Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

16.10.19

Το αηδόνι του αυτοκράτορα (Κεφάλαιο 4) - "Φλόγες επανάστασης" (Μέρος 3)

Νερό έσταζε από το ταβάνι, στάλα στάλα, κι έπεφτε στο πήλινο δοχείο που είχε τοποθετήσει για να μπορεί να ικανοποιεί στο ελάχιστο τη δίψα του. Οι εντολές που είχαν δοθεί για τον κρατούμενο ήταν αρκετά σαφείς: ή θα πέθαινε από τα βασανιστήρια ή θα εγκατέλειπε την επιθυμία για ζωή μέσα σε εκείνο το βρωμερό κελί που τον είχαν πετάξει. Όποτε ακουγόταν το τύμπανο, αχνό από το βάθος - μα τρανταχτό στα αυτιά του, ο Γουέι ήξερε πως ένα ακόμα βράδυ αβάσταχτου πόνου και οδύνης θα ακολουθούσε. Ο εχθρός είχε βρει κάποιους ευφάνταστους τρόπους για να τον κάνει να ουρλιάζει από τα πνευμόνια και να διαλύει την ψυχή και το σώμα του. Στην αρχή αποσκοπούσε στην ομολογία για τη σύναξη και τους υπόλοιπους συντρόφους του, μα έπειτα κατέληξε σε σαδιστική επιθυμία. Τα βογγητά και το κλάμα του ερέθιζαν τόσο φρουρούς όσο και ανωτέρους, που το μυαλό τους εφεύρισκε νέα, χειρότερα βασανιστήρια για να απολαύσουν.

            Μα και η ηδονή είχε κάποια όρια. Η Γιορτή των Γιασεμιών, και τα καθήκοντα που τους επέβαλλε, κατέστησε τα όρια πολύ μικρά.
            «Έι! Τι συμβαίνει εκεί έξω;»
             Ησυχία…
            «Είναι κανείς εδώ;»
             Ο νεαρός σήκωσε το ταλαιπωρημένο του σώμα. Κάθε σπιθαμή του κορμιού του τον πονούσε σε σημείο που του κοβόταν η ανάσα. Μπορούσε ελάχιστα να κινηθεί στον μικρό και στενό χώρο, ενώ η φωνή του ακουγόταν βραχνή και χαμηλή. Πλησίασε την καγκελόπορτα του κελιού του. Ίσως έτσι τα λόγια του να έφταναν στα αυτιά κάποιων φρουρών. Σίγουρα θα υπήρχε περιπολία εκεί κάτω. Πάντα υπήρχε και τον φρουρούσαν κάθε πρωί και κάθε βράδυ, ενώ ενδιάμεσα, τα μεσημέρια περίπου, φρόντιζαν να τον γελοιοποιούν με οποιοδήποτε χυδαίο τρόπο μπορούσαν να σκεφτούν.
            Σίγουρα, κάποιος θα τον άκουγε.
            «Με ακούει κανείς;» 
            Καμία απάντηση.
            Ο Γουέι συνέχιζε, παρόλα αυτά, να ακούει εκείνον τον διαβολεμένο θόρυβο από τα επάνω δάπεδα. Ποδοβολητά, βογκητά και αντικείμενα να σπάνε… Φυσικά και δεν ευθυνόταν η μεγάλη Γιορτή ή η παρέλαση για τον σαματά.  Βαθιά μέσα του ήθελε να πιστέψει πως τα αδέρφια του είχαν εισβάλει σε τούτο το κολαστήριο για να τον σώσουν, μα μια τόσο απρόσεκτη κίνηση μπορούσε να προκαλέσει μονάχα περισσότερους μπελάδες. Όλες τις μέρες που τις είχε περάσει σε εκείνο το παγωμένο μπουντρούμι είχε καταλάβει αρκετά καλά την πραγματική φύση του εχθρού τους. Ήταν αδίστακτος και τίποτα δεν τον εμπόδιζε.
            Απομακρύνθηκε από τη μεταλλική πόρτα και ακούμπησε τη γδαρμένη του πλάτη στον παγωμένο τοίχο. Εκείνο το τσούξιμο, που μερικές ώρες πριν τον βασάνιζε, τώρα είχε γίνει ένα με την ψυχή του και δεν τον ενοχλούσε πια. Η πλάτη, το στέρνο του… όλο του το κορμί ήταν σημαδεμένο από τα μαστίγια και τις λεπίδες των βασανιστών του και σύντομα… Ναι, σύντομα θα κρατούσαν το κεφάλι του ως λάβαρο μιας ακόμη εξευτελιστικής νίκης. Ο λαός θα έχανε έναν ακόμα αγώνα και ο Δράκος θα γελούσε περήφανα στο νεκρό του σώμα.
