμενη νύχτα εμφανίστηκε ξανά. «Αυτό ήταν το ξόρκι της αντιστροφής, όπου μου δείχνει όλα τα προηγούμενα που έχεις εκτελέσει. Σχημάτισες επάνω σου ρούνο, για να σε βοηθήσει στο καμουφλάζ και με τον ίδιο τρόπο ενίσχυσες και το ξόρκι του Κρίστοφερ. Ωστόσο, τι συνέβει όταν εσύ και ο Άλαν, βρεθήκατε μέσα στις αναμνήσεις μου; Τι είδατε;» τον ρώτησε και ο Σκορπιός τον κοίταξε ψυχρά.
«Το μόνο που καταλάβαμε, ήταν πως βρισκόμασταν σε ένα πεδίο μάχης. Ένας Σάμχαϊν επιτέθηκε στον Άλαν και εγώ τον αναχαίτισα. Μετά απλώς κατορθώσαμε και βγήκαμε από το όνειρο και βρεθήκαμε στο γραφείο του Άινταν» απάντησε κοφτά και ο Σιμεόν ανακουφίστηκε.
«Τι σε ήθελε αυτός;» ρώτησε δίχως καταβάθος να καρτερά να λάβει απαντήσεις.
«Τίποτε, απλώς μου έκανε παρατήρηση που βρέθηκα εκεί νυχτιάτικα» απάντησε ο Σκορπιός.
«Καλώς, είσαι ελεύθερος να φύγεις με μία συμβουλή. Πρόσεχε πολύ όταν θυμώνεις, όταν κινδυνεύεις να βρεθείς σε δύσκολη θέση» του είπε ο διευθυντής χαμογελώντας.

Όταν βρέθηκε στο Βερθάλ, την μικρή επαρχία της Βέρνια, ένιωθε απίστευτα ζαλισμένη. Στην πλάτη της κρεμόταν το σακίδιό της, ενώ ο πονοκέφαλος ήταν δυσβάσταχτος. Ο άντρας που την είχε συνοδεύσει ως εκεί, της είχε πει πως είχε μόλις χάσει τους γονείς της σε δυστύχημα και πιθανότατα, αυτός ήταν και ο λόγος που αδυνατούσε να θυμηθεί και πολλά από την ζωή της. Για την ακρίβεια, ήξερε πως το όνομά της ήταν Εμίλια και θυμόταν σκηνές από τα παιδικά της χρόνια, μέχρι το σημείο των σπουδών της. Από εκεί και πέρα το απόλυτο χάος. Φυσικά, δεν δίστασε να ευχαριστήσει αμέτρητες φορές τον νεαρό που την βοήθησε να φθάσει μέχρι το πανδοχείο και μάλιστα της πρότεινε να εργαστεί στο τοπικό ορφανοτροφείο νηπίων. Το όνομά του ήταν Σύλβαν και η αύρα του ήταν παράξενη παρά το γεγονός πως την είχε βοηθήσει με ιδιαίτερη προθυμία.
Το Βερθάλ δεν ήταν ιδιαιτέρως πυκνοκατοικημένο, καθώς ήταν χτισμένο σε μία κοιλάδα ανάμεσα από τα βουνίσια έλατα. Φημιζόταν για την παραγωγή των χειμερινών, μαγικών μανδύων και την εκτροφή των εβένινων Κέλαντερ, μιας που τα συγκεκριμένα ζώα αγαπούσαν πολύ το κρύο. Ο Σύλβαν γνώριζε πολύ καλά τη μάγισσα που εργαζόταν στο πανδοχείο, η οποία υποσχέθηκε να φιλοξενήσει την Εμίλια, μέχρι να ξεκινήσει με τη δουλειά της στο πολύ μικρό ορφανοτροφείο.
«Έχεις προηγούμενη εμπειρία με παιδιά;» την είχε ρωτήσει ένα απόγευμα, που έπιναν οι δυό τους τσάι με πιπερόριζα,
«Από όσο μπορώ να θυμηθώ όχι, καθώς η αλήθεια μετά το δυστύχημα έχω μεγάλα κενά μνήμης. Ωστόσο, τα αγαπώ πολύ τα παιδιά και πιστεύω πως θα τα πάμε περίφημα» απάντησε η Εμίλια πρόσχαρα.
«Εκτός από τους γονείς σου, που χάθηκαν, έχεις άλλους φίλους, οικογένεια, σύζυγο ίσως;» τη ρώτησε η κυρία Γκράντυ Μπέρνινγκ, όπως ήταν και το όνομά της.
«Συγγνώμη, μα δεν θυμάμαι. Νιώθω σαν να γνωρίζω τα πάντα και να αδυνατώ να τα ανακαλέσω στη μνήμη μου. Πιθανότατα να ευθύνεται το χτύπημα στο κεφάλι. Ωστόσο, νιώθω ένα κενό, σαν κάποιος ή κάτι να μου λείπει. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν λυπήθηκα τόσο για τον θάνατο των γονιών μου. Στο μυαλό μου φαντάζει κάτι πολύ μακρινό και ας έγινε μόλις προχθές» έσκουξε η κοπέλα λυπημένα.
«Μην ανησυχείς και με τον καιρό θα επανέλθει η μνήμη σου» την παρηγόρησε η γυναίκα.
«Τον νεαρό, τον γνωρίζετε; Τον Σύλβαν εννοώ» ρώτησε η Εμίλια.
