Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

2.10.19

Insomnia (Κεφάλαιο 10)

«Όταν όλα δείχνουν να κινούνται εναντίον σου, θυμήσου ότι το αεροπλάνο απογειώνεται ενάντια στον άνεμο»- Henry Ford

            Πνίγομαι σε ένα ατελείωτο σκοτάδι με τις αισθήσεις μου πιο νεκρές από ποτέ. Το λειτουργικό μου έχει καταρρεύσει και νιώθω σαν ξεχαρβαλωμένο αυτοκίνητο έτοιμο για απόσυρση. Όμως δεν μπορεί η ζωή μου να διαρκέσει τόσο λίγο. Αλλιώς ο δημιουργός μου δε θα έμπαινε καν στον κόπο να με κλέψει από την εταιρεία, στην οποία εργαζόταν. Κάτι θα πρέπει να υπάρχει για μένα. Κάτι που πρέπει να ανακαλυφθεί.
«Γη καλεί Μία». Η γνώριμη φωνή της Τούκα γεμίζει απρόσκλητη τ’ αυτιά μου. Με τραντάζει. «Έλα… Αφού δεν κοιμάσαι. Βαρέθηκα τόσες ώρες μόνη μου. Ο Σότζι μπορεί να γίνει απίστευτα βαρετός, ξέρεις. Έλα, σήκω!»
Με τραβάει από το μπράτσο και με σέρνει κάτω από το νοσοκομειακό κρεβάτι που με έβαλε ο Σότζι. Το μόνο που αισθάνομαι από κει και έπειτα είναι ο γδούπος του κορμιού μου στο πάτωμα και η έξαλλη φωνή του Σότζι. Για κάποιο λόγο καβγαδίζει με την Τούκα που φέρεται σαν μωρό παιδί, κανένας όμως από τους δύο δεν μπαίνει στον κόπο να με σηκώσει. Ενστικτωδώς κουλουριάζομαι κρύβοντας το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατά μου, καθώς το λειτουργικό μου παλεύει να πάρει μπροστά.
Χάνω και βρίσκω τις αισθήσεις σίγουρα για κάμποση ώρα, ώσπου ο Σότζι με συνδέει με μια μπαταρία υπερβολικά υψηλής τάσης, η οποία ψήνει κυριολεκτικά τα συστήματα του εγκεφάλου μου, αλλά μου δίνει την ευκαιρία να σηκωθώ. Ανοίγω τα μάτια μου και τον κοιτάζω.
«Μμμ, αυτό και αν ήταν περίεργο» σχολιάζει τσιμπώντας σκεφτικός το σαγόνι του. «Είσαι ακόμα η Μία εκεί μέσα, ε;» ρωτάει δειλά.
«Ώστε τόσο χάλια;» σαρκάζω πιέζοντας τον εαυτό μου να χαμογελάσει. «Νιώθω σαν να με κλότσησε άλογο» ψιθυρίζω κουνώντας δεξιά και αριστερά το κεφάλι μου, σαν να θέλω να ξεπιαστώ. «Πού είναι αυτή; Αν με ξανατραβήξει, θα την κάνω θρύψαλα».
Λες και η αδρεναλίνη μου ανέβηκε ξαφνικά στο φουλ, τινάζομαι όρθια και περνάω το εξονυχιστικό μου βλέμμα από το δωμάτιο για να βρω την Τούκα. Μορφάζω με την άθλια όρασή μου και τα μηνύματα που αναβοσβήνουν επίμονα μπροστά στα μάτια μου. Ηλίθιο κορίτσι.
«Λοιπόν; Τι νέα έχεις για μένα;» τον ρωτάω παίρνοντας θέση πάνω στο κρεβάτι. Ο Σότζι δαγκώνει νευρικός τα χείλη του.
«Εμ… Είναι ανάλογα πώς θα το πάρεις. Παρ’ όλα αυτά… δε βλέπω κάτι τόσο αρνητικό, ούτε και κάτι υπερβολικά θετικό».
