Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

14.10.19

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 9)

Βιολέτα
Άνοιξα τα μάτια μου ενοχλημένη από το δυνατό φως του ηλίου που έμπαινε από το παράθυρο. Μάλλον είχα ξεχάσει να κλείσω το παντζούρι και αυτό μου είχε κοστίσει αρκετές ώρες ύπνου, αφού το ρολόι έδειχνε μόλις επτά. Σηκώθηκα με κόπο από το κρεβάτι και σύρθηκα μέχρι το μπάνιο. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και με τρόμο συνειδητοποίησα πως έδειχνα… τόσο απαίσια όσο αισθανόμουν. Τα μαλλιά μου ήταν άτονα και ξηρά, ενώ τα μάτια μου ήταν κόκκινα με έντονους μαύρους κύκλους κάτω από αυτά. Το δέρμα μου είχε αρχίσει να ξεραίνεται και να δείχνει ακόμη πιο χλωμό απ’ ό,τι συνήθως. Αφαίρεσα τα ρούχα μου με γρήγορες κινήσεις και, αφού άνοιξα τη βρύση, στάθηκα κάτω από το καυτό νερό και έκλεισα τα μάτια μου για λίγα δευτερόλεπτα. Έπειτα πλύθηκα και σκουπίστηκα. Ξανακοίταξα τον εαυτό μου και παραδέχτηκα πως υπήρχαν σημάδια βελτίωσης.
Φόρεσα ένα ζευγάρι φόρμες και έπιασα τα μαλλιά μου μια αλογοουρά. Έβαλα κρέμα στο πρόσωπό μου και κάλυψα τους μαύρους κύκλους όσο καλύτερα μπορούσα πριν κατέβω κάτω για να πιω καφέ. Και μόνο η σκέψη πως ο Απόλλωνας ίσως με έβλεπε όπως ήμουν το πρωί, με έκανε να ντρέπομαι ακόμη περισσότερο για την κατάστασή μου. Κατέβηκα τις σκάλες σχεδόν τρέχοντας και βρήκα δυο αχνιστές κούπες καφέ ακουμπισμένες στο τραπέζι.
 «Καλημέρα ηλιαχτίδα» είπε κεφάτα μόλις με είδε. Πού έβρισκε την ενέργεια και το κέφι; Χωρίς να μπω καν στον κόπο να απαντήσω, κούνησα το χέρι μου και σωριάστηκα στη μια καρέκλα, αρπάζοντας την κούπα με τον καφέ λαίμαργα.
 «Δεν έχεις και πολλά κέφια σήμερα, έτσι;» ρώτησε γελώντας αντί να προσβληθεί που τον είχα αγνοήσει επιδεικτικά.
«Είμαι ένα μάτσο χάλια. Νιώθω εξαντλημένη».
«Έτσι πιστεύεις εσύ. Στην πραγματικότητα, δείχνεις υπέροχη, όπως πάντα άλλωστε» μου είπε γλυκά.
 «Φλερτάρουμε μήπως, Απόλλωνα;» τον ρώτησα παιχνιδιάρικα.
«Ίσως λίγο μόνο. Πώς τα πάω;» με ρώτησε και δεν μπόρεσα να συγκρατήσω ένα τεράστιο χαμόγελο, όταν του απάντησα πως τα πήγαινε υπέροχα. Συνεχίσαμε να πίνουμε καφέ και να τρώμε ψωμί στη σιωπή, μα αισθανόμουν ήδη καλύτερα από το πρωί. Ωστόσο, τα μέλη μου ήταν ακόμη αρκετά πιασμένα και έτσι όταν τον άκουσα να μου λέει να σηκωθώ, μια έκφραση απογοήτευσης χαράχτηκε στο πρόσωπό μου.
 «Βιολέτα, άντε, σήκω τώρα. Έχουμε πολύ δουλειά».
«Μα δεν τελείωσα ακόμη τον καφέ μου» γκρίνιαξα μήπως και τον μετέπειθα.
