Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

9.10.19

Η κατάρα του ορφανού - Το πετράδι του Βαλιμάρ (Κεφάλαιο 10)


Το Βερθάλ ήταν πολύ γραφικό κατά τη διάρκεια του χειμώνα και μύριζε ψημένο κάστανο. Η Εμίλια περπατούσε σε έναν χωματόδρομο, φορώντας γαλότσες και ζεστές κάλτσες, καθώς το χιόνι πάγωνε τα πόδια της και τα έκανε να γλιστρούν. Η ζωή της κυλούσε σχετικά ήσυχα. Το πρωί πήγαινε στο ορφανοτροφείο, για να διδάσκει τα παιδιά και τα απογεύματα γευμάτιζε στο εστιατόριο του πανδοχείου της Γκράντυ, που ετοίμαζε υπέροχα, παραδοσιακά μαγειρευτά φαγητά. Η γυναίκα έβλεπε πάντοτε την Εμίλια να γευματίζει μονάχη της. Παρά το γεγονός πως στο ορφανοτροφείο εργαζόταν με μία ακόμη κοπέλα περίπου στην ηλικία της, η παρέα τους περιοριζόταν στα όρια των ωρών εργασίας. Εκείνη την ημέρα είχε κοτόπουλο στο φούρνο και η Γκράντυ, αφού πλησίασε την Εμίλια για να της το σερβίρει, έκατσε για λίγο μαζί της.
«Πώς τα πας στη δουλειά;» τη ρώτησε καλοσυνάτα η γυναίκα.
«Είναι μία χαρά και τα παιδιά υπέροχα. Ευτυχώς με βοηθά και η Υρβίν με τις δουλειές εκεί» απάντησε η Εμίλια ελαφρώς άκεφα και η Γκράντυ έβαλε το χέρι της στο δικό της.
«Τι έχεις κοπέλα μου; Πώς μπορώ να σε βοηθήσω; Σε βλέπω και μαραζώνεις και είμαι σίγουρη πως φταίει το δυστύχημα των γονιών σου» της είπε και την παρατήρησε να παίζει με το φαγητό της αμήχανα.
«Δεν είναι μονάχα αυτό, ξέρεις. Το γεγονός πως η μνήμη μου είναι θολή και ελλιπής, μου δημιουργεί άγχος και κλείνομαι στον εαυτό μου, καθώς νιώθω ανασφάλεια» της απάντησε και η Γκράντυ ένιωσε ένα βάρος στην καρδιά.
«Αχ, πόσο στεναχωριέμαι να βλέπω νέα παιδιά να υποφέρουν. Να και ο ξανθός νεαρός που περνά από εδώ τακτικά είναι και εκείνος κλειστός σαν εσένα. Κάθεται πάντοτε σε εκείνο το τελευταίο τραπέζι, κοντά στην τζαμαρία και χαζεύει έξω τη φύση με τις ώρες. Τώρα που το θυμήθηκα, άργησε» διαπίστωσε, για να δει όμως να μπαίνει ο παράξενος νεαρός, ο οποίος κοντοστάθηκε και της χαμογέλασε αμυδρά, ενώ γρήγορα κατευθύνθηκε στο αιώνιο, γωνιακό τραπέζι με θέα τον χιονισμένο κήπο.
Η Εμίλια τον παρατηρούσε. Καθώς το χειμερινό φως του ήλιου αντανακλούσε στο χιόνι και έπεφτε επάνω του, τον έκανε να μοιάζει ακόμη πιο χλωμό και τα μαλλιά του σχεδόν λευκά. Οι θαμώνες του εστιατορίου είχαν αποχωρήσει όλοι πλέον και η Εμίλια διαπίστωσε πως μονάχα εκείνη και ο παράξενος νεαρός είχαν απομείνει στον χώρο. Η ώρα περνούσε και εκείνη έβλεπε πως ο Σύλβαν παρέμενε ασάλευτος, να κοιτάζει το χιόνι που έπεφτε πυκνό. Έπειτα από λίγη σκέψη, πήρε στα χέρια της το ποτήρι με το κόκκινο, ζεστό κρασί, καθώς και την πήλινη κανάτα που περιείχε λίγη ποσότητα ακόμη και πλησίασε προς το μέρος του.
«Καλησπέρα, θα ήθελες λίγη παρέα;» τον ρώτησε και εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα. «Η αλήθεια, είσαι ο μόνος που μπορώ να θυμηθώ γιατί όλες οι υπόλοιπες αναμνήσεις, είναι ένα μάτσο κουβάρια. Εσύ πώς και συχνάζεις εδώ, σε ένα τόσο μακρινό μέρος;» τον ρώτησε και για λίγο ο Σύλβαν την κοιτούσε αμίλητος.
«Η αλήθεια είναι πως έρχομαι κάποιες μέρες και καθαρίζω το πανδοχείο της κυρίας Γκράντυ δωρεάν, ενώ εκείνη μου προσφέρει σαν αντάλλαγμα το γεύμα μου» της απάντησε.
«Πού μένεις κανονικά; Οι γονείς σου;» ρώτησε ξανά η Εμίλια και είδε τον Σύλβαν να γεμίζει το ποτήρι του με το κόκκινο κρασί και έπειτα να το πίνει μονορούφι.
«Οι γονείς μου, δεσποινίς, άνοιξαν κάποτε την πόρτα του σπιτιού τους και με πέταξαν στον δρόμο» της απάντησε και την είδε να ταράζεται.
«Με συγχωρείς… Δεν ήξερα… άθλιοι άνθρωποι, πώς τολμούν και γίνονται γονείς; Το παιδί σου πρέπει να είναι η ζωή σου όλη. Εγώ τα παιδιά στο ορφανοτροφείο, τα θεωρώ και δικά μου. Πάντα τα θεωρούσα» αποκρίθηκε και ξαφνιάστηκε με τον εαυτό της που είπε την λέξη “πάντα”. «Θαρρώ πως το υποσεινήδητο μού λέει έμμεσα πως και, πριν χάσω την μνήμη μου, πιθανότατα δούλευα με παιδιά. Εσένα όμως, γιατί σε έδιωξαν; Αν θέλεις, μου λες» πρόφερε για να δει τον νεαρό να την κοιτάζει με βλέμμα κοφτερό σαν μαχαίρι.
«Θέλω να σε ρωτήσω κάτι πρώτα. Πώς τα πας με τα μαγικά χρώματα; Γνωρίζεις φαντάζομαι πως οι Σάμχαϊν ήταν και είναι τα μαύρα πρόβατα» της είπε ο Σύλβαν και εκείνη αναστέναξε.
«Από όσο μπορώ να θυμηθώ, οι γονείς μου με μεγάλωσαν να μετρώ τους γύρω μου για την ψυχή τους και όχι για το χρώμα τους. Θυμάμαι πως είχαν τσακωθεί πολλές φορές με φίλους και συγγενείς που τύχαινε να έχουν κάποιον μαύρο μάγο γνωστό, ο οποίος είχε καταλήξει είτε στη φυλακή, είτε εξαφανισμένος. Γνωρίζω πως ο Κέναρντ είχε κάνει μεγάλο κακό στον κόσμο, όπως και πολλοί ακόλουθοί του, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν σημαίνει πως θα πρέπει να καταλήγουν όλοι στο ίδιο τσουβάλι» ολοκλήρωσε και ο Σύλβαν την κοιτούσε επίμονα.
«Μεγαλόψυχη σκέψη. Πάμε λίγο έξω, γιατί εδώ μας βλέπουν» της είπε και οι δύο τους βγήκαν έξω και ξεκίνησαν να περπατούν στο δάσος, με προορισμό το νέο σπίτι της Εμίλια. 
Για λίγο στάθηκαν να αγναντεύσουν την υπέροχη θέα του βουνού και του καταπράσινου κάμπου που απλωνόταν μπροστά τους.
«Γνωρίζεις ότι οι Ανιχνευτές έρχονται στο σπίτι μίας οικογένειας, μόλις αποκτήσει το παιδί της προκειμένου να διαπιστώσουν σε ποια κατηγορία ανήκει. Για την ακρίβεια, έρχονται δύο φορές, καθώς όταν το παιδί είναι βρέφος, υπάρχουν πιθανότητες να μην ανιχνευτεί σωστά η αύρα του. Στα τέσσερά μου, βρέθηκα… μαύρος, Σάμχαϊν. Τότε, δεν ήξερα τι σημαίνει αυτό. Πως ήταν τόσο κακό και επιλήψιμο, ώστε να αναγκάσει τους ίδιους μου τους γονείς να ξεχάσουν την αγάπη τους για εμένα, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Έχω και μία αδερφή ένα χρόνο μεγαλύτερη. Εκείνη ήταν γκρίζα. Τη στιγμή που οι Ανιχνευτές έφευγαν με την προϋπόθεση πως θα γυρνούσαν να με πάρουν, προκειμένου να φυλακιστώ όπως όλοι οι Σάμχαϊν που επέζησαν του πολέμου του Κέναρντ, αλλά και όσοι σπάνια τύχαινε να γεννηθούν μετά, οι γονείς μου απομάκρυναν άμεσα την αδερφή μου από εμένα. Κλόε την έλεγαν θυμάμαι. Εγώ τότε ξεκίνησα να κλαίω και η μητέρα μου μου είπε πως θα μου κάνει την τεράστια χάρη, απλώς να ανοίξει την πόρτα και να με πετάξει έξω για να μην πάω φυλακή. Εκείνο το βράδυ έμεινα να ουρλιάζω έξω από το σπίτι μου για δύο ώρες, ενώ η αδερφή μου είχε στηθεί στο παράθυρο και έκλαιγε και εκείνη. Τελικά, κατέληξα πεινασμένος σε μία χωματερή. Πολλές φορές πάθαινα δηλητηρίαση από τα σκουπίδια που έτρωγα και μία φορά κόντεψα να πεθάνω. Τελικά, με κυνήγησαν και με φυλάκισαν μαζί με άλλα παιδιά της ηλικίας μου. Ήμουν δεκατέσσερα και σήμερα είμαι είκοσι δύο» έκανε μία παύση και η Εμίλια δίχως να το σκεφτεί, απλώς τον άρπαξε και τον αγκάλιασε.