«Που σημαίνει;»
«Ε… να… σίγουρα η μπαταρία σου, με μια μόνο ματιά, έχει βραχυκυκλώσει από τα απανωτά ηλεκτροσόκ που υπέστη όλο τον χρόνο που ο Τόμας σε τιμωρεί, αλλά είμαι σίγουρος πως κάτι θα κάνω για να τη διορθώσω. Δεν ξέρω σε πόσο μεγάλη κλίμακα φυσικά, όμως… τουλάχιστον δε θα σβήσεις. Αυτός δεν είναι έτσι και αλλιώς ο σκοπός μας;»
«Ναι… υποθέτω» μουρμουρίζω ανέκφραστη. Υπάρχει κάτι που με ενοχλεί. Αλλά ό,τι και αν προσφέρει, είναι πολύ καλύτερο από το τίποτα. «Τι προοπτικές έχω;»
«Προς το παρόν, μέχρι να κατασκευάσω μια καινούρια και να επιδιορθώσω αυτή που ήδη έχεις, θα σε συμβούλευα να μείνεις στο σπίτι. Δες το… σαν άδεια από την καθημερινότητά σου. Μην κουράζεις τον εαυτό σου περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Βασικά… θα ήταν καλύτερο να μην κινείσαι καθόλου. Όσο λιγότερη ενέργεια καταναλώνεις, τόσες περισσότερες ελπίδες έχεις να μην καταστραφείς εντελώς». Σέρνει την καρέκλα του ως το γραφείο του και επιστρέφει φέρνοντας μαζί του ένα μικρό ανοξείδωτο κουτί με δύο καλώδια. «Μπορείς να χρησιμοποιήσεις αυτό. Έχε το πάντα φορτισμένο και όταν νομίζεις πως θα καταρρεύσεις σύνδεσέ το στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου. Πρόσθεσα μια θύρα που να ταιριάζει με τα βύσματα των καλωδίων. Ελπίζω να βοηθήσει».
«Και αν όχι; Αν τίποτα απ’ όλα αυτά δεν πάει καλά;» ρωτάω αγχωμένη. Ο Σότζι μου χαμογελάει πονηρά και με χτυπάει καθησυχαστικά στον ώμο.
«Τότε νομίζω… πως μπορώ να φτιάξω άλλη μια Τούκα για σένα. Θα περάσω την κάρτα γραφικών και τις πληροφορίες του λειτουργικού σου στο νέο σώμα και… βουαλά. Μια νέα και ανανεωμένη Μία. Απλά… θα χρειαστεί να απομονωθείς από τον υπόλοιπο κόσμο. Και για λόγους προφύλαξης, μήπως κάτι δεν πάει καλά, αλλά και για τον λόγο ότι όσοι σε ξέρουν θα αρχίσουν να υποψιάζονται για τη νέα εμφάνιση της Μία Γιογκασάκι. Εντάξει;» με ενημερώνει διεξοδικά.
Απελπισμένη πέφτω πίσω στο κρεβάτι και κλείνω τα μάτια μου σφίγγοντας την μπαταρία στο στήθος μου. Κάθε ευκαιρία που μου δίνεται είναι πολύτιμη. Δε νομίζω ότι έχω την πολυτέλεια να απορρίψω καμιά.
Το ολοφώτιστο ναυπηγείο σκοτεινιάζει ξαφνικά με ένα δυνατό κλικ και μπερδεύοντας για κάποιο λόγο τις ρυθμίσεις των συστημάτων. Ακόμα και οι εφεδρικές γεννήτριες παύουν να δίνουν σημεία ζωής. Ένας προειδοποιητικός συναγερμός ξεσπά σ’ ολόκληρη την αποβάθρα, ενώ το σύστημα πυρόσβεσης παίζει τον δικό του ρυθμό.
