Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

2.10.19

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 8)

Βιολέτα
Βγήκαμε μαζί από την πόρτα της κουζίνας και πήγαμε στην πίσω αυλή. Μόλις βγήκα από το σπίτι, πρόσεξα πως κάτι είχε αλλάξει από την τελευταία φορά που ήμουν εδώ. Έβλεπα όλο το σπίτι πεντακάθαρα, μα πέρα από τον φράχτη, όλα ήταν μια θολή και ακανόνιστη μάζα. Ήταν σαν να είχε τυλιχτεί το σπίτι από μια αδιαπέραστη στρώση ομίχλης. Κοίταξα προς τα πάνω και συνειδητοποίησα πως ήμασταν περικυκλωμένοι από την περίεργη ομίχλη. Ήταν άραγε κάποιο μέτρο προστασίας ή κάποια δήλωση από τους κατοίκους γύρω μου; Γιατί αν ήταν, τότε ήταν εντελώς αφιλόξενοι απέναντι μου τη στιγμή που παρά τη θέλησή μου βρισκόμουν στον περίεργο τόπο τους για να τους βοηθήσω. Αν είναι δυνατόν, σκέφτηκα και τότε ο Απόλλωνας έλυσε την απορία μου διαψεύδοντας τις σκέψεις μου.
«Η ομίχλη δεν είναι υπέροχη; Δική μου ιδέα για να σε κρύψω όσο περισσότερο μπορώ» είπε χαρούμενος και χαμογέλασα και εγώ ενοχικά. Ίσως να μην ήταν αφιλόξενοι τελικά.
«Είναι τόσο περίεργο να βρίσκομαι εγώ σ΄ αυτή τη θέση και όχι εσύ. Είναι δύσκολο για τον μαθητή να διδάξει τον δάσκαλο, αλλά θα προσπαθήσω να σε βοηθήσω όσο μπορώ. Θα ξεκινήσουμε με τον αέρα, το πρώτο από τα τέσσερα στοιχεία που ελέγχω. Η κύρια δύναμή μου είναι το νερό, η γη, η φωτιά και ο αέρας. Η δευτερεύουσα δύναμή μου έχει να κάνει με το δεσμό μας, μα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο σ’ εσένα και δεν την έχω ακριβώς κατανοήσει ακόμη, οπότε εκεί δεν μπορώ να βοηθήσω ιδιαίτερα. Το άλλο μου πλεονέκτημα είναι οι πιο ισχυρές αισθήσεις μου, πράγμα που μοιραζόμαστε όλοι όσοι έχουμε γονίδια από την Άλλη Γη».
 «Η αλήθεια είναι ότι όντως έχω καλύτερη όσφρηση, όραση και ακοή, στοιχεία που δυναμώνουν συνεχώς από τότε που ήρθα εδώ» παραδέχτηκα παρατηρώντας και η ίδια για πρώτη φορά τις αλλαγές που συνέβαιναν στο σώμα μου.
«Όλα θα δυναμώσουν. Βιολέτα, άκου με προσεκτικά. Είσαι πάρα πολύ ισχυρή, δεν καταλαβαίνεις καν πόσο. Από όσο ξέρω, έχουν περάσει πολλά χρόνια από την τελευταία φορά που γεννήθηκε κάποιος με την ικανότητα να δαμάζει και τα τέσσερα στοιχεία. Φαντάσου πόσο πιο δυνατή είσαι εσύ» είπε και με κοίταξε με λατρεία, τη στιγμή που εγώ ένιωθα τρόμο για τον ίδιο μου τον εαυτό.
 «Όταν ήρθα στην Άλλη Γη, άρχισα να έχω κάποια οράματα» παραδέχτηκα διστακτικά. «Άρχισα να θυμάμαι σκηνές στις οποίες χρησιμοποιούσα τις δυνάμεις μου, το νερό, τον αέρα και τη θεραπεία. Μα δεν καταλαβαίνω πολλά πράγματα, νιώθω κάπως αποκομμένη από τις αναμνήσεις».
 «Υπάρχουν και άλλα. Έχεις όλες τις κύριες δυνάμεις που υπήρξαν ποτέ. Και τώρα θα μπορέσεις να αποκτήσεις πρόσβαση στις δευτερεύουσες δυνάμεις σου. Και θα τα καταφέρεις εξίσου καλά, είμαι σίγουρος. Μόνο με τη φωτιά είχες πάντα προβλήματα» είπε και χαμογέλασε.