Ο Σύλβαν ένιωσε αμήχανα στην αρχή, αλλά τελικά χαμογέλασε.
«Όπως βλέπεις, δεν με νοιάζει τι είσαι, ούτε πρόκειται να πω σε κανέναν τίποτε» του είπε.
«Τελικά, είχε δίκιο ο Άινταν. Είσαι εκπληκτικός άνθρωπος που του αξίζει μία καλή ζωή» της είπε.
«Ποιος είναι ο Άινταν;» τον ρώτησε και ο Σύλβαν, μέσα του λυπήθηκε που ο φίλος του είχε επιλέξει να διώξει την κοπέλα αυτή απ΄ τη ζωή του.
«Είναι ο άντρας που με βοήθησε να δραπετεύσω από τη φυλακή. Εμένα και πολλούς άλλους. Ωστόσο, καθώς οι ζωές μας έχουν ως κοινό παρονομαστή την άθλια, παιδική ηλικία, ήρθαμε πιο κοντά και τώρα δουλεύω για εκείνον. Θα ήθελες αλήθεια να δεις μία ικανότητα που έχουμε αποκλειστικά οι Σάμχαϊν;» τη ρώτησε και εκείνη ένευσε θετικά. «Δώσε μου και τα δύο χέρια σου» της είπε και εκείνη υπάκουσε. «Τώρα κοίταξε κάτω» της είπε χαμογελαστά και εκείνη μόλις έκανε την κίνηση, αρπάχτηκε από πάνω του έντρομη.
«Θεέ μου! Μπορείς και πετάς;» τον ρώτησε.
«Ναι, όλοι οι εβένινοι μπορούμε. Η αιώρηση και πτήση είναι χάρισμα εκ γενετής. Δεν είμαστε μονάχα σατανικοί λοιπόν. Είναι τα πιστεύω του ηλίθιου κόσμου που ζούμε και που σύντομα θα αλλάξει» της απάντησε αφήνοντάς την ξανά στο έδαφος. «Είσαι πολύ καλό άτομο, Εμίλια, ωστόσο πρέπει να πηγαίνω. Πρόσεχε γενικά» τελείωσε και εκείνη τον αποχαιρέτησε.
Για λίγο έμεινε να σκέφτεται ένα όνομα. “Άινταν” και έπειτα από λίγο μία φωνή, η δική της φωνή, ψιθύρισε μέσα στο μυαλό της “Πάντοτε θα έχουμε το Παρίσι”.

Το πρωί, ο Άινταν βρέθηκε να ετοιμάζει στα γρήγορα έναν σάκο. Σε λίγο θα περνούσε από την έπαυλη ο Σύλβαν, για να τον πάρει μαζί του, καθώς και το κλουβί με τη Λυρία, η οποία εξακολουθούσε να κοιμάται στο κρεβάτι του βαθιά. Όταν όλα ήταν επιτέλους έτοιμα, άκουσε τον παράξενο ήχο του κουδουνιού της έπαυλης. Ανοίγοντας, βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν Σύλβαν που εισέβαλε στο σπίτι του σαν τον σίφουνα.
«Ήρεμα, μικρέ, θα με παρασύρει ο αέρας σου» του είπε ο Άινταν.
«Άινταν Γκρερ, είσαι απαράδεκτος» του είπε ισιώνοντας ταυτόχρονα προς τα πίσω τα κατάξανθα μαλλιά του.
«Δεν σε καταλαβαίνω...» πήγε να του απαντήσει, ωστόσο βαθιά μέσα του καταλάβαινε τι εννοούσε και μάλιστα πολύ καλά.
«Καταλαβαίνεις και με το παραπάνω. Είσαι ο πιο ισχυρός μάγος της εποχής σου, Άινταν, ωστόσο όσο ισχυρή είναι η μαγεία σου, άλλο τόσο ανίσχυρη είναι η καρδιά σου. Πώς μπόρεσες να διαγράψεις τη μνήμη αυτής της κοπέλας; Το γνωρίζεις πως τριγυρνά ακόμη σαν χαμένη;» ξεκίνησε ο Σύλβαν και ο Άινταν ταράχτηκε για λίγο.
«Τι εννοείς τριγυρνά σαν χαμένη; Δεν της βρήκατε δουλειά, όπως σας ζήτησα;» τον ρώτησε.
«Φυσικά και μάλιστα, δίχως να το γνωρίζει κάνει την ίδια δουλειά με πριν. Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι αυτό. Όταν λέω χαμένη, εννοώ πως η κοπέλα έχει πάψει να έχει όρεξη για το οτιδήποτε, μιας και δεν θυμάται τίποτε από την τωρινή της ζωή, μήτε αρκετά από το παρελθόν της. Δεν της άξιζε αυτό, θαρρώ. Σήμερα, κατάφερα να της μιλήσω για εμένα, για το ποιος ήμουν, πως βρέθηκα στον δρόμο σαν ζητιάνος και πώς κατέληξα φυλακή. Της είπα πως είμαι μαύρος, αλλά δεν αντέδρασε, γιατί πολύ απλά δεν την ένοιαζε» συνέχισε ο Σύλβαν και ο Άινταν γούρλωσε τα μάτια του.
«Αποκάλυψες την ταυτότητά σου; Ξέρεις τι θα γίνει, αν διαδοθεί από τώρα πως υπάρχουμε και μάλιστα πως αριθμητικά συγκρινόμαστε με τους υπόλοιπους μάγους; Θα μας τινάξουν στον αέρα και ακόμη δεν έχουμε πάρει το πετράδι στα χέρια μας, Σύλβαν» του φώναξε ο Άινταν οργισμένος.
«Μην ανησυχείς και η Εμίλια δεν θα πει τίποτε» αποκρίθηκε ο νεαρός και κατόπιν, βηματίζοντας μερικές φορές μπροστά του, συνέχισε «Γιατί δεν την άφησες να επιλέξει; Γιατί δεν της έδωσες το δικαίωμα να σε ακολουθήσει ή να σε απαρνηθεί;» τον ρώτησε και ο Άινταν τον κοίταξε με τον θυμό να κοχλάζει στις φλέβες του προσώπου του.
«Γιατί η Εμίλια γνώριζε πολλά για μένα. Γνώριζε τα πάντα. Με είχε δει να χάνω τα μαλλιά μου και να σέρνομαι σαν το φίδι στο πάτωμα εξαιτίας των πόνων από τις παρενέργειες αυτών των φριχτών πειραμάτων. Είδε την καρέκλα των βασανιστηρίων μου, διάβασε τα γράμματα που πάλευα να στείλω στη μητέρα μου. Δεν μπορούσα να την αφήσω να φύγει με αυτές τις πληροφορίες. Είναι φίλη με τον Σιμεόν και τους υπόλοιπους. Ακόμη και αν την εμπιστεύομαι πως δεν θα μου έκανε ποτέ κακό, δεν μπορούσα να την αφήσω να φύγει σέρνοντας μαζί της το βάρος αυτής της αλήθειας για εμένα. Θα την έβαζα σε δίλημμα και θα την ανάγκαζα να επιλέξει, είτε την δική μου μεριά, είτε των υπόλοιπων. Ωστόσο, ξέρω πως αυτό θα την διέλυε, γιατί ξέρω πως με αγαπούσε πολύ και θα την πονούσε το βάρος της επιλογής. Τώρα όμως είναι ελεύθερη να ξεκινήσει μία άλλη ζωή. Δεν χρειάζεται να μπλεχτεί πουθενά, ούτε να επιλέξει. Είναι ελεύθερη να σχεδιάσει τα πάντα από την αρχή» του απάντησε ο Άινταν και ο Σύλβαν έμεινε να σκέφτεται για λίγο τα λόγια του φίλου του.
Γιατί ο ξανθός νεαρός ήξερε για την ζωή του Άινταν. Τον είχε εμπιστευθεί, όταν και ο ίδιος του εκμυστηρεύτηκε τα φριχτά του παιδικά χρόνια και τη φορά εκείνη που κοιμόταν κοντά σε σκουπίδια, ενώ μύγες κατάτρωγαν τη σάρκα του. Δεν είχε πρόσβαση σε νερό για να πλυθεί και ήταν μόλις έξι χρονών. Από τότε οι δυο τους έγιναν καλοί φίλοι, με τον Άινταν φυσικά να κρατά κάποια χαρτιά του ακόμη κλειστά. Τώρα, έβλεπε τον Σύλβαν να έχει μετατραπεί από εκείνο το αδύνατο αγόρι των φυλακών, σε έναν νέο, όμορφο και δυνατό άντρα που έπαιρνε το θάρρος να του κάνει παρατήρηση.
«Θέλω να μου κάνεις μία χάρη. Πάρε τη Λυρία και πήγαινε στο Ένταρταουν. Θα έρθω να σε συναντήσω τα μεσάνυχτα» τελείωσε και είδε τον Σύλβαν να του χαμογελά πονηρά και να βγαίνει με το κλουβί και τη νυσταγμένη Λυρία, η οποία είχε όμως μεγαλώσει σε μέγεθος από το προηγούμενο κιόλας βράδυ.