«Δε θέλω γκρίνιες» είπε τελεσίδικα και δεν είχα άλλη επιλογή. Σηκώθηκα και τον ακολούθησα μέχρι την πίσω αυλή του σπιτιού.
Όπως ακριβώς είχε κάνει την προηγούμενη μέρα, ξεκίνησε δείχνοντάς μου τι μπορώ να κάνω με το στοιχείο της γης. Ίσιωσε τους ώμους του, ξερόβηξε και έπειτα κούνησε με μια αβίαστη κίνηση τα χέρια του κυκλικά μια φορά. Η γη τον υπάκουσε αμέσως και διαλύθηκε σε μικρούς κόκκους πριν ξαναενωθεί δημιουργώντας το σχήμα που της είχε ζητήσει. Μια χωμάτινη πολυθρόνα δημιουργήθηκε μπροστά μου και ο Απόλλωνας μου προσέφερε τη θέση με μια μικρή υπόκλιση και ένα γελάκι. Κάθισα επιφυλακτικά από φόβο μην την εξαφανίσει και βρεθώ στο πάτωμα, μα εκείνος συνέχισε να μου δείχνει τις μοναδικές ικανότητέτος του - ικανότητές μας για την ακρίβεια.
Με κοίταξε και έπειτα άρχισε να ταρακουνάει τη γη. Οι δονήσεις άρχισαν να δυναμώνουν και ένας σεισμός ταρακούνησε τη γη γύρω μας. Μα δεν ήταν σαν τους κανονικούς σεισμούς- είχε πολύ μικρή διάμετρο.
«Από την έκφρασή σου βλέπω ότι κατάλαβες τι έκανα. Ο σεισμός δε χρειάζεται να ταρακουνήσει όλη τη γη, ούτε να τη βλάψει. Μπορείς να ελέγξεις με απόλυτη ακρίβεια ποιος θα πληγεί, ακόμη και αν το θύμα σου κάθεται σε μια πολυθρόνα, σε ένα τόσο δα κομμάτι γης. Δε χρειάζεται να βλάψεις πολλούς, μόνο έναν, τον στόχο σου» είπε και συνέχισε την επίδειξη.
Άνοιξε τα πόδια του για να έχει καλύτερη ισορροπία και τέντωσε τα χέρια του στο πλάι. Έκανε μια μικρή ρωγμή στη γη και στη συνέχεια, ελεγχόμενα και σταδιακά, άρχισε να δημιουργεί ένα άνοιγμα. Μου έδειχνε πως έπρεπε να γίνει, για να μην είναι επικίνδυνο. Σε αντίθεση με εμένα, που όχι μόνο χώρισα τη γη στα δύο, αλλά κατέληξα να πέφτω μέσα στο ρήγμα, ο Απόλλωνας με μια κίνηση τα σταμάτησε όλα και τα επανέφερε στην αρχική τους θέση.
Σηκώθηκα από την πολυθρόνα και εκείνη έγινε ξανά χώμα και χάθηκε. Στάθηκα όρθια και περίμενα να με βοηθήσει να ξεκινήσω, μα δεν το έκανε. Άνοιξα το στόμα μου να ρωτήσω, μα το έκλεισα αμέσως. Κάτι προσπαθούσε να κάνει με τη γη, δεν είχε τελειώσει ακόμη. Περίμενα υπομονετικά, μα καμία εξήγηση δεν ήρθε και όσο περνούσε η ώρα χωρίς να γίνεται τίποτα, τον έβλεπα όλο και πιο απογοητευμένο. Οι ώμοι του είχαν καμπουριάσει και το βλέμμα του ήταν σκοτεινό. Ακούμπησα το χέρι μου στην πλάτη του και τον χάιδεψα παρηγορητικά. Ο Απόλλωνας πήρε μια βαθιά ανάσα και με κοίταξε.