 «Άρα, είμαι πιο δυνατή από τον μπαμπά».
«Είσαι η πιο δυνατή».
«Ο Βύρωνας μου είπε ψέματα» του είπα και τον είδα να τσιτώνεται στο άκουσμα του ονόματος. Τα χέρια του σχημάτισαν γροθιές και μια φλέβα άρχισε να φαίνεται στο κούτελό του.
«Τι ακριβώς σου είπε;» ρώτησε καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια να παραμείνει όσο το δυνατόν πιο ψύχραιμος και ανέκφραστος.
«Μου είπε πως ο πατέρας μου κατάφερε να γεφυρώσει το χάσμα στους δύο κόσμους με τις μοναδικές του δυνάμεις και, επειδή εγκατέλειψε το θρόνο του, είναι καταραμένος. Το τελευταίο είναι αλήθεια βέβαια».
«Δεν είναι εντελώς ψέματα αυτά που είπε. Γεφύρωσε το χάσμα, αλλά υπήρχαν και άλλοι πριν από τον πατέρα σου που έκαναν το ίδιο. Μυστικά βέβαια. Όσοι επιλέγουν να μείνουν στη Γη, πρέπει ανά τακτά χρονικά διαστήματα να επιστρέφουν, αλλιώς οι δυνάμεις τους γίνονται σχεδόν ανυπόφορες. Πολλοί πεθαίνουν και οι δυνάμεις δεν επιστρέφουν εδώ. Απλώς χάνονται. Γι’ αυτό δεν επιτρέπεται κανείς να φύγει, γι’ αυτό όσοι το κάνουν φτιάχνουν μυστικά περάσματα. Ο πατέρας σου ήταν ο μόνος που το έκανε φανερά και τα πράγματα κύλησαν πολύ πιο ομαλά από όσο πίστευαν. Είχε θέσει απλούς κανόνες και όλοι τους σέβονταν. Έπειτα, γνώρισε τη μαμά σου και λίγο καιρό μετά διαδόθηκαν τα νέα: ο βασιλιάς περίμενε τον διάδοχό του. Μα πριν ακόμη γεννηθείς, άρχισαν να σε διεκδικούν πολλές πλευρές. Έπρεπε να σε προστατεύσει, έπρεπε να φύγει οριστικά από την Άλλη Γη. Δεν τον τιμώρησαν επειδή εγκατέλειψε τον θρόνο, αλλά επειδή δε σε έδωσε σε εκείνους.
Παρόλο που σου είπε την αλήθεια σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα, δεν πρέπει να τον εμπιστευτείς ποτέ σου. Δεν είναι αυτός που δείχνει. Βρωμάει από μακριά, και θα καταλάβεις ακριβώς τι σημαίνουν όσα λέω μόλις όλες σου οι δυνάμεις επιστρέψουν. Φτάνουν τώρα οι ερωτήσεις. Προέχει η εκπαίδευσή σου, αλλιώς θα είσαι συνεχώς ευάλωτη».
«Είμαι έτοιμη, όποτε είσαι και εσύ» του είπα.
«Το πρώτο στοιχείο είναι ο αέρας. Είναι ο πιο άυλος από όλα, εξ’ ου και ο πιο υπάκουος στον έλεγχο. Ο αέρας θα σε σώσει ακόμη και αν τα αποθέματα ενέργειάς σου είναι πολύ χαμηλά. Μπορείς να τον χρησιμοποιήσεις με διάφορους τρόπους. Μπορείς να μεταφερθείς όπου θέλεις, όσο μακριά και αν είναι, μπορείς ακόμη να δημιουργήσεις ή και να καταστρέψεις τα πάντα στο πέρασμά σου. Μπορείς βέβαια απλώς να δημιουργήσεις ένα αεράκι αν ζεσταίνεσαι πολύ το καλοκαίρι - ο αέρας δε θα σου πει ποτέ όχι» είπε και χαμογέλασε με κάτι που σκέφτηκε. Έπειτα, σήκωσε τα χέρια του και τα κούνησε κυκλικά δημιουργώντας ανεμοστρόβιλο. Μετά έκλεισε τα μάτια και άρχισε να αιωρείται. Πέρασε από πάνω μου χορεύοντας στον αέρα και, αφού με κλότσησε στον ώμο, άρχισε να πηγαίνει όλο και πιο ψηλά.