Όταν έμεινε ξανά μόνος του, άρπαξε στα γρήγορα τον σάκο και έφυγε τρέχοντας, με τον αέρα να μαστιγώνει το πρόσωπό του και τα μάτια του να δακρύζουν από το κρύο. Τα πόδια του κινούνταν σχεδόν αυτόματα και εκείνος έκανε για λίγο μία στάση κοντά σε μία παγωμένη λίμνη, κοιτάζοντας το είδωλό του στον καθρέπτη της επιφάνειάς της. Ήθελε να πάει να τη δει, καθώς ήξερε πως μετά από την ανταλλαγή με τον Βάλιμαρ, τα πράγματα θα οδηγούνταν σε μονοπάτια πιο σκοτεινά. Θα αποκάλυπτε στον κόσμο την αληθινή του ταυτότητα και θα παραιτούταν από το Υπουργείο για να αναλάβει τη νέα Σχολή των Σάμχαϊν, που ετοιμαζόταν. Έδρα του θα γινόταν η σκοτεινή Ένταρταουν, όπου μονάχα τα πτώματα και οι σαπισμένες ψυχές έβρισκαν καταφύγιο. Εξάλλου και εκείνος κάπου εκεί ανήκε, στα σάπια ερείπια αυτής της πόλης.
Συνέχισε να προχωρά δίχως να τον λυγίζουν οι θλιβερές σκέψεις. Εκείνες οι ελάχιστες στιγμές, όπου το φως τον είχε αγγίξει, σε μία αγκαλιά του Μπένταγκ, σε μία βόλτα με τον Γουίλφρεντ και στα φιλιά του έρωτα της Εμίλια εκείνη τη μαγική νύχτα στο Παρίσι. Από την ημέρα που την είχε δει στο ορφανοτροφείο τού είχε κάνει εντύπωση, αλλά απέφυγε να το δείξει. Όταν την έπιασε να σκαλίζει το παρελθόν του, που μύριζε μούχλα, πανικοβλήθηκε. Άδικα όμως. Ποτέ της δεν τον έκρινε και τώρα ήταν έτοιμος να κάνει μία τελευταία τρέλα. Να πάει στο Βερθάλ και να τη δει, καθώς ούτως ή άλλως με το ξόρκι του ήταν αδύνατον να τον θυμηθεί και ας αισθανόταν ίσως μία οικειότητα στη θέα του. Ήθελε να την νιώσει κοντά του και ας ήξερε πως κάθε φορά που έκανε σχέδια, ο Θεός γελούσε μαζί του. Κάποια στιγμή, οι ψυχές τους ίσως να ταξίδευαν και να έβρισκαν τη θέση τους στον κόσμο. Κάποτε, μα όχι σε αυτή τη ζωή.
Το Παρίσι της μαγικής βραδιάς για εκείνον συμβόλιζε το φως, μα και το σκοτάδι που υπέβοσκε σε κάποιες κρυφές γωνιές. Εκεί περπατούσε πάντα. Στις σκοτεινές γωνιές κάποιων παλαιών, παρισινών αρχοντικών. Σε αυτό λοιπόν το σημείο ανάμεσα, στεκόταν ένα πορτραίτο δύο νέων και όμορφων, ερωτευμένων ανθρώπων. Στεκόταν πάντοτε ως γέφυρα, ανάμεσα στον λαμπερό, κοσμοπολίτικο αέρα της Πόλης του Φωτός και τις θλιβερές, απόμερες γωνιές που έρπονται, αρνούμενες να δεχτούν αυτήν την λάμψη. Ακριβώς αυτό ήταν ο Άινταν. Μία ψυχή που ακροβατούσε πάντοτε ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, αναζητώντας ίσως την αποδοχή. Μία αποδοχή που δεν ήρθε ποτέ από τα μέλη της οικογένειάς του.
Με αυτές ακριβώς τις σκέψεις, πετώντας πάνω από τον παγωμένο ουρανό, καθώς ως εβένινος μάγος είχε εκ γενετής την ικανότητα της πτήσης, έφθασε στο Βερθάλ και τα υπέροχα σπιτάκια του που κάπνιζαν. Ήταν αρκετά μικρό και ο ίδιος είχε ξανάρθει, ενώ ο Σύλβαν του είχε αναφέρει πού περίπου βρισκόταν το σπίτι της Εμίλια. Τώρα βάδιζε γρήγορα, αγωνιούσε. Οι μπότες του άφηναν τα ίχνη τους στο χιόνι. Ένιωθε πως βρισκόταν κοντά, όταν επιτέλους είδε ένα κορίτσι με υπέροχα, καστανά, κυματιστά μαλλιά να στέκεται στο μπαλκόνι του σπιτιού, αψηφώντας την παγωνιά. Στεκόταν εκεί και πάλευε να μετρήσει τα αστέρια προτού τα καταπιεί το έρεβος της νύχτας.
«Όσες φορές και αν τα μετρήσεις, έχω την εντύπωση πως πάντοτε, θα σου λείπει ένα» της είπε και η Εμίλια τινάχτηκε πίσω φοβισμένη. Δεν φαινόταν να τον αναγνωρίζει. «Το πιο φωτεινό» τελείωσε ο Άινταν και η Εμίλια φάνηκε να κοιτάζει με ενδιαφέρον τον άγνωστο νεαρό.
«Με συγχωρείς για το παράξενο θέαμα. Δεν βγαίνω κάθε βράδυ στο ψοφόκρυο να μετρώ τα άστρα» του είπε η Εμίλια χαμογελώντας.
«Ούτε εγώ τυχαίνει να περνώ από εδώ κάθε μέρα» της απάντησε.
«Θα ήθελες να σε κεράσω ένα τσάι του βουνού; Εκτός του ότι είναι φρέσκο, γιατί το αγοράζω από τα τοπικά καταστήματα, θα σε κρατήσει ζεστό για να συνεχίσεις τον δρόμο σου» του είπε.
«Και δεν φοβάσαι να βάλεις στο σπίτι σου έναν άγνωστο; Οι καιροί είναι δύσκολοι» αποκρίθηκε εκείνος με ένα πονηρό χαμόγελο.
«Δεν μου φαίνεσαι επικίνδυνος» ακούστηκε ξανά η φωνή της κοπέλας «Εξάλλου, σε περίπτωση που θέλεις να με ληστέψεις, τα χρήματα που θα βρεις είναι ελάχιστα, μπορώ να τα μετρήσω και μπροστά σου. Αν τώρα θέλεις να με σκοτώσεις, νομίζω άδικα θα ρισκάρεις το ποινικό σου μητρώο, καθώς είμαι μία κοπέλα που θυμάται σχεδόν αποκλειστικά το όνομά της και κάποια πράγματα του παρελθόντος» τελείωσε και ο Άινταν ένιωσε ένα τσίμπημα ενοχής.
Με αργά και σταθερά βήματα μπήκε στη μικρή, διώροφη μονοκατοικία και ακολούθησε την Εμίλια στον δεύτερο όροφο, όπου ήταν η κρεβατοκάμαρα και η μικρή κουζίνα με το καθιστικό. Εδώ τα σπίτια ήταν όλα τους ξύλινα με μία ιδιόμορφη στέγη και οι όροφοι είχαν μία μεγάλη τζαμαρία που είχε θέα το σκοτεινό βουνό. Ο Άινταν είχε μουσκέψει εξαιτίας της ισχυρής και πυκνής χιονόπτωσης, έτσι έβγαλε το παλτό του και τα παπούτσια του και έκατσε οκλαδόν μπροστά στο τζάκι, για να δει την Εμίλια να επιστρέφει με ένα δίσκο και μία ασημένια τσαγιέρα σε σχήμα δρακοκεφαλής.
«Λοιπόν, τόση ώρα και δεν συστηθήκαμε. Με λένε Εμίλια» του είπε και έτεινε το χέρι της»
«Είμαι ο Άινταν Γουέτμορ» της είπε και τα μάτια της γούρλωσαν.
«Ειλικρινά, δεν περίμενα ο μαγικός κόσμος να είναι τόσο μικρός. Το μεσημέρι ήταν εδώ ένας φίλος σου, ο Σύλβαν και μου είπε πως δουλεύει για εσένα, γιατί τον βοήθησες, όταν βρέθηκε στη φυλακή. Είσαι μεγάλη ψυχή» του είπε η Εμίλια και εκείνος κόντεψε να πνιγεί με το τσάι.
«Δεν σε πείραξε που ήταν Σάμχαϊν;» τη ρώτησε.
«Κοίτα, γνωρίζω πως οι Σάμχαϊν έχουν τη χειρότερη φήμη και θεωρούνται οι περιθωριακοί και οι εχθροί του κόσμου, αλλά ο Σύλβαν ήταν ένα καλό παιδί» του απάντησε και είδε να σχηματίζεται ένα αμυδρό χαμόγελο στα χείλη του, ενώ ο ίδιος απέφευγε να την κοιτάξει.
Δεν ήξερε γιατί, μα η κοπέλα το θεώρησε μία γλυκιά κίνηση. Απέναντί της, είχε έναν ψηλό άντρα, όχι ιδιαίτερα γεροδεμένο, μα με σχηματισμένο σώμα και τα πιο όμορφα μάτια που είχε δει ποτέ της.
«Δεν μιλάς και πολύ, έτσι δεν είναι; Δεν σου αρέσει;» τον ρώτησε και εκείνος την κοίταξε με θλίψη.
«Μερικές φορές, απλώς δεν ξέρω τι να πω» απάντησε.