«Σου άρεσε; Η αλήθεια, είναι πανέμορφος, σαν ψεύτικος. Ωστόσο, τελευταία τον έχω δει να πηγαινοέρχεται συχνά στα μέρη μας και τον έχω φιλοξενήσει κιόλας. Σαν αντάλλαγμα, μου έχει κάνει διαφήμιση για το πανδοχείο μου, ωστόσο είναι παράξενος και λιγομίλητος. Κρυψίνους. Δεν ξέρω τίποτε για τη ζωή του, αλλά παραδέχομαι πως είναι πανέμορφος» της είπε και η Εμίλια χαμογέλασε.
Στο άκουσμα της ερώτησης της κυρίας Γκράντυ, ένιωσε άβολα. Σαν να ήταν ταγμένη αλλού η καρδιά της, μα, αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε γιατί και κανένας δεν την είχε αναζητήσει μέχρι τώρα;
Εκείνο το πρωινό, είχε αποφασίσει να μην πάει στη δουλειά του. Ο Άινταν, έχοντας φορέσει τον γκρίζο μανδύα του, ξεκίνησε με προορισμό το σκοτεινό και απόκοσμο Ένταρταουν, την πόλη τον απόκληρων μάγων, η οποία τώρα πια φυλασσόταν από τους Σέφο, εξαιτίας του ξορκιού της υπακοής, το οποίο έπεφτε στους ώμους τους, βαρύ σαν πέτρα, κάνοντάς τους να περπατούν πάντοτε σκυφτοί. Πάνω από το συγκεκριμένο μέρος, όπου τίποτε δεν φύτρωνε, ο ουρανός είχε μία μόνιμη, γκρίζα αρρωστημένη απόχρωση. Συχνά βάδιζες στους κακοτράχαλους δρόμους και τα στενά σοκάκια και γινόσουν μάρτυρας καβγάδων, ενώ ήταν συχνό το θέαμα κρεμασμένων πτωμάτων, από τα μισογκρεμισμένα μπαλκόνια των παλαιών και εγκαταλελειμένων αρχοντικών.
Τα παλιά τα χρόνια, στο Ένταρταουν έμεναν όλοι οι επιφανείς μάγοι, μέχρι που μετακόμισαν στο Χάμλετ Πλέινς, όπου έμενε και η οικογένεια του Άλαν και που βρισκόταν στα κοντινά προάστια της Βέρνιας. Έτσι το Ένταρταουν εγκαταλείφθηκε και πέρασε στα χέρια όλων των παραβατικών στοιχείων του μαγικού κόσμου.
Ωστόσο, ο Άινταν δεν φοβόταν. Περπατούσε στον κεντρικό δρόμο αυτής της φριχτής συνοικίας, καμαρωτός, έχοντας φορέσει επιτέλους τα εβένινα χρώματα των Σάμχαϊν στην πλάτη του. Για την ακρίβεια, είχε συνάντηση με τον Σύλβαν, την Άσα και τον Ντιμίτρι, προκειμένουν να συζητήσουν την πορεία τους και την πορεία των εβένινων μάγων στον κόσμο. Στόχος τους, ήταν η ανάσταση του μεγαλύτερου και πιο φθονερού μάγου στην ιστορία, του Κέναρντ. Καθώς προχωρούσε, οι Σέφο τον προσπερνούσαν διακριτικά, το ίδιο και οι αλήτες του δρόμου. Κανείς δεν τολμούσε να κοιτάξει τον Άινταν κατάματα, εκτός από τους κοντινούς του συμμάχους. “Και τον Μπένταγκ, με τον οποίο πίνουμε καροτοχυμό αγκαλιά λες και είμαστε νήπια” σκέφτηκε, καθώς έφθανε μπροστά από την πόρτα μιας παλιάς μπυραρίας, η οποία, διόλου τυχαία, ονομαζόταν Κέναρντ. Περιττό να σχολιαστεί, πως το σύμβολο των Σάμχαϊν με τον μαύρο πήγασο δέσποζε σε όλα τα μπαλκόνια.
Το εσωτερικό της ήταν ζεστό και μύριζε έντονα μούχλα και αλκοόλ. Ο Άινταν σιχαινόταν τη βρωμιά και την ακαταστασία, ωστόσο θα έπρεπε να τα ανεχτεί και τα δύο για κάποιο χρονικό διάστημα, καθώς η συγκεκριμένη πόλη ήταν το μοναδικό μέρος, όπου οι Σάμχαϊν δεν έκρυβαν την αληθινή τους ταυτότητα. Στο βάθος είδε την Άσα να τον περιμένει, με τα αιώνια, αυστηρά, μυωπικά της γυαλιά και το στραβοκουρεμένο, καρέ μαλλί της. “Μία κινούμενη οπτασία” ξανασκέφτηκε ο Άινταν, ο οποίος δεν έτρεφε και ιδιαίτερη συμπάθεια για την γκρίζα μάγισσα, ωστόσο την ανεχόταν καθώς χρειαζόταν μία σύμμαχο και ένα αυτί στην Επινουά να παρακολουθεί τους δύο λευκούς μάγους και τον Σιμεόν, καθώς η προσωπικότητα του Κρίστοφερ του περνούσε παγερά αδιάφορη.
«Καλησπέρα σας, κύριε Γουέτμορ» άκουσε τη μελιστάλαχτη φωνή της καθηγήτριας και της χαμογέλασε ψυχρά.
«Χαίρομαι πολύ που σε ξαναβλέπω, Άσα» της απάντησε ο νεαρός άνδρας και εκείνη κατηύθυνε το χέρι της προς το δικό του κάτω από το τραπέζι με αποτέλεσμα ο Άινταν να τιναχτεί επάνω λες και τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα.
«Συγγνώμη» άκουσε τη στριγγή της φωνή.