«Η φωνή του ατόμου δε σωπαίνει, παρά μόνο όταν ο ίδιος το επιλέξει».
«Κανένα μέσο δεν μπορεί να την υποβάλλει σε απόλυτη σιωπή, παρά μόνο το ίδιο το άτομο» αυτά τα λόγια ηχούσαν στο μυαλό του. Ο άνθρωπος θα παλεύει μέχρι το τέλος και αν πάψει ποτέ, θα ευθύνεται μονάχα εκείνος. Πόσο γελοίο του ακουγόταν πια. Πόσο άσκοπο όλο αυτό. Αυτή η κραυγή, η γερή επιθυμία για ελευθερία και ένα καλύτερο αύριο τον έσυραν σε τούτο το σκοτάδι που τον έπνιγε κάθε λεπτό. Κι αν όντως οι σύντροφοί του μάχονταν εκεί πάνω, τότε θα τους παρέσερνε και εκείνους στις βαθιές κολάσεις του κόσμου. Ήταν όλοι τους νεκροί κι ας ανέπνεαν ακόμα. Αγκάλιασε το σώμα του και κούρνιασε σε μια άκρη. Εκείνο το βράδυ θα παραδιδόταν στο έλεος των Θεών, κι αν τον έκριναν αμαρτωλό και εγκληματία, θα σεβόταν την απόφασή τους. Έριξε το κεφάλι του προς τα κάτω και χιλιάδες δάκρυα μούσκεψαν τα ματωμένα του ρούχα. Μονάχα ένα άτομο θα ήθελε να αντικρίσει πριν το τέλος. Μονάχα δυο μάτια θα ήθελε να δει και μια φωνή γλυκιά να ακούσει προτού η ψυχή του τον εγκαταλείψει. Η τέλεια μορφή της νεαρής Τσιάν, που σαν νύμφη χόρευε στο μυαλό του, τον έκανε να χαμογελάσει αδύναμα.
            «Αδελφέ!» τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα στο άκουσμα της βαριάς φωνής.
            Η κλειδαριά έσπασε και το τρίξιμο της πόρτας προκάλεσε ρίγη στο κορμί του. Σηκώθηκε δειλά, στηριζόμενος από τους τοίχους και βημάτισε προσεκτικά προς τη φωνή.
            «Αδελφέ Κίσε;» ρώτησε γεμάτος αμφιβολία. Ένα μικρό λάθος βήμα και στραβοπάτησε, μα ο σύντροφός του τον έπιασε λίγο πριν πέσει στο έδαφος.
            «Πρέπει να φύγουμε. Έχουν τον δάσκαλο. Δεν υπάρχει ελπίδα» τον ενημέρωσε και άρχισε να τον τραβάει προς την έξοδο, μα ο Γουέι σαστίζοντας επιβράδυνε το βήμα του.
            «Αν συνέλαβαν τον δάσκαλο, τότε όλα έχουν χαθεί»
            «Όχι αν τρέξουμε και σώσουμε τα τομάρια μας! Που να σε πάρει, Γουέι!» βλαστήμησε και προχώρησε προς το μέρος του. «Ο εχθρός δυναμώνει κάθε λεπτό και ο Αυτοκράτορας θα συνεχίζει να καταπιέζει τον λαό μας αν δεν κάνουμε κάτι! Ο γέρος κάποια στιγμή θα πέθαινε, αλλά για αυτό δε μας προετοίμαζε; Για αυτό δε μας έμαθε ό,τι γνωρίζουμε;»
            «Ποιο το νόημα; Σήμερα ο δάσκαλος… αύριο εσύ κι εγώ. Στο τέλος, ο Δράκος θα στέκεται περήφανος πάνω από τα πτώματά μας και θα συνεχίζει να κυβερνά» τα θολά του μάτια σηκώθηκαν προς τον ουρανό. Ένα μικρό χαμόγελο σκοτείνιασε το πρόσωπο του, πριν εκτιναχθεί ο ίδιος απότομα προς τα πίσω. Η γροθιά του Κίσε ήταν καλυμμένη όλη με αίμα.  Όταν ο Γουέι έπεσε στο έδαφος, ο Κίσε βημάτισε προς εκείνον και τον άρπαξε από το σκισμένο του πανωφόρι, σηκώνοντάς τον. Από το στόμα του έτρεχε σαν ρυάκι μια λεπτή γραμμή αίματος, μα δε φάνηκε να ενοχλεί τον νεαρό. Απλά χασκογέλασε, προκαλώντας περισσότερο τον Κίσε.