«Πες ό,τι σου βγαίνει. Να ξέρεις πως σπάνια παρεξηγούμαι» του είπε γελώντας και ο Άινταν κάρφωσε τα μάτια του στα δικά της, ενώ οι φλόγες του τζακιού χόρευαν δίπλα τους ρυθμικά ζεσταίνοντάς τους. Ωστόσο, εξαιτίας του βρεγμένου του πουλόβερ, μα και του τρομερού του άγχους, το σώμα του ξεκίνησε να τρέμει ελαφρώς και η κοπέλα το παρατήρησε. «Με όλο το σεβασμό και μη με παρεξηγήσεις, αλλά αν θέλεις και φοράς κάτι άλλο από μέσα, βγάλε το πουλόβερ σου για να το δώσω στην θερμάστρα μου και σε ένα τέταρτο θα είναι έτοιμο να το φορέσεις ξανά, αλλιώς σε βλέπω να παγώνεις» του είπε και ο Άινταν είχε κυριολεκτικά παραμείνει, εκφραστικά κυρίως, στάσιμος, σε σημείο που πίστεψε πως η κοπέλα θα παρεξηγήσει τη νοημοσύνη του και την πνευματική του διαύγεια.
 Δίχως να χάνει την οπτική επαφή μαζί της, με μία κίνηση έβγαλε το παγωμένο ρούχο, δίχως το σώμα του να καλύπτεται πια από κάποιο άλλο ύφασμα, ενώ είδε την Εμίλια να κοκκινίζει, κοιτάζοντας διακριτικά την υπέροχη εμφάνιση του άντρα απέναντί της. Με γρήγορες κινήσεις του έδωσε μία κουβέρτα και πήρε το ρούχο του για να το δώσει σε μία κινούμενη θερμάστρα, ειδική για ρούχα, ενώ επέστρεψε κοντά του σιωπηλή και αμήχανη.
«Το ξέρεις πως μπορείς να δεις τον ουρανό ακόμη και μέσα από τη στέγη του σπιτιού σου;» τη ρώτησε και εκείνη τον κοίταξε έκπληκτη.
«Πώς γίνεται αυτό;» τον ρώτησε.
«Ξάπλωσε πίσω και κοίτα προς το μέρος της σκεπής» την προέτρεψε και μαζί ξάπλωσαν πάνω στο γούνινο, λευκό χαλί της, ενώ ο Άινταν ύψωσε τα χέρια του και από μέσα τους, φάνηκε μία αμυδρή λάμψη.
«Coelum» ακούστηκε η φωνή του Άινταν και η σκεπή του σπιτιού εξαφανίστηκε, δίνοντας θέα στον ουρανό, ο οποίος είχε πάρει το χρώμα του χιονιού, ρίχνοντας τις νιφάδες του στη γη. «Με αυτήν την εντολή, θα μπορείς να μετράς τα αστέρια, δίχως να κρυώνεις. Θα μπορείς να βρίσκεσαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι σου και να έχεις θέα τον ουράνιο θόλο» της είπε και καθώς βρίσκονταν ξαπλωμένοι ο ένας πλάι στον άλλον, ένιωσε το χέρι του να αναζητά το δικό της.
Τότε, εκείνη το τράβηξε με δύναμη και σηκώθηκε για μείνει καθιστή και ελαφρώς αναστατωμένη. Μαζί της, σηκώθηκε και ο Άινταν για να καθίσει σχεδόν απέναντί της, οι δυο τους δίπλα στη φωτιά με την κουβέρτα να πέφτει αφήνοντας το επάνω μέρος του σώματός του ακάλυπτο.
«Συγγνώμη. Δεν ήθελα να σε προσβάλω» της είπε με φωνή σπασμένη και ενώ ήταν έτοιμη να του απαντήσει, παρατήρησε τις αμυχές στα χέρια του και κάποιες μελανιασμένες φλέβες, καθώς και μία ουλή πολύ κοντά στο καρπό του.
Ο νεαρός πρόσεξε το βλέμμα της απορίας της καθώς κοιτούσε τον χάρτη των βασανιστηρίων στο κορμί του, ωστόσο δεν ντράπηκε. Ίσως γιατί, νιώθοντας πως τον γνώριζε ξανά από την αρχή, αισθανόταν μεγαλύτερη ασφάλεια, αλλά και πόνο για μία πράξη που αδυνατούσε να πάρει πίσω. Το ξόρκι για την μνήμη δεν γινόταν να αντιστραφεί. Η Εμίλια με τον δείκτη του χεριού της πλησίασε το ένα του χέρι, ακολουθώντας τη γραμμή και την πορεία της καμένης του φλέβας από την εισροή των δηλητηρίων, τα οποία στους μάγους χαράζουν ανεξίτηλα σημάδια.
«Έχεις περάσει άσχημα στη ζωή σου… Αυτό το σημάδι της φλέβας το ξέρω. Το έχω διδαχθεί. Σου έκαναν κακό οι Σάμχαϊν μήπως;» τον ρώτησε, αλλά εκείνος δεν την κοίταξε, μονάχα αναστέναξε.
«Όχι» της είπε και με τα χέρια του αγκάλιασε το ημίγυμνο σώμα του. «Όλο αυτό είναι δουλειά κάποιου άλλου. Καλύτερα να μη μιλήσουμε γι’ αυτό» της απάντησε και για κάποιον λόγο, η κοπέλα τον πλησίασε και πήρε τα χέρια του στα δικά της. Ειλικρινά, δεν ήξερε τι της συνέβαινε, καθώς ήταν σπίτι της με έναν νεαρό δίχως τα μισά του ρούχα, άγνωστο σε εκείνην που όμως την έλκυε υπερβολικά. Η ηθική της τη διέταζε να μαζευτεί, αλλά η καρδιά της χτυπούσε έντονα και αισθανόταν οικεία μαζί του. Ο Άινταν αποφάσισε να μην κάνει καμία άλλη κίνηση και να την αφήσει επιτέλους να τον εξερευνήσει η ίδια, παλεύοντας να κρύψει την αμηχανία και τον φόβο από το άγγιγμά της. Καθώς της κρατούσε τα χέρια, τα τοποθέτησε στο στήθος του, ενώ εκείνη τον κοιτούσε μέσα στα μάτια.
«Δεν… δεν είναι σωστό. Δεν σε ξέρω» του είπε εκείνη τρέμοντας.
«Τότε, διάβασέ με» της απάντησε και την άφησε να εξερευνήσει το σώμα του και την κάθε ουλή που υπήρχε χαραγμένη πάνω του. «Γνωρίζω πως το βιβλίο του σώματός μου είναι το λιγότερο θλιβερό, ίσως και αποκρουστικό» πρόφερε και εκείνη σύρθηκε ακόμη πιο κοντά του, αγκαλιάζοντάς τον σφιχτά, ενώ το υπέροχο, αντρικό του άρωμα έκανε εισβολή στα ρουθούνια της.
«Δεν υπάρχει τίποτε το αποκρουστικό επάνω σου» του είπε και υψώνοντας το βλέμμα της έφθασε στο επίπεδο των χειλιών του. Εκείνος πέρασε πίσω από το αυτί της μία τούφα από τα μαλλιά της και βαστώντας το πρόσωπό της και με τα δύο του χέρια, πήρε το θάρρος να τη φιλήσει, με εκείνη να ανταποκρίνεται χαϊδεύοντας τη γυμνή του πλάτη τρυφερά.
«Δεν θέλω να φύγω από εδώ» της ψιθύρισε καθώς την φιλούσε.
«Τότε, Άινταν, μείνε» του απάντησε εκείνη και ένιωσε το χαμόγελό της.
Αργά, την τοποθέτησε στη ζεστασιά του χνουδωτού της χαλιού, αιχμαλωτίζοντάς την στην αγκαλιά του και παλεύοντας να μην τη βαραίνει με το σώμα του, το οποίο ένιωθε να ιδρώνει εξαιτίας του άγχους και της τυχόν αδεξιότητάς του. Ήθελε τόσο πολύ να της αφαιρέσει τα ρούχα της, για να την νιώσει πιο κοντά του. Αγαπούσε τελικά αυτήν τη γυναίκα και την τόσο φωτεινή ψυχή της. Ήθελε εκείνο το βράδυ, να κάνει έρωτα μαζί της, για πρώτη φορά στη ζωή του όχι από ανάγκη, αλλά από αγάπη. Ωστόσο, κάτι τέτοιο το θεώρησε ανήθικο, Της είχε πάρει τη μνήμη και δεν υπήρχε περίπτωση να της έκλεβε και την πρώτη της φορά δίχως να τον θυμάται πραγματικά. Δίχως να θυμάται όλα όσα της είχε κάνει, τον καλό, μα και τον κακό του χαρακτήρα, την υπέροχη νύχτα τους στο Παρίσι, την πρώτη φορά που εμμέσως παραδέχτηκε πως ήταν ερωτευμένος μαζί της. Όχι. Σήμερα θα έκανε έρωτα με κάποιον άγνωστο, Άινταν Γουέτμορ και όχι με τον Άινταν Γκρερ. Ωστόσο, για να μην την κάνει να νιώσει αμηχανία και ενοχή, συνέχισε να την φιλάει, ώσπου σταμάτησε παίρνοντας την στην αγκαλιά του και σταματώντας έμμεσα, όλα όσα είχαν σχεδόν δρομολογηθεί για να συμβούν.
«Μπορούμε να μείνουμε έτσι, όλο το βράδυ;» τη ρώτησε και εκείνη χάϊδεψε τα μαλλιά του τρυφερά.
«Είσαι ένας πολύ παράξενος και ξεχωριστός άντρας. Χαίρομαι που απόψε σε συνάντησα τυχαία» του ψιθύρισε.
«Και εγώ» της απάντησε και φιλώντας την στο μέτωπο, έκλεισε τα μάτια του, για να βυθιστεί στον πιο γλυκό ύπνο της ζωής του, έχοντας ένα άνθρωπο δίπλα του για πρώτη φορά, μετά από σχεδόν τριάντα χρόνια και φυσικά, ξεχνώντας εντελώς την συνάντησή του με τον Σύλβαν στο Ένταρταουν.