«Ξέρετε, κυρία Φάνινγκ, απόψε δεν έχουμε βγει ραντεβού, σαν τους φρεσκοερωτευμένους, αλλά έχω έρθει για να μου δώσετε κάποιες πληροφορίες» της είπε κοφτά και εκείνη ίσιωσε τον γιακά του πουκαμίσου της.
«Σε κάλεσα πράγματι, για να σου δώσω μία πληροφορία. Η λευκή μάγισσα έχει στην κατοχή της ένα παράξενο αυγό. Εγώ φυσικά, έστειλα εκεί μέσα έναν καλικάτζαρο, προκειμένου να της αποσπάσει την προσοχή και να της το κλέψει, ωστόσο έπεσα πάνω στην άμυνα του σιχαμερού μικρού, εβένινου μάγου, του Σκορπιού» ξεκίνησε και αμέσως είδε τον Άινταν να στρέφει το βλέμμα του επάνω της απότομα, τα μάτια του να ξεκινούν να γίνονται δύο μαύρες τρύπες και η ίδια ένιωσε άξαφνα την γλώσσα της να καίει.
«Αυτός ο σιχαμερός που ανέφερες είναι ο αδερφός μου και το γνωρίζεις. Θα ήθελες πολύ να διέθετες έστω και το ένα δέκατο των ικανοτήτων του» της γρύλισε αφήνοντάς την να πάρει επιτέλους ανάσα.
«Τι συμβαίνει, Γουέτμορ; Υπερασπίζεσαι ένα παιδί το οποίο εσύ ο ίδιος καταδίκασες να ζει καταραμένο;» του πέταξε στα μούτρα εξοργίζοντάς τον περισσότερο.
«Το τι έκανα, όπως επίσης και οι λόγοι, δεν σε αφορούν εσένα. Ο Σκορπιός θα έρθει μαζί μου, στους Σάμχαϊν, εκεί που ανήκει. Τώρα, γκρίζα μάγισσα, συνέχισε να μου μιλάς για το αυγό, καθώς είναι εξέχουσας σημασίας» της είπε και εκείνη συνέχισε.
«Η Κένταλ έχει στην κατοχή της ένα αυγό, το οποίο είμαι βέβαιη πως ανήκει σε δράκο. Πρέπει να βρεις τρόπο να το αποκτήσεις, καθώς ίσως και να είναι εκείνο το ένα που αναζητάς. Γνωρίζεις την ιστορία αυτή;» τον ρώτησε και ο Άινταν χαμογέλασε ειρωνικά.
«Γνωρίζω σχεδόν κάθε πληροφορία που αφορά τον Κέναρντ, αλλιώς δεν θα αναγκαζόμουν να στείλω τον Σύλβαν στο μαγαζί του Σάτερ για να τον βγάλει από την μέση. Ο Σάτερ είχε υποψίες πως το ηφαίστειο Μπέλντελ παρέμενε ανενεργό και πως οι καπνοί και οι σεισμικές δονήσεις ανήκαν στον Βάλιμαρ. Τώρα έχουμε στην κατοχή μας τον χάρτη της υπόγειας πολιτείας που οδηγεί στον δράκο. Ο ίδιος, πριν από πολλά χρόνια, έκανε μία συμφωνία με τον παππού μου. Να του φέρει ένα αυγό που να ανήκει στον ίδιο με αντάλλαγμα το πετράδι του Βορρά. Το πετράδι το οποίο είναι ικανό να αναστήσει έναν μάγο σε περίπτωση που δεν έχει καεί το σώμα του. Φυσικά από μόνο του δεν κάνει καμία δουλειά. Χρειάζεται επιπλέον το βιβλίο του ίδιου του Κέναρντ και ένα ανθρώπινο τάλισμαν. Από εκεί και πέρα η τελετουργία σού είναι γνωστή» τελείωσε ο Άινταν και οι δυο τους στράφηκαν προς τη μεριά της πόρτας, για να δουν τον Σύλβαν να μπαίνει και να τους πλησιάζει.
«Λοιπόν, όλα εντάξει; Η Εμίλια έφθασε στον προορισμό της; Της βρήκες δουλειά;» ξεκίνησε τις ερωτήσεις ο Άινταν και η Άσα στένεψε τα μάτια της καχύποπτα.
Ο τόνος της φωνής του Άινταν την ώρα που ρωτούσε για την απεχθέστατη, πρώην διευθύντρια του ιδρύματος είχε αλλάξει. Θα μπορούσε μέχρι και να πει πως είχε γίνει πιο γλυκός, σαν να νοιαζόταν. Ωστόσο, κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον. Ο Άινταν δεν νοιαζόταν για κανέναν και ειδικά για τις γυναίκες και τις ερωτικές σχέσεις, παρά το γεγονός πως η ίδια είχε ονειρευτεί πολλές φορές τον άντρα απέναντί της ολόγυμνο και ολότελα δικό της. Δάγκωσε τα χείλη της με λύσσα και ξεροκατάπιε.
«Η δεσποινίς Κλαρκ έφθασε στο πανδοχείο για το οποίο σου είχα μιλήσει. Ευτυχώς δεν θυμάται τίποτε και θεωρεί πως όλο αυτό το κενό μνήμης οφείλεται αποκλειστικά σε δυστύχημα. Θα ξεκινήσει δουλειά σε ένα τοπικό ορφανοτροφείο» τελείωσε ο Σύλβαν, του οποίου η εμφάνιση έμοιαζε πολύ με ξωτικού.