 «Συγνώμη, κατά λάθος» φώναξε λίγο πριν περάσει την ομίχλη, αλλά τον έβλεπα που χασκογελούσε. Επίτηδες το είχε κάνει! Κάποια μέρα θα έπαιρνα το αίμα μου πίσω, υποσχέθηκα στον εαυτό μου.
Αφού έλεγξε τι γινόταν έξω από το σπίτι, γύρισε πίσω στο έδαφος και κατάλαβα πως είχε έρθει η σειρά μου. Πήρα μια βαθιά ανάσα και διέταξα τα χέρια μου να σταματήσουν να τρέμουν. Ο Απόλλωνας τότε, στάθηκε από πίσω μου και τύλιξε τα χέρια του γύρω από τα δικά μου. Οι παλάμες μας ενώθηκαν και ένιωσα ένα κύμα ηλεκτρισμού να διαπερνάει το κορμί μου. Πήρα άλλη μια βαθιά ανάσα για να ηρεμήσω και ήμουν έτοιμη να ξεκινήσω.
«Κλείσε τα μάτια σου» μου είπε. Εύκολο να το λες, σκέφτηκα εγώ αμέσως.
«Νιώσε τον αέρα γύρω σου. Σου ανακατεύει τα μαλλιά, σου φέρνει εκπλήξεις από άλλους τόπους. Φαντάσου πως ο αέρας είναι τόσο συμπαγής που θα μπορούσες να καθίσεις πάνω του, όπως κάθεσαι σε μια πολυθρόνα. Αν τον εμπιστευτείς, ο αέρας θα σε πάει όπου του ζητήσεις. Άφησε τον να σε σηκώσει από το έδαφος» είπε, μα εγώ δεν ένιωθα τίποτα. Στην αρχή νόμιζα πως τρελάθηκε, μα στη συνέχεια άρχισα να με αμφισβητώ. Ίσως δεν ήμουν πια τόσο δυνατή όσο νόμιζε. Όμως μετά από λίγο ο Απόλλωνας με χειροκρότησε και σφύριξε γεμάτος χαρά. Μόνο τότε άνοιξα τα μάτια μου και συνειδητοποίησα πως τα πόδια μου δεν ακουμπούσαν στο έδαφος. Βρισκόμουν περίπου ένα μέτρο πιο ψηλά απ’ ό,τι συνήθως και ο ενθουσιασμός μου ήταν έκδηλος, για περίπου πέντε δευτερόλεπτα, διότι μετά με κατέκλυσε η ανησυχία.
«Πώς θα κατέβω;» ρώτησα πανικόβλητη και έπεσα φαρδιά πλατιά στο έδαφος.
«Σου λείπει εξάσκηση, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται μπορείς ακόμη να ελέγχεις τον αέρα. Συγχαρητήρια» είπε ο Απόλλωνας προσπαθώντας να πνίξει ένα γελάκι.
 «Θα φτιάξω εγώ μεσημεριανό. Εσύ μείνε εδώ να εξασκηθείς. Μη δημιουργήσεις ανεμοστρόβιλο! Δε θέλουμε να καταστρέψεις το σπίτι» είπε και απομακρύνθηκε.
Ευτυχώς που έφυγε, σκέφτηκα, καθώς δεν ήθελα καθόλου να με δει να αποτυγχάνω. Εξάλλου, αισθανόμουν ήδη αρκετά ηλίθια που έπρεπε να κλείνω τα μάτια μου και να φαντάζομαι τι ήθελα να κάνω με τον αέρα. Με έκανε να κοκκινίζω συνεχώς από ντροπή και να καθυστερώ πολύ σε ό,τι και αν προσπαθούσα.