Ένιωσα το σώμα μου ολόκληρο να τραντάζεται, εξαιτίας των σπασμών. Τα κάτω άκρα μου, ήταν μουδιασμένα, ενώ με την άκρη του ματιού μου, είδα τον Άλαν και τον Γουίλ, να έχουν πραγματοποιήσει το ξόρκι της θερμότητας, η οποία πήγαζε τώρα από τις παλάμες των χεριών τους.
«Τι μου συνέβη; Θα ζήσω;» ρώτησα ξέπνοα.
«Και εσύ και όλοι μας ελπίζουμε. Πέσαμε σε ενέδρα αλλά μην ανησυχείς, έχουμε την κάλυψη που μας προσφέρει η σπηλιά για την ώρα» άκουσα τον αδερφό μου να μου λέει και μόλις κατόρθωσαν να με στεγνώσουν, μαζευτήκαμε γύρω από μία τεχνητή φωτιά που τα δύο αγόρια είχαν ανάψει.
Το βλέμμα μου έψαξε να συναντήσει εκείνο της Κριστιέλας. Φαινόταν ελαφρώς απογοητευμένη και φοβισμένη. Ίσως να μην έπρεπε να είχα πάρει στον λαιμό μου και τους φίλους μου. Ίσως να έπρεπε να έχω σηκώσει μονάχη μου αυτόν τον σταυρό.
«Πιστεύω, πως όποιος έχει στα χέρια του τον δράκο, τον πηγαίνει στην Κόλνταουν, στο ηφαίστειο Μπέλντελ. Πρέπει να τους προλάβουμε» είπε ο Άλαν και συνέχισε «αυτό θα ήθελε και ο πατέρας μου φαντάζομαι» τελείωσε και είδα τα καστανοπράσινα μάτια του να βουρκώνουν.
Χωρίς να το σκεφτώ, πήγα κοντά του και τον αγκάλιασα. Οι δυο μας παραμείναμε σιωπηλοί για λίγη ώρα.
«Όλα με εσένα, είναι τόσο εύκολα. Μπορούμε να μιλάμε, δίχως να τσακωνόμαστε. Μπορώ να νιώθω πως σε εμπιστεύομαι» του είπα και τον είδα να χαμογελά. Ήταν όμορφος, όταν χαμογελούσε, ο πρίγκιπας που θυμόμουν να έχω συναντήσει την ημέρα εκείνη στην αγορά της Βέρνια.
«Είμαι τυχερός που σε γνώρισα» άκουσα τη γλυκιά, παιδική φωνή του Άλαν «Κάποτε πίστευα, πως ήμουν ο μοναδικός, λευκός μάγος στον κόσμο. Τελικά για όλους υπάρχει αυτό που λένε, το άλλο τους μισό» αποκρίθηκε και χαμογελώντας μου ξανά, άφησε ένα φιλί στο μάγουλό μου που έκανε το πρόσωπό μου να κοκκινίσει.
Έχοντας βγάλει τους μανδύες μας όλοι, τους στρώσαμε κάτω στο πετρώδες έδαφος και ξαπλώσαμε γύρω από την φωτιά. Έκανε πολύ κρύο και έτσι τα δύο φοβισμένα, εξαιτίας της επίθεσης, Κέλαντερ τά είχαμε βάλει και εκείνα μέσα μαζί μας.

«Ήταν αισχρή η ιδέα μας να μετακινηθούμε με άμαξα!» φώναξε ο Κρίστοφερ, ενώ ο Σκορπιός είχε αλλάξει τριάντα χρώματα από τη ζαλάδα, με τον Σιμεόν να κάθεται δίπλα του.
«Δεν γνωρίζω γιατί έχετε όλοι σας το ίδιο ελάττωμα, αλλά, κύριε Σιμεόν, κλείστε το ευλογημένο το παράθυρο γιατί έχω πεθάνει από το κρύο» φώναξε ο Σκορπιός, για να δει τον Κρίστοφερ να τον αγριοκοιτάζει.
«Έχω την εντύπωση, πως ήταν μέγα λάθος να σε πάρουμε μαζί μας» μούγκρισε ο εκρού μάγος.
«Μέγα, αλλά τετελεσμένο. Ούτε εγώ ήθελα να ακολουθήσω εσάς. Ξέρετε, μπορώ να κάνω την ίδια ακριβώς δουλειά και μόνος μου. Οι δράκοι είναι πλάσματα που καταλαβαίνω. Δεν γνωρίζω το γιατί, αλλά μου είναι πολύ εύκολο» ξεκίνησε να λέει και είδε τον Σιμεόν άξαφνα να χλωμιάζει απότομα. «Είστε καλά; Έχετε και μία ηλικία, είναι η αλήθεια…» ξεκίνησε ο Σκορπιός και ο Κρίστοφερ πάλεψε να πνίξει ένα γέλιο στο άκουσμα του σχολίου του μικρού.
Ύστερα από αρκετή ώρα, όπου το μόνο που φαινόταν από κάτω τους ήταν χιονισμένα τοπία, έφθασαν πάνω από την Κόλνταουν, μιας που η άμαξα με τα δυνατά Κέλαντερ, κινούταν με υπερβολική ταχύτητα.
«Μας περιμένουν στο Υπουργείο τους» είπε ο Κρίστοφερ.
«Ελπίζω να επιτρέπονται τα παιδιά» σχολίασε ο Σκορπιός.
«Τα συνοδευόμενα ναι, τα ασυνόδευτα πάλι όχι» του απάντησε ο Κρίστοφερ, για να δει τον Σιμεόν προβληματισμένο και χαμένο στις σκέψεις του, μετά από το τελευταίο σχόλιο του Σκορπιού, πως μπορούσε να καταλάβει πολύ καλά τους δράκους.
Περιμένοντας να προηγηθεί ο Κρίστοφερ, ο Σιμεόν πλεύρισε τον Σκορπιό που κοιτούσε γύρω του την παγωμένη πόλη.
«Θα ήθελα να σε ρωτήσω κάτι» ξεκίνησε ο διευθυντής την κουβέντα, για να δει τον Σκορπιό να δυσανασχετεί. Σιχαινόταν τις ερωτήσεις, όπως και τις πολλές κουβέντες.
«Ελπίζω να με ρωτήσετε τι δώρο θα ήθελα για τα Χριστούγεννα, γιατί έχω φέρει μαζί μου τη λίστα» του απάντησε με ένα ειρωνικό χαμόγελο.
«Εντάξει, θα τη δούμε και αυτή. Η ερώτηση είναι λίγο πιο σύνθετη. Τι εννοούσες, όταν είπες πως μπορείς και καταλαβαίνεις τους δράκους;» ρώτησε ο Σιμεόν.
«Α, αυτό. Λοιπόν, θα ακουστεί παράλογο, αλλά όταν μιλούν στη γλώσσα τους τους καταλαβαίνω. Τη Λυρία την κατάλαβα» του απάντησε και ο Σιμεόν ένιωσε πως ήθελε να καταρρεύσει. «Να σας φέρω καρέκλα;» ρώτησε ο Σκορπιός που είχε διαβάσει απόλυτα τα συναισθήματα του καθηγητή του.
«Σκορπιέ, τότε στο γραφείο του Άινταν χρησιμοποίησες ρούνους. Μην το αρνηθείς, γιατί μπορεί να πάλευα με τον Απρόσωπο, αλλά σε είδα που βοήθησες τον Κρίστοφερ να ενισχύσει το δικό του ξόρκι. Πώς το έκανες; Πώς έμαθες να χρησιμοποιείς τους ρούνους; Ξέρω πως, αν κάποιος προσπαθήσει να τους μάθει, τότε οι ρούνοι του ζητάνε αντάλλαγμα. Εσένα, τι αντάλλαγμα σου ζήτησαν Σκορπιέ;» τον ρώτησε σοβαρά.
«Τίποτε» απάντησε το αγόρι.
«Αυτό, πίστεψέ με είναι αδύνατον. Οι ρούνοι λειτουργούν όπως ένας ζωντανός οργανισμός. Επομένως, λέγε τι σου ζήτησαν» επέμεινε.
«Σας είπα κύριε. Τίποτε» του απάντησε και άξαφνα, ένιωσε ξανά να πνίγεται. Ήταν μονάχα ένα παιδί σχεδόν έντεκα χρονών, το οποίο δεν διέθετε το χάρισμα της υποκρισίας ενός ενήλικα. Ήξερε πως ο ίδιος ήταν εβένινος, αλλά είχε μάθει πως ήταν κάτι κακό. Ωστόσο, δεν άντεχε να κρύβεται άλλο. Για πόσο ακόμα, μα το κυριότερο, για πόσα ακόμη πράγματα θα κρυβόταν; Έκρυβε συναισθήματα από φόβο και επίσης έκρυβε την ταυτότητά του. Δεν υπήρχε πουθενά ο ίδιος, τον είχαν καταπιεί οι φοβίες και οι απαγορεύσεις. Παίρνοντας λοιπόν μία βαθιά ανάσα, του είπε :
«Οι ρούνοι δεν μου ζήτησαν τίποτε, γιατί υπάρχουν μέσα μου. Γεννήθηκα με αυτό το χάρισμα, το οποίο γνωρίζω πως δεν είναι χάρισμα των Σάμχαϊν, αλλά μίας σπάνιας κατηγορίας ανθρώπων που λέγονται Ότουρθ.  Επομένως λοιπόν, ακούστε κάτι, είμαι Σάμχαϊν και είμαι και Ότουρθ. Τώρα, μπορείτε να με αποβάλετε από την Σχολή σας, σαν μίασμα ή σαν κακοποιό στοιχείο. Μπορώ,, επίσης αν θέλετε, να φορτωθώ και όλα τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορούνται οι Σάμχαϊν, ωστόσο εγώ δεν αντέχω άλλο να κρύβομαι» του πέταξε σχεδόν απαξιωτικά, περιμένοντας την άσχημη αντίδραση του Σιμεόν, ο οποίος είχε απόλυτη γνώση της πληροφορίας πως ο μικρός ήταν μαύρος, ωστόσο η πληροφορία πως ήταν Ότουρθ τον οδηγούσε σε ένα και μόνο συμπέρασμα. Πως ήταν ο χαμένος αδερφός του Άινταν, καθώς μονάχα ο παππούς τους ο Κέναρντ ήταν και ο Σιμεόν, υποψιαζόταν πως και ο Άινταν είχε αυτό το χάρισμα. Κοίταξε ξανά τον Σκορπιό, παλεύοντας να μην αφήσει τα δάκρυά του να κυλήσουν, που εξακολουθούσε να παραμένει παγωμένος στη θέση του ζητώντας μία απάντηση.
