Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

29.9.19

Η κατάρα του ορφανού - Το πετράδι του Βαλιμάρ (Κεφάλαιο 9)

            Το παρελθόν αποτελεί φάρο και όχι λιμάνι”


H Επινουά ετοιμαζόταν να κλείσει για τις διακοπές των Χριστουγέννων και εκείνο το πρωινό όλα ήταν ντυμένα στα λευκά. Ο Σιμεόν ετοιμαζόταν να πάει στην αίθουσα διδασκαλίας, όταν ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα και εμφανίστηκε ο Κρίστοφερ.
«Καλημέρα» πρόφερε ο Σιμεόν.
«Καλημέρα, φίλε μου! Κανελάτο;» ρώτησε ο Κρίστοφερ με νόημα.
«Αν έχει και σαντιγύ, φυσικά. Έχει συμβεί κάτι;» ξαναρώτησε ο πορφυρός μάγος.
«Για την ακίβεια, σε ζητά ένα Ντουένον» του είπε ο Κρίστοφερ και ο Σιμεόν απόρησε.
«Θεέ μου, ξέχασα να πληρώσω τον Μόρθιλ; Αποκλείεται» μονολόγησε.
«Δεν νομίζω πως σε ζητά ο Μόρθιλ. Να του πω να περάσει;» ρώτησε ξανά ο Κρις και ο Σιμεόν ένευσε καταφατικά, μέχρι που στο κατώφλι κοντοστάθηκε ένα γέρικο και λεπτοκαμωμένο Ντουένον.
«Καλημέρα, είμαι ο Μπένταγκ, ο παππούς του Μόρθιλ. Θα μπορούσα να περάσω;» ρώτησε ευγενικά.
«Και βέβαια» απάντησε ο Σιμεόν και το Ντουένον πλησίασε, αφού πρώτα έριξε μία διεισδυτική ματιά στον Κρις.
«Αν ο εκρού μάγος είναι έμπιστος φίλος σου και γνωρίζει τα πάντα για εσένα, μπορεί να παραμείνει. Αλλιώς, θα προτιμούσα να μιλήσουμε μόνοι μας» του είπε ο Μπένταγκ και οι δύο μάγοι αλληλοκοιτάχτηκαν.
«Τον πάω αυτόν!» αναφώνησε ο Κρις « Όπως είπες, πλέον γνωρίζω τα πάντα. Ωστόσο, καλύτερα θα ήταν να τα πείτε οι δυο σας» τελείωσε και αποχώρησε με μία υπόκλιση.
Το Ντουένον βολεύτηκε πρώτα σε μία πολυθρόνα και κατόπιν ξεκίνησε, έχοντας τον Σιμεόν απέναντί του.
«Να σε αποκαλώ με το αληθινό ή το ψεύτικο επώνυμό σου;» ρώτησε και ο Σιμεόν ξαφνιάστηκε.
«Πού ξέρεις εσύ; Από πού έμαθες ότι...» πήγε να πει.
«Ότι είσαι ένας Γκρερ; Δούλευα χρόνια για τον Γουίλφρεντ, Σιμεόν, όπως και για τον Κέναρντ, τον σκοτεινό αδερφό που σε ανάγκασε να διαγράψεις από αυτόν τον κόσμο την αληθινή σου ταυτότητα και τα μέλη της οικογένειάς σου» ολοκλήρωσε το Ντουένον και ο Σιμεόν σκοτείνιασε ξανά.
«Έχω καταλάβει, πως όσο και αν τρέξω μακριά από το παρελθόν, εκείνο θα εμφανίζεται πάντοτε μπροστά μου. Δεν γνωρίζω τι πραγματικά ξέρεις για εμάς τους Γκρερ, Μπένταγκ, αλλά τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά» ξεκίνησε ο Σιμεόν.
«Γνωρίζω πως είσαι ο μικρότερος αδερφός της οικογένειας. Ξέρεις, παρά την εξαφάνισή σου, ο Κέναρντ μιλούσε συχνά για εσένα και παραδόξως, όχι με μίσος, καθώς για όλους τους υπόλοιπους δεν θα έπαιρνα και όρκο. Έχω έρθει εδώ για να σου αποκαλύψω κάποια πράγματα και έπειτα εσύ θα κρίνεις πώς να χειριστείς την κατάσταση. Η αλήθεια, ακούγοντας πως δεν είχες καν την επιθυμία να γνωρίσεις τον δευτερανηψιό σου, αυτόν που πήρε υπό την προστασία του ο Γουίλφρεντ, θύμωσα μαζί σου. Θύμωσα πολύ γιατί εγώ τον γνώρισα, ναι είχα αυτήν την τύχη» του είπε και ο Σιμεόν χλώμιασε.
Απότομα, σηκώθηκε από την καρέκλα του γραφείου του και ξεκίνησε να βαδίζει κάπως νευρικά.
«Τότε, αφού έκανες τον κόπο να έρθεις ως εδώ, ας μιλήσουμε με ανοιχτά χαρτιά και με τον Κρίστοφερ παρών. Χρειάζομαι έναν σύμμαχο, καθώς έρχονται σκοτεινοί καιροί και γι’αυτό ευθύνομαι εγώ» του είπε ο Σιμεόν και το Ντουένον σώπασε.
Δέκα λεπτά αργότερα, εμφανίστηκε ο Κρίστοφερ με τρία κανελάτα.
«Μας έριξα και βαλεριάνα μέσα σε μικρή ποσότητα, καθώς προβλέπεται πως θα μας είναι απαραίτητη» σχολίασε πειρακτικά.
«Δεν πιστεύω να με ξεκάνεις γέρικο Ντουένον που είμαι; Ελπίζω η βαλεριάνα να είναι πράγματι σε μικρή ποσότητα» έκρωξε ο Μπένταγκ και ο Σιμεόν με μία κίνηση του χεριού του άναψε το τζάκι.
«Ας μιλήσουμε για τη σχέση-κλειδί, εμένα και τον Κέναρντ» του είπε ο Σιμεόν και ο Κρίστοφερ ξεροκατάπιε με θόρυβο. «Νομίζω είμαι έτοιμος γι’ αυτό» ολοκλήρωσε και κινήθηκε προς τη μεριά του ολόλευκου τοίχου πίσω του, ακουμπώντας το χέρι του επάνω του. Άξαφνα, εικόνες ξεκίνησαν να εμφανίζονται σαν προβολή κινηματογραφικής ταινίας.
«Memoria» ψιθύρισε ο Σιμεόν και εμφανίστηκαν μπροστά τους δύο αγόρια. Αρχικά, στον τοίχο με τη μορφή ταινίας και αργότερα σαν ολογράμματα μπροστά τους. Το ένα αγόρι είχε μάτια σμαραγδένια, σαν τον Άινταν, το άλλο ήταν λίγο πιο κοντό. Ήταν ο Κέναρντ και ο Γουίλφρεντ που περίμεναν τον ερχομό του μικρού τους αδερφού, του Σιμεόν.
«Ήμουν ένα μωρό φιλάσθενο» ακούστηκε βραχνά η φωνή του Σιμεόν. «Στα δέκα μου χρόνια, διαγνώστηκα με νεφρική ανεπάρκεια και αναγκάστηκα να κάνω αιμοκαθάρσεις, μέχρι που η κατάσταση της υγείας μου χειροτέρεψε» ολοκλήρωσε και το περιβάλλον του γραφείου, άλλαξε, για να βρεθούν σε ένα νοσοκομείο μάγων. «Βλέπετε, αν και μάγοι, έχουμε όπως γνωρίζετε, άλλωστε, τα ίδια προβλήματα υγείας με τους ανθρώπους και δεν μπορούμε να τα λύσουμε πάντοτε διαφορετικά. Χρειαζόμουν επειγόντως δότη νεφρού και από όλη μου την οικογένεια, μονάχα ο Κέναρντ ήταν συμβατός και δέχτηκε με μεγάλη του χαρά να με βοηθήσει. Μέχρι τότε ήταν ένα στοργικό παιδί. Δεν έδειξε ποτέ του σημάδια βιαιότητας, αλλά ούτε μεγαλώσαμε και σε ένα βίαιο περιβάλλον. Οι γονείς μας ήταν καλοί άνθρωποι και μας αγαπούσαν, μα αν υπήρχε κάποιος που μου είχε αδυναμία, αυτός ήταν ο Κέναρντ. Την ημέρα λοιπόν, που πραγματοποιήθηκε η επέμβαση και των δύο, μας είχαν βάλει, θυμάμαι, σε διπλανά κρεβάτια και εμείς πειράζαμε τις Ναΰρι για να περνά η ώρα, με τον Κέναρντ να κλέβει σοκολάτα στα κρυφά και να μου τη δίνει, καθώς το νοσοκομειακό φαγητό ήταν άγευστο. Όταν τελικά πήραμε εξιτήριο, εγώ και ο Κέναρντ πήγαμε μία βόλτα στην απόμερη γωνιά του λιμανιού της Βέρνια. Του είπα ένα τεράστιο ευχαριστώ, γιατί μου είχε σώσει τη ζωή και τότε, δώσαμε μαζί μία υπόσχεση πως ό,τι και να γινόταν στον κόσμο, ποτέ μας δεν θα πολεμούσαμε για να σκοτώσουμε ο ένας τον άλλο. Ωστόσο, οι σοβαρές, μαγικές υποσχέσεις που δίνονται με ανταλλαγή αίματος, κάνοντας μία μικρή γρατσουνιά ο ένας στο χέρι του άλλου και κατόπιν χειραψία, μεταφέρονται στην Περιφέρεια του Αντίστροφου Χρόνου και από εκεί στον Θάνατο. Κοινώς, είναι αδύνατον να σπάσουν, εκτός και αν κάποιος βρεθεί στην Περιφέρεια και παλέψει για το αντίθετο, πράγμα αδύνατον σχεδόν. Ωστόσο, τα χρόνια που ακολούθησαν, ο Κέναρντ ξεκίνησε να διδάσκεται τους ρούνους και να ψάχνει πληροφορίες σχετικά με το ρουνικό αλφάβητο, τόσο των δράκων, όσο και των μάγων. Τα πράγματα, ωστόσο, δεν είναι και τόσο απλά. Οι ρούνοι για να υποταχθούν στον μάγο, κάποιες φορές ζητούν ανταλλάγματα. Ανταλλάγματα σοβαρά, όπως η ίδια του η ψυχή. Ναι, αν κάποιος δεν προσέξει, μπορεί να έχει άσχημη κατάληξη. Έβλεπα λοιπόν τον Κέναρντ, τον οποίο λάτρευα, να μετατρέπεται σε κάτι σκοτεινό. Το έβλεπε και ο Γουίλφρεντ, αλλά εκείνος ήταν πιο αδιάφορος» έκανε παύση και των υπόλοιπων η ανάσα είχε πιαστεί.