Τινάζομαι όρθια από τις απανωτές βρισιές και τα άγρια χτυπήματα των δακτύλων του Σότζι πάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή που κοντεύει να το σπάσει. Ίσα που προλαβαίνω να αναπηδήσω στο πλάι, πριν ο Σότζι ξηλώσει το πληκτρολόγιο και το εκσφενδονίσει στον τοίχο πίσω μου μαζί με ένα νέο κύμα βλαστημιών. Παρά τη δυνατή βροχή του αντιπυρικού συστήματος ορμάω προς το μέρος του και του γραπώνω τα χέρια, πριν αρπάξει κάτι άλλο και το καταστρέψει και αυτό.
«Τι… τι συνέβη;» ρωτάω ανήσυχη. Ο Σότζι με σπρώχνει στο πλάι φωνάζοντας σαν δαιμονισμένος.
«Μας παραβίασαν, αυτό συνέβη!» με σπρώχνει από δω και από κει, σαν να είμαι εγώ αυτό που μπαίνει εμπόδιο σε ότι και αν είναι αυτό που ψάχνει να βρει. «Κανείς δεν έχει χακάρει το σύστημα μου. Κανείς!» κουνάει το δάχτυλό του με ζήλο. Μπαίνω μπροστά του.
«Και… κατά πόσο μας επηρεάζει αυτό; Θέλω να πω… υπάρχει περίπτωση να ανακαλύψουν αυτά που κάνετε εδώ;»
«Φυσικά και υπάρχει κίνδυνος. Αυτός που μας παραβίασε μπορεί να δώσει τις πληροφορίες των πειραμάτων στην Ανώτατη Τάξη ή σε ανταγωνιστές και ποιος ξέρει τι θα μας κάνουν έτσι και μας πιάσουν. Το σημαντικότερο όμως είναι να ανακτήσουμε τις πληροφορίες που χάσαμε. Μέσα σ’ αυτές και το πώς να κατασκευάσω την μπαταρία σου. Δε θέλεις να πεθάνεις, έτσι;»
«Εννοείται πως όχι! Μα…»
«Δεν έχει μα! Με ενοχλείς και όσο μπαίνεις στα πόδια μου, με καθυστερείς. Γι’ αυτό στρίβε, πριν σε απενεργοποιήσω όπως την άλλη. Πήγαινε μια βόλτα στις αποβάθρες, ώσπου να καθαρίσουμε εδώ» με αρπάζει από το πουκάμισο της σχολικής μου στολής και με πετάει κυριολεκτικά έξω από το εργαστήριό του. «Θα πω στην Τούκα πως αρνήθηκες να τη συντροφεύσεις στην απομόνωση».
Υπακούω απρόθυμα, υπερβολικά ανήσυχη για το μέλλον μου, ώστε απλά να φύγω έτσι. Όμως δεν μπορώ και να τον βοηθήσω μένοντας εδώ. Δυστυχώς το σύστημά μου δεν έχει ενημερωθεί με τέτοιου είδους πληροφορίες, οπότε μόνο εμπόδιο θα του είμαι. Προσπερνάω με γρήγορες δρασκελιές τους πανικόβλητους επιστήμονες που τρέχουν από δω και από κει κουβαλώντας φακέλους, κούτες γεμάτες ιατρικά εργαλεία, δουλειά μιας ολόκληρη ζωής και πολλά άλλα. Ένας από αυτούς γλιστράει στα νερά που έχουν πλημμυρίσει ολόκληρο το ναυπηγείο. Σπεύδω κοντά του και μαζεύω βιαστικά τα χαρτιά που ποτίζουν αμέσως με νερό. Το βλέμμα μου πέφτει στον φάκελο με τη λέξη απόρρητο. Τον ανοίγω ανακαλύπτοντας μια λίστα με ονόματα παιδιών. Μικρότερα των δέκα ετών. Μου το αρπάζει, πριν μπω στις λεπτομέρειες και με αγριοκοιτάζει, καθώς σφίγγει τον φάκελο στο στήθος του.
Οπισθοχωρώ προβληματισμένη και βγαίνω έξω στην κρύα και παγωμένη νύχτα του Δεκέμβρη. Οι πληρωμένοι πειρατές με εξετάζουν προσεχτικά, παρόλα αυτά δε με πλησιάζουν. Στέκονται αγέρωχοι στα πόστα τους μιλώντας κάθε τόσο στους ασυρμάτους τους.