            «Εάν θες να ψοφήσεις σαν το σκουλήκι, Γουέι, δεν έχω το δικαίωμα να σε σταματήσω. Εμπρός! Τράβα λοιπόν προς τον Δράκο και στάσου μέχρι να σε φάει. Δε θα σε σώσω. Μα, αν πιστεύεις πως ο θάνατος των υπολοίπων είναι μάταιος… αν ο θάνατός της  είναι μάταιος, τότε φτύνω το ψοφίμι που θεωρούσα τόσα χρόνια αδερφό μου κι ας με καταδικάσουν οι Θεοί αιωνίως» τον ελευθέρωσε και τον άφησε να πέσει χάμω.
            «Η Τσιάν νεκρή;» ψέλλισε μη θέλοντας να το πιστέψει, «όχι…» κάλυψε το στόμα του με τις παλάμες για να εμποδίσει τους λυγμούς.
            Ο Κίσε, έχοντας γυρισμένη την πλάτη του στον Γουέι αναστέναξε. «Όταν επέτρεψες στον εαυτό σου να συλληφθεί… όταν τα μαντάτα αυτά έφτασαν στα αυτιά της, έτρεξε να σε σώσει. Προσπάθησα να τη σταματήσω, μα το πείσμα της… η αγάπη της για σένα αφάνισαν κάθε ίχνος λογικής από μέσα της».
            Όση ώρα άκουγε τα λόγια του αδερφού του, ο Γουέι έφερνε στο μυαλό του την κοπέλα που είχε γνωρίσει και σώσει από τους φρουρούς του Αυτοκράτορα τότε. Τη γυναίκα εκείνη για την οποία πάλευε τόσο καιρό. Ήθελε να αλλάξει τον κόσμο για να ζήσουν όμορφα και αρμονικά μαζί με την οικογένεια που θα έφτιαχναν, κάπου σε κάποιο χωριό της επαρχίας. Μακριά από τη βαβούρα των μεγαλουπόλεων και την καταχνιά τους. Κάπου που θα μπορούσαν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους με ασφάλεια. Τρία είχε αποφασίσει κάποιο βράδυ που ονειρεύονταν. Δεν τους ενδιέφερε το φύλο, αρκεί να ήταν γερά και δυνατά για να ανταπεξέλθουν στις δυσκολίες της ζωής. Θα τα μεγάλωναν και ύστερα θα τα άφηναν να πάρουν το δικό τους μονοπάτι, κι αν οι Θεοί ήταν σπλαχνικοί απέναντί τους, θα πέθαιναν πλάι πλάι κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου σφιχτά. Δε θα την άφηνε ποτέ μόνη να διασχίσει τον μεγάλο Χουί Χου, τον ποταμό που οδηγεί στην κατοικία των Θεών.
            «Τώρα… τώρα πια τα έχασα όλα…» έριξε το κεφάλι του προς τα πάνω και με μια γρήγορη ματιά, ο Κίσε πρόσεξε μια λεπτομέρεια που του είχε ξεφύγει. Κάτω από το φως των δαυλών στους τοίχους, κάτω από τις φλόγες που χόρευαν, πρόσεξε πως η θολάδα στα μάτια του Γουέι δεν ήταν απλώς από την ταλαιπωρία και την κούραση… Εκείνο το γκρίζο πέπλο που τα κάλυπτε δε θα θεραπευόταν ποτέ.
            «Βλέπω, αδερφέ, πως όσο είχες το φως σου δεν ήσουν παρά ένας τυφλός» τα βήματα του μεγαλύτερου άνδρα τον πλησίασαν. Μόνο που πια είχαν μια απειλητική χροιά, την οποία και κατάφερε να διαισθανθεί ο Γουέι .
«Μα τώρα που το έχεις χάσει, ίσως καταφέρεις να δεις την αλήθεια και να την κοιτάξεις κατάματα» αυτή τη φορά το χέρι του μεγαλόσωμου άνδρα άρπαξε τον λαιμό του νεαρού, σηκώνοντάς τον με περισσότερη βία. Η ανάσα του είχε κοπεί, και δεν μπορούσε να μιλήσει ή να φωνάξει. Τα χέρια του άρπαξαν εκείνα του αδερφού του και με όση δύναμη του είχε απομείνει, πάλεψε για να ελευθερωθεί.