«Προσπάθησα να τον σταματήσω, να του πω να πάψει να ασχολείται με τους ρούνους, ωστόσο εκείνος συνέχισε. Έπειτα, έκανε κάποιες παρέες στη Σχολή και όλοι μαζί είχαν όνειρο να φθάσουν τους Σάμχαϊν στην κορυφή. Θεωρούσαν τους εβένινους μια ξεχωριστή κατηγορία μάγων, ενώ τις πρώτες συγκρούσεις τις είχαν με τους λευκούς, οι οποίοι ήταν οι μόνοι αρκετά δυνατοί για να σταθούν απέναντί τους. Ο Κέναρντ κατρακυλούσε και εγώ υπέφερα. Υπέφερα σαν να ξεριζωνόταν ένα κομμάτι της ψυχής μου. Βλέποντας πού θα οδηγούσε όλο αυτό, αποφάσισα να γυρίσω την πλάτη στην ταυτότητά μου. Είχα πει από μέσα μου πως αυτός θα ήταν ο μόνος τρόπος, να σταματήσω να θλίβομαι για μία απώλεια που δεν ξεπέρασα ποτέ και έναν όρκο που με έδενε. Άδικο για κάποιους το ξέρω, αλλά εγώ τρόμαζα στην ιδέα του αδερφού μου και σε αυτά που είχα δει. Ήθελα να μπορώ να ζήσω μία ζωή φυσιολογική. Στη μάχη, στο όνειρο που είδες Κρις, ο λόγος που δεν έκαψα τον Κέναρντ, δεν ήταν μονάχα η δειλία μου, αλλά και η άρρηκτη υπόσχεση που σε εμποδίζει να σκοτώσεις το άτομο με το οποίο έχεις δεθεί. Κοινώς, αν ξεσπάσει πόλεμος στο μέλλον, δεν θα μπορώ να τον πολεμήσω» τελείωσε και ο Κρις ένιωσε έτοιμος να τραβήξει τα μαλλιά του από τη ρίζα.
Ο Μπένταγκ από το σοκ είχε σχεδόν ξεχάσει τον λόγο για τον οποίο είχε έρθει. Αρχικά, δεν μπορούσε να πιστέψει πως το αγόρι του ολογράμματος ήταν το ίδιο πλάσμα με τον τρομακτικό ενήλικα που ο ίδιος είχε την ατυχία να γνωρίσει. Κοιτάζοντάς τον καλύτερα, ήταν σαν να έβλεπε τον Άινταν σε νεαρή ηλικία. Ωστόσο, από όσο μπορούσε να καταλάβει, ο Κέναρντ ήταν κάποτε μία μικρή ιδιοφυΐα. Ένα παιδί χαρισματικό, με πάθος να αναδείξει τον εαυτό του και το είδος του, με κάθε κόστος. Αρχικά, μπλέχτηκε με τους ρούνους και στην πορεία, οι παρέες του από την Επινουά ενίσχυσαν επιπλέον τη θέλησή του. Τώρα πια, μπορούσε να καταλάβει τον αφόρητο πόνο του Σιμεόν, αφού οι δυο τους ήταν αχώριστοι. Αφού ήταν ο ένας κομμάτι του άλλου και μάλιστα, ο Κέναρντ είχε σώσει τη ζωή του αδελφού του.
«Σιμεόν, ειλικρινά λυπάμαι» είπε τελικά. «Λυπάμαι για όσα κακά έκανε ο Κέναρντ. Ωστόσο, γνωρίζω πως κατά βάθος και εσύ ζητάς κάποιες απαντήσεις. Σήμερα, εγώ ήρθα για να σου τις δώσω. Γνωρίζεις ποιος είναι ο εγγονός του αδερφού σου;» τον ρώτησε το Ντουένον.
«Με τον Κρίστοφερ, υποψιαζόμαστε τον Άινταν» τελείωσε και ο Μπένταγκ ένευσε θετικά.
«Έχετε δίκιο λοιπόν» τους είπε.
«Επομένως, δεν είναι ο Άινταν Γουέτμορ, αλλά ο Άινταν Γκρερ» συνειδητοποίησε ο Κρις. «Ωστόσο, πώς κατόρθωσε τόσα χρόνια να κρατήσει κρυφή την ταυτότητα του εβένινου και να παρουσιάζει την γκρίζα αύρα; Γιατί είμαι βέβαιος πως αυτό το κάθαρμα, είναι εβένινος» γρύλισε ο εκρού μάγος.
«Ο Άινταν δεν είναι κάθαρμα, κύριε Κρίστοφερ. Είναι ένα πλάσμα που πέρασε δύσκολα. Πολύ δύσκολα. Άλλοι στη θέση του θα είχαν γίνει χειρότεροι ακόμη και από τον Κέναρντ. Τον μεγάλωσα από παιδί και πρόσφατα τον επισκέφθηκα στο Υπουργείο, όπου και τον μάλωσα, ενώ ο ίδιος δεν έβγαλε άχνα. Ο Άινταν, ωστόσο, γνωρίζει τους ρούνους. Αυτοί του δίνουν την κάλυψη» δήλωσε το Ντουένον.
«Ο Άινταν δέχεται παρατηρήσεις; Μήπως είναι απλή συνωνυμία;» κάγχασε ο Κρις και συνέχισε «Οι ρούνοι, ωστόσο, θα λειτουργούν εναντίον του, όπως έγινε και με τον Κέναρντ» διαπίστωσε.
«Όχι. Στον Άινταν δεν κάνουν κακό. Δεν τον αλλάζουν. Ο Άινταν διαθέτει μία ιδιομορφία. Είναι Ότουρθ, εξαιτίας του αίματος του Γκρερ, ο οποίος, από όσο έμαθα, έγινε τυχαία, έπειτα από συμπλοκή με έναν ευρωπαϊκό δράκο. Από εκείνη τη στιγμή το αίμα πέρασε από γενιά σε γενιά και βρήκε τον Άινταν. Σιμεόν, έχω την εντύπωση πως ο Άινταν σκέφτεται να αναστήσει τον μακαρίτη τον αδερφό σου, ανάθεμά τον!» ξεκίνησε ο Μπένταγκ.
«Και αυτό το υποψιάζομαι. Δυστυχώς τα χρόνια πέρασαν και για όλα ευθύνομαι εγώ. Έπρεπε να είχα πάρει εγώ τον Άινταν» μονολόγησε σχεδόν.
«Και ο Γουίλφρεντ τον αγαπούσε, αλλά έκανε το λάθος να μην ψάξει όσο έπρεπε για το τι περνούσε ο μικρός. Γνωρίζω, πως κατηγορείται για φόνο, ωστόσο μάθετε πως ο Άινταν λάτρευε τον Γουίλφρεντ και δεν θα του έκανε ποτέ κακό. Εγώ ο ίδιος τον άκουσα να κλαίει σαν παιδί, το βράδυ εκείνο. Ωστόσο, Σιμεόν, ο Άινταν δεν θα σε συγχωρέσει ποτέ που τον πέταξες. Είναι σκληρός άντρας και την προδοσία αυτή δεν θα τη συγχωρούσε ποτέ. Καταστράφηκε η ζωή του» ολοκλήρωσε το Ντουένον και ο Κρις ήπιε μονοκοπανιά το κανελάτο του.
«Ειλικρινά, τόση ώρα που σας ακούω, νομίζω πως μιλάτε για κάποιον άλλον. Ωστόσο, Μπένταγκ, όσο και αν τον αγαπάς, δεν μπορούμε να σου εγγυηθούμε πως δεν μας βρει μπροστά του μία μέρα. Ο Άινταν έχει διαπράξει αρκετά σφάλματα και έχει ταχθεί υπέρ της τυραννίας των Σάμχαϊν. Όμως, για την ώρα, πρέπει να τον εμποδίσουμε να πάρει το πετράδι»
«Τώρα που θα κλείσει η Σχολή, είναι η ευκαιρία μας» τους είπε ο Σιμεόν και ο Μπένταγκ υποκλίθηκε, καθώς όδευε προς την έξοδο.
«Σε ευχαριστώ που περιποιείσαι τον Μόρθιλ. Σε αγαπά πολύ, να ξέρεις» τελείωσε και αποχώρησε, αφήνοντας μονάχους τους δύο καθηγητές.
«Τελικά, Κρις, ορθώς υποστηρίζουν πως οι αμαρτίες πληρώνονται. Το χειρότερο είναι πως υπάρχει ακόμη ένας εγγονός του Κέναρντ στον κόσμο, μονάχα που δεν ξέρουμε αν ζει και πού βρίσκεται. Τι θα κάνω, Κρίστοφερ;» ρώτησε μέσα στην απόγνωση.
«Για αρχή, πρέπει να εμποδίσουμε τον Άινταν με κάθε κόστος. Μην ξεχνάς πως απέναντί σου δεν έχεις πια ένα παραπονεμένο παιδί, αλλά έναν Άινταν αποφασισμένο» πρόφερε ο Κρίστοφερ.
«Και όμως φίλε μου. Ακόμη και όταν είχα απέναντί μου το τέρας, τον Κέναρντ, υπήρξαν στιγμές, που έβλεπα εκείνο το ιδιοφυές, πανέμορφο αγόρι που υπήρξε κάποτε ο αδερφός μου, χάρη στο νεφρό του οποίου, εγώ ζω μέχρι και σήμερα»

Από την ημέρα της συζήτησής μου με τον Σκορπιό, τίποτε δεν ήταν το ίδιο. Όσα βιβλία και αν είχα ψάξει, δεν είχα κατορθώσει να ανακαλύψω τίποτε για την πιθανή του κατάρα. Δεν ήξερα καν αν υπήρχε, αφού δεν είχα αποδείξεις προκειμένου να επιβεβαιώσω τα προηγούμενα, τρελά μου σενάρια. Οι διακοπές πλησίαζαν με γοργούς ρυθμούς και εγώ με τον Γουίλ θα επιστρέφαμε πίσω στο ορφανοτροφείο ή ό,τι θα είχε απομείνει να μας το θυμίζει πια. Ήξερα πως την Εμίλια την είχαν ψάξει σε όλη τη Βέρνια, ωστόσο, σχεδόν όλα της τα πράγματα είχαν μείνει πίσω στο Ντορθόριεν. Η περίπτωσή της έμοιαζε σαν να πήγε απλώς μία βόλτα και να μην ξαναγύρισε ποτέ.
Με όλες αυτές τις σκέψεις στο μυαλό μου, δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια μου. Πού ήσουν μανούλα μου τώρα που σε χρειαζόμουν; Να με πάρεις μία αγκαλιά και να μου πεις πως αν υπάρχει ένας λόγος ύπαρξης του κακού, είναι για να επιβεβαιώνεται η συντριπτική νίκη του καλού πάνω του. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι και με τα σεντόνια μουσκεμένα από τα δάκρυά μου, προσπάθησα να κλείσω τα μάτια μου, όταν ένιωσα ένα απαλό σκούντημα και κατόπιν κάτι να τρίβεται επάνω μου. Ξαφνισμένη, πετάχτηκα επάνω, για να αντικρύσω ένα μικροσκοπικό, σκούρο δρακάκι να με κοιτάζει ακίνητο και κατόπιν να με πλησιάζει και να ανεβαίνει στον ώμο μου κουρνιάζοντας εκεί. Τότε, άκουσα μία παιδική φωνή στο μυαλό μου. Μιλούσε μία παράξενη γλώσσα, με φθόγγους, σύμφωνα και φωνήεντα ανακατεμένα. Μου μιλούσε στη γλώσσα των ρούνων, ωστόσο αδυνατούσα να την καταλάβω.
«Συγγνώμη, Λυρία μου, μα δεν σε καταλαβαίνω» της είπα και τότε η γλώσσα που άκουσα ήταν η δική μου.