Το δέρμα του ήταν τόσο λευκό, σχεδόν όσο του χιονιού, ενώ είχε μαλλιά ίσια μέχρι την μέση της πλάτης του, τόσο ξανθά που έμοιαζαν με λευκά. Φυσικά, όλο αυτό ερχόταν σε αντίθεση με τα ολόμαυρα, μεγάλα του μάτια. Μιλούσε στον Άινταν για τη διαδρομή του μέχρι το χωριό Βερθάλ και εκείνος ένιωθε χιλιάδες μαχαίρια να καρφώνονται μέσα στην καρδιά του. Δεν τον θυμόταν, δεν θυμόταν τη νύχτα τους στο Παρίσι, ούτε το πρώτο, αβέβαιο φιλί του, που ήταν και το μοναδικό που είχε δώσει μέχρι εκείνη τη στιγμή σε κάποια. Ωστόσο, όλα αυτά ήταν δική του επιλογή. Δεν θα μπορούσε να μένει με τη συγκεκριμένη κοπέλα άλλο πια. Η ψυχή της δεν ανήκε στην βρωμερή έπαυλη, ούτε στα στενοσόκακα του Ένταρταουν, που μύριζαν ανθρώπινα ούρα και μούχλα. Δεν ήθελε να βλέπει αυτήν του τη σκοτεινή πλευρά, έπρεπε να κινηθεί μονάχος του μέχρι την Κόλνταουν για την απόκτηση του πολυπόθητο πετραδιού του Βάλιμαρ.
“Δεν με θυμάται” ψέλλισε στον εαυτό του “Ήταν δική μου επιλογή. Ευτυχώς, πάντοτε θα κουβαλώ σαν ανάμνηση τη γραφική γειτονιά των καλλιτεχνών, τότε που ένα απλό όνομα, εκείνο του Ντουγκλάς, μου χάρισε τη δυνατότητα να είμαι κάποιος άλλος ή απλά να είμαι περισσότερο ο εαυτός μου. Δεν ξέρω, αλλά δεν έχει σημασία” σκέφτηκε, όταν άκουσε τον ήχο της βροχής και των σταγόνων να χτυπάνε πάνω στα βρώμικα τζάμια.
Μακριά, μέσα από τα σκοτεινά δάση, φάνηκε μία μορφή που κοιτούσε την πόλη της φρίκης από απόσταση. Ήταν ο Μπένταγκ που έστεκε βρεγμένος και λαχανιασμένος. Από τα μάτια του κυλούσαν δάκρυα. “Πού πήγες και έμπλεξες αγόρι μου;” μονολόγησε.

Η ημέρα εκείνη ήταν από τις πιο δύσκολες. Στο καπάκι μετά το μάθημα της Δρακολογίας, ακολουθούσε εκείνο της Βοτανολογίας, το οποίο το παρακολουθούσαμε όλοι οι πρωτοετείς μάγοι και οι Άρπιες, χωρισμένοι σε δύο ομάδες. Οι γκρίζοι ήμαστε μαζί με τους εκρού, οι οποίοι κυριολεκτικά πρωταγωνιστούσαν, μιας και από μικροί ήταν πολύ καλοί στη Βιολογία και σε ό,τι αφορούσε τον άνθρωπο και τη φύση. Ο Τζέιμι Μάθιου, ο καθηγητής των βοτάνων, ήταν γνώμος και είχε περίπου το ύψος το δικό μας. Ανεβαίνοντας στον δεύτερο όροφο και περπατώντας στον διάδρομο, διαβήκαμε μία τοξωτή πόρτα, στης οποίας την καμάρα ήταν ζωγραφισμένοι δύο αετοί που βαστούσαν ένα κλαρί. Ήταν το βότανο της ευφορίας, το οποίο λειτουργούσε σαν τα ανθρώπινα αντικαταθλιπτικά και εγώ φαντασιώθηκα να το μπερδέψω με τα μυρωδικά που βάζαμε στους κοκκινιστούς κεφτέδες και να το ρίξω στον Σκορπιό, μπας και σκάσει το χειλάκι του χαμόγελο.
Η αίθουσα είχε μία παράξενη, έντονη μυρωδιά φυτών και μυρωδικών, ενώ δεξιά και αριστερά είχε παρτέρια με βότανα, μερικά από τα οποία λικνίζονταν ρυθμικά, ανοιγοκλείνοντας τα φύλλα τους και ελευθερώνοντας μερικές φορές, μία ανεπαίσθητη, λευκή σκόνη. Από περιέργεια, πλησίασα το ένα, το οποίο μόλις με είδε μαζεύτηκε και χώθηκε στο χώμα, σαν να αισθανόταν φόβο, στον βαθμό που θα μπορούσε να τον νιώσει και ένα ζώο ας πούμε.
«Αμορτένσιες» ακούστηκε μία τραχιά, αλλά ευγενική φωνή και δίπλα μου είδα μία φιγούρα με ένα παράξενο καπέλο, στο ύψος μου περίπου. «Είμαι ο Τζέιμι Μάθιου, Βοτανολόγος και εσύ μόλις ανακάλυψες το βότανο το τρόμου. Φαίνεται ξεκάθαρα, καθώς και το ίδιο είναι φοβικό» μου είπε χαμογελαστά.
«Είμαι η Κένταλ Μορς και ειλικρινά μιλάτε για τα φυτά, σαν να έχουν συναισθήματα όπως εγώ και εσείς» του απάντησα.
«Μα, ποιος σου είπε πως δεν έχουν; Κάθησε όμως και μην τα πλησιάζεις, καθώς μερικά δεν είναι και τόσο φιλικά» πρόφερε με νόημα και όλοι μας καθήσαμε στα αμφιθεατρικά, μονοκόμματα θρανία μας.