«Η Επινουά, Σκορπιέ, είναι ένα σχολείο μαγείας. Μέσα της υπάρχει χώρος για όλους. Εγώ δεν ξεχωρίζω τα χρώματα, αλλά τους ανθρώπους. Γνωρίζω πως είσαι Σάμχαϊν εδώ και πάρα πολύ καιρό, ωστόσο όπως είδες η συμπεριφορά μου δεν άλλαξε ούτε στο ελάχιστο. Είσαι παιδί ακόμη και δεν μπορείς να το κρύψεις, όχι απέναντι σε εμένα. Τώρα, πήγαινε να βρεις τον Κρίστοφερ, καθώς είμαι βέβαιος πως περιμένει στην αυλή του Υπουργείου της Σκωτίας. Εγώ, θέλω να πάω απλώς μία βόλτα» του είπε και το αγόρι έμεινε να τον κοιτάζει καθώς απομακρυνόταν.
Τρέχοντας πίσω του, προκειμένου να τον προλάβει, τράβηξε τον πορφυρό του μανδύα για να του αποσπάσει την προσοχή.
«Οι υπόλοιποι θα με δεχτούν;» τον ρώτησε και ο Σιμεόν, σκουπίζοντας άτσαλα μερικά δάκρυα, τον κοίταξε παλεύοντας να χαμογελάσει.
«Γι’ αυτόν τον σκοπό παλεύω να ξέρεις. Να ξεχωρίσω τα ξερά από τα χλωρά. Θα τη βρούμε τη λύση. Τώρα πήγαινε, καθώς θα πεινάς. Πες στο Κρίστοφερ πως θα καθυστερήσω» τελείωσε και ο Σκορπιός υπάκουσε αμήχανα. Δεν είχε δει ποτέ ξανά τον Σιμεόν σε αυτήν την κατάσταση. Βαθιά μέσα του, ήθελε να του πει ευχαριστώ φωναχτά, αλλά ένας μικρός πόνος του άλλαξε την γνώμη.
O Σιμεόν έκατσε για λίγο μονάχος του, σε ένα πέτρινο πεζούλι έχοντας πρώτα τινάξει το χιόνι από πάνω του. Τι στο καλό είχε μόλις ακούσει; Αυτό το αγόρι, ήταν μέλος της οικογένειάς του; Ήταν ένας Γκρερ; Ίσως λοιπόν, να είχε μάθει από τον Άινταν όλη την αλήθεια. Τόσο για το χρώμα του, όσο και για την καταγωγή του. Δεν ήταν τυχαίο που του είχε ζητήσει να μιλήσουν. Τίποτε δεν ήταν τυχαίο ποτέ με τον Άινταν. Ωστόσο, ο Σκορπιός ήταν πάντοτε κρυψίνους, δεν μιλούσε πολύ και δεν εμπιστευόταν κανέναν, όπως ακριβώς και ο μεγάλος του αδερφός. Για λίγο, έφερε στο μυαλό του την εικόνα του Σκορπιού και τη δική του, όταν ήταν περίπου στην ηλικία του. Σε αντίθεση με τον Άινταν, που εκτός από πιστή αντιγραφή του πατέρα του, ήταν και του Κέναρντ, ο Σκορπιός είχε μοιάσει ως προς το ανοιχτό χρώμα των μαλλιών και στον ίδιο. Φυσικά, δεν γνώριζε ποιος ήταν ο φυσικός του πατέρας, αλλά κατά πως φάνηκε τελικά, δεν γνώριζε τίποτε για τα δύο αυτά δυστυχισμένα παιδιά.
“Εσύ φταις” ήχησε η φωνή της συνείδησής του “Για όλα ευθύνεσαι εσύ. Είσαι ο χειρότερος άνθρωπος του κόσμου. Ένας προδότης σαν τον αδερφό σου. Προκειμένου να προστατέψεις τον εαυτούλη σου, άφησες ένα παιδί στο έλεος του σιχαμερού Έβιν, του πιονιού του Κέναρντ και ένα άλλο να μεγαλώνει σε ένα ορφανοτροφείο. Ευτυχώς υπήρχε η Εμίλια και τουλάχιστον πήρε αγάπη. Αγάπη που κάποιος άλλος στερήθηκε εξαιτίας σου, κατάπτυστε ούρλιαζε η φωνή, μέχρι που ο ίδιος πήρε μία απόφαση, η οποία ήξερε πως θα του στοίχιζε τα πάντα. Θα του στοίχιζε όλα εκείνα για τα οποία είχε κοπιάσει τόσα χρόνια και που εξαιτίας τους γύρισε την πλάτη του σε ένα αθώο παιδί. Θα έλεγε την αλήθεια. Την αλήθεια σε όλους για αυτό που ήταν. Τόσο στον Σκορπιό, όσο και στον Άινταν, καθώς με το ψέμα δεν χτίζεται ποτέ και τίποτε. Ωστόσο, για την ώρα είχαν μία πολύ σημαντική αποστολή. Έπρεπε να αποτρέψουν αυτό που πήγαινε να συμβεί και που θα ήταν ολέθριο για όλους. Που θα έσβηνε από τον χάρτη πολλούς μάγους και μαγικά πλάσματα.
Προτού σηκωθεί για να βαδίσει στο Υπουργείο του Μίντοουσορ, έφερε στο μυαλό του μία εικόνα. Ήταν βράδυ και οι γονείς τους είχαν βγει έξω. Ο Κέναρντ είχε έρθει για να τον ξεσηκώσει για ακόμη μία φορά. Ο Σιμεόν, ένα όμορφο, καστανόξανθο αγόρι, κοιμόταν στο δωμάτιό του, όταν ο Κέναρντ είχε έρθει αγκαλιά με το επιτραπέζιο της μαγικής μονόπολης. “Σήκω, Σιμεόν, είναι ώρα για παιχνίδι” του φώναξε και εκείνος νυσταγμένος κοίταξε το επιτραπέζιο.  Ο Γουίλφρεντ;” τον ρώτησε και ο Κέναρντ απάντησε πως ήθελε εκείνον μαζί του. “Μαζί σου θα μοιραζόμουν τα πάντα. Είσαι ο αγαπημένος μου αδερφός και ειλικρινά σταμάτα να νιώθεις άσχημα για την επέμβαση. Εγώ μπορεί να στερήθηκα ένα όργανο, όμως κέρδισα εσένα” του είχε πει και ο γέρος Σιμεόν του σήμερα, ξεκίνησε να κλαίει με λυγμούς σαν να ήταν μικρό παιδί. Την απόφασή του την είχε πάρει. Η αλήθεια θα έλαμπε και ας ερχόταν το σκοτάδι να τον καταπιεί.
 Όση ώρα ο Σκορπιός στεκόταν μαζί με τον Κρίστοφερ στην αυλή του Υπουργείου, δεν είχαν ανταλλάξει ούτε μία λέξη. Ανησυχούσαν απελπιστικά για τον Σιμεόν και ξεφύσησαν με ανακούφιση, όταν τον είδαν να μπαίνει με μάτια κουρασμένα και κατακόκκινα. Οι τρεις τους εισήλθαν στο εσωτερικό του πολυτελούς Υπουργείου, το οποίο στην μέση του, καθώς οι όροφοι ήταν κυκλικοί, αντί για κολώνα είχε το σώμα ενός τεράστιου δράκου, με το κεφάλι του να συγκρατά την οροφή. Η αντίστοιχη Αίθουσα του Χρόνου, είχε και εκείνη τη δική της οβάλ τράπεζα. Την τράπεζα όλων των χρωμάτων. Μέσα είχαν συγκεντρωθεί εκπρόσωποι από τους γκρίζους και τους εκρού, καθώς ο Άινταν που ήταν επικεφαλής των μάγων της ασημένιας πένας απουσίαζε, ενώ ο Σιμεόν καθόταν στην θέση των πορφυρών με τον Λέιτον Χέμπερτ στη θέση των εκρού. Οι υπόλοιποι κάθονταν σε καρέκλες ανάλογα με το χρώμα τους, πίσω από την αντίστοιχη θέση της οβάλ τράπεζας. Όταν αντίκρυσαν τον Σκορπιό, όλοι σώπασαν, ωστόσο το αγόρι δεν φάνηκε να ταράζεται.  Ο Νίκολο Κόιφμαν, της Σκωτίας, ήταν γκρίζος μάγος και οικοδεσπότης των υπόλοιπων.
«Καλωσήρθατε, από τη Γαλλία, το Λονδίνο, την Ιταλία και τη Γερμανία. Σιμεόν, χαιρόμαστε που σε βλέπουμε. Ποιο είναι το αγόρι;» ρώτησε κοιτάζοντας τον Σκορπιό.