Όμως, όσο η ώρα περνούσε, τα πράγματα γίνονταν πιο εύκολα. Το μυαλό μου μπορεί να μη θυμόταν, μα θυμόταν το σώμα μου και ύστερα από λίγο, άρχισα να συνδέω τη διαταγή μου προς το στοιχείο του αέρα με μια απλή κίνηση του σώματος- και ο αέρας υποτασσόταν στις βουλές μου. Αν ήθελα για παράδειγμα να μετακινήσω κάτι, χρησιμοποιούσα το δείκτη του χεριού μου. Αν ήθελα να στριφογυρίσω τον αέρα, χρησιμοποιούσα και τα δύο χέρια σαν να ανακατεύω κάτι. Η αιώρηση τελικά, αποδείχτηκε η κίνηση που μου έβγαινε με μεγαλύτερη φυσικότητα. Απλώς κουνούσα τα χέρια μου από την κοιλιά μου ως τα πλευρά μου και βρισκόμουν μέτρα πάνω από το έδαφος.
Οι ώρες περνούσαν βασανιστικά αργά όσο εγώ δοκίμαζα τις δεξιότητές μου. Αργά το μεσημέρι, ο Απόλλωνας με σταμάτησε για να φάμε μεσημεριανό. Μπήκα στην κουζίνα και αντίκρισα ένα γεμάτο πιάτο με μακαρόνια και κιμά, το οποίο καταβρόχθισα με λαιμαργία.
 «Έφαγα πολύ» παραπονέθηκα και χάιδεψα την κοιλιά μου.
«Καλά να πάθεις μικρή. Ποιος σου είπε να φας τόσο;»
«Εσύ έφτιαξες μακαρόνια με κιμά. Ξέρεις πόσο μου αρέσουν» αντιγύρισα.
«Πήγαινε να συνεχίσεις και άσε την γκρίνια» μου είπε με σοβαρό τόνο και ήξερα πως το διάλειμμα είχε τελειώσει.
 Βγήκα έξω και αμέσως αιωρήθηκα. Άρχισα να πηγαίνω όλο και πιο ψηλά, παρατηρώντας την ομίχλη. Φαινόταν να μετακινείται κάθε φορά που πήγαινα να πλησιάσω στο τέλος της. Όσο και αν προσπαθούσα, ήταν αδιαπέραστη. Ήθελα τόσο πολύ να δω τι γινόταν έξω από το σπίτι, πως έμοιαζε τούτος ο κόσμος που φάνταζε τόσο περίεργος στα μάτια μου.
Όταν σκοτείνιασε εντελώς, μπήκα μέσα εξουθενωμένη. Έκανα ένα γρήγορο ντους με καυτό νερό και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Έκλεισα τα μάτια μου και πήρα τρεις βαθιές ανάσες.
«Σε παρακαλώ, χρειάζομαι άλλο ένα όραμα, άλλο ένα σημάδι που θα με βοηθήσει να κάνω το σωστό» ψιθύρισα πιο πολύ στον εαυτό μου και έπειτα σκεπάστηκα και άφησα τον ύπνο να με τυλίξει. Όμως, λίγο αφότου κοιμήθηκα, ένα όνειρο ήρθε και διατάραξε τον ήρεμο ύπνο μου.
Μπροστά μου στεκόταν η Ηλέκτρα και η μαμά. Με κοιτούσαν με ανέκφραστα πρόσωπα και σφιγμένα σώματα. Κοίταξα πίσω μου και αντίκρισα ένα πηχτό σκοτάδι. Εκείνες άρχισαν να περπατούν προς τα εκεί και τίποτα δεν μπορούσε να τις σταματήσει.
«Περιμένετε» φώναξα και εκείνες με κοίταξαν με μίσος.
«Περιμέναμε. Γι’ αυτό τώρα πηγαίνουμε εκεί» είπε η Ηλέκτρα και βούτηξε στο κενό. Ξύπνησα απότομα και προσπάθησα να πάρω ανάσα. Η καρδιά μου χτυπούσε πολύ γρήγορα και η αναπνοή μου έβγαινε με δυσκολία. Τι ήταν αυτό;
Ήταν προειδοποίηση, μου απάντησε το υποσυνείδητό μου και τότε κατάλαβα για ποιο λόγο είχα δει το όνειρο. Είχε έρθει η ώρα να πω αντίο για να τις προστατεύσω. Δε μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο από την Άλλη Γη, παρά μόνο να φροντίσω να μείνουν μακριά μου, για το καλό τους.
