Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

29.10.19

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαο 11)

Βιολέτα
Μετά το όραμα, ο Απόλλωνας υποσχέθηκε να μου μιλήσει για τον Ιάκωβο, αφού πρώτα ολοκλήρωνε κάποιες εξωτερικές δουλειές, ό,τι και αν σήμαινε αυτό. Έτσι, είχα ξαπλώσει στον καναπέ, κουλουριασμένη με μια κουβέρτα και τον περίμενα ανυπόμονα. Η συζήτηση που είχε με τη γυναίκα με είχε αναστατώσει πάρα πολύ. Η σκέψη να φύγω πριν γυρίσει είχε περάσει αμέτρητες φορές από το μυαλό μου και κάθε φορά η λογική με σταματούσε. Ήμασταν ακόμη συνδεδεμένοι με τον περίεργο δεσμό που μου είχε περιγράψει, έναν δεσμό που μόνος εκείνος ήξερε να χειρίζεται και που ακόμη και ο ίδιος δεν καταλάβαινε πλήρως. Ακόμη και αν έφευγα, θα με έβρισκε πολύ γρήγορα και απλώς θα χάναμε πολύτιμο χρόνο, χρόνο που στην ουσία δε διαθέταμε. Ύστερα, ήταν και άλλα πράγματα που εμπόδιζαν τη φυγή μου. Ήξερα ελάχιστα για τον νέο κόσμο στον οποίο είχα προσγειωθεί. Δε θα τα κατάφερνα εκεί έξω, παρά μόνο εδώ, στην προστασία του ίδιου μου του σπιτιού. Γιατί αν έφευγα, το δευτερόλεπτο που θα χρησιμοποιούσα τις δυνάμεις μου, διέτρεχα τον κίνδυνο να με ανακαλύψουν οι άνδρες που με κυνηγούσαν.
Φυσικά, ακόμη και αν έφευγα, και ο Απόλλωνας δε με έβρισκε, και κανένας δε με κυνηγούσε, πάλι δεν είχε νόημα, διότι δεν ήξερα να χειρίζομαι την πλειονότητα των δυνάμεών μου. Χρειαζόμουν τον Απόλλωνα δίπλα μου για παραπάνω από έναν λόγους, παρόλο που εκείνος έθετε τη ζωή του σε κίνδυνο. Έπρεπε να περιμένω και άλλο, μέχρις ότου να γίνω έτοιμη να ανταπεξέλθω σε ό,τι με περίμενε στην Άλλη Γη. Έπρεπε να κάνω υπομονή και να μην ξεχνάω τι θυσίαζε για εμένα. Θα έβαζα τα δυνατά μου, θα δούλευα πιο σκληρά από όσο έχω δουλέψει στη ζωή μου και θα τα κατάφερνα, χωρίς να τον κάνω να χάσει τη ζωή του.
Το μυαλό μου σταδιακά ξέφυγε από το άγχος των δυνάμεων και του Απόλλωνα, και πήγε στον Ιάκωβο. Ήξερα ήδη πως ήταν ένας από τους τέσσερεις συμμάχους που είχαν κατονομάσει οι γονείς μου στα οράματα. Μόνο που η μαμά μου ήταν θνητή και παγιδευμένη στη Γη, ο μπαμπάς μου δε θυμόταν τίποτα και ο Απόλλωνας ήταν πρακτικά ετοιμοθάνατος. Άρα, τη δεδομένη στιγμή, ο Ιάκωβος να ήταν ο μοναδικός μου σύμμαχος. Όμως, βρισκόταν στη φυλακή εξαιτίας μου. Αν τον έσωζα, θα μπορούσε να με βοηθήσει με κάποιες δυνάμεις μου και μετά να γυρίσει στη Γη να προστατεύει τη μαμά μου. Όσο έλειπα εγώ και ο μπαμπάς, εκείνη ήταν μόνη και αδύναμη σε σχέση με τους μαυροφορεμένους άνδρες. Αν τα κατάφερνα, θα γυρνούσαμε πίσω και θα γινόμασταν ξανά μια οικογένεια. Και τότε, κανένας δε θα χρειαζόταν προστασία.