«Για να σου λύσω την απορία, υπάρχει κάτι ακόμη που μπορείς να κάνεις. Η γη και το νερό διαθέτουν δύο μοναδικές προεκτάσεις που λέγονται ανώτερες δυνάμεις. Με το νερό μπορείς να θεραπεύσεις, ενώ με τη γη να δεις. Η γη δέχεται εκατομμύρια δονήσεις κάθε λεπτό, επειδή στεκόμαστε, περπατάμε και τρέχουμε πάνω της. Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του δόνηση και όσο περισσότερο ψάχνεις να τον βρεις, οι δονήσεις του αποκτούν σχήμα και τρισδιάστατη μορφή. Μπορείς να δεις τα πάντα χωρίς να χρησιμοποιείς την όρασή σου, μόνο με τη γη ως σύμμαχο. Αυτά ήταν τα καλά νέα, ας πούμε. Τα κακά νέα είναι πως δε διαθέτω πια αυτές τις δυνάμεις, καμία από τις ανώτερες, σαν μέρος της τιμωρίας μου. Πρέπει μόνη σου να προσπαθήσεις να βρεις ένα τρόπο να τις ελέγξεις. Να μιλήσεις μαζί τους, να τις αφήσεις να πάρουν ξανά μια θέση στην καθημερινότητά σου, να τις εμπιστευτείς όπως πρώτα. Ήταν κλειδωμένες για πολύ καιρό, μα ξέρω πως πλέον ήρθε η ώρα να αφεθούν ελεύθερες» είπε και μου έκλεισε το μάτι. Έπειτα, αντί να έρθει κοντά μου, κατευθύνθηκε προς το σπίτι.
«Περίμενε, μην πας μέσα. Εχθές τα κατάφερα χάρη σ’ εσένα».
«Βιολέτα, δεν τα κατάφερες εξαιτίας μου. Μπορείς να το κάνεις, όπως το έκανες από πάντα. Δε με χρειάζεσαι, απλώς θυμήσου τα οράματα» είπε και έφυγε.
«Μη με αφήνεις μόνη μου» είπα στο κενό και κάθισα κάτω κρύβοντας το πρόσωπό μου με τις παλάμες μου. Γιατί έπρεπε να μου φαίνονται όλα τόσο δύσκολα;
Κάθισα στη γη, πήρα τρεις βαθιές ανάσες και πείσμωσα. Εφόσον ο Απόλλωνας πίστευε σ’ εμένα, γιατί να μην έκανα και εγώ το ίδιο; Θα καθόμουν εκεί, κοντά στο χώμα, να προσπαθώ και θα τα κατάφερνα. Χρειαζόμουν μονάχα επιμονή και πίστη.
Απόλλωνας
Μπήκα μέσα και ανέβηκα τρέχοντας τις σκάλες πηδώντας τα σκαλιά δύο δύο. Μπορεί να είχα πολύ χρόνο για ψάξιμο, αλλά ήταν σίγουρο πως ό,τι έψαχνα θα ήταν καλά κρυμμένο και δεν ήθελα να της δώσω ελπίδες προτού το βρω. Η ανάμνηση ήταν ξεχασμένη από καιρό, αλλά η παρουσία της Βιολέτας και πολλές προσπάθειες με έκαναν να θυμηθώ μερικές λεπτομέρειες. Υπήρχε ένα βιβλίο, ένα παλιό χοντρό βιβλίο με ξεφτισμένο εξώφυλλο. Θυμόμουν τον μπαμπά της να το χρησιμοποιεί ως αποδεικτικό στοιχείο και ως παράδειγμα σε διάφορα θέματα. Το κρατούσε πάντοτε κοντά του και το φυλούσε στο γραφείο του. Ήλπιζα να μην είχε αλλάξει την κρυψώνα του στο νέο σπίτι. Περπάτησα με μεγάλες δρασκελιές μέχρι το τέλος του διαδρόμου και άνοιξα ανυπόμονα την πόρτα. Ψηλάφισα τον τοίχο, μέχρι που βρήκα τον διακόπτη, και άνοιξα το φως. Αυτό που αντίκρισα ήταν μια μάλλον δυσάρεστη έκπληξη.