«Μην απομακρυνθείς» μου λέει ένας. «Μείνε κάπου που να σε βλέπω».
«Παιδί είμαι; Πας καλά;» γρυλίζω προχωρώντας άκεφα προς τις αποβάθρες.
Καθώς το κάνω, αφήνω τα μάτια μου να απορροφήσουν ό,τι μπορούν από τον σκούρο γκρι ουρανό. Θα χιονίσει σύντομα μάλλον. Δαγκώνω τα χείλη μου αναστατωμένη. Έχασα μια ολόκληρη μέρα πάλι. Όταν κατέρρευσα στο γραφείο του Σότζι ήταν λίγο πριν το μεσημέρι, ενώ τώρα… κοντεύει μεσάνυχτα. Κάθομαι στο πιο σκοτεινό σημείο της αποβάθρας και κρεμάω τα πόδια μου έξω από το ξύλινο προστατευτικό. Οι σόλες των παπουτσιών μου βρέχονται από την ανταριασμένη θάλασσα, αλλά λίγη σημασία έχει. Έτσι και αλλιώς είμαι ήδη βρεγμένη.
Το μυαλό μου τρέχει από δω και από κει. Από το τι θα μου συμβεί, αν όλα αυτά χαθούν, αν η Τούκα προδοθεί στο σχολείο και αν αυτά τα ονόματα που βρήκα σε εκείνον τον φάκελο είναι σημαντικά παιδιά που περιμένουν τον κλώνο τους. Αναρωτιέμαι αν, για να δημιουργηθώ, η διάσημη Κάρεν Μέρφι μπήκε και εκείνη σε σειρά προτεραιότητας.
«Πόσο τρελά είναι όλα αυτά;» μουρμουρίζω, καθώς σκέφτομαι τον δημιουργό μου και το τίμημα που πλήρωσε για μένα.
Ένα χέρι τινάζεται ξαφνικά από το πουθενά και μου κλείνει το στόμα. Με αιφνιδιάζει δυσάρεστα. Προσπαθώ να ξεφύγω, όμως η δύναμη του με ρίχνει κάτω και με σέρνει μακριά από την αποβάθρα, ώσπου οι πειρατές του Τόμας εξαφανίζονται από τα μάτια μου. Στριφογυρίζω νευρικά στην αρπαγή του και αρπάζοντας τον γαντοφορεμένο καρπό του γυρίζω το χέρι πίσω από την πλάτη. Η γονατιά μου πέφτει με δύναμη στο στομάχι του ξαπλώνοντάς τον κάτω βήχοντας. Ο παρείσακτος σέρνεται μακριά μου κατεβάζοντας την κουκούλα του αποκαλύπτοντας το χλωμό από το σοκ πρόσωπό του.
«Όχι!» ξεφωνίζω έκπληκτη. «Τι στο… τι στο… Ανζάι!»
«Θεέ μου, την επόμενη φορά θα σε προσεγγίσω εντελώς διαφορετικά» λέει συνεχίζοντας να βήχει. Γραπώνεται από κάποια άχρηστα, πεταμένα σίδερα στοιβαγμένα στον τοίχο και παλεύει να σηκωθεί. «Ποιος σε έμαθε να βαράς έτσι;»
«Αυτό δεν είναι τίποτα. Πού να με δεις σε δράση» ψιθυρίζω στον εαυτό μου ξέροντας για τα προγράμματα των πολεμικών τεχνών που έχει εγκαταστήσει ο Σότζι στο λειτουργικό μου. «Είσαι καλά;»
«Όχι!» κλαψουρίζει. «Να με σκοτώσεις προσπαθείς;»
«Τι αντίδραση θα περίμενες ότι θα είχα με την ξαφνική σου επίθεση; Θα έβαζα τα κλάματα ή θα καλούσα για βοήθεια;» μορφάζω αποδοκιμαστικά λες και ένα κορίτσι δεν μπορεί να προστατεύσει από μόνο του τον εαυτό του. «Τέλος πάντων. Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ;»
«Σε ακολούθησα. Δεν είναι ούτε η ώρα, ούτε και ο τόπος για να σου εξηγήσω το γιατί. Έλα μαζί μου και θα σου πω» με πιάνει από το χέρι και με τραβάει μαζί του.