«Γιατί κλαις, μαμά;» με ρώτησε και ειλικρινά, οι λυγμοί με έπνιξαν. Μπορεί να μην ήμουν η μητέρα της, αλλά ήμουν η μόνη που είχε και το πρώτο πρόσωπο που αντίκρυσε μόλις ήρθε σε αυτόν τον κόσμο.
«Κλαίω από χαρά» της απάντησα, καθώς θυμάμαι και την δική μου μητέρα να μου απαντά ακριβώς το ίδιο, προκειμένου να μην ανησυχώ.
Δειλά, άνοιξα την πόρτα του δωματίου μου και βγήκα στον κοινό χώρο. Ήμουν έτοιμη να κατευθυνθώ στις κουζίνες για να βρω γάλα, έχοντας καλύψει τη Λυρία με ένα πετσετάκι. Τα μάτια μου ήταν ακόμη πρησμένα και υγρά εξαιτίας του κλάματος. Τότε, πίσω από τη σκιά της απέναντι πόρτας είδα τον Σκορπιό που στεκόταν και με παρατηρούσε. Ευτυχώς είχε κατορθώσει να βγει από το αναρρωτήριο. Τον είδα να μου χαμογελά και το βλέμμα μου έπεσε στη γη, αποφασισμένο να μην επιτρέψει στο δάκρυ να κυλήσει. Αλλά απέτυχε. Ωστόσο, ένα απαλό δάχτυλο το σκούπισε, προτού προλάβει καλά καλά να κυλήσει. Τα μάτια μου καρφώθηκαν, σε εκείνα τα κυανά διαμάντια, που ήξερα πως προσπαθούσαν να καταπιούν τον πόνο που συνόδευε την κίνηση.
«Είναι όμορφη» μου είπε ο Σκορπιός κοιτάζοντας τη νεογέννητη Λυρία και κατόπιν χάθηκε στη σκιά του δικού του δωματίου.

Βαδίζοντας όσο πιο φυσιολογικά μπορούσα και με τη Λυρία να έχει κουρνιάσει σιωπηλή στον ώμο μου, κατευθυνόμουν προς τα μαγειρεία. Ωστόσο, ο θόρυβος των περαστικών μαθητών, ένιωθα πως της προκαλούσε νευρικότητα, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει ένα παράξενο σκούξιμο. Τη στιγμή εκείνη, από την αντίθετη κατεύθυνση, η αυστηρή φιγούρα της Άσας με το στρατιωτικό βάδισμα πλησίαζε απειλητικά. Στη θέα της και μόνο, άρπαξα την Λυρία και μαζί με το πετσετάκι, την τύλιξα στην αγκαλιά μου.
«Τι συμβαίνει, Κένταλ;» με ρώτησε, έχοντας σταματήσει μπροστά μου και χτυπώντας νευρικά το πόδι της στο πάτωμα.
«Τίποτε απολύτως, κυρία Φάνινγκ» αποκρίθηκα, ωστόσο δεν φάνηκε να πείθεται.
«Θα μπορούσα να μάθω, τι είναι αυτό που έχεις τυλίξει στην αγκαλιά σου με τόση ενοχή;» ρώτησε ξανά και ένιωσα τα μάγουλά μου να κοκκινίζουν από το άγχος.
«Σας είπα, δεν έχω τίποτε απολύτως! Λίγο ψωμί πήρα από τα μαγειρεία, γιατί πεινούσα» απολογήθηκα δήθεν, ωστόσο εκείνη στένεψε περισσότερο τα μάτια της και ίσιωσε με νεύρο τα γυαλιά της.
«Επομένως, μού παραδέχεσαι πως έκλεψες το ψωμί» γρύλισε «Δώσ’ το μου αυτή τη στιγμή και άλλη φορά να έρχεσαι στην ώρα σου στο πρωινό» τελείωσε, ενώ εκείνη τη στιγμή η Λυρία έσκουξε. «Τι ήταν αυτό;» ρώτησε ξανά ο Κέρβερος και με πλησίασε.
«Σας είπα τίποτε! Εγώ έβηξα απλώς. Τώρα, αφήστε με να φύγω επιτέλους, δεν έκανα τίποτε» παρακάλεσα και εκείνη πήγε να μου αρπάξει το πετσετάκι, όταν ακούστηκε η φωνή του Σιμεόν.
«Εγώ της έδωσα το ψωμί, Άσα. Υπάρχει πρόβλημα με αυτό;» ρώτησε ο διευθυντής και είδα την απαισιότατη Φάνινγκ να μαζεύεται.
«Κανένα, κύριε Ο’ Κάιν. Και τώρα, με συγχωρείτε...» πρόφερε κοφτά και την είδα να απομακρύνεται, ψιθυρίζοντάς μου ένα “εμείς οι δύο δεν έχουμε τελειώσει ακόμη”.
Μένοντας μονάχη μου με τον Σιμεόν, τον είδα να με κοιτά χαμογελώντας.
«Εντάξει, Κένταλ, εμένα δεν χρειάζεται να με φοβάσαι. Θα ήθελες κάτι να μου πεις;» με ρώτησε και ειλικρινά, εκείνη τη στιγμή δεν ήμουν βέβαιη για το τι ήταν σωστό να κάνω.
« Ξέρετε… εγώ... έχω ένα μικρό μυστικό» του είπα.
«Τότε πάμε κάπου, όπου το μυστικό σου θα είναι ασφαλές» μου εξήγησε και κατευθυνθήκαμε στο γραφείο του, όπου μόλις μπήκα, αντίκρυσα μία μεγάλη, λευκή κουκουβάγια να λαγοκοιμάται.
«Αυτός είναι ο φίλος μου, ο Άρθουρ» με σύστησε στο τεράστιο πουλί και το είδα άξαφνα να τινάζεται και να καρφώνει τα κίτρινα μάτια του επάνω μου.
«Ω, μα ποια είναι η όμορφη δεσποινίς; Λευκή μάγισσα βλέπω; Έχουμε ελπίδες» άκουσα τον Άρθουρ να λέει.
«Με λένε Κένταλ και κύριε Ο’ Κάιν, έκανα μάλλον κάτι κακό. Πριν από πολλές μέρες, βάδιζα κοντά στα θερμοκήπια των εξωτερικών κήπων και τυχαία πρόσεξα πως ένα αυγό ήταν σφηνωμένο στο χώμα. Το λυπήθηκα και το πήρα. Βλέπετε, η ορφάνια είναι άσχημο πράγμα και εγώ ήθελα να του δώσω λίγη φροντίδα. Τελικά το πλάσμα εκκολάφθηκε και...» πήγα να πω, όταν έπεσε το πετσετάκι και αποκαλύφθηκε η Λυρία.
Για δευτερόλεπτα, είδα τον Σιμεόν να σαστίζει.
«Ένας... ένας δράκος! Θεέ μου, Κένταλ, αυτό είναι σοβαρό» μου είπε και ξεκίνησε να βαδίζει νευρικά.
«Κύριε, δεν θα πειράξει κανέναν, το ορκίζομαι» πήγα να το σώσω, ενώ η Λυρία ξεκίνησε να κλαίει.
«Ο Άρθουρ θα πάει να της φέρει γάλα. Άκουσε, Κένταλ, θα πρέπει να είσαι πολύ προσεκτική. Ο δράκος δεν γίνεται να πέσει σε λάθος χέρια. Θα φροντίσω να κάνω ένα ξόρκι προστασίας στο δωμάτιό σου, καθώς δεν γνωρίζω κατά πόσο η Άσα ή το δεξί της χέρι, ο Άινταν, γνωρίζουν την ύπαρξή της. Ποιος άλλος έχει δει τον δράκο;» με ρώτησε.
«Ο Σκορπιός, ο Γουίλ και η Κριστιέλα» αποκρίθηκα.
«Ο μικρός Σάμχαϊν; Αχ, Θεέ μου, ελπίζω να πέφτω έξω και να μην τρέξει να ειδοποιήσει τον Άινταν» άκουσα τη φωνή του Σιμεόν, όταν μας διέκοψε για λίγο ο Άρθουρ, ο οποίος μπήκε πετώντας με το γάλα της Λυρία.
«Όμως, τι σχέση έχουν αυτοί οι δύο;» ρώτησα.
«Αρχικά, είδους. Είναι και οι δύο μαύροι» μου είπε και σάστισα.
«Μα, ο κύριος Γουέτμορ είναι μαύρος;» ρώτησα.
«Ακριβώς. Μαύρος, καμουφλαρισμένος χρόνια τώρα. Ωστόσο, αν παρατηρήσεις τη Λυρία προσεκτικά, θα διακρίνεις ένα σχεδόν λευκό σημάδι, σαν δάκρυ κοντά στη μύτη της. Μεγαλώνοντας θα εξαπλωθεί, μέχρι που θα γίνει ολόκληρη λευκή, στο χρώμα του πάγου. Η Λυρία είναι δράκος των πάγων. Κένταλ. Γνωρίζεις πως ο Βασιλιάς της φυλής της ήταν εξίσου δράκος των πάγων;» με ρώτησε και κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά.
«Γι’ αυτό σου λέω. Προστάτευσέ την. Είναι πολύτιμη» τελείωσε και οι δύο μας είδαμε τη Λυρία να τρέχει επάνω μου χορτάτη.
«Απόψε θα κοιμηθείς μαζί μου» της είπα και εκείνη έγειρε το κεφάλι της στο πλάι νυσταγμένα.

Ο Γουίλ είχε μόλις τελειώσει το μάθημα των βοτάνων αποκλειστικά για ιατρική χρήση. Ήταν έτοιμος να κατευθυνθεί στον Οίκο των Πορφυρών, όταν παρατήρησε τον Σιμεόν με ακόμη δύο μάγους να μπαίνουν στον Οίκο των Γκρίζων.
«Έχεις ιδέα τι συμβαίνει;» ρώτησε η Κριστιέλα που πλησίαζε.
«Όχι και είναι λίγο παράξενη όλη αυτή η βιασύνη. Αλήθεια, πού είναι η Κένταλ;» την ρώτησε.
«Δεν έχω ιδέα, αλλά δεν την είδα καθόλου στο πρωινό» απάντησε το κορίτσι.
«Ελπίζω μονάχα, να μην είναι παρέα με τον ακατανόμαστο» γρύλισε ο Γουίλ.
«Αλήθεια, δεν τον χωνεύεις καθόλου, έτσι;» πρόφερε η Κριστιέλα.
«Δεν θα σου πω ψέματα, αλλά όχι. Τον θεωρώ απρόβλεπτο και ένα παιδί που δεν είναι αυτό που δείχνει. Δεν ξέρεις πότε θα σου κάνει καλό και πότε όχι. Επίσης, μην ξεχνάς πως έκλεψε το μενταγιόν από την αδερφή μου» απάντησε ο Γουίλ κοφτά.
«Αχ, βρε Γουίλ, όλοι μέσα μας κουβαλάμε και κάποιον σταυρό, αλλιώς δεν θα ήμασταν στο Ντορθόριεν. Εγώ κατάγομαι από μία οικογένεια με πολλά παιδιά. Ήμουν η μικρότερη έμαθα και μάλλον η μητέρα μου δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να με αναλάβει. Βίωσα άσχημα την απόρριψη, ωστόσο στάθηκα δυνατή. Ξέρω πως πολλές φορές όλοι με περνάνε για χαζή, αλλά δεν είναι έτσι. Απλώς επιλέγω να ζω στον κόσμο μου. Εκεί είναι πιο όμορφα» του είπε και ο Γουίλ την αγκάλιασε σφιχτά.