«Καλησπέρα σε όλους. Ονομάζομαι Τζέιμι Μάθιου και όπως μπορείτε να δείτε, αν και ίσως να δυσκολεύεστε λόγω του μεγέθους μου, είμαι γνώμος και καθηγητής της Βοτανολογίας, μίας τρανής επιστήμης, η οποία όμως θεωρείται αδικημένη. Η σημασία της είναι πολύ μεγάλη και σχεδόν κανείς δεν ασχολείται μαζί της όπως θα έπρεπε, με εξαίρεση τις Άρπιες, οι οποίες ζουν στα δάση και έχουν απόλυτη ανάγκη τα βότανα. Ας δούμε όμως πρώτα γιατί είναι τόσο σημαντικά. Αρχικά, τα βότανα αποτελούν τροφή υψηλής διατροφικής αξίας για τον άνθρωπο και είναι φάρμακα πρόληψης ασθενειών, καθώς θρέφουν και ενισχύουν τα εσωτερικά μας όργανα, ενώ βοηθούν τον οργανισμό να αποτοξινώνεται. Σήμερα, θα ασχοληθούμε με το βότανο εκείνο που απεικονίζεται στην πόρτα της αίθουσας, εκείνο που βαστούν οι αετοί. Θα έλεγα, πως είναι ιδιαιτέρως ευχάριστο, μιας που μιλάμε για το βότανο της ευφορίας. Γνωρίζει κανείς να μου πει πώς μοιάζει;» έκανε παύση καρτερώντας να δει χέρια.
«Παρακαλώ, νεαρέ. Πώς ονομάζεσαι;» έδωσε τον λόγο στον κλασικό Άλαν, ο οποίος συναγωνιζόταν με τον Σκορπιό.
« Άλαν Σάτερ» συστήθηκε, αν και τη στιγμή που πρόφερε το επίθετο του πατέρα του, μία σκοτεινιά διέτρεξε το βλέμμα του. «Το συγκεκριμένο φυτό μοιάζει πολύ με τον κοινό δυόσμο. Είναι φυτό με βλαστούς και φύλλα πράσινα ωοειδή ή οδοντωτά που μοιάζουν με λόγχες. Τα άνθη του είναι μικρά και ρόδινα ενώ το νέκταρ τους κρύβει την ουσία εκείνη που προκαλεί την ευφορία. Καθώς όμως είναι τόσο μικρά, χρησιμοποιούνται τα σκούμπις, για την συλλογή του» τελείωσε και ο καθηγητής χειροκρότησε.
Στη λέξη σκούμπις χαμογέλασα, καθώς είχε και η μητέρα μου ένα στον δικό της κήπο. Ήταν μικρά πλάσματα που στο κεφάλι τους είχαν κλαδιά σαν κέρατα και γενειάδα γύρω από το κεφάλι τους, ενώ είχαν το μέγεθος του ινδικού χοιρίδιου. Πολύ φιλικά με τον άνθρωπο, ωστόσο προτιμούσαν να ζουν στη φύση.
«Λοιπόν, παιδιά, μετά από την περιγραφή του Άλαν, νομίζω μπορείτε να βρείτε το φυτό. Εδώ στο κλουβάκι, έχω τριάντα σκούμπις, τα οποία μπορείτε να χρησιμοποιήσετε για να συλλέξετε το νέκταρ και κατόπιν να το τοποθετήσετε σε φιαλίδια. Όλοι σας θα πιείτε μία γουλιά πολύ μικρή στο τέλος, για να δείτε τα αποτελέσματα. Θα σας ορίσω εγώ την ποσότητα» τελείωσε και χωριστήκαμε σε ομάδες.
Η Κριστιέλα πήγε με την Έλσα και εγώ με τον Άλαν, καθώς χρειαζόμουν έναν καθοδηγητή και το αγόρι ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Με την άκρη του ματιού μου έψαξα τον Σκορπιό, ο οποίος ήταν μαζί με τον Χάζελ, που ψιθύρισε στον Άλαν ένα “το φυτό με τα φυτά”.
«Ειλικρινά, μην του δίνεις σημασία. Πάρε το σκούμπις και πάμε να τελειώνουμε νωρίτερα από αυτούς» του είπα καθώς καλούσα το μικροσκοπικό ζωάκι και κατόπιν πλησίασα τα παρτέρια που μου υπέδειξε ο Άλαν.
Άξαφνα και ενώ παρακολουθούσα το σκούμπις να ρουφά το νέκταρ με την μακριά του γλώσσα και κατόπιν να το φτύνει στο φιαλίδιό μας, μου ήρθε μία φοβερή ιδέα. Να πότιζα τον Σκορπιό με παραπανίσιο νέκταρ και να έβλεπα τα αποτελέσματα. Ίσως αυτό να τον βοηθούσε και η δυσφορία των καλών πράξεων να έπαυε. Φυσικά, η απάντηση στις ελπίδες μου μου δόθηκε λίγο αργότερα, όταν άκουσα ξανά τη φωνή του καθηγητή.
«Λοιπόν, παιδιά. Θαρρώ πως έχετε τελειώσει με την περισυλλογή του νέκταρ» μας είπε και κάλεσε όλα τα σκούμπις στο κλουβί.
Αργά πέρασε μπροστά από όλους μας, ελέγχοντας αν τα νέκταρ μας ήταν τα σωστά.
«Και τώρα, ποιος από εσάς θα ήθελε να δοκιμάσει λίγο νέκταρ μπροστά στους συμμαθητές του;» ρώτησε και ο Σκορπιός ύψωσε το χέρι του, σκουντώντας τον Χάζελ και χασκογελώντας. «Πολύ ωραία. Πώς ονομάζεσαι μικρέ μου;» ρώτησε ο Τζέιμι.