«Είσαι τρελός; Όχι βέβαια. Εσύ όμως θα φύγεις, πριν σε ανακαλύψουν» ρίχνω το βλέμμα μου στη μαύρη τσάντα που κουβαλά μαζί του. «Εσύ μπήκες στο σύστημα;» ρωτάω νευρικά. Μου νεύει. «Μα γιατί;»
Τρίβω τον καρπό μου φοβισμένη για το βραχιόλι που έχω ξεχάσει παντελώς την παρουσία του, αλλά δεν είναι εκεί. Δε βρίσκεται πλέον στο χέρι μου και δαγκώνομαι στη σκέψη, μήπως το έχασα. Οι Γιογκασάκι θα με σκοτώσουν, αν το ανακαλύψουν.
«Κοίτα, πρέπει να φύγεις. Αυτοί οι τύποι πάνω δεν αστειεύονται. Θα σε σκοτώσουν χωρίς δισταγμό. Ήδη ψάχνουν για τον χάκερ» τον σπρώχνω προς την κατεύθυνση, απ’ όπου ήρθαμε. «Γύρνα σπίτι σου, Ανζάι».
«Και εσύ; Τι κάνεις εδώ; Τι δουλειά έχεις με αυτούς; Κινδυνεύεις και εσύ, όσο εγώ. Γι’ αυτό θα έρθεις μαζί μου» δηλώνει αυστηρά στέλνοντας στο κενό την οποιαδήποτε προσπάθειά μου να τον μεταπείσω. «Πρέπει να σου μιλήσω. Είναι σοβαρό».
«Όχι, δεν… καταλαβαίνεις. Σταμάτα, θα μπλέξουμε και αν σε ανακαλύψουν, δε θα μπορέσω να σε βοηθήσω. Φύγε… σε παρακαλώ» τον ικετεύω τραβώντας μάταια το χέρι μου από τη μέγγενη της γροθιάς του, στην οποία το έχει φυλακίσει. Κουνάει το κεφάλι του με πείσμα αρνητικά.
Ο Ανζάι σταματάει κοντά στην αποβάθρα και με σπρώχνει προστατευτικά πίσω του σφίγγοντας την τσάντα του υπολογιστή του και ένα μακρύ σίδερο που μοιάζει με λοστό. Φαίνεται σαν να περιμένει κάτι, πάντως οι πειρατές δείχνουν ιδιαίτερα ανήσυχοι. Ποδοβολητά έχουν πλημμυρίσει τον χώρο, όπως και οι φωνές στους ασυρμάτους που έχουν πάρει φωτιά από τις εντολές των ανωτέρων τους. Ένα θριαμβευτικό χαμόγελο απλώνεται στο πρόσωπο του Ανζάι.
«Έχουν αρχίσει να μαζεύουν. Η αστυνομία θα πλακώσει σύντομα» με ενημερώνει σφίγγοντάς με κοντά του. Τι!
«Όχι, Ανζάι. Μην το κάνεις…» τον παρακαλώ σιωπηλά. Μη με καταστρέφεις με αυτόν τον τρόπο.
Ρίχνω το κεφάλι μου ηττημένη στον ώμο του και δαγκώνω τα χείλη μου ανήσυχη. Για μένα, όσο και για τον Σότζι και την Τούκα. Όποιος και αν είναι ο Σότζι, ό,τι και αν κάνει με τη δουλειά του, είναι από τα άτομα που μου έχουν φερθεί καλά. Δε θα ήθελα να τον δω πίσω από τα κάγκελα μιας φυλακής. Όχι με αυτό το μυαλό που έχει. Ενώ η Τούκα, αν πιαστεί και ανακαλυφθεί τι πραγματικά είναι