Με τα δάχτυλά μου ψηλάφισα το γραφείο μέχρι που ένιωσα το τηλέφωνό μου. Το έσφιξα στην παλάμη μου, αλλά περίμενα λίγο πριν βρω το θάρρος να το σηκώσω. Κοίταξα την οθόνη αμέτρητες φορές μέχρι τελικά να πατήσω το κουμπί της κλήσης. Περίμενα μερικά δευτερόλεπτα και τελικά η φωνή της ακούστηκε από την άλλη άκρη της γραμμής φέρνοντάς μου δάκρυα στα μάτια.
«Ναι;» ακούστηκε ξανά η φωνή της. Πήρα μια βαθιά ανάσα και σκούπισα τα δάκρυα μου.
«Ηλέκτρα, εγώ είμαι, η Βιολέτα».
«Ποια Βιολέτα; Δεν ξέρω καμία κοπέλα που να ονομάζεται έτσι» την άκουσα να λέει και προς στιγμή αγχώθηκα πάρα πολύ. Μου πέρασε από το μυαλό η σκέψη ότι η ανάμνηση της ύπαρξής μου στη Γη εξαφανίστηκε με εμένα την ίδια και μόνο στη σκέψη η καρδιά μου μάτωσε. Μα γρήγορα συνήλθα και μίλησα με τον πιο σοβαρό τόνο που είχα.
«Κόψε την πλάκα, σε παρακαλώ. Ξέρεις ότι είμαι η Βιολέτα, η φίλη σου που έχεις να τη δεις από τα γενέθλια σου».
«Και ποιος φταίει; Αχ, όχι! Καρφώθηκα. Εσύ με έκανες να καρφωθώ με το σούπερ σοβαρό ύφος σου, που ξέρεις πως δε μου αρέσει. Έχω δικαίωμα να κρατήσω μούτρα, εντάξει; Έχεις να με πάρεις τηλέφωνο τόσες μέρες, είσαι εξαφανισμένη και ανησύχησα. Πού είσαι;»
«Τι μέρα είναι;» ρώτησα χωρίς να απαντήσω σε καμία από τις ερωτήσεις της.
«Λείπεις μια ολόκληρη βδομάδα. Το καλό που σου θέλω αύριο να είσαι πίσω, δεν έχω σκοπό να βαριέμαι στο σχολείο, επειδή με άφησες μόνη μου» μου είπε και τα λόγια που ξεστόμισα μετά ήξερα πως θα της ράγιζαν την καρδιά, όμως έπρεπε να ειπωθούν, όσο δύσκολο και αν μου ήταν.
«Ηλέκτρα, ο λόγος που σε πήρα είναι για να πω αντίο. Δε θα γυρίσω στο σχολείο αύριο, ούτε την επόμενη βδομάδα, ούτε καν τον επόμενο μήνα. Βρίσκομαι σε μια ιδιωτική κλινική στην Ελβετία με ένα σπάνιο μικρόβιο» ξεφούρνισα μην πιστεύοντας τις ίδιες μου τις δικαιολογίες.
«Δεν ξέρω πόσο καιρό θα μείνω εδώ και δεν έχω πρόσβαση σε τηλέφωνο συχνά. Απλώς θέλω να σου πω πως σε αγαπάω πάρα πολύ και θέλω να προσέχεις τον εαυτό σου και να μη αγχώνεσαι για εμένα. Είμαι πολύ δυνατή και θα τα καταφέρω. Απλώς πρέπει να μείνεις μακριά μου για λίγο καιρό» ολοκλήρωσα με κόπο.
 «Βιολέτα μην κλείσεις το τηλέφωνο που να πάρει. Θα έρθω και εγώ. Θα είμαι δίπλα σου» είπε, όπως ακριβώς περίμενα.