«Σκορπιός» απάντησε εκείνος μονολεκτικά, ενώ ο καθηγητής ετοίμαζε την ποσότητα εκείνη του φίλτρου που θα ήταν επιτρεπτή.
Για κάποιο λόγο, διέκρινα ένα ελαφρύ κύμα άγχους στον Σκορπιό. Μπορούσα να το νιώσω, ενώ παράλληλα ένα ξαφνικό όραμα πήγαινε να εισβάλει στο μυαλό μου, από εκείνα τα προειδοποιητικά. Ο Άλαν το αντιλήφθηκε αμέσως και άρπαξε το χέρι μου στο δικό του.
«Κένταλ; Είσαι καλά;» μου ψιθύρισε και κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά.
«Είναι πάλι εκείνα τα οράματα» ξεκίνησα να του λέω.
«Προσπάθησε να σηκώσεις τοίχο. Σκέψου κάτι άλλο, κάτι ευχάριστο και άσ’ το στην άκρη» με προέτρεψε, όταν είδα τον Σκορπιό να σηκώνεται όρθιος και να πλησιάζει τον καθηγητή, ο οποίος εξήγησε πως το συγκεκριμένο βότανο προκαλεί όλες τις καλές και θετικές σκέψεις και όλα τα έντονα, θετικά συναισθήματα.
Τη στιγμή εκείνη, κατάλαβα γιατί ένιωθα έτσι. Μέσα στο όραμά μου, είχα δει τον Σκορπιό να κείτεται στο πάτωμα ίδιος νεκρός. Μα φυσικά, έχει δυσανεξία στα καλά συναισθήματα και αυτό το βότανο θα τετραπλασίαζε το πρόβλημα και τελικά αντί να λειτουργήσει θετικά, θα λειτουργούσε αρνητικά. Πώς μπόρεσα να σκεφτώ το αντίθετο; Με γρήγορες κινήσεις, άφησα το χέρι του Άλαν και πετάχτηκα όρθια.
«Όχι! Θα το πιω εγώ το φίλτρο, όχι ο Σκορπιός» φώναξα και όλοι με κοίταξαν ξαφνιασμένοι, ενώ ο Σκορπιός δεν έβγαζε άχνα.
«Μα κορίτσι μου, ο συμμαθητής σου επιλέχθηκε πρώτος, δεν είναι σωστό να του κλέβεις τη σειρά» πήγε να πει ο καθηγητής, αλλά τον διέκοψα.
«Είπα όχι!» φώναξα και είδα την Κριστιέλα να αντιλαμβάνεται τον λόγο που έκανα έτσι. Οι δυο μας τα είχαμε συζητήσει, ωστόσο τώρα ήταν αργά καθώς είδα τον Σκορπιό να πίνει το φίλτρο και σε δευτερόλεπτα να ξεσπούν σπασμοί σε όλο του το κορμί.
Ο καθηγητής αιφνιδιασμένος προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε πάει λάθος, ενώ ο Σκορπιός είχε υιοθετήσει το χρώμα της ώχρας και από τη μύτη του ξεκίνησε να στάζει αίμα, λίγο πριν καταρρεύσει στο πάτωμα της αίθουσας.
Ο Τζέιμι έτρεξε να ειδοποιήσει τις Ναΰρι νοσοκόμες και τον Σιμεόν. Εγώ από την άλλη πανικόβλητη, γονάτισα κάτω σε έναν Σκορπιό που έμοιαζε να αργοπεθαίνει και να αναπνέει με δυσκολία και πήρα το κεφάλι του στην αγκαλιά μου.
«Συγγνώμη» του ψιθύρισα.
«Για ποιο πράγμα;» τραύλισε με δυσκολία.
«Που μίλησα έτσι για εσένα στην Έλσα. Δεν το εννοούσα και αν πάθεις κάτι, θα το έχω βάρος. Σε παρακαλώ, πες μου πως θα είσαι καλά» του ψιθύρισα και τον είδα να χαμογελά για λίγο.
«Μην ανησυχείς και μην το σκέφτεσαι. Θα είμαι μία χαρά, μονάχα μη με αφήσεις μόνο μου στο αναρρωτήριο. Θέλω παρέα. Στο λέω τώρα που μπορώ» τον άκουσα να μου λέει ενώ αίμα ξεκίνησε να βγαίνει και από το στόμα του.
Τότε, τον έσφιξα πιο δυνατά επάνω μου.
«Ποτέ μου δεν θα σε αφήσω μόνο» ήταν οι τελευταίες μου λέξεις, προτού μπει ο Σιμεόν ταραγμένος μέσα στην αίθουσα.
Ο πορφυρός μάγος στάθηκε από πάνω μου και άρπαξε αμέσως τον Σκορπιό στην αγκαλιά του, κάνοντας νόημα στον Τζέιμι να τον ακολουθήσει μέχρι τα ιατρεία, καθώς ως Βοτανολόγος κρινόταν απαραίτητος.
«Τζέιμι, ετοίμασέ του γρήγορα, ένα φίλτρο επαναφοράς!Λειτουργεί καλύτερα ακόμη και από την πλύση στομάχου που λένε» τον άκουσα να διατάζει και εγώ ξεκίνησα να τρέχω από πίσω του.
«Κένταλ; Πού πηγαίνεις;» με ρώτησε μέσα στην αναστάτωσή του.
«Ο Σκορπιός μου ζήτησε να βρίσκομαι δίπλα του στο αναρρωτήριο» του απάντησα και τον είδα να ξαφνιάζεται για δευτερόλεπτα.