«Το αγόρι συνοδεύεται από εμένα και τον Κρίστοφερ. Είναι μαθητής μας και κινδύνευε, έτσι για προστασία έπρεπε να μας ακολουθήσει» του είπε.
«Πολύ καλά, μπορεί να καθήσει μαζί μας στη στρογγυλή τράπεζα, ως ο μικρότερος μάγος που μπήκε ποτέ στο Υπουργείο. Ποιο είναι το χρώμα σου;» τον ρώτησε ο Νίκολο και ο Σκορπιός τον κάρφωσε με τα κυανά του μάτια.
«Το γκρίζο, ωστόσο εγώ για αλλαγή θα ήθελα να καθήσω σε μία θέση που παραμένει για χρόνια κενή. Εκείνη των Σάμχαϊν» του είπε και ένας ψίθυρος έκπληξης απλώθηκε στην αίθουσα, με τον Σιμεόν να τον κοιτάζει με τρόμο. Να κοιτάζει έναν Σκορπιό που στεκόταν αγέρωχα δίχως να δίνει σημασία στην κριτική. Ένα μικρό παιδί που είχε το σθένος να σταθεί απέναντι σε ισχυρούς μάγους.
«Αγόρι μου, γνωρίζεις πως η καρέκλα αυτή παραμένει κενή εξαιτίας της δίκαιης απέχθειάς μας για τους Σάμχαϊν. Μας έχουν καταστρέψει εδώ και πολλά χρόνια και η κοινωνία μας παλεύει να τους αφανίσει. Εσύ, ωστόσο, αψηφάς την ιστορία» του είπε ο Νίκολο.
«Η οβάλ τράπεζα, κύριε, διαθέτει πέντε χρώματα. Το μαύρο βρίσκεται και στο κέντρο της, πράγμα που δείχνει πως οι Σάμχαϊν δεν υπήρξαν η πηγή του κακού, μα η πηγή της γνώσης. Κάποτε, κάποιος μου είπε πως δεν κρίνει τους ανθρώπους με βάση το χρώμα, αλλά με βάση την ψυχή. Επομένως, αφήστε με να καθήσω στην καρέκλα της γνώσης, όχι στην καρέκλα των Σάμχαϊν. Η γνώση μάς δίνεται για να τη χρησιμοποιήσουμε για καλό, μα και για κακό σκοπό. Εγώ, λοιπόν, θέλω απλώς να κάτσω στην καρέκλα της γνώσης, όπως η λευκή είναι η καρέκλα της δύναμης και η γκρίζα, εκείνη της σοφίας, με την πορφυρή να εκπροσωπεί την φυσική τάξη και την εκρού την πραότητα. Έχω διαβάσει για τη σημασία των θέσεων» ολοκλήρωσε και για λίγο όλοι έμειναν άναυδοι να κοιτούν αυτό το παιδί-θαύμα, ενώ ο Σιμεόν ξεκίνησε να χειροκροτά. Φυσικά, οι υπόλοιποι μάγοι παρέμειναν ελαφρώς διστακτικοί.
«Πολύ καλά» ακούστηκε η φωνή του Νίκολο «Μπορείς να καθήσεις στην εβένινη» πρόφερε φτύνοντας ελαφρώς τη λέξη και ο Σκορπιός ένιωσε πως μέσα του είχε πετύχει μία σπουδαία, πρώτη νίκη. Εκεί ακριβώς ήθελε να καθήσει, γιατί εκεί ανήκε και τώρα και πάντοτε.  

Το πρωινό τον βρήκε να κατευθύνεται στην Ένταρταουν. Στα χείλη του είχε ακόμη τη γεύση της Εμίλια και το σώμα του είχε κρατήσει τη δική της ζεστασιά. Ήταν παράφορα ερωτευμένος μαζί της και πλέον αδυνατούσε να το καταπιέζει. Τουλάχιστον, έφθανε στο σημείο να το παραδεχτεί στον εαυτό του, καθώς η Εμίλια ήταν παρελθόν. Έπρεπε να γίνει, το είχε επιλέξει όταν της διέγραψε την μνήμη. Πριν φύγει ωστόσο, της είχε αφήσει ένα γράμμα, αυτή τη φορά με παραλήπτη. Την ίδια. Την ευχαριστούσε και της τόνιζε πως ήταν η πιο ξεχωριστή κοπέλα του κόσμου, με την ελπίδα πως ίσως κάποτε η διαδρομή τους τους οδηγούσε σε κοινά μονοπάτια. Στον ορίζοντα, η σκοτεινή πόλη έκανε την εμφάνισή της και εκείνος βάδισε με βλέμμα σκληρό στους λασπωμένους της δρόμους. Ο Σύλβαν τον περίμενε με τη Λυρία στο κλουβί και του χαμογέλασε μόλις τον είδε.
«Πέρασες όμορφα, φαίνεται» του είπε και ο Άινταν του χαμογέλασε θλιμμένα.
«Άινταν, είσαι βέβαιος για όλα αυτά; Σου πηγαίνει το φως, ωστόσο εγώ φοβάμαι πως όλοι μας κατρακυλάμε σε έναν βούρκο. Σκότωσα έναν αθώο άνθρωπο για να πάρω τον χάρτη του πετραδιού και είμαι Σάμχαϊν. Δικαίως η κοινωνία μας κρίνει» του είπε ο ξανθός νεαρός.
«Δεν κατρακυλώ στον βούρκο. Θέλω να φέρω πίσω αυτό που μου στέρησαν. Τον παππού μου, τον μόνο που με αγάπησε από την οικογένειά μου, καθώς όλοι μου γύρισαν την πλάτη. Τον σκότωσαν, γιατί ήταν Σάμχαϊν. Μας φοβούνται, γιατί είμαστε ανώτεροι, Σύλβαν. Εσένα σε χώσανε στη φυλακή και οι γονείς σου σε έδιωξαν» του είπε οργισμένα.
«Δεν έχεις άδικο, όμως περισσότερος θάνατος δεν θα λύσει το πρόβλημα» πήγε να του πει και ο Άινταν τον σταμάτησε.
«Αν δεν θέλεις να είσαι μαζί μου, τότε φύγε. Δεν σε κρατώ με το ζόρι, Σύλβαν» αποκρίθηκε ο Άινταν ψυχρά και ο νεαρός χαμήλωσε το κεφάλι. Ο δρόμος ήταν ανοιχτός για το ηφαίστειο και ο Βάλιμαρ καρτερούσε την ανταλλαγή.
  
Σηκώθηκα απρόθυμα εκείνο το μουντό πρωινό. Τα δύο αγόρια είχαν σβήσει τη φωτιά και μάζευαν τους μανδύες τους οδηγώντας τα Κέλαντερ έξω. Όσο πλησίαζε η στιγμή της συνάντησής μας με τον Βάλιμαρ, τόσο αισθανόμουν ένα δέος μέσα στην ψυχή μου.
«Κένταλ, πώς νιώθεις σήμερα;» με ρώτησε ο Άλαν.
«Νομίζω πως είμαι καλύτερα, αν και αισθάνομαι μία αδυναμία. Είμαστε νηστικοί από χθες» του τόνισα και ευτυχώς με καθησύχασε πως μόλις φθάσουμε στη βόρεια πόλη, θα πάμε κατευθείαν για φαγητό με τα λεφτά που του είχε στείλει η μητέρα του, πριν φυσικά το σκάσουμε από την Σχολή.
Τα Κέλαντερ, ωστόσο, είχαν βοσκήσει κλωτσώντας το χιόνι και αποκαλύπτοντας το χορτάρι που υπήρχε από κάτω. Ανεβήκαμε ξανά στην πλάτη τους, πετώντας σε σχετικά χαμηλό υψόμετρο, καθώς το κρύο ήταν ήδη αφόρητο. Με τον ηλεκτρονικό, μαγικό χάρτη να μας καθοδηγεί, δεν αργήσαμε να δούμε τα πρώτα σπίτια και τα πρώτα πλοιάρια στο μικρό, παγωμένο της λιμάνι. Σε ένα νησάκι, ακριβώς απέναντι, το ηφαίστειο κάπνιζε, προσφέροντας ένα θέαμα που σου έκοβε την ανάσα, ειδικά αν σκεφτόσουν πως βαθιά στα έγκατα της γης, υπήρχε παγιδευμένο ή κρυμμένο ένα τόσο αρχαίο και επιβλητικό πλάσμα. Τα Κέλαντερ, λοιπόν, μας άφησαν λίγο έξω από την παγωμένη πόλη και εμείς ξεκινήσαμε το περπάτημα και την εξερεύνηση, ενώ πλανόδιοι γνώμοι, ντυμένοι με χοντρά ρούχα πουλούσαν ζεστό χυμό μαύρων μούρων στο δρόμο εξαιτίας του κρύου. Γενικά, οι ζεστοί χυμοί εκτιμούνταν ιδιαίτερα από τους μάγους του βορρά. Εμείς μπήκαμε τρέχοντας στον πρώτο φούρνο που βρήκαμε, κοιτάζοντας με λατρεία τα φρέσκα σταφιδόψωμα.
«Από πού μας έρχεστε παιδιά; Από Γαλλία;» ρώτησε μία παχουλή μάγισσα κοιτάζοντας προσεκτικά τους μανδύες μας και μένοντας λίγο περισσότερο στον Άλαν. «Λευκός μάγος; Αδύνατον!»ψέλλισε με μία συγκίνηση.
«Ναι, κυρία, είμαι Λευκός και η κοπέλα επίσης» είπε ο Άλαν δείχνοντας εμένα και ξαφνικά είδαμε το πρόσωπό της να φωτίζεται.