«Βιολέτα, ήρθα. Μπορείς να με βοηθήσεις με τα ψώνια;» άκουσα τότε τον Απόλλωνα να λέει βγάζοντάς με από τις σκέψεις μου. Σηκώθηκα από τον καναπέ και πήγα στην κουζίνα να δω τι είχε αγοράσει. Όμως περνώντας από το τζάκι, το πιο παράξενο πράγμα συνέβη - ένιωσα κάτι να με καλεί. Ήταν κάτι που χρειαζόμουν, κάτι πολύ σημαντικό. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και αυτό που αντίκρισα επιβεβαίωσε τις υποψίες μου, τα μάτια μου είχαν γίνει σαν χάντρες, ασημί με μπλε, γυαλιστερά και παγωμένα. Την πρώτη φορά που ήμουν εδώ, ακριβώς το ίδιο πράγμα είχε συμβεί, δεν μπορούσε να είναι τυχαίο, κάτι υπήρχε και έπρεπε να ανακαλύψω τι.
«Απόλλωνα» φώναξα το όνομά του χωρίς να κουνηθώ από τη θέση μου.
«Τι έπαθες;» τον άκουσα να λέει ανήσυχα.
«Πρέπει να έρθεις εδώ» απάντησα και τον ένιωσα να τσιτώνεται από την κουζίνα. Τι μου συνέβαινε;
«Ηρέμησε διότι οι μύες σου έχουν τεντωθεί τόσο που πονάω. Κάτι υπάρχει στο τζάκι, το νιώθω τόσο έντονα και δεν καταλαβαίνω ούτε πώς ούτε γιατί. Φοβάμαι πως αν κουνηθώ, θα χαθεί» απάντησα και αμέσως ησύχασε.
«Θα σε βοηθήσω να ψάξεις» είπε και ήρθε στο σαλόνι.
Πρώτα απομακρύναμε τον καθρέφτη και ψάξαμε από πίσω. Ύστερα μεταφέραμε τα βάζα και τις κορνίζες για να σηκώσουμε το ράφι στο οποίο στηρίζονταν, μήπως υπήρχε κάτι από κάτω, αλλά δεν υπήρχε. Άνοιξα πάλι την κρυψώνα του μπαμπά για να τη βρω ξανά άδεια. Ήμουν έτοιμη να τα παρατήσω και να αποδεχτώ το γεγονός ότι τρελαινόμουν, όταν μου ήρθε μια ιδέα. Τράβηξα με δύναμη το σκοινί και άνοιξα την καμινάδα. Τότε, ένα βαρύ καφέ βιβλίο έπεσε και με χτύπησε στο κεφάλι. Σωριάστηκα στο πάτωμα και ένιωσα το κεφάλι μου έτοιμο να εκραγεί από τον πόνο. Θεέ μου, το βιβλίο ήταν βαρύ! Τα πάντα γύρω μου άρχισαν να γυρνούν και λιποθύμησα.
Όταν ξύπνησα, ήμουν ξαπλωμένη στο καναπέ και είχα τρομερό πονοκέφαλο. Δεν πρέπει να ήμουν αναίσθητη για πολλή ώρα. Ήταν ακόμη βράδυ.
«Καλώς την. Πώς αισθάνεσαι;»
«Πονάει λίγο το κεφάλι μου» είπα καθώς ανασηκωνόμουν.
«Φυσικό είναι» ξεφύσησε ανακουφισμένος και γέλασε σιγανά.
«Τι είναι τούτο το βιβλίο; Και γιατί στο καλό ήταν λες και έπεσε ολόκληρη οροφή στο κεφάλι μου;»
«Είναι μεγάλη ιστορία. Είσαι σίγουρη πως αισθάνεσαι αρκετά καλά για να σου την πω;»
«Ναι, είμαι μια χαρά» απάντησα ψέματα. Δεν αισθανόμουν μια χαρά, αλλά η περιέργειά μου ήταν πιο δυνατή από τον πονοκέφαλο.
«Το βιβλίο είναι ένα αρχείο των αρχόντων μας. Είναι πολύ βαρύ επειδή περιέχει πληροφορίες χιλιάδων ετών, μα κάθε φορά γίνονται ορατές στον αναγνώστη μόνο οι πληροφορίες που αναζητά».