«Εγώ, να ξέρεις, σε βρίσκω υπέροχη σε όποιον κόσμο και αν ανήκεις» της απάντησε και γέλασαν. «Αλήθεια, δεν θα ήθελες να συναντήσεις κάποιο από τα αδέρφια σου;» την ρώτησε ο νεαρός.
«Εκείνοι δεν με αναζήτησαν ποτέ τους. Γιατί να το κάνω εγώ τώρα; Είναι καλύτερα έτσι, καθώς οι φίλοι μου αποτελούν τη νέα μου οικογένεια» ολοκλήρωσε και είδε τον Γουίλ να της πιάνει το χέρι για να βαδίσουν μαζί στην κεντρική λίμνη με τα πολύχρωμα, αρωματικά νούφαρα.

Ο Σιμεόν, έχοντας τελειώσει με το ξόρκι της προστασίας, με πλησίασε.
«Ξέρεις, Κένταλ, αύριο η Σχολή θα κλείσει για τις γιορτές και εσύ θα πρέπει να επιστρέψεις πίσω στο ορφανοτροφείο»
«Θέλετε να πείτε, πίσω στο κολαστήριο, καθώς πλέον ανήκει στην Άσα και τον Άινταν. Δεν γίνεται εγώ, ο Γουίλ και η Κριστιέλα να πάμε αλλού;» ρώτησα με αγωνία.
«Πολύ φοβάμαι πως όχι. Ωστόσο, θα παλέψω να έρθω σε επικοινωνία με το άλλο ίδρυμα, για να δω μήπως υπάρχουν διαθέσιμα δωμάτια. Είναι πολύ λυπηρό όλο αυτό και ειλικρινά, η εξαφάνιση της Εμίλιας μοιάζει με θρίλερ. Δεν έχει αφήσει ούτε ένα ίχνος» πρόφερε ο καθηγητής ξεφυσώντας, όταν είδαμε τον Άλαν να χτυπά την πόρτα και να μπαίνει.
«Συγγνώμη, αλλά άκουσα την κουβέντα σας. Κύριε καθηγητά, υπάρχει περίπτωση να έρθει η Κένταλ στο σπίτι μου, μαζί με τον Γουίλ, αν υπογράψει η μητέρα μου τα χαρτιά τους;» ρώτησε.
«Υποθέτω πως ναι, αλλά η Άσα, η καταραμένη δεν θα μας το κάνει τόσο εύκολο. Αύριο κιόλας θα στείλω δύο γνώμους στο σπίτι σου, για να μεταφέρουν τα χαρτιά των αδειών και βλέπουμε» δήλωσε ο Σιμεόν και εγώ τον αγκάλιασα σφιχτά.
Κατόπιν, αποχώρησε και μας άφησε μονάχους με τον Άλαν.
«Δεν μπορείς να φανταστείς, πόσο όμορφη είσαι όταν χαμογελάς. Μοιάζεις με εκείνη την ανέμελη πριγκίπισσα, που θυμάμαι πίσω στην πόλη της Βέρνια» μου είπε, όταν η εμφάνιση της Λυρία μας διέκοψε.
«Μαμά, αυτός ποιος είναι;» με ρώτησε.
«Ένας φίλος, έλα να τον γνωρίσεις, μη φοβάσαι» της είπα και ο Άλαν έμεινε να την κοιτάζει εμβρόντητος.
«Ένας δράκος των πάγων. Κένταλ, είσαι σίγουρη πως η μικρή ήταν ορφανή;» με ρώτησε ταραγμένος.
«Μα, γιατί ρωτάς;» του είπα.
«Γιατί σύμφωνα με τις θεωρίες του πατέρα μου, ο Βάλιμαρ, ο βασιλιάς των πάγων, είναι ακόμη ζωντανός» μου απάντησε και σχεδόν ένιωσα το αίμα μου να παγώνει.
Η είδηση με χτύπησε σαν κεραυνός, αλλά χάρηκα για εκείνη. Τουλάχιστον κάποιος από την οικογένειά της ήταν ζωντανός και την περίμενε. Όταν θα μεγάλωνε λίγο, η ίδια σκόπευα να την φυγαδεύσω και να την οδηγήσω στην οικογένειά της. Για την ώρα, απολάμβανα την εικόνα του ήσυχου μωρού που κοιμόταν στα κατωπόδαρα.
Την ίδια μέρα, η Κριστιέλα είχε μάθημα Μεταμόρφωσης με την καθηγήτρια Μέριλ Μακ Λέοντ, που ήταν και εκείνη Άρπια, καθώς το συγκεκριμένο μάθημα, αφορούσε μονάχα το είδος τους. Ως ξωτικά του δάσους, έπρεπε να μάθουν να μεταμορφώνονται, όπως τα Ντουένον, με τη διαφορά πως οι Άρπιες έπαιρναν αποκλειστικά την όψη ενός δέντρου ή φυτού. Η Κριστιέλα, μετά από εκατό προσπάθειες προκειμένου να φθάσει έστω στο σημείο να μεταμορφώνεται η μισή, βάδιζε στους διαδρόμους της Σχολής εξουθενωμένη, με στόχο τη βιβλιοθήκη, κάνοντας ενδιάμεσα διαλείμματα, για να χαζέψει τη θέα από τον γκρεμό.
Μπροστά της ο ήλιος βούλιαζε και έβαφε τον ορίζοντα με μία πορτοκαλοκόκκινη απόχρωση του μελιού, όταν είδε ξανά τον Γουίλ να βαδίζει κρατώντας τα δικά του βιβλία.
«Πώς πήγε;» την ρώτησε.
«Αν αναφέρεσαι στο μάθημα, μέτρια και το λέω με επιείκεια» απάντησε εκείνη ξεφυσώντας.
«Πηγαίνεις στη βιβλιοθήκη;» ρώτησε ο Γουίλ με φωνή που έτρεμε ελαφρώς.
«Θα ήθελες να έρθεις μήπως;» τον ρώτησε η Άρπια και ο νεαρός ένευσε θετικά.
Η βιβλιοθήκη της Επινουά ήταν στα σίγουρα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα τμήματά της. Επικρατούσε πάντοτε απόλυτη ησυχία, ενώ στην είσοδο βρίσκονταν κρεμασμένα τα φαναράκια με τα φωτεινά έντομα, που πρόσφεραν φωτισμό έναντι του κανονικού, για κάθε μαθητή που διάβαζε. Γύρω της, υπήρχαν κάποια αγάλματα τερατόμορφων, φτερωτών πλασμάτων. Τα ονόμαζαν Όνιγκ, πλάσματα των ορεινών βουνών, ιδιαιτέρως επιθετικά. Φυσικά, στην περίπτωση της Σχολής, μιας Σχολής αποκλειστικά φτιαγμένης κάποτε για τη φυλή των μάγων και μόνο, απεικονίζονταν όλα τα υπόλοιπα μαγικά πλάσματα, με διάφορους τρόπους. Τα δύο παιδιά μελετούσαν αθόρυβα, όταν την προσοχή του Γουίλ απέσπασαν ψίθυροι. Ωστόσο, γυρνώντας το κεφάλι του για να ανακαλύψει την πηγή τους, παρατήρησε πως στην αίθουσα ήταν μονάχοι τους. Μία ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί του, ωστόσο αποφάσισε να μη δώσει συνέχεια, όταν οι φωνές επέστρεψαν, αλλά η γλώσσα στην οποία μιλούσαν ήταν ακαταλαβίστικη.
«Ακούς και εσύ φωνές ή μονάχα εγώ έχω αρχίσει να τρελαίνομαι;» ρώτησε την Κριστιέλα ψιθυριστά και η Άρπια τον κοίταξε με τον πανικό να διαγράφεται ξεκάθαρα στο πρόσωπό της.
«Όχι, τόση ώρα νόμιζα πως τρελαίνομαι εγώ, αλλά μάλλον κάτι συμβαίνει» του είπε όταν άξαφνα στους τοίχους ξεκίνησαν να σχηματίζονται παράξενα σύμβολα, τα οποία άλλοτε φωτίζονταν και άλλοτε έσβηναν.
«Τι στο καλό συμβαίνει;» διερωτήθηκε φωναχτά ο Γουίλ και οι δυο τους σηκώθηκαν επάνω, ενώ ταυτόχρονα οι ψίθυροι δυνάμωναν και γίνονταν πιο επίμονοι. «Νομίζω, πως η Σχολή ξυπνάει. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις τι εννοώ» της είπε ο νεαρός και η κοπελα βρέθηκε στα πρόθυρα της κρίσης πανικού.
«Αν θυμάμαι καλά, αυτή η σχολή αποτέλεσε κάποτε το προπύργιο των Σάμχαϊν. Αυτό σημαίνει ότι κάποια σημάδια έχουν μείνει ανεξίτηλα; Εννοώ, όλα αυτά τα σχήματα, ίσως είναι ρούνοι;» ρώτησε η Κριστιέλα και οι δυο τους κατευθύνθηκαν προς την έξοδο, όταν είδαν τα πέτρινα αγάλματα να ζωντανεύουν.
«Νομίζω πως είμαστε σε άσχημη θέση» διαπίστωσε ο Γουίλ, όταν το ένα πλάσμα πήδηξε και βρέθηκε μπροστά τους. Τα παιδιά ξεκίνησαν να τρέχουν αλαφιασμένα μέσα στην τεράστια αίθουσα, με τα πλάσματα να επιτίθενται και το ένα να ορμά στον Γουίλ πετώντας τον στον τοίχο.
«Πέτρωσε!» πρόσταξε ο πορφυρός μάγος και μία λάμψη ξεπήδησε από το χέρι του με αποτέλεσμα το πλάσμα να ακινητοποιηθεί αμέσως.
Με τρόμο ωστόσο, διαπίστωσε πως η Κριστιέλα είχε χτυπήσει άσχημα από ένα άλλο που τη σημάδεψε με την ουρά του. Παλεύοντας να ξεφύγει από τα βιβλία και τα ράφια που έπεφταν, χρησιμοποίησε το ίδιο ξόρκι, όταν άκουσε βήματα και εμφανίστηκε ο Κρίστοφερ, που δίχως να προφέρει τα ξόρκια, οι αλλεπάλληλες λάμψεις, είχαν διαλύσει τα τελευταία δύο που είχαν απομείνει. Κοιτάζοντας έντρομος τον χαμό γύρω του, έτρεξε στην Κριστιέλα και ακούμπησε το χέρι του στα σχετικά επιφανειακά της τραύματα.
«Τι συνέβη εδώ;» ρώτησε τον Γουίλ φανερά ταραγμένος.
«Κύριε, νομίζω πως αυτή η Σχολή είναι σαμχαϊκά στοιχειωμένη» αποκρίθηκε το αγόρι.
«Ορθή τοποθέτηση Μορς, αν και παράδοξη. Νομίζω πως λειτουργεί ακόμη υπέρ των παλαιών ιδιοκτητών της. Φοβάμαι πως η άνοδος των Σάμχαϊν έχει ήδη ξεκινήσει και γι’ αυτό η Σχολή και ό,τι υπάρχει μέσα της το έχει καταλάβει. Θα σας πάω εγώ στους Οίκους σας και μετά θα ειδοποιήσω τον Σιμεόν. Ευτυχώς, αύριο κλείνουμε και από ότι φαίνεται, πάνω στην ώρα για να ερευνήσουμε το θέμα» τελείωσε ο Κρις και τα δύο παιδιά τον ακολούθησαν σιωπηλά, μέχρι την αυλή και κατόπιν στους Οίκους τους.