«Δε θέλω να έρθεις. Δε θέλω να με πλησιάσεις, θέλω μόνο να είσαι ασφαλής, υγιής και χαρούμενη, ακόμη και αν αυτό σημαίνει πως θα είσαι μακριά μου. Αντίο Ηλέκτρα» είπα και το έκλεισα. Λίγα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά μου όσο εγώ κοιτούσα τον τοίχο με κενή έκφραση. Το κενό που ένιωθα στο στήθος μου μεγάλωνε ολοένα και τα δάκρυα κυλούσαν σιωπηλά. Εγώ τα άφησα να κυλούν, χωρίς να τα σκουπίζω, ακούγοντας το κινητό μου να χτυπάει ξανά και ξανά. Όμως δε θα το σήκωνα. Έπρεπε να την αφήσω να φύγει, το ήξερα, αλλά γιατί έπρεπε να πονάει τόσο πολύ;
Η ώρα περνούσε αργά, όμως έπρεπε επιτέλους να το πάρω απόφαση να κάνω το δεύτερο τηλεφώνημα που έπρεπε να γίνει. Πληκτρολόγησα το νούμερο της μαμάς μου και περίμενα να το σηκώσει. Μόλις άκουσα την αναπνοή της, πριν καν μιλήσει, άρχισα να μιλάω. Ήταν πιο εύκολο έτσι, διότι αν άκουγα τη φωνή της, θα καταλάβαινα ακριβώς πόσο μου έλειπε, και δεν ήμουν έτοιμη.
«Μαμάκα μου, εγώ είμαι. Είμαι καλά, εντάξει; Αν ρωτήσει κανείς είμαι σε κλινική στην Ελβετία με άγνωστο μικρόβιο. Μη γυρίσεις στο σπίτι, σε παρακαλώ. Πήγαινε στη γιαγιά, ή καλύτερα πάρε τη γιαγιά και φύγετε. Μην αποκαλύψεις σε κανέναν που θα πάτε, τουλάχιστον όχι μέχρι να γυρίσω. Δεν ξέρω πότε θα γίνει. Σε αγαπάω πολύ, μην το ξεχνάς».
«Βιολέτα, εγώ σε αγαπάω πιο πολύ» την άκουσα και έκλεισα απότομα το τηλέφωνο. Απενεργοποίησα τη συσκευή και βυθίστηκα στη θλίψη.
Ήμουν στον πλανήτη Γη δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια και τα άτομα που έπρεπε να πω αντίο ήταν δύο, η μαμά μου και η φίλη μου. Δεν είχα κανέναν άλλο. Κανείς δε θα έκλαιγε αν δε γυρνούσα. Κανείς δε θα έψαχνε, κανείς δε θα καταλάβαινε την απουσία μου, παραδέχτηκα στον εαυτό μου και με αυτές τις οδυνηρές σκέψεις με πήρε ο ύπνος.
Απόλλωνας
Εκείνη τη νύχτα, δεν κοιμήθηκα καθόλου. Καθόμουν στο προσκέφαλό της προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου πως δεν ήμουν άχρηστος. Έτρεμε ανεξέλεγκτα και δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσα να κάνω, τίποτα εκτός από το να την κοιτάω και να προσπαθώ να την κρατήσω κοιμισμένη. Το τρέμουλο φανέρωνε δυνάμεις που έρχονταν στην επιφάνεια. Όμως δυνάμεις είχε από τότε που την ήξερα. Το τρέμουλο δεν ήταν φυσιολογικό στην ηλικία της. Εκτός, και αν εμφάνιζε νέες δυνάμεις, δυνάμεις που δεν είχε παλαιότερα. Ευχόμουν να είχαν απλώς ατονήσει με τα χρόνια και να επανεμφανίζονταν. Γιατί αλλιώς, οι νέες δυνάμεις θα σηματοδοτούσαν μια νέα εποχή, πολύ πιο επικίνδυνη, καθώς κατείχε ήδη όλες τις υπάρχουσες γνωστές δυνάμεις. Σύντομα, όλοι θα την κυνηγούσαν ξανά, και η ομίχλη δε θα μας έσωζε.
Το καλό ήταν πως είχε ήδη κάνει το πρώτο βήμα με τον αέρα. Όμως, με τα στοιχεία ήταν εύκολα τα πράγματα. Την είχα καθοδηγήσει εξάλλου όσο μπορούσα καλύτερα. Τι θα έκανε όμως με τις άλλες δυνάμεις, εκείνες που δεν είχα εγώ; Τότε, θα έπρεπε να ανακαλύψει μόνη της τι άλλο μπορούσε να κάνει και να το ελέγξει σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Δεν μπορούσα να την αφήσω μόνη της. Θα έβρισκα ένα τρόπο να τη βοηθήσω.



Έλενα Παπαδοπούλου