Όλοι οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με ράφια φορτωμένα από το βάρος των βιβλίων. Βιβλία με καφέ εξώφυλλα, παλιά, φθαρμένα, χοντρά. Είχε εκατοντάδες πανομοιότυπα βιβλία και δεν υπήρχε κανένας τρόπος να ξεχωρίσω το κανονικό. Διάολε, το πιθανότερο ήταν πως το βιβλίο δεν ήταν καν στο γραφείο. Έπρεπε όμως τουλάχιστον να προσπαθήσω, για τη Βιολέτα. Μπήκα μέσα και έκλεισα πίσω μου την πόρτα. Κάθισα στο γραφείο και ξεκίνησα το ψάξιμο. Δεκάδες βιβλία μετά, και η στοίβα παρέμενε ατελείωτη. Δε θα προλάβαινα. Δε θα το έβρισκα!
Βιολέτα
Έμεναν μερικά λεπτά μέχρι να νυχτώσει. Τα πόδια μου με πέθαιναν από την ορθοστασία και τα χέρια μου είχαν μουδιάσει, αλλά ήμουν τόσο χαρούμενη. Τα είχα καταφέρει, είχα κάνει τη γη φίλη μου και πλέον συνομιλούσαμε με μια κατάδική μας γλώσσα. Αρκούσε να ενώσω τις παλάμες και έπειτα να τις χωρίσω και η γη υπάκουε στα χέρια μου. Ό,τι και αν σκεφτόμουν, εκείνη το ήξερε και με λίγο χώμα και μαγεία το αναπαριστούσε στην εντέλεια μπροστά στα μάτια μου με μια ανεπαίσθητη κίνηση, τόσο γρήγορη που μόνο το εξασκημένο μάτι μπορούσε να την ανιχνεύσει.
«Καλή μου γη, δεν έχω καταλάβει πως ακριβώς θα με βοηθήσεις να δω, αλλά πιστεύω στη φιλία μας. Σε παρακαλώ, βοήθησε με και εσύ λίγο παραπάνω» ψιθύρισα και κάθισα στη γη. Έμεναν λίγα ακόμη λεπτά μέχρι το ηλιοβασίλεμα και έπρεπε να βιαστώ. Έκλεισα τα μάτια μου και πήρα μια βαθιά αναπνοή. Έφερα στο μυαλό μου εικόνες ανθρώπων που περπατούν ή τρέχουν. Τους φαντάστηκα σαν σκιές, μαύρες, άυλες, μα με διακριτό σχήμα. Η γη, με κάθε τους κίνηση, έστελνε κύματα. Συνέχισα να προσπαθώ μέχρι που τελικά ένιωσα κάτι, μια μικρή μα σταθερή δόνηση. Η κάθε δόνηση διαδεχόταν την άλλη με σταθερή χρονική απόκλιση, μα είχαν μια μικρή διαφορά. Ήταν βήματα κατάλαβα και άνοιξα τα μάτια μου για να αντικρύσω τον Απόλλωνα μπροστά μου. Ωχ όχι, είχε σκοτεινιάσει. Πόση ώρα προσπαθούσα;
 «Πάμε μέσα. Σου είπα πως άμα σκοτεινιάζει πρέπει να σταματάς την εξάσκηση» μου είπε ανήσυχα.
«Συγνώμη, ξεχάστηκα τελείως και έχασα την αίσθηση του χρόνου» είπα ντροπιασμένη.
«Δεν πειράζει, εξάλλου δεν κάθισες πάνω από πέντε λεπτά μετά τα δύση. Όλα καλά. Πάμε μέσα» είπε και με σήκωσε από το έδαφος. Ο άνετος Απόλλωνας είχε επιστρέψει και ένας σιγανός αναστεναγμός ανακούφισης μου ξέφυγε.