Μπήκε στο εσωτερικό της ζοφερής του έπαυλης, αφήνοντας το παλτό του στον καλόγερο, που το άρπαξε με μεγάλη προθυμία, αφού το τίναξε μερικές φορές. Η αλήθεια, είχε καιρό να μείνει για πολλές, συνεχόμενες ώρες στο σπίτι μιας και τη βάση του αποτελούσε πια το Ένταρταουν και η Σχολή, μέρη σαμχαϊκής μαγείας που ετοιμαζόταν για όλα τα υποψήφια παιδιά, αλλά και ενήλικες. Σύντομα, η δύναμή τους θα ήταν αρκετή και θα μπορούσαν να δηλώνουν άφοβα την αληθινή τους ταυτότητα, σε μία κοινωνία που θα βίωνε ξανά τον τρόμο της ύπαρξής τους. Έκατσε άκεφα στην πολυθρόνα του και με μία κίνηση άναψε το τζάκι. Τότε, από την τσέπη του εμφανίστηκε και αιωρήθηκε για λίγο το φυλαχτό της Κένταλ. “Απόψε, λευκή μάγισσα θα βυθιστείς σε ένα όνειρο που θα επιλέξω εγώ για εσένα, καθώς θα πρέπει να σε επισκεφθώ και δεν θέλω φασαρίες” συλλογίστηκε, όταν άκουσε την πόρτα να χτυπά και τη σιλουέτα της Άσα να διαγράφεται, μόλις εκείνος την άνοιξε.
«Έχεις νέα για εμένα, Άσα;» τη ρώτησε κάπως κοφτά.
«Βεβαίως, άρχοντα του σκότους. Τσάκωσα σήμερα το πρωί, τη μικρή, λευκή μάγισσα να κουβαλά ένα περίεργο δέμα που έσκουζε. Ο Σιμεόν προσπάθησε να την καλύψει, αλλά εγώ δεν το έχαψα το παραμύθι. Ο δράκος πρέπει να γεννήθηκε» του είπε και τα μάτια του Άινταν έλαμψαν.
«Άψογα. Απόψε εκείνη και το μικρό θα με βρουν μπροστά της» γρύλισε και με το χέρι της έκανε νόημα να αποχωρήσει. «Γιατί εξακολουθείς να στέκεσαι εκεί σαν το άγαλμα; Μπορώ να σου φανώ κάπου χρήσιμος;» τη ρώτησε και είδε τη γυναίκα να κοκκινίζει και να παίρνει ένα βλέμμα αποφασισμένο.
«Δεν σε βλέπω μονάχα σαν συνάδελφο ή σύμμαχο. Κουράστηκα ειλικρινά να κρύβομαι από εσένα! Σε σκέφτομαι συνέχεια, σε θέλω… πώς να το πω;» κραύγασε εκείνη στα ξαφνικά, πνιγμένη από τη μία στην ντροπή και από την άλλη στα συναισθήματά της.
«Πολύ λυπάμαι, Άσα, αλλά εγώ δεν σε βλέπω διαφορετικά» της απάντησε κοφτά.
«Ξέρω το γιατί. Γιατί γουστάρεις μία τιποτένια, εκρού μάγισσα! Αυτή τη σιχαμένη! Τι σου έκανε; Τι παραπάνω είχε; Μυαλό; Καλοσύνη;» γρύλισε μην ελέγχοντας τον εαυτό της και είδε τα μάτια του Άινταν να αλλάζουν και να παίρνουν τη μορφή εκείνη του δράκου. Με μία κίνηση, την εξεσφενδόνισε στον τοίχο και κατόπιν την μάζεψε και την έφερε κοντά του, με την ίδια να αιωρείται, ενώ από ένα σημείο στο μέτωπό της, έτρεχε αίμα.
«Την προσωπική μου ζωή δεν θα την ξαναπιάσεις στο στόμα σου, Φάνινγκ, αλλιώς υπόσχομαι πως θα σε σκοτώσω εν ψυχρώ. Η Εμίλια ήταν καλύτερή σου σε όλα, μα πάνω από όλα άντεξε να δει αυτήν την εικόνα, την εικόνα ενός Ότουρθ και να μην αηδιάσει, πράγμα που εσένα, σου προκαλεί τρόμο και μόνο η σκέψη. Θα σε προειδοποιήσω για κάτι. Αν τολμήσεις να την ψάξεις, για να της κάνεις κακό, θα το μάθω γιατί έχω παντού μάτια και θα έρθω να σε βρω για να σε σκοτώσω εγώ ο ίδιος. Η μαγεία μου είναι πανίσχυρη και κατέχω τους ρούνους εκ φύσεως. Γνωρίζεις φαντάζομαι τι σημαίνει αυτό. Επομένως, μάθε να κλείνεις το στόμα σου και να υπακούς!» της φώναξε και ανoίγοντας την πόρτα της έπαυλης, την πέταξε κυριολεκτικά έξω με τον καλόγερο να της πετά με την σειρά του το παλτό της.
Έμεινε ξανά μονάχος του. “Μου λείπεις… Ελπίζω να είσαι καλά… Το αξίζεις...” σκέφτηκε και το χαμόγελο της μελαγχολίας αυλάκωσε τα χείλη του, ενώ σωριαζόταν ξανά στην πολυθρόνα.

Ο ύπνος μου ήταν ανήσυχος εκείνο το βράδυ. Στριφογυρνούσα στο κρεβάτι διαρκώς, ενώ παράλληλα ένιωθα πως βυθιζόμουν σε έναν ζωντανό εφιάλτη. Αρχικά, η εικόνα ήταν ευχάριστη, με εμένα και τους γονείς μου να κάνουμε βόλτα σε ένα πάρκο της Βέρνια. Η ημέρα ήταν ηλιόλουστη και πολύς κόσμος περνοδιάβαινε μαζί με την οικογένεια και τα παιδιά του. Όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που από το οπτικό μας πεδίο ξεκίνησαν να χάνονται όλοι και το ευχάριστο πάρκο μετατράπηκε σε μία δυσάρεστη, παράξενη έρημο με καμμένα και ξερά δέντρα. Η περιοχή μύριζε άσχημα και η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Τότε, είδα κάποια απρόσωπα πλάσματα να πλησιάζουν σαν φαντάσμα και να επιτίθενται στους γονείς μου. Ξέσκιζαν με μανία το υπέροχο φόρεμα της μητέρας μου και εκείνη μου ούρλιαζε να φύγω, για να καταφέρω να σωθώ. Με τον ιδρώτα να κυλάει στο μέτωπό μου ξεκίνησα να τρέχω αναζητώντας καταφύγιο καταμεσής της ερήμου. Όλο το σκηνικό του ονείρου διακρινόταν από απίστευτη αληθοφάνεια, σε σημείο που αναρωτιόμουν κατά πόσο είχε επίπτωση στην πραγματικότητα.
Όσο φυσικά εγώ χτυπιόμουν μέσα στον ύπνο μου, η Λυρία δίπλα μου έσκουζε τρομαγμένη, καθώς είχε δει τον παράξενο καπνό που είχε γλιστρήσει αθόρυβα μέσα στο δωμάτιό μου απενεργοποιώντας την προστασία με τη χρήση των ρούνων. Ο Άινταν στεκόταν ακίνητος και βλοσυρός κοντά στο προσκεφάλι μου, χαμογελώντας σατανικά και κοιτάζοντας τη Λυρία. Το μικρόσωμο ακόμη ζώο προσπάθησε να επιτεθεί, αλλά ήταν ακόμη βρέφος σε ηλικία και η φωτιά δεν είχε καλλιεργηθεί μέσα της σαν δύναμη. Ο Άινταν, τότε, χαμήλωσε μπροστά της και μίλησε στη γλώσσα της, στη γλώσσα των δράκων.
«Θα έρθεις μαζί μου, θα σε πάω στον πατέρα σου» της είπε και το ζώο τον κοίταξε.
«Πώς γίνεται να με καταλαβαίνεις; Να μιλάς, όπως εγώ;» τον ρώτησε.
«Έλα μαζί μου και θα σου εξηγήσω» απάντησε ο Άινταν.
«Όχι! Θα μείνω με τη μαμά!» έσκουξε η Λυρία και τότε ο Άινταν την άρπαξε με το ζόρι, βάζοντάς την προσωρινά σε ένα κλουβί και ανοίγοντας το παράθυρο μουρμούρισε “Είσαι πολύ λίγος μπροστά μου, Σιμεόν” Την ασφάλειά σου ήμουν ικανός να τη διαλύσω από τα δέκα μου χρόνια. Ανόητε. Η Σχολή θα περάσει σύντομα στα χέρια μας” ήταν και οι τελευταίες του κουβέντες, όταν άνοιξε τα μαύρα του φτερά, παίρνοντας πια την ολοκληρωτική εμφάνιση ενός κανονικού δράκου.
Τα λέπια στο σώμα του είχαν το χρώμα του άνθρακα και τα μάτια του γυάλιζαν κίτρινα μέσα στο σκοτάδι. Σαν δράκος, έμοιαζε με τον ευρωπαϊκό και ήταν μετρίου μεγέθους, σε σχέση με εκείνον των πάγων. Βαστώντας στο στόμα του το κλουβί, έφθασε πετώντας στην έπαυλη, παίρνοντας ξανά την ανθρώπινη μορφή του. Μπαίνοντας, άναψε το κεντρικό φως και άφησε το κλουβί στο πάτωμα, ελευθερώνοντας τη Λυρία που έμοιαζε κυριολεκτικά χαμένη. Ακόμη, δεν είχε αναπτύξει ισχυρή άμυνα και έτσι είχε την ίδια επικινδυνότητα με μία κοινή σαύρα. Απολύτως καμία, δηλαδή. Ο Άινταν την παρατηρούσε που καθόταν σε μία γωνιά τρέμοντας και σκούζοντας σιωπηλά.
«Πεινάς;» τη ρώτησε, αλλά το ζώο δεν αποκρίθηκε, μονάχα συνέχισε να κλαίει.
Δίχως να της απευθύνει ξανά τον λόγο, έδωσε διαταγή στα διάφορα αντικείμενα που υπήρχαν στην κουζίνα να ετοιμάσουν και να ζεστάνουν λίγο γάλα. Μόλις ήταν έτοιμο, πλησίασε ξανά το ζώο, το οποίο βρισκόταν μαραζωμένο στο ίδιο σημείο που το είχε αφήσει. Της τοποθέτησε μπροστά της το γάλα, ωστόσο η ώρα περνούσε, μα η Λυρία δεν φαινόταν πρόθυμη να το αγγίξει. “Να γιατί δεν ανέλαβα ποτέ μου τον Σκορπιό” σκέφτηκε με απόγνωση, μέχρι που πλησίασε τον μικρό δράκο και έκατσε οκλαδόν μπροστά του, μιλώντας πάντοτε στη γλώσσα της.
«Σε λίγες μέρες θα βρίσκεσαι κοντά στον πατέρα σου. Αυτό είναι πολύ σημαντικό και θα έπρεπε να το εκτιμάς» ξεκίνησε και είδε το ζωάκι να γυρνά ελαφρώς το κεφάλι του.