«Αχ, έζησα για να το ακούσω και αυτό. Πως η γενιά των λευκών ακόμη υπάρχει. Έχουμε προστασία απέναντι σε αυτό που έρχεται» τραύλισε.
«Μα, τι ακριβώς έρχεται;» ρώτησε η Κριστιέλα μπουκωμένη.
«Δεν είναι τυχαίο που το Μπέλντελ καπνίζει. Ο Βάλιμαρ περιμένει την ανταλλαγή. Η ιστορία είναι γνωστή σε όλους τους κατοίκους της Κόλνταουν. Συγγνώμη, είμαι η Λόρενς» πρόφερε η γυναίκα.
«Χαρήκαμε, ωστόσο μήπως αυτή η λίαν γνωστή ιστορία, πρέπει να μαθευτεί και σε εμάς;» ρώτησε ο Γουίλ και η γυναίκα ένευσε.
«Πριν από πολλά χρόνια, τα χρόνια τα σκοτεινά όπου οι Σάμχαϊν και ο Κέναρντ όργωναν τους ουρανούς των μαγικών πόλεων, οι δράκοι πετούσαν εξίσου. Δεν είχε φθάσει η εποχή που ξεκίνησαν να κρύβονται από τους ανθρώπους. Ο Βάλιμαρ θεωρούνταν τότε ο προστάτης της Κόλνταουν και όπως θα δείτε, ακόμη και το Υπουργείο μας στηρίζεται, όπως λέει και ο μύθος, στο κορμί του, καθώς η κεντρική βάση του είναι το σώμα και το κεφάλι ενός δράκου. Ωστόσο, εξαιτίας κάποιων φιλάργυρων μάγων και ίσως αμόρφωτων, οι δράκοι κυνηγήθηκαν προκειμένου να πουληθούν τα όργανά τους ή το δέρμα τους, ενώ κάποιοι άλλοι πίστευαν, πως σκοτώνοντας έναν δράκο, το ρουνικό αλφάβητο θα περνούσε σαν γνώση κατευθείαν σε αυτόν. Εξαιτίας όλων ετούτων των λόγων, το είδος σχεδόν εξαφανίστηκε βυθίζοντας τον Βάλιμαρ στην απελπισία και αναγκάζοντάς τον να στείλει την γυναίκα του μακριά από εδώ, ώστε να γεννήσει με ασφάλεια. Δυστυχώς χάθηκε και εκείνη. Τότε, εμφανίστηκε ο μάγος Κέναρντ, ο οποίος ζήτησε στη γλώσσα των δράκων να γίνει μία συμφωνία. Να φέρει στον Βάλιμαρ έστω και ένα αυγό δικό του, με αντάλλαγμα το πετράδι του Βορρά. Το κόσμημα το οποίο φτιάχτηκε από τον ίδιο τον βόρειο ουρανό. Ωστόσο, η συμφωνία αυτή ισχύει και για τους απογόνους, σε περίπτωση που ο Κέναρντ δεν κατόρθωνε να εκπληρώσει την υπόσχεση που είχε δώσει στον μέγα δράκο. Τώρα, το ηφαίστειο καπνίζει, σημάδι πως η εκπλήρωση της συμφωνίας είναι κοντά, αν πράγματι ισχύει δηλαδή και δεν είναι μονάχα μία ιστορία» ολοκλήρωσε η Λόρενς και εμείς την κοιτούσαμε αμίλητοι σαν να ακούγαμε κάποιο παραμύθι.
«Πρέπει να βιαστούμε λοιπόν» είπε ο Άλαν και η γυναίκα πάγωσε.
«Δεν σας καταλαβαίνω...» μας είπε.
«Πρέπει να βρούμε τον Βάλιμαρ ή να σταματήσουμε τη συμφωνία ή κάτι τελοσπάντων» της είπε το αγόρι και η γυναίκα χλώμιασε.
«Δεν είναι τόσο απλό για τόσο μικρά παιδιά και επίσης, κανένας σας δεν μιλά τη γλώσσα των δράκων. Ο Βάλιμαρ δεν ζει μονάχος του εκεί μέσα. Είναι επικίνδυνο αυτό» πήγε να τους πει, αλλά οι τέσσερίς μας πεταχτήκαμε έξω και ξεκινήσαμε να τρέχουμε κατά μήκος του κεντρικού δρόμου της Κόλνταουν.
«Δηλαδή, δεν θα είναι ένας δράκος, αλλά πολλοί;» κόμπιασε η Κρίστι και εγώ γέλασα.
«Ω, έλα τώρα, αφού τους αγαπάς. Τη Λυρία τη αγαπούσες» της είπα.
«Ναι, Κένταλ μου, γιατί δεν ξεπερνούσε σε μέγεθος τον χαμαιλέοντα. Αλλά, εδώ μιλάμε για αληθινούς, γιγάντιους…» ξεκίνησε μα το χέρι του Γουίλ που έπιασε το δικό της, τη σταμάτησε.
«Δεν θα αφήσω να σου συμβεί κάτι κακό» της είπε και εγώ με τον Άλαν κοιταχτήκαμε.
Όλοι μαζί συνεχίσαμε να προχωράμε μέχρι το μικρό της λιμάνι, με τα παράξενα καράβια τα οποία κυνηγούσαν τα  Σίντραν. Το νησί του ηφαιστείου αχνοφαινόταν μέσα στην ομίχλη του ωκεανού και εγώ είχα την ιδέα να δημιουργήσουμε ένα διάδρομο από πάγο, μιας που η απόσταση δεν ήταν πολύ μεγάλη. Τοποθετήσαμε λοιπόν όλοι μας τα χέρια στην θάλασσα, εκτός από την Άρπια, καθώς δεν ήταν μέρος των δικών της μαγικών ικανοτήτων και ένα στρώμα πάγου ξεκίνησε να δημιουργείται επιτρέποντάς μας να βαδίσουμε προς το νησί, διασχίζοντας τον ωκεανό. Καθώς προχωρούσαμε προσεκτικά, ένιωσα ένα αμυδρό τράνταγμα και τα νερά του ωκεανού να αγριεύουν.
«Προσέξτε, γιατί αν πέσουμε μέσα στα νερά, θα πεθάνουμε από την υποθερμία» άκουσα τον Γουίλ, αλλά το βλέμμα μου καρφώθηκε σε ένα πλάσμα όμοιο με φίδι που κολυμπούσε κάτω ακριβώς από τον πάγο που είχα σχηματίσει.
Για κακή μου τύχη, είδα την Κρίστι να πανικοβάλλεται και τα δύο αγόρια να μας προτρέπουν να τρέξουμε. Για κάποιον λόγο τότε, όλα έγιναν απίστευτα γρήγορα. Το Σίντραν, έχοντας ανοίξει το στόμα του διάπλατα, αποκαλύπτοντας μία σειρά από κοφτερά, απόκοσμα δόντια, ετοιμάστηκε να μου επιτεθεί, όταν μία γιγάντια σκιά μου έκρυψε το φως του ήλιου και μία δύναμη με άρπαξε στον αέρα. Άξαφνα ανυψωνόμουν απότομα, ενώ έβλεπα τα παιδιά να τρέχουν και επιτέλους να φθάνουν στην ακτή. Τη στιγμή που έστρεψα το βλέμμα μου στα δεξιά, είδα ένα λευκό μουστάκι να εξέχει και με το χέρι μου το ακούμπησα. Το ένιωσα να ταλαντεύεται και το πλάσμα να με γυρνά ελαφρώς, σε σημείο που βρέθηκα μία αναπνοή από ένα ολοκίτρινο μάτι δράκου. Με το στόμα του, με τοποθέτησε ανάλαφρα στην αρχή της ράχης του και άξαφνα άκουσα μία φωνή μέσα στο μυαλό μου.
“Καλησπέρα, μικρή, λευκή μάγισσα. Με λένε Βάλιμαρ και λυπάμαι αν σε τρόμαξα, ωστόσο θα γινόσουν τροφή για τα πεινασμένα Σίντραν. Είσαι η Κένταλ Κας, το μουστάκι μου που σε γαργάλησε μου έδωσε τις πληροφορίες που χρειαζόμουν. Κρυώνεις; Πεινάς; Η φωλιά μου είναι άνετη, την έχω στρώσει ο ίδιος. Από αυτά που διάβασα, γνωρίζεις πράγματα για την κόρη μου. Την βρήκες… επομένως, εσύ και οι φίλοι σου είστε καλοδεχούμενοι, δεν είστε εχθροί”  ολοκλήρωσε και ένιωσα δέος ανάμεικτο με συγκίνηση.
Βρισκόμουν στην πλάτη ενός ολόλευκου δράκου. Το δέρμα του στραφτάλιζε σαν μικρά κομμάτια καθρέπτη που αντανακλούσαν το φως του χειμώνα. Πετούσε με χάρη και εγώ βλέποντας μπροστά μου τον ορίζοντα να ανοίγεται απέραντος, ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά δυνατά. Το πέταγμα μαζί του με έκανε να νιώσω ελεύθερη.
«Βάλιμαρ, θα μου κάνεις μία χάρη; Θα πετάξουμε για λίγο μαζί;» τον ρώτησα και άκουσα ένα γέλιο μέσα στο κεφάλι μου. Μα πώς μπορούσαν να σκοτώνουν αυτά τα υπέροχα πλάσματα;
Κράτησέ με σφιχτά, Κένταλ. Ο ορίζοντας είναι δικός μας”  μου είπε πρόσχαρα και δίνοντας ώθηση ανυψωθήκαμε με εμένα να ανοίγω τα χέρια μου, σαν να ή





Ιφιγένεια Μπακογιάννη