Είχαμε φάει ένα πρόχειρο βραδινό και καθόμασταν στον καναπέ. Παρακολουθούσαμε μια ταινία, μια σαχλή ρομαντική κομεντί και βαριόμουν πάρα πολύ. Όλα αυτά μου φαίνονταν τόσο στημένα και επιτηδευμένα που κάποια στιγμή εκνευρισμένη άρπαξα το τηλεχειριστήριο και την έκλεισα στέλνοντας με τον αέρα το τηλεκοντρόλ στο τζάκι, ώστε να μην μπορεί να το πάρει αν δε σηκωθεί. Μόλις το έκανα όμως, μου ήρθε στο μυαλό πόσο μεγάλο λάθος ήταν. Ο Απόλλωνας φρίκαρε εντελώς, πετάχτηκε όρθιος και τσιτώθηκε. Όλοι του οι μύες τέθηκαν σε επιφυλακή και αφουγκράστηκε με προσοχή το δωμάτιο. Αφού σιγουρεύτηκε πως ήταν ασφαλές, γύρισε προς τα εμένα εντελώς νευριασμένος.
 «Μην το ξανακάνεις ποτέ. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείς τις δυνάμεις σου νύχτα, στο έχω πει τόσες φορές» μου φώναξε και μια φλέβα έκανε την εμφάνισή της στο μέτωπό του.
«Γιατί; Δεν καταλαβαίνω τον λόγο που δεν μπορώ να τις χρησιμοποιώ το βράδυ» απάντησα αμυντικά.
«Το βράδυ είναι επικίνδυνα. Μπορούν να σε εντοπίσουν πιο εύκολα, επειδή είσαι ευάλωτη. Σκέψου το, πότε η ομίχλη είναι πιο δυνατή, το πρωί που είμαι ξύπνιος και την τροφοδοτώ ή το βράδυ που κοιμάμαι; Υποσχέσου μου πως δε θα το ξανακάνεις».
«Εντάξει. Το υπόσχομαι» τον διαβεβαίωσα. «Θες να δούμε μια άλλη ταινία;» τον ρώτησα.
«Ναι, σε παρακαλώ» είπε και χαμογέλασε.
«Αφού δε σου άρεσε, για ποιο λόγο δεν έλεγες κάτι τόση ώρα;» τον ρώτησα.
«Νόμιζα άρεσε σ’ εσένα».
«Περάσαμε τόση ώρα παρακολουθώντας αυτό το βασανιστήριο που αποκαλούν ταινία, ενώ δεν άρεσε σε κανέναν από τους δύο. Αν είναι δυνατόν».
«Παλιά σου άρεσαν» είπε και δεν ήξερα τι να πω. Δεν ήξερα ποια ήμουν παλιά, και σίγουρα δεν ήμουν εκείνο το άτομο πια.
«Ακριβώς, παλιά».
«Ξέρω πόσο δύσκολο σου ήταν, δηλαδή φαντάζομαι για να είμαι πιο ακριβής. Είναι λογικό να άλλαξες, μα εγώ δεν ξέρω τη νέα Βιολέτα και θέλω πολύ να τη μάθω. Μα δεν μπορώ να το κάνω, αν δε μου μιλήσεις». Αναστέναξα και ξάπλωσα ακουμπώντας το κεφάλι μου στο στέρνο του.
«Μίλα μου» είπε με σιγανή φωνή και οι λέξεις πετάχτηκαν από το στόμα μου σαν χείμαρρος.
«Πόνεσα πολύ, Απόλλωνα. Όλα ήταν τόσο δύσκολα στην αρχή. Μια μέρα ξύπνησα σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου με καμία μνήμη. Θυμόμουν το όνομά μου και το λιβάδι υποδοχής εδώ, στην Άλλη Γη. Όμως τότε δεν ήξερα τι ήταν. Έπρεπε να ξεκινήσω από την αρχή, τη στιγμή που οι ίδιοι μου οι γονείς αρνούνταν να μιλήσουν για οτιδήποτε πριν το υποτιθέμενο ατύχημα που προκάλεσε την αμνησία.