«Εσένα που είναι οι γονείς σου;» τον ρώτησε.
«Είμαι ορφανός, δεν έχω γονείς» της απάντησε και για πρώτη φορά, η Λυρία γύρισε ολόκληρη για να τον κοιτάξει.
«Γιατί;» τον ρώτησε και εκείνος κάγχασε με την αφέλειά της.
«Δεν με ήθελαν και έτσι με άφησαν μόνο μου» αποκρίθηκε ο Άινταν, αλλά η Λυρία έσκουξε στεναχωρημένα και ξεκίνησε ξανά να τρέμει. Τότε, ο Άινταν κατάλαβε για πρώτη φορά, πως ένα μωρό δεν γίνεται να το φορτώνεις με βάσανα και άσχημες εικόνες. Έτσι, έψαξε να σκεφτεί κάτι όμορφο «Ωστόσο, με μεγάλωσαν δύο θαυμάσια πλάσματα. Ο θείος μου που ήταν μάγος και ένα Ντουένον. Τα Ντουένον είναι μικρόσωμα πλάσματα, με την ικανότητα να αλλάζουν μορφές» της είπε και η Λυρία φάνηκε να βρίσκει εκ νέου το κουράγιο της. «Σημασία, δεν έχει αν οι γονείς σου σου μοιάζουν, αλλά αν σε αγαπούν» τελείωσε ο μάγος και η Λυρία τον ακολούθησε την ώρα που σηκωνόταν.
«Το γάλα σου πρώτα» της είπε κάπως αυστηρά και το πλάσμα, έχοντας κάπως βρει την όρεξή του, καθώς κατάλαβε πως δεν κινδύνευε, ξεκίνησε να το πίνει λαίμαργα.
Έχοντας ένα σπίτι προστατευμένο από όλες τις μεριές, ο Άινταν ήξερε πως το πλάσμα ήταν αδύνατον να φύγει. Έτσι, την άφησε ελεύθερη στο σαλόνι και ξεκίνησε να ανεβαίνει τα σκαλιά με προρισμό την κρεβατοκάμαρά του, όταν άκουσε το ζωάκι ξανά.
«Μη με αφήνεις εδώ. Φοβάμαι» του είπε, αλλά στο δικό του κεφάλι, άκουσε τη δική του παιδική φωνή, όταν στεκόταν στο κατώφλι του σπιτιού του και έβλεπε τη μητέρα του να φεύγει. “Μανούλα, μη με αφήνεις μόνο μου εδώ, φοβάμαι. Μη φεύγεις, πάρε με μαζί σου θα είμαι καλό παιδί” την εκλιπαρούσε, ωστόσο εκείνη δακρυσμένη τον εγκατέλειψε και έφυγε καταμεσής ενός πολέμου που μαινόταν.
Με μάτια βουρκωμένα, γύρισε ξανά το κεφάλι του και κοίταξε το ανήμπορο πλάσμα να στέκεται στο πρώτο σκαλοπάτι.
«Εντάξει, Λυρία, θα κοιμηθείς μαζί μου απόψε»

Κατόρθωσα μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειες να ξυπνήσω, καθώς πίεζα τον εαυτό μου μέσα στο όνειρο να σκεφτεί πως κάτι τέτοιο, απλώς δεν ήταν αληθινό. Αυτό, με βοήθησε να σπάσω το φάσμα του ύπνου και επιτέλους να τιναχτώ. Ανάβοντας με μία κίνηση του χεριού μου το μικρό φως που βρισκόταν δίπλα μου, διαπίστωσα με τρόμο πως η Λυρία ήταν άφαντη.
«Λυρία;» ξεκίνησα να φωνάζω, όσο πιο χαμηλόφωνα γινόταν «Πού είσαι, μου κρύβεσαι;» ξεκίνησα να την αναζητώ, προτού χάσω εντελώς την ψυχραιμία μου.
Έψαξα το δωμάτιό μου από άκρη σε άκρη, μα το πλάσμα δεν βρισκόταν πουθενά, ενώ με τρόμο είδα το παράθυρό μου μισάνοιχτο. Κάποιος είχε μπει μέσα και την είχε αρπάξει. Αγανακτώντας για την τύχη που τελευταία δεν έλεγε να μου χαμογελάσει, έπεσα με φόρα στο κρεβάτι μου κλαίγοντας, ενώ από τα νεύρα πετούσα τα μαξιλάρια όπου έβρισκα. Τα πάντα είχαν πάρει την κατιούσα. Αύριο, ήμουν πιθανότατα αναγκασμένη να επιστρέψω στο Ντορθόριεν της Άσα και σαν να μην έφτανε αυτό, το ζωάκι μου ήταν εξαφανισμένο και εκτεθειμένο στον κίνδυνο. Για λίγο έμεινα ξαπλωμένη, με δάκρυα να κυλούν στα μάτια μου, μέχρι που μία δύναμη με έσπρωξε να σηκωθώ και να σταθώ μπροστά από έναν ολόσωμο καθρέπτη κοιτάζοντας το είδωλό μου.
Ήμουν μόλις δέκα χρονών, στα έντεκα, ένα κορίτσι μετρίου αναστήματος και αδύνατο. Ωστόσο, είχα βαρεθεί να ορίζουν τα γεγονότα την ζωή μου. Γεγονότα που δεν είχα προκαλέσει εγώ και δεν είχα επιλέξει. “Συγγνώμη μαμά” σκέφτηκα, καθώς ήξερα πως ήμουν έτοιμη να μπλεχτώ σε μία ιστορία δυσανάλογη με την ηλικία μου, ωστόσο δεν με ένοιαζε. Η Σχολή θα έκλεινε και εγώ θα το έσκαγα πρίν ξημερώσει, για να αναζητήσω τη Λυρία μου. Όχι, δεν θα επέστρεφα πίσω στο ορφανοτροφείο, κανείς δεν θα με ανάγκαζε. Έπρεπε να βρω και να ειδοποιήσω τον αδερφό μου και τους φίλους μου. Στα γρήγορα ντύθηκα και έριξα επάνω μου την γκρίζα κάπα της Σχολής, καθώς δεν μου είχαν δώσει τα ρούχα της λευκής μάγισσσας. Όταν πλέον ετοιμάστηκα, άνοιξα την πόρτα και κοίταξα μελαγχολικά προς τη μεριά της κλειστής πόρτας του Σκορπιού. Δεν θα τον έπαιρνα μαζί μου σε αυτό το ταξίδι. Όσο ήμασταν κοντά, τα πράγματα γίνονταν χειρότερα για εκείνον, αλλά και για εμένα που επιθυμούσα μονάχα, να μπορούσαμε να ζήσουμε σαν δύο φυσιολογικά παιδιά. Εκείνος χωρίς την κατάρα και εγώ χωρίς τα βάσανά μου. Είχα αποχωριστεί την ξεγνοιασιά της παιδικής μου ηλικίας από πολύ νωρίς. Τόσο εγώ, όσο και ο αδερφός που σιγά σιγά βάδιζε στην εφηβεία. Προσπαθώντας να μην κλάψω, κοίταξα για τελευταία φορά πίσω μου και έκλεισα την πόρτα.
Έκανε πολύ κρύο εκείνο το βράδυ και εγώ κατευθυνόμουν αρχικά στο δωμάτιο του Άλαν. Χτύπησα την πόρτα του δύο φορές, όταν μετά από λίγο, στο κατώφλι φάνηκε ένα αγόρι αγουροξυπνημένο και με το μαλλί του μπερδεμένο.
«Κένταλ, είσαι καλά;» με ρώτησε ανήσυχα, βλέποντας τα μάτια μου ακόμη βουρκωμένα.
«Άλαν, θα φύγω. Προτού το κάνω όμως, θα ήθελα να σου μιλήσω. Μπορώ να περάσω;» τον ρώτησα.
«Βεβαίως» μου είπε και πέρασα το κατώφλι του δωματίου του.
Τα κλινοσκεπάσματά του, είχαν ένα ωραίο γαλάζιο χρώμα, το ίδιο και οι κουρτίνες. Ήταν ένα καθ’ όλα αγορίστικο δωμάτιο, αλλά ζεστό και φωτεινό, όπως όλα στην Επινουά.
«Πες μου, Κένταλ» άκουσα τη γλυκιά του φωνή και αναστενάζοντας ξεκίνησα την αφήγηση.
«Θυμάσαι το δρακάκι που είχα στην κατοχή μου;» τον ρώτησα και ένευσε θετικά. «Λοιπόν, σήμερα το βράδυ, βυθίστηκα ξανά σε έναν παράξενο ύπνο, σε έναν ζωντανό εφιάλτη, λες και κάποιος είχε εισβάλει στην ονειρική μου πραγματικότητα και έφτιαχνε το σενάριο. Λοιπόν, όταν κατάφερα να ξυπνήσω, η Λυρία δεν ήταν πουθενά και το παράθυρό μου έχασκε ορθάνοιχτο. Την πήραν, αλλά αυτή τη φορά δεν θα τα καταφέρουν. Θα πάω να τη βρω και το πρώτο άτομο που σκέφτηκα ήσουν εσύ. Ξέρω πως έχασες τον πατέρα σου, εξαιτίας κάποιας ανακάλυψής του. Νομίζω πως όλα συνδέονται» τελείωσα και ο Άλαν συνοφρυώθηκε.
«Ειλικρινά, δεν ξέρω τι να πω… Ωστόσο, δεν θα σε αφήσω να φύγεις μονάχη σου. Ξέρω πού το πας και νομίζω πως έχεις δίκιο. Νιώθω και εγώ πως δεν ήταν τυχαίο και νομίζω πως, αν σε ακολουθήσω, πιθανότατα να βρω και τον δολοφόνο του πατέρα μου. Θα έρθω και εγώ μαζί σου, μονάχα υποσχέσου μου πως δεν θα φωνάξεις τον παράξενο...» μου είπε ο Άλαν και τον κοιταξα ελαφρώς θλιμμένα.
«Ξέρω πως δεν τον συμπαθείς, ωστόσο, δεν είναι αυτό που φαίνεται. Δεν θα τον φωνάξω όμως, ήδη το έσκασα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα για να μη με πάρει χαμπάρι. Πρέπει να ειδοποιήσω και τον Γουίλ με την Κριστιέλα, δεν μπορώ να τους αφήσω έτσι» τελείωσα και ο Άλαν φόρεσε ευθύς ένα λευκό πουλόβερ και ένα τζιν, άρπαξε την κάπα της Σχολής μας και μαζί βγήκαμε στον διάδρομο, περπατώντας σχεδόν στις μύτες.
«Ειλικρινά, λυπάμαι να ναρκώσω την Μπετίν ξανά» άκουσα την φωνή του Άλαν.
«Έχουμε και άλλη επιλογή; Ευτυχώς είναι Γουέντιγκος και όχι μάγος, αλλιώς την είχαμε άσχημα» του είπα και οι δύο μαζί παρακολουθούσαμε το λευκό πλάσμα να κάθεται στο κεντρικό τραπέζι της αίθουσας υποδοχής.
«Glaciare» ψιθύρισε ο Άλαν και άξαφνα, το Γουέντιγκος τυλίχτηκε με ένα παγωμένο κύμα αέρα, που σύντομα το ακινητοποίησε.