«Καλώς, εσύ μπορείς να παραμείνεις, αλλά μονάχα εσύ. Μην καλέσεις τους φίλους σου, καθώς ο συγκεκριμένος χώρος απαιτεί απόλυτη ησυχία» ολοκλήρωσε και τον ευχαρίστησα σιγανά.
Τα αναρρωτήρια βρίσκονταν υπογείως, κοινώς έναν όροφο κάτω από την κεντρική αίθουσα υποδοχής. Καθώς κατεβαίναμε τα πέτρινα σκαλοπάτια, παρατήρησα πως τα φώτιζαν μικρά επιδαπέδια κεράκια, δημιουργώντας μία ατμόσφαιρα χαλάρωσης, συνάμα με μία παράξενη μυρωδιά που μου θύμιζε ανθισμένα τριαντάφυλλα. Ο ήχος από τρεχούμενα νερά μάς υποδέχτηκε και παρατήρησα ολόγυρα, μικρές τεχνητές λιμνούλες και καταρράκτες να κοσμούν τους τοίχους. Ήταν ένας ολότελα διαφορετικός κόσμος εδώ κάτω. Ένας κόσμος τον οποίο αγάπησα από την πρώτη στιγμή που τον αντίκρισα.
Μαζί με τον Σιμεόν, μπήκαμε στο πρώτο δωματιάκι και εκείνος απίθωσε το αγόρι μαλακά σε ένα κρεβάτι. Το δέρμα του προσώπου του φαινόταν μελανό, ενώ πρόσεξα τις μικρές, πράσινες νοσοκόμες να ανακατεύουν μαζί με τον Τζέιμι ένα παράξενο, παχύρευστο φάρμακο. Ευθύς έβαλαν σωληνάκια στη μύτη του αναίσθητου Σκορπιού και το υγρό ξεκίνησε να περνά κατευθείαν στον οργανισμό του. Με μία πλάγια ματιά, είδα τον Σιμεόν να αισθάνεται ευάλωτος και αβοήθητος, μπροστά στο θέαμα του αγοριού. Καταλάβαινα πως δεν είχε ιδέα για το δράμα που περνούσε, πως έψαχνε απεγνωσμένα απαντήσεις και αδυνατούσε να τις βρει. Τον ένιωσα να μου χαϊδεύει το κεφάλι και να αποχωρεί, κλείνοντας πίσω του την μεταξένια κουρτίνα, η οποία βρισκόταν κανονικά στη θέση της πόρτας. Έμεινα για λίγο σιωπηλή, δίπλα από το κρεβάτι του Σκορπιού, βαστώντας και με τα δύο μου χέρια το κεφάλι μου. Τι στο καλό συνέβαινε; Σίγουρα υπήρχε κάποια κατάρα κρυμμένη πίσω από το αγόρι. Κάποια κατάρα που σχετιζόταν με την άγνωστη σε όλους μας καταγωγή του. Κανένας δεν έχει απλώς φυτρώσει σε αυτόν τον κόσμο, όλοι μας από κάπου προερχόμαστε, ακόμη και αν η ζωή μας στέρησε την οικογένειά μας. Για τον Σκορπιό, όμως, δεν υπήρχαν στοιχεία, το θυμάμαι πολύ καλά από την ημέρα που πήγαμε την εκδρομή στο γαλλικό μοναστήρι. Είχα ξεκινήσει να υποθέτω, πως οι κηδεμόνες ή συγγενείς του για κάποιον λόγο είχαν αποκρύψει την ταυτότητά τους. Επομένως, αυτό σήμαινε πως ίσως να είχαν λερωμένη τη φωλιά τους με κάτι σοβαρό και γιατί όχι με κάποιο ισχυρό ξόρκι. Κανένας άνθρωπος, με μαγικές ικανότητες ή και μη, δεν γεννιέται με αλλεργία στην ευτυχία. Κάτι σκοτεινό συνέβαινε και θα το ανακάλυπτα. Ήμουν λευκή, εγγονή του διάσημου Όσβαλντ και θα τον έβγαζα ασπροπρόσωπο.
«Δεν αντέχω άλλο». Η αδύναμη φωνή του Σκορπιού με τίναξε από τις σκέψεις μου «σήμερα βρέθηκα μία ανάσα μακριά από τον θάνατο και πίστεψέ με ένιωσα λύτρωση και ανακούφιση» πρόφερε και αισθάνθηκα ξανά τα μάτια μου να καίνε στην προσπάθειά τους να συγκρατήσουν τα δάκρυα.
«Μη μιλάς έτσι. Δεν θα κάνεις το χατήρι σε αυτόν που σε καταράστηκε να πεθάνεις. Θα ζήσεις και θα το παλέψεις» ξεστόμισα, συνειδητοποιώντας πως είχα αμολήσει σε μία φράση, όλες μου τις προηγούμενες σκέψεις σοκάροντας τον Σκορπιό.
«Μα, τι εννοείς;» με ρώτησε.
«Σκορπιε, είσαι έξυπνος. Θα μιλήσουμε επιτέλους ανοιχτά, δίχως να προσπαθούμε να μειώσουμε ο ένας τη νοημοσύνη του άλλου;» τον ρώτησα και τον είδα να διστάζει.
«Ξέρω τι σκέφτεσαι και το έχω σκεφτεί και εγώ. Υπάρχει κάτι που ενεργοποιείται, κυρίως όποτε κάνω κάποια καλή πράξη. Ωστόσο, δεν έχεις ιδέα πώς είναι να ζεις μία ζωή μισή» ξεκίνησε και τον είδα να πιάνει ένα σημείο στο στήθος του.
«Μη μιλάς...» τον προέτρεψα.