Έπειτα έπρεπε να μετακομίσουμε σε νέο σπίτι, σε νέα ήπειρο και να προσαρμοστώ σε μια διαφορετική πραγματικότητα. Και όλα πήγαιναν σχεδόν καλά, μα τότε ο μπαμπάς έφυγε. Η μαμά κλείστηκε πολύ στον εαυτό της και αρχίσαμε να προσποιούμαστε πως δεν υπήρχε εξαρχής στις ζωές μας. Και έτσι έπρεπε να βρω κάτι να απασχολώ το μυαλό μου. Προσπάθησα να κάνω αθλήματα και να ενταχθώ σε ομίλους, μα όλοι με λυπόντουσαν και εγώ δεν ήθελα τον οίκτο κανενός. Η Ηλέκτρα ήταν η μόνη που δε με λυπήθηκε ούτε μια στιγμή. Η τρέλα της ήταν απίστευτα αναζωογονητική.
Όσο για τις ταινίες, τις σιχάθηκα, επειδή έχουν πάντα καλό τέλος. Όλα αυτά είναι ψεύτικα. Δεν υπάρχει καλό τέλος. Καταλαβαίνεις; Δεν υπάρχει. Ακόμη και τώρα που φαίνεται πως μπορεί να υπάρξει, δε θα γίνει κάτι τέτοιο. Έχω εσένα και τον μπαμπά, αλλά έχασα τη μαμά και τη φίλη μου. Μπορώ να έχω ένα από τα δύο. Εξαιτίας των δυνάμεών μου και κάποιου που τις θέλει, εγώ μπορώ να έχω ένα γονιό, ένα φίλο. Δε μου αρέσουν οι ταινίες, κατάλαβες;» φώναξα. Ούτε και εγώ δεν ήξερα σε ποιον ή γιατί φώναζα. Πολύ αναστατωμένη, ανέβηκα πάνω τρέχοντας. Ξάπλωσα στο κρεβάτι μου και κουλουριάστηκα αφήνοντας τα δάκρυά μου ελεύθερα. Μα τότε τα αυτιά μου άρχισαν να βουίζουν. Όχι τώρα, σκέφτηκα. Όποια άλλη στιγμή, όμως όχι τώρα, παρακάλεσα μα το όραμα συνεχίστηκε. Τα πάντα καλύφθηκαν με άσπρο και περίμενα ανυπόμονα να ξεκαθαρίσει η εικόνα.
Μόλις αυτό έγινε, ξεκαθάρισε και κατάλαβα αμέσως πού βρισκόμουν. Είχα μεταφερθεί ξανά στο σπίτι μας. Ο μπαμπάς καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας και έγραφε κάτι μανιωδώς σε ένα κομμάτι χαρτί. Μουτζούρωνε και τραβούσε βέλη συνεχώς, μα τελικά κράτησε το χαρτί ψηλά και το κοίταξε με περηφάνια. Πλησίασα, μα όσο και αν προσπάθησα, δεν μπορούσα να διακρίνω το μήνυμά του.
«Όσο δεν ακουστεί το όνομά μου μέσα στο σπίτι, θα είστε ασφαλείς, όσο πιο ασφαλείς γίνεται δηλαδή. Το σπίτι είναι κρυμμένο, δε χρειάζεται να φοβάσαι όσο είστε εδώ. Έτσι, θα σας εξασφαλίσω δύο με τρία χρόνια ακόμη».
«Με τι κόστος όμως;» άκουσα τη μαμά να τον ρωτάει με το παράπονο εμφανές στη φωνή της.
«Γλυκιά μου, δεν υπάρχει άλλος τρόπος, μακάρι να υπήρχε».