Οι δυο μας βγήκαμε στους παγωμένους κήπους της Σχολής, με κατεύθυνση αρχικά, τον Οίκο των Πορφυρών και κατόπιν το σπίτι των Αρπίων στις παρυφές του δάσους. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι δύο φίλοι μας ξαφνιάστηκαν με τον αδερφό μου να με αποκαλεί τρελή.
«Όποιος και αν πήρε το σαυράκι σου, είμαι σίγουρος πως θα το πάει στο φυσικό του περιβάλλον που δεν είναι το δωμάτιό σου» άκουσα τον Γουίλ να μου λέει.
Ωστόσο, ο Άλαν επέμενε πως όλο αυτό, ήταν απλώς ο πρόλογος ενώ γενικότερου και σκοτεινότερου σχεδίου.
«Πρέπει να πάμε στο μαγαζί του πατέρα μου στη Βέρνια. Μπορεί να έχει καεί, αλλά, αν σταθούμε αρκετά τυχεροί, ίσως ανακαλύψουμε κάποιο στοιχείο που να μας δείχνει προς τα πού οδηγεί όλο αυτό» μας είπε το αγόρι.
«Από τη στιγμή που βρισκόμαστε σε εξωτερικό περιβάλλον, αισθάνομαι καλύτερα. Μας βρήκε μεγάλο κακό στη βιβλιοθήκη, όταν μας επιτέθηκαν εκείνα τα πλάσματα που έμοιαζαν με λυσσασμένα σκυλιά» είπε η Κριστιέλα.
«Επομένως, πάμε στο χωράφι των Κέλαντερ. Θα χρειαστούμε δύο» είπε ο Άλαν και ξεκινήσαμε τον δρόμο μας, όταν είδα την Κρίστι να με πλησιάζει.
«Γιατί δεν φώναξες τον Σκορπιό;» με ρώτησε
«Γιατί είναι καλύτερα έτσι. Κανένας μας δεν θα κινδυνέψει, ούτε εγώ, μα προπάντων, ούτε εκείνος» της απάντησα.
«Ωστόσο, ήταν ο πιο ισχυρός από όλους μας, αλλά έχεις δίκιο. Όποτε θα πάλευε για να σε προστατέψει, θα τον χτυπούσε αυτό το πράγμα» διαπίστωσε τελικά, για να αντικρίσουμε μέσα στο ομιχλώδες περιβάλλον τα απόκοσμα πλάσματα να βόσκουν αμέριμνα στα χωράφια τους.
Ευθύς χωριστήκαμε σε ζευγάρια, εγώ με τον Άλαν και η Κρίστι με τον Γουίλ. Με δυσκολία κατορθώσαμε να ανέβουμε πάνω στα ζώα, ενώ τους δώσαμε διαταγή να πετάξουν ψηλά, ώστε μαζί με την κάλυψη του νυχτερινού ουρανού, να έχουμε και το ύψος. Ο αέρας που χτυπούσε το πρόσωπό μου ήταν κυριολεκτικά λυτρωτικός. Ανεξαρτήτως του σκοπού, ένιωθα ελεύθερη και χαρούμενη που δεν θα έπεφτα στα χέρια της σατανικής της Άσα, που ήταν η νούμερο ένα ύποπτη για την αρπαγή της Λυρίας. Τα χέρια μου είχαν τυλιχτεί γύρω από τη μέση του Άλαν και η αλήθεια, κοντά του ένιωθα ήρεμη και σίγουρη. Σε αντίθεση με τον Σκορπιό και την αινιγματική και απρόβλεπτη συμπεριφορά του, ο Άλαν ήταν ένα ήρεμο παιδί που δεν σε εξέπληττε ποτέ δυσάρεστα.
Με το μυαλό μου σε εγρήγορση, ένιωσα το Κέλαντερ να κατεβαίνει και τα χιλιάδες φώτα της Βέρνια να μας υποδέχονται. Ήταν αργά το βράδυ και στα σοκάκια της τριγυρνούσαν μονάχα άστεγοι ή παραβατικά στοιχεία, καθώς ο υπόλοιπος κόσμος κοιμόταν βαθιά. Το μαγαζί του πατέρα του Άλαν βρισκόταν σχετικά μακριά από το λιμάνι, μέσα σε ένα στενό. Πλησιάζοντας, μας υποδέχτηκε η μυρωδιά του καμένου ξύλου που εξακολουθούσε να πλανάται στον αέρα και ας είχαν περάσει τόσες μέρες. Εμείς προσπεράσαμε την προσωρινή ταμπέλα που έγραφε “προσοχή” και παλέψαμε να μπούμε στο μισογκρεμισμένο εσωτερικό του.
Η εικόνα που μας υποδέχτηκε ήταν λίαν δυσάρεστη, με εκατοντάδες χαρτιά και καμμένα αντικείμενα εδώ και εκεί. Όση ώρα αναζητούσαμε στοιχεία, παρατηρούσα τις σφιγμένες κινήσεις του Άλαν, ο οποίος προφανέστατα σκεφτόταν πως το σκηνικό παρέπεμπε στις τελευταίες στιγμές του πατέρα του. Σε μία παλαιά συρταριέρα βρήκε μία φωτογραφία τους οικογενειακή, η οποία είχε καεί μονάχα στην άκρη και τον είδα να σκουπίζει στα κρυφά τα δάκρυά του. Τότε, τον πλησίασα και σιωπηλή τον αγκάλιασα, καθώς ήξερα πόσο λυτρωτική ήταν αυτή η κίνηση. Εκείνον τουλάχιστον μπορούσα να τον αγκαλιάσω.
Το όργωμα του μαγαζιού συνεχίστηκε, όταν μας φώναξε η Κρίστι να πλησιάσουμε. Πεταμένο μαζί με τα χαρτιά, τα ξύλα και τα διάφορα άλλα, άχρηστα πράγματα είχε βρει ένα μικρό, στρογγυλό αντικείμενο, όσο η παλάμη μας. Ο Άλαν, ωστόσο, το αναγνώρισε αμέσως. Ήταν ένα είδος, μαγικού, ηλεκτρονικού χάρτη, τον οποίο προς μεγάλη μας έκπληξη, δεν είχαν κατορθώσει να εντοπίσουν οι δολοφόνοι. Ο Άλαν το πήρε στα χέρια του και το κούρδισε δεξιόστροφα δύο φορές. Το μαγικό αντικείμενο αιωρήθηκε και φώτισε, εμφανίζοντας σαν προβολή έναν χάρτη μίας άγνωστης περιοχής που ονομαζόταν Κόλνταουν.
«Νομίζω πως βρήκαμε την απάντηση» ξεκίνησε ο Άλαν. «Ο πατέρας μου πίστευε πως ο βασιλιάς δράκος τω πάγων εξακολουθούσε να ζει κρυμμένος στο εσωτερικό ενός ανενεργού ηφαιστείου. Το όνομά του είναι Βάλιμαρ και τον είχα ακούσει να συζητά για ένα πολύτιμο πετράδι, σαν ελιξίριο της αθανασίας περίπου. Η αρπαγή της Λυρίας μοιάζει με κίνηση ανταλλαγής. Να τη δώσουν στον Βάλιμαρ για να τους δώσει το πετράδι» τελείωσε και όλοι κοιτούσαμε σιωπηλοί, ο καθένας κάνοντας τις δικές του εικασίες.
«Ποιοι είναι αυτοί;» ρώτησε η Κριστιέλα.
«Οι Σάμχαϊν και ας παραδεχτούμε μεταξύ μας τουλάχιστον, πως υπάρχουν απλώς ζουν καμουφλαρισμένοι» απάντησε ο Άλαν, όταν ένας θόρυβος από τον δρόμο μας έκανε να τιναχτούμε. Αρπάζοντας τον χάρτη, βγήκαμε στο στενό ξανά, όταν είδαμε κάποιους παράξενους άντρες με ολόμαυρους μανδύες και το σύμβολο των Σάμχαϊν στην πλάτη να στρίβουν στο επόμενο στενό σαν τους κλέφτες.
«Αδύνατον» μονολόγησα.
«Μα γιατί; Η Σχολή αναγνώρισε την άνοδό τους και πήγε να μας ξεκάνει» παραπονέθηκε ο αδερφός μου, όταν ένα τεράστιο κομμάτι ξύλου κατέρρευσε απότομα και ένας άντρας με ολόλευκα μαλλιά μέχρι τους ώμους και μαύρη αμφίεση, πετάχτηκε μπροστά μας και στάθηκε ακίνητος.
Mε τα χέρια του φώτισε τον χώρο. Τα χαρακτηριστικά του ήταν ντελικάτα με ξανθά, έως λευκά μαλλιά που έπεφταν ίσια στην πλάτη του και ολόμαυρα μάτια με μακριές βλεφαρίδες για τα δεδομένα ενός άντρα. Για δευτερόλεπτα, ξεκίνησα να διαβάζω την αύρα του, μέχρι που διαπίστωσα για πρώτη φορά στη ζωή μου, πως, αν συγκεντρωνόμουν λίγο παραπάνω, μπορούσα να φτάσω στο σημείο να δω και εικόνες, μέσα από τη ζωή του ανθρώπου που είχα αποφασίσει να διαβάσω. Έτσι, εστιάζοντας μέσα στην άβυσσο των ματιών του νεαρού, είδα έναν τόπο που έμοιαζε με χωματερή. Τόνοι σκουπιδιών και άλλων άχρηστων αντικειμένων και παλιοσίδερων δέσποζαν πεταμένα και σκορπισμένα, δεξιά και αριστερά. Στη μέση όλου αυτού του χάους, στεκόταν ένα κατάξανθο και βρώμικο αγόρι, το πολύ τεσσάρων χρονών, το οποίο γύρευε το φαγητό του, ανάμεσα στα σαπισμένα αποφάγια, μιμούμενο κάποιους άστεγους ανθρώπους, που σκάλιζαν λίγο παραπέρα. Η εικόνα αυτή χάθηκε και αργότερα, είδα το ίδιο αγόρι με βρώμικα και απεριποίητα, γεμάτα κόμπους μαλλιά, να τρέχει στα στενοσόκακα να ξεφύγει από μία ομάδα Ανιχνευτών που τον κυνηγούσαν για να τον βάλουν φυλακή, επειδή ήταν μαύρος. Επειδή ήταν Σάμχαϊν.
Το δυνατό του φως με τύφλωσε, ενώ παράλληλα άκουσα την οργισμένη του φωνή:
«Δώστε μου αυτήν τη στιγμή το αντικείμενο που κρατάτε» γρύλισε.
«Όχι! Ανήκει στον πατέρα μου και εσύ δεν έχεις κανένα δικαίωμα να βρίσκεσαι εδώ» του φώναξε ο Άλαν.
«Α, ο μικρός Σάτερ. Τι κρίμα που δεν θα ξαναδείς τον μπαμπά σου ποτέ ξανά» τον ειρωνεύτηκε ο Σύλβαν.
«Εσύ!» ούρλιαξε ο Άλαν. «Εσύ τον σκότωσες!» συνέχισε να φωνάζει για να δει τον μάγο να ξεσπά σε γέλια.
«Είσαι έξυπνος, μα όχι τόσο πολύ για να με αντιμετωπίσεις. Είσαι παιδί ακόμη» πρόφερε, όταν λευκή φωτιά δημιουργήθηκε μπροστά από το πρόσωπό του, την οποία έφτυσε επάνω μας.