«Ποιοι είναι οι άρχοντές σας; Και για ποιο λόγο τους χρειάζεστε, αφού έχετε βασιλιά; Τι περίεργα πράγματα είναι αυτά» γκρίνιαξα.
«Υπάρχουν έξι άρχοντες που κυβερνούν εναλλάξ ανά τρεις. Υπάρχουν τρεις αγγελικές αρχόντισσες και τρεις σκοτεινοί άρχοντες. Στις αγγελικές ανήκει και η μητέρα μου. Κυβερνούν με τη σειρά και κάθε χρόνο αλλάζουν. Καθένας από τους άρχοντες έχει διαφορετικές ξεχωριστές δυνάμεις. Υπάρχει ένας που έχει τον απόλυτο έλεγχο των στοιχείων, ένας που μπορεί να βλέπει το μέλλον, να επηρεάζει το μυαλό και να διαβάζει τις σκέψεις και ένας που μπορεί να ανασταίνει τους νεκρούς, κάτι σαν σύνδεσμος μεταξύ των δύο κόσμων. Επίσης, ο τελευταίος είναι υπεύθυνος για τη δημιουργία των αντιγράφων.
Αγγελικοί και σκοτεινοί άρχοντες έχουν τι ίδιες δυνάμεις, απλώς διαφωνούν στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να τις χρησιμοποιούν. Για να διατηρείται η ισορροπία, όλοι έχουν την ευκαιρία να κυβερνούν ακολουθώντας τις πεποιθήσεις τους, για να κάνουν το καλύτερο δυνατό για τον τόπο μας.
Η μητέρα μου πριν από πολλά χρόνια, λίγο αφότου γεννήθηκες, προέβλεψε πως θα γινόσουν η πιο δυνατή όλων και τότε άρχισαν τα προβλήματα. Δεν ξέρω ακριβώς τι συμμετοχή είχε σε όσα ακολούθησαν, δε ρώτησα ποτέ. Αφότου έφυγα από την Άλλη Γη, προέβλεψε και το θάνατό μου και από τότε οι σχέσεις μας ψυχράνθηκαν αρκετά» είπε και σταμάτησε να μιλάει.
 «Τελείωσες; Γιατί μου είπες μου έπεσαν κάπως βαριά».
«Σχεδόν τελείωσα. Έχω μόνο να σου δώσω κάτι που βρήκα ψάχνοντας για το βιβλίο» είπε και έβγαλε από την τσέπη του ένα στυλό και ένα φακό. Πήρα το στυλό στα χέρια μου και άρχισα να ασχολούμαι νευρικά μαζί του.
 «Έχω μερικές ερωτήσεις» είπα τελικά όταν έβαλα το μυαλό μου σε μια τάξη.
«Θα απογοητευόμουν αν δεν είχες» είπε γλυκά και μου έπιασε στοργικά το χέρι.
«Εφόσον υπάρχουν τρείς πανίσχυροι άρχοντες, ο βασιλιάς τι σας χρειάζεται;» ρώτησα ξανά.
«Η αλήθεια είναι πως… δεν παίρνει ο ίδιος τις αποφάσεις. Όμως οι περισσότεροι κάτοικοι της Άλλης Γης δε γνωρίζουν την ύπαρξη των αρχόντων. Έχει αποφασιστεί πως είναι για το καλύτερο να μην ξέρει κανείς τίποτα. Οπότε χρειάζονται κάποιον που να εμπιστεύεται ο κόσμος για να προσποιείται πως κυβερνά».
«Ποιος έριξε την κατάρα στον πατέρα μου;»
«Η κατάρα έπεσε κατά τη βασιλεία των σκοτεινών αρχόντων. Οι φωτεινοί άρχοντες δε θα έκαναν κάτι τέτοιο, είμαι σίγουρος».
«Ο πατέρας μου δεν έχει άλλα παιδιά, σωστά;»
«Σωστά, αλλά πώς σχετίζεται με τη συζήτησή μας το γεγονός ότι είσαι μοναχοπαίδι;»
«Ποιος είναι ο διάδοχος του θρόνου;» ρώτησα και μόλις ξεστόμισα την απορία μου κατάλαβα πως η απάντηση δε θα μου άρεσε.
«Εσύ» ψέλλισε διστακτικά.
«Αυτό σημαίνει πως ακόμη και αν σώσω τον μπαμπά μου, εγώ θα πρέπει να μείνω εδώ και να κάνω ότι κυβερνώ. Στην ουσία, μόνο ένας από τους δυο μας θα σωθεί, ο πατέρας μου ή εγώ. Η αλήθεια πονάει, Απόλλωνα» του είπα και μου έσφιξε το χέρι.
«Ήρθα εδώ παρά τη θέλησή μου, μη γνωρίζοντας τίποτα για τον κόσμο σας ή για την κατάσταση του πατέρα μου και τώρα ξέρω για την κατάρα και ξέρω για την τρομερή αλήθεια. Ένας από τους δύο θα σωθεί και η τελική απόφαση είναι δική μου» είπα με πικρία.
«Δε χρειάζεται να ανησυχείς. Θα βρούμε τρόπο» προσπάθησε ανεπιτυχώς να με καθησυχάσει.
«Δεν μπορώ να μην ανησυχώ. Εσύ ο ίδιος είπες ότι οι σκοτεινοί τον καταράστηκαν. Δεν καταλαβαίνεις τι σημαίνει; Σημαίνει πως τον τιμώρησαν επειδή δε με παρέδωσε σε εκείνους. Στο όραμά μου είδα μαυροφορεμένους άντρες με μανδύες. Δεν είδα τα πρόσωπά τους, μόνο μαύρες κουκούλες. Ο μπαμπάς μου τους αντιστάθηκε. Όμως τώρα, αν τον σώσω και πάρω τη θέση του, θα τους έχω παραδοθεί οικειοθελώς».
«Ίσως πρέπει να επικοινωνήσω με τη μαμά μου. Εκείνες κυβερνούν τώρα, ίσως ξέρει τι να κάνει».
«Όχι, μην το κάνεις. Δεν ξέρουμε ακριβώς τι έχει γίνει. Ίσως να εμπλέκονται και από τις δύο πλευρές».
«Η μαμά μου δε θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Μπορεί οι σχέσεις μας να μην είναι οι καλύτερες εδώ και κάποιο καιρό, μα ξέρω τη γυναίκα που με μεγάλωσε».
«Πες μου για το βιβλίο» είπα αλλάζοντας θέμα. Το τελευταίο που χρειαζόμασταν τώρα ήταν τσακωμοί.
«Περιέχει όλα όσα θα χρειαστείς για να τα καταφέρεις. Περιέχει όλες τις πληροφορίες για τους άρχοντες και τις δυνάμεις τους καθώς και ονόματα, πληροφορίες για τους ίδιους και για την αλλαγή. Ό,τι και αν ψάχνεις, το βιβλίο θα σου το αποκαλύψει».
«Τι είναι αυτά που μου έδωσες;» ρώτησα και άρχισα να παρατηρώ πραγματικά τα δύο αντικείμενα.
«Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι, αλλά θα το διαπιστώσουμε σύντομα» είπε και έπειτα σηκώθηκε για να φέρει το ημερολόγιο του μπαμπά.
Το κράτησα με τρεμάμενα χέρια και το άνοιξα. Άρχισα να το ξεφυλλίζω χωρίς να έχω καταλάβει ακόμη τη σύνδεσή του με τα δύο αντικείμενα. Έφτασα στην τελευταία καταχώρηση και κοίταξα την ημερομηνία ξανά, συνειδητοποιώντας για πρώτη φορά πως το αντίγραφο του σπιτιού δε θα μπορούσε να το είχε φτιάξει ο ίδιος. Ο μπαμπάς μου δεν είχε μνήμες όταν έφτασε στην Άλλη Γη. Κάποιος άλλος το είχε κάνει, κάποιος που ήξερε πως θα φτάσω και πως θα έχω ανάγκη από ένα καταφύγιο, ο Βύρωνας. Και τότε τα όρια εχθρού και φίλου άρχισαν να μπερδεύονται ακόμη περισσότερο μέσα μου.
Το κεφάλι μου πονούσε, και όχι μόνο από το χτύπημα. Πονούσε, επειδή τώρα έβαζα τα κομμάτια του πάζλ στη θέση τους και ήταν τρομακτικό - η αλήθεια ήταν τρομακτική. Δεν ήμουν σίγουρη αν μπορούσα να την αντέξω. Πήρα το ημερολόγιο και τα υπόλοιπα αντικείμενα, καληνύχτισα τον Απόλλωνα και ανέβηκα επάνω σέρνοντας τα βήματά μου. Μπήκα στο δωμάτιο και σωριάστηκα στο κρεβάτι. Τοποθέτησα τα αντικείμενα σε μια σειρά μπροστά μου και απέμεινα να τα κοιτάω. Ένιωθα χαμένη… χαμένη και μόνη. Ξαφνικά, τα πάντα γύρω μου θόλωσαν με πρωτόγνωρη ταχύτητα και άκουσα μια φωνή να λέει: «Δεν είσαι μόνη». Η εικόνα άρχισε να ξεθολώνει και τότε είδα το κελί του Ιακώβου. Ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα και συνομιλούσε ψιθυριστά με την ένοικο του διπλανού κελιού.
«Είναι εδώ, Ιάκωβε. Τώρα είναι η ευκαιρία σου, κάνε γρήγορα πριν μας καταλάβουν» είπε και τότε ο Ιάκωβος γύρισε και με κοίταξε στα μάτια. Δεν ήμουν αόρατη, βρισκόμουν αληθινά μέσα στο κελί.
«Με βλέπεις;»,
«Δεν έχουμε χρόνο. Έλα εδώ» είπε και πλησίασα με μεγάλες δρασκελιές. Σηκώθηκε όρθιος με κόπο και μου έπιασε το χέρι με τα βρώμικα και πληγιασμένα δάχτυλά του.
 «Λυπάμαι για ό,τι θα κάνω, λυπάμαι που πρέπει να χρησιμοποιήσω τη δύναμή μου πάνω σου, αλλά δε θα μπορέσουμε να βγούμε από εδώ μέσα εγκαίρως με άλλο τρόπο».
Ο Ιάκωβος έφερε τα δάχτυλά του στους κροτάφους μου και ο πιο οδυνηρός πόνος που είχα νιώσει ποτέ με κατέκλυσε. Το κορμί μου άρχισε να τραντάζεται από σπασμούς και ένα ουρλιαχτό πόνου μου ξέφυγε παρά την προσπάθειά μου να το καταπνίξω. Το αριστερό του χέρι του βρέθηκε τότε στο στόμα μου εμποδίζοντας νέα ουρλιαχτά.
«Μην αντιστέκεσαι. Σε λίγο θα τελειώσω» είπε ψύχραιμα παρά το γεγονός ότι φωνές και τρεχαλητά ακούγονταν σε απόσταση αναπνοής από την πόρτα του κελιού. Αφέθηκα στα χέρια του και άφησα το μυαλό μου να ξεγλιστρήσει μακριά από τον πόνο που αισθανόμουν. Βούτηξα το κεφάλι μου σε νερό νιώθοντας τους ήχους να ξεμακραίνουν και έπειτα να παύουν να ακούγονται. Μια απόκοσμη γαλήνη με τύλιξε και ηρεμία κατέκλυσε τις αισθήσεις μου.
Ένας τελευταίος οξύς πόνος διέκοψε την ονειροπόληση και με ανάγκασε να επιστρέψω στο παρόν. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου και κατάλαβα αμέσως πως βρισκόμουν στο σπίτι, ακριβώς εκεί που ήμουν πριν από το όραμα. Αναστέναξα ανακουφισμένη και διαβεβαίωσα τον εαυτό μου πως όσα έζησα ήταν μέρος ενός πολύ ζωντανού οράματος. Κατάπια με δυσκολία και σκούπισα τον ιδρώτα από το μέτωπό μου, όμως ένα κύμα πόνου με διαπέρασε. Άφησα ξανά το χέρι μου να πέσει δίπλα στο σώμα μου και κλαψούρισα σιγανά.
«Προσπάθησε να μην κουνιέσαι, χρειάζεσαι λίγο χρόνο να συνέλθεις. Ειλικρινά λυπάμαι πολύ» είπε μια φωνή δίπλα μου και σοκαρισμένη γύρισα το κεφάλι μου και αντίκρισα τον νονό μου, έναν άνθρωπο που είχα ξεχάσει, μαζί με όλα τα υπόλοιπα.
«Ιάκωβε;»



Έλενα Παπαδοπούλου