«Μη φοβάσαι, το πολύ πολύ να πονέσω. Η σκέψη των συναισθημάτων είναι λιγότερο επώδυνη» τραύλισε και αγχωμένη ακόμη, αποφάσισα τελικά να τον αφήσω να μιλήσει.
«Απόψε λύγισα. Αν και είμαι μικρός, έχω μάθει να μη φοβάμαι τίποτα. Να μη φοβάμαι τον θάνατο, μιας που οι δυο μας περπατάμε πλάι-πλάι χρόνια τώρα. Όταν ήμουν τεσσάρων, ξεκίνησε να εμφανίζεται αυτό το πράγμα. Μέχρι τότε, είχα έναν φίλο πολύ καλό, που παίζαμε μαζί όλη μέρα, αλλά εκείνος υιοθετήθηκε και παρά το γεγονός πως χάρηκα που βρήκε μία οικογένεια, ήταν σαν να χάνω έναν αδερφό. Κόλλησα το πρόσωπό μου στο τζάμι και ξεκίνησα να κλαίω με λυγμούς, καθώς τον έβλεπα να επιβιβάζεται στην άμαξα. Για πρώτη φορά, ένιωσα εκείνον τον πόνο στο στήθος, αλλά δεν έδωσα σημασία, μέχρι που ό,τι καλό έκανα, με χτύπαγε πίσω. Έφτασα στο σημείο να μισήσω την καλοσύνη, γιατί πίστευα πως είναι κάτι που πονά και εκδικείται. Μέχρι που αποφάσισα να ξεκόψω από όλους, για να είμαι ασφαλής. Μέσα μου υπήρχε κακία και ζήλεια για τους άλλους. Κάποτε, όταν πηγαίναμε επισκέψεις σε σπίτια, για να πούμε τα κάλαντα τα Χριστούγεννα, έβλεπα οικογένειες με τα παιδιά τους χαρούμενα. Εμένα στο ορφανοτροφείο, δεν με επισκέφθηκε ποτέ και κανείς, ούτε καν μακρινός συγγενής. Προσπαθούσα, όσο αυτό το πράγμα μου επέτρεπε, να χαμογελάσω με την ελπίδα να με λυπηθούν και να με πάρουν, ωστόσο ποιος θα ήθελε ένα αγόρι στριφνό, όπως εμένα; Ο φόβος του πόνου με έκανε να παίρνω άσχημες γκριμάτσες και έτσι όλοι με προσπερνούσαν. Την ημέρα που σε άκουσα να μιλάς στην Έλσα για εμένα, θύμωσα. Όχι μαζί σου τόσο, αλλά με τον εαυτό μου. Εσύ είχες δίκιο. Ήμουν πράγματι αυτό το παιδί που της περιέγραψες. Λυπάμαι, Κένταλ, μα δεν μπορώ να γίνω κάτι άλλο. Σήμερα, έσπασε το τείχος που είχα χτίσει μέσα μου. Το φίλτρο αυτό για δευτερόλεπτα μου έδωσε ελπίδα και κατόπιν μου την πήρε πίσω. Ήθελα κάπου να μιλήσω και ξέρω πως εσύ δεν θα με κρίνεις. Είσαι λευκή και καταλαβαίνεις» έκανε παύση και εγώ τον κοιτούσα σοκαρισμένη.
Μπροστά μου, έβλεπα μία πλευρά, για πρώτη φορά αυθεντική. Μία αδυναμία που αρμόζει σε ένα μικρό παιδί, γιατί πολύ απλά είναι παιδί και κουβαλά ένα βάρος αφόρητο, το οποίο δεν μπορεί να μοιραστεί με κανέναν. Μίσησα τόσο πολύ και μόνο την εικόνα κάποιου συγγενή του να τον καταριέται με ένα τόσο απάνθρωπο ξόρκι, καθώς μέσα μου, είχα πειστεί πως ήταν στα σίγουρα δουλειά κάποιου μάγου. Τότε, ένιωσα το χέρι του να πλησιάζει και να κρατά το δικό μου, συνοδευόμενο με το γνωστό μειδίαμα πόνου.
«Κένταλ, δεν έχω σωτηρία και το ξέρω. Θέλω ωστόσο να ζήσω ήρεμα και ξέρω πως κοντά σου δεν γίνεται»  μου είπε.
«Μα, τι σου έκανα;» τον ρώτησα με παράπονο και τον είδα να χαμογελά.
«Ακόμη δεν έχεις καταλάβει; Με κάνεις να είμαι ο εαυτός μου και ο αληθινός μου εαυτός, δεν είναι ακριβώς εκείνος που αναγκαστικά βλέπετε.  Ωστόσο, αυτό μου προκαλεί πόνο και μου δημιουργεί αρνητικά συναισθήματα. Θέλω λοιπόν, όσο γίνεται να είμαστε τυπικοί. Συγγνώμη και ευχαριστώ που ήρθες εδώ. Ήθελα να έρθεις, ήθελα έστω να ξέρεις και ειλικρινά σήμερα, καλύτερα να πέθαινα»
«Αυτό είναι άδικο» μουρμούρισα πεισμωμένα.
«Η ζωή δεν είναι καθόλου δίκαια, δυστυχώς» μου απάντησε και εκείνη την ώρα σηκώθηκα επάνω και ξεκίνησα να τρέχω μακριά. Δεν ξέρω γιατί το έκανα, αλλά ένιωσα πως δεν μπορούσα να μείνω ούτε λεπτό παραπάνω. Ήθελα να πάω στο δωμάτιό μου και να κλειστώ εκεί μέσα με τη γλυκιά μου φίλη, που θα ερχόταν στη ζωή από στιγμή σε στιγμή.



Ιφιγένεια Μπακογιάννη