«Θα κάνω υπομονή, για τη Βιολέτα. Θα κάνω τα πάντα για να μη χρειαστεί να τους τη δώσω. Μίλησες με τον Ιάκωβο;»
«Ο Ιάκωβος μας βοηθούσε πριν καν μάθουμε εμείς οι ίδιοι τι επρόκειτο να συμβεί. Εκείνος έστειλε τις βιολέτες, εκείνος την έσωσε πρώτα».
«Πώς το ήξερε από πριν; Τα λουλούδια στάλθηκαν ώρες πριν από την τελετή». Ποια τελετή εννοούσε; Ποια λουλούδια, αναρωτήθηκα.
«Ο Ιάκωβος μπορεί να βλέπει αύρες. Είναι μια τεχνική που ανέπτυξε μόνος του συνδυάζοντας τα στοιχεία και το χάρισμά του. Πριν γεννηθεί η Βιολέτα, είδε τα χρώματα που έλουζαν το πνεύμα της, είδε το φωτεινό και ζωηρό βιολετί που ξεχείλιζε από μέσα της. Και έτσι, μαζί με το όνομα, της έδωσε το πρώτο της χάρισμα, την καταπραϋντική δράση, για να μπορεί να βλέπει πέρα από τη δύναμη και να τη χρησιμοποιεί για να βοηθάει όσους την έχουν ανάγκη».
 «Άρα, είμαστε τρία άτομα. Ένας έκπτωτος βασιλιάς που δε θα είναι καν εδώ, μια απλή θνητή και ένας ακόμη άντρας που βλέπει αύρες. Δε φτάνουμε. Δεν μπορούμε να τους αντιμετωπίσουμε μόνοι μας».
«Είμαστε τέσσερεις, ξέχασες τον Απόλλωνα».
«Είναι ακόμη παιδί. Πώς θα μπορούσε να βοηθήσει;»
«Μην τον υποτιμάς, θα τα καταφέρει. Η Βιολέτα θα δει τον Απόλλωνα και θα θυμηθεί το όνομά του. Έπειτα, οι δυνάμεις της θα αρχίσουν να γίνονται ανεξέλεγκτες. Έχουν περάσει ήδη πολλά χρόνια αδράνειας, φαντάσου σε δύο ή τρία χρόνια ακόμη πόσο απελπισμένα θα προσπαθούν να επανέλθουν στην επιφάνεια όλες οι ικανότητες που κοιμούνται. Εξάλλου, στην εφηβεία, οι δυνάμεις της θα αναπτυχθούν και άλλο. Μόλις αυτά γίνουν, πήγαινε τη στο δάσος. Δεν μπορώ να σου πω τίποτε παραπάνω. Από εκεί και πέρα θα είναι μόνη της, όμως νομίζω πως πολλοί θα πιστέψουν σε εκείνη και θα αγωνιστούν μαζί της».
Με αυτά τα λόγια όλα ξεθώριασαν και εγώ βυθίστηκα σε έναν ήσυχο και βαθύ ύπνο χωρίς άλλα όνειρα.
Απόλλωνας
Άλλη μια νύχτα πέρασε χωρίς τίποτα να αλλάξει. Η Βιολέτα έτρεμε ανεξέλεγκτα και εγώ καθόμουν άγρυπνος δίπλα της, κοιτώντας την. Όλο και περισσότερες δυνάμεις εκδηλώνονταν, επιβεβαιώνοντας την προφητεία της γέννησής της, θα γινόταν ισχυρότερη όλων! Όμως ο χρόνος μας πίεζε… Έπρεπε να τις ελέγξει πριν από την αλλαγή των αρχόντων, διότι αλλιώς θα ήταν πολύ αργά. Όχι μόνο για εκείνη και για τον πατέρα της, αλλά και για όλο τον κόσμο. Οι δυνάμεις της στα λάθος χέρια θα έφερναν το τέλος.


Έλενα Παπαδοπούλου