Σε κλάσματα είδα τον Άλαν να πετάγεται και να την σβήνει με μία κίνηση. Τότε, η Κριστιέλα που βρισκόταν δίπλα μου, πάλεψε να πάρει την μορφή δέντρου, σέρνοντας τις ρίζες της στα πόδια του εβένινου μάγου, ο οποίος δεν τις πρόσεξε μέσα στο σκοτάδι, με αποτέλεσμα να τυλιχτούν ύπουλα στον αστράγαλό του. Τον είδαμε να σωριάζεται στα ξαφνικά κάτω, μέσα στο μισοσκόταδο και το μόνο που ακούστηκε από το στόμα του Γουίλ ήταν ένα “τρέξτε”. Καθώς ήταν οφθαλμοφανές πως υπερίσχυε σε δύναμη, εκμεταλλευτήκαμε την προσωρινή του καθυστέρηση, για να πεταχτούμε έξω από το μαγαζί και να ξεκινήσουμε να τρέχουμε μέχρι τα Κέλαντερ, που μας περίμεναν δεμένα στην άκρη, σε ένα φράχτη κοντά στον κεντρικό δρόμο.
Ανεβήκαμε γρήγορα πάνω τους και δώσαμε εντολή να πετάξουν ψηλά, όταν αντιληφθήκαμε πως παράξενες λάμψεις, σε διάφορες αποχρώσεις πάλευαν να μας χτυπήσουν.
Τα ζώα είχαν ταραχτεί από τις συνεχείς και αλλεπάλληλες επιθέσεις και έτσι ξεκίνησαν να κάνουν επικίνδυνους ελιγμούς στον αέρα, με εμένα να έχω σφιχταγκαλιάσει τον Άλαν και εκείνος με τη σειρά του τον λαιμό του ζώου. Μέσα από τα σύννεφα, εμφανίζονταν διαδοχικά και εξαφανίζονταν μάγοι, που μας έστελναν ξόρκια, κάποια από τα οποία απωθούσαμε, μέχρι τη στιγμή που ένα τους χτύπησε το Κέλαντέρ μας στον ώμο, με αποτέλεσμα να κάνει μία απότομη κίνηση και εγώ να βρεθώ να πέφτω με ταχύτητα στον ωκεανό που απλωνόταν μπροστά μας.

Το πρωί, όλοι οι μαθητές της Επινουά είχαν ετοιμάσει τα πράγματά τους, για να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ο Σκορπιός είχε σηκωθεί απο τα χαράματα, ετοιμάζοντας τα λιγοστά του υπάρχοντα και στριμώχνοντάς τα σε μία βαλίτσα. Βαριεστημένα, άνοιξε την πόρτα, όταν παρατήρησε πως εκείνη της Κένταλ παρέμενε κλειστή. “Παράξενο” σκέφτηκε και ανέβηκε τα σκαλιά που οδηγούσαν στο δωμάτιό της, προκειμένου να την ξυπνήσει σε περίπτωση δηλαδή που την είχε πάρει ο ύπνος και έχανε τις άμαξες της επιστροφής στο Ντορθόριεν. Χτύπησε σιγανά δύο φορές την πόρτα, μα κανείς δεν αποκρίθηκε. Τότε, πρόσεξε πως το κλειδί με την ασημένια πένα των γκρίζων βρισκόταν πάνω στην κλειδαρότρυπα και έτσι απλώς το γύρισε, μόνο και μόνο για να έρθει αντιμέτωπος με τη σιωπή, ένα κρεβάτι ξέστρωτο και την απουσία της Κένταλ.
Για δευτερόλεπτα, σκέφτηκε μήπως είχε ήδη φύγει, ωστόσο τα ρούχα της όλα ήταν ακόμη μέσα στη ντουλάπα και το κλειδί είχε βρεθεί πάνω στην πόρτα της. Πανικόβλητος, ξεκίνησε να κατεβαίνει τα σκαλιά τρέχοντας, βγαίνοντας ευθύς έξω στον διάδρομο των δωματίων των πρωτοετών και πέφτοντας καταλάθος, πάνω στον Νόαμ.
«Τι τρέχει, φίλε μου; Γιατί βιάζεσαι τόσο;» τον ρώτησε καχύποπτα.
«Δεν βρίσκω πουθενά την Κένταλ» απάντησε λαχανιασμένα.
«Ε και γι’ αυτό σκας; Την ξεφορτώθηκες επιτέλους. Σου έκανε την χάρη η μοίρα και άνοιξε την γη για να την καταπιεί» του είπε και ο Σκορπιός ένιωσε τις παλάμες του να καίνε.
«Σου είπε κανένας πως την ήθελα νεκρή; Μίλα που να πάρει Νόαμ!» του φώναξε και τον είδε να ξαφνιάζεται.
«Μα, εγώ πίστευα πως τη μισείς» συνέχισε εξοργίζοντάς τον περισσότερο.
«Άκουσε κάτι, Νόαμ. Το γεγονός πως έχω μία κόντρα με την Κένταλ, δεν σημαίνει πως θα έφτανα στο σημείο να εύχομαι το θάνατό της. Εσύ έτσι κάνεις; Αν κάποιος σου πηγαίνει κόντρα, τον καθαρίζεις;» γρύλισε με τα χέρια του να κοκκινίζουν έτοιμα να εξαπολύσουν την πρώτη κατάρα που του ερχόταν στο μυαλό.
«Mutismus!» φώναξε ο Σκορπιός και το αγόρι απέναντί του, βγάζοντας μία στριγκή κραυγή, έχασε εντελώς τη φωνή του. «Και τώρα, για να μη σε αναγκάσω να καταπιείς και την γλώσσα σου, τσακίσου από μπροστά μου» τον διέταξε ο Σκορπιός και ο Νόαμ εξαφανίστηκε τρέχοντας και από όσο μπορούσε ο Σκορπιός να καταλάβει, μάλλον βρίζοντας. Τα δικά του βήματα, ωστόσο, τον οδήγησαν μπροστά στο γραφείο του Σιμεόν. Δίχως να χτυπήσει, απλώς μπούκαρε μέσα για να δει τον Κρίστοφερ να ξαφνιάζεται και να στραβοκαταπίνει τον πρωινό του καφέ.
«Μισό λεπτό αγόρι μου, θα μας πνίξεις! Χεράκια σου έδωσε ο Θεός, για να χτυπάς και καμιά πόρτα, όχι μόνο να δέρνεις ή να κάνεις τυχόν άσεμνες χειρονομίες» ξεκίνησε τον λόγο του ο νεαρός καθηγητής, για να ακούσει το χαχανητό του Άρθουρ.
«Με λίγη προσπάθεια, θα φθάσεις σε σημείο να αποκαλούμε το χιούμορ σου και πετυχημένο» έκρωξε το πουλί, για να διαλύσει τον διάλογό τους ο Σιμεόν.
«Σκορπιέ, τι έχει συμβεί;» τον ρώτησε βλέποντάς τον αναψοκοκκινισμένο.
«Επιτέλους, αποφασίσατε να με πάρετε στα σοβαρά. Η Κένταλ εξαφανίστηκε, αυτό έγινε. Τόσο εκείνη, όσο και ο δράκος της. Ελπίζω, κύριε Σιμεόν, να μην ευθύνεστε εσείς, γιατί αν θυμάμαι καλά, σας είχε ζητήσει να μην επιστρέψει πίσω στο Ντορθόριεν, εξαιτίας της Άσα» είπε το αγόρι.
«Σκορπιέ, να είσαι σίγουρος πως πάλευα για να μη γυρίσει, ωστόσο δεν μου άφησε κανένα περιθώριο από τη στιγμή που το έσκασε ή που αναγκάστηκε να φύγει» είπε τελικά ο πορφυρός μάγος και όλοι αλληλοκοιτάχτηκαν.
«Έχω μία θεωρία, διόλου ελπιδοφόρα» ακούστηκε η φωνή του Κρις.
«Αλίμονο και να ήταν...» πετάχτηκε ο Άρθουρ κάνοντας τον Σκορπιό να χαμογελάσει, για πρώτη φορά μπροστά στους καθηγητές του.
«Παρομοίως» είπε ο Σιμεόν «Νομίζω πως η δράκαινα εξαφανίστηκε πρώτη και η Κένταλ έφυγε για να την ψάξει. Ωστόσο, ποιος στο ανάθεμα, κατόρθωσε να προσπεράσει την προστασία μου;» διερωτήθηκε ο Σιμεόν.
«Ξέρω εγώ έναν» του απάντησε ο Κρίστοφερ «Τον Άινταν» τελείωσε για να δει τον Σκορπιό να τον καρφώνει.
«Η Κένταλ θα κινδυνέψει;» ρώτησε τους καθηγητές.
«Νομίζω πως προτεραιότητα του Άινταν είναι ο δράκος και όχι η Κένταλ για την ώρα. Θα ταξιδέψουν στην Κόλνταουν και το ίδιο θα κάνει και η μικρή» είπε ο Σιμεόν, για να δουν την Μπετίν να μπαίνει στο γραφείο και να αναφέρει την εξαφάνιση του Άλαν.
«Οργάνωσαν ομαδική αυτοκτονία τα μικρά» διαπίστωσε το πουλί.
«Δεν θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τον Άινταν. Είναι επικίνδυνος. Ευτυχώς, η Σχολή κλείνει και εμείς πρέπει να ετοιμαστούμε για να φύγουμε» είπε ο Σιμεόν.
«Θα έρθω και εγώ μαζί σας» ακούστηκε η φωνή του Σκορπιού και ο Κρίστοφερ τον κοίταξε απότομα.
«Έχεις τρελαθεί μικρέ; Θέλεις να σκοτωθείς; Εμείς τέτοια ευθύνη δεν την παίρνουμε και ξέχασέ το» του γρύλισε.
«Πρώτον και να σκοτωθώ, ευτυχώς για εσάς δεν έχω άνθρωπο να με κλάψει, επομένως ένα ορφανό λιγότερο. Επίσης, εγώ σε βοήθησα με τον Απρόσωπο στο γραφείο του Άινταν και αν υπάρχει κάποιος που μπορεί να τον σταματήσει, πίστεψέ με, είμαι εγώ, που όχι απλώς δεν τον φοβάμαι, αλλά γραμμένο τον έχω» απάντησε ο Σκορπιός.
«Εύγε στο παλικάρι» συμπλήρωσε ο Άρθουρ, για να δει τον Κρίστοφερ να του μαδά με ένα ξόρκι μερικά πούπουλα.
«Εσύ νεαρέ μου, μας έχεις όλους γραμμένους γενικότερα. Εγώ με κρύα καρδιά δέχομαι το να έρθεις, αν συμφωνεί και ο Σιμεόν» είπε ο Κρίστοφερ.
«Σκορπιέ, θα έρθεις με την προϋπόθεση της πλήρους υπακοής σε όσα θα σου λέμε και την μετακίνησή σου ανάμεσά μας» πρόφερε ο Σιμεόν.
«Λοιπόν, για το σχήμα της μετακίνησης δεν έχω και ιδιαίτερο πρόβλημα, ωστόσο μερικές φορές ίσως χρειαστεί να δείξω ανυπακοή» τέλειωσε ο Σκορπιός και οι δύο μάγοι άρπαξαν τους μανδύες τους αναστενάζοντας και γλίστρησαν έξω από το γραφείο, με τον Σκορπιό να προπορεύεται.


Ιφιγένεια Μπακογιάννη