            «Δε θα μπορούσε ποτέ να ζήσει ευτυχισμένη μαζί σου! Δε θα μπορούσες ποτέ να την αγαπήσεις όπως την αγαπάω εγώ! Εσύ ευθύνεσαι για τον θάνατό της!» Το πρόσωπό του είχε κοκκινήσει και το στόμα του ήταν ανοιχτό προσπαθώντας να πάρει ανάσα. Τα χείλη του σπαρτάρησαν ελάχιστα, σαν να προσπαθούσε να πει κάτι. Θα τον συγχωρούσε. Εάν ηρεμούσε, θα συγχωρούσε τον αδερφό του και θα διέγραφε από τη μνήμη του τούτη την άσχημη στιγμή. Εάν μονάχα επέτρεπε στη λογική να επιστρέψει στο μυαλό του.
            Παρόλα αυτά, ο Κίσε δεν αισθανόταν τίποτα παρά μόνο θυμό, και η οργή που είχε σαπίσει την καρδιά του τον ώθησε σε κάτι τρομακτικό. Όσο έσφιγγε τον λαιμό του Γουέι, τον μετακίνησε προς τα αριστερά και με φόρα έφερε το κεφάλι του στον τοίχο.
«Ψόφα!» ούρλιαξε με όλη τη δύναμη και έπειτα τον κοπάνησε ξανά και ξανά στο χτισμένο τούβλο, τόσο άγρια που το αίμα είχε ποτίσει και τους δυο τους. Το μένος του Κίσε ήταν τόσο μεγάλο, που ακόμα και όταν είχε διαλύσει το κεφάλι του Γουέι, συνέχιζε να τον χτυπάει, ώσπου… ελευθέρωσε πλέον το πτώμα και το άφησε να γλιστρήσει από τα χέρια του. Τα άκρα του και οι μύες του τραντάζονταν από διαρκείς σπασμούς, όπως ένα ψάρι όταν ο ψαράς το έχει βγάλει από το νερό και ετοιμάζεται να του αφαιρέσει το κεφάλι με τη σκουριασμένη του λεπίδα.
            Αβοήθητο…
            Καταδικασμένο.
            Το αίμα γύρω του είχε δημιουργήσει μια πανέμορφη λίμνη που αγκάλιαζε το υπόλοιπο σώμα.  
            Οι Θεοί δε θα τον συγχωρούσαν ποτέ για τα ψέματα, μα ούτε και για την άρρωστη πράξη που είχε διαπράξει… Αλλά ήταν καιρός πολέμου και οι θυσίες ήταν αναγκαίες. Έριξε ένα τελευταίο βλέμμα στο σώμα και την άμορφη μάζα που κάποτε αποτελούσε το κεφάλι του αδερφού του. Οι όμορφες αναμνήσεις που είχαν δημιουργήσει οι δυο τους χάθηκαν μονομιάς. Ίσως κάποτε να τον αγαπούσε σαν πραγματικό αδερφό και σύντροφο, αλλά εκείνα τα χρόνια είχαν περάσει. Προσευχήθηκε για την ψυχή του Γουέι και ζήτησε από τους Θεούς να τον κρατήσουν πλάι τους. Ήταν ανόητος, μα καλός πολεμιστής. Ίσως σε μια άλλη ζωή να μπορούσαν να ζήσουν αρμονικά.
             Άρπαξε τον δαυλό από δίπλα του και τα μάτια του έπεσαν στις φλόγες. Τόσο ατίθασες και ακλόνητες. Θα μπορούσαν να συνεχίζουν τον χορό τους, ακόμα και όταν όλα τριγύρω τους βρίσκονταν στο έλεός τους. Μια βαθιά ανάσα χρειάστηκε μονάχα για να τον ρίξει κατευθείαν στο άψυχο σώμα. Οι φλόγες γρήγορα καταβρόχθισαν το πτώμα, τυλίγοντάς το. Έτσι κανείς δε θα μάθαινε για το έγκλημά του. Κι αν κάποιος μπορούσε να τον αναγνωρίσει, σίγουρα θα κατηγορούσε τους άσπλαχνους άντρες του Τζιάο.
            Με γοργά βήματα ανέβηκε τα σκαλιά και βγήκε από τη στενή πόρτα του υπογείου. Κατευθυνόταν προς τα επάνω δάπεδα, εκεί που ο σύντροφοι και ο δάσκαλός του μάχονταν ακόμα για τις ζωές τους ˙ εκεί που η Τσιάν χρειαζόταν τη βοήθειά του.



Χριστίνα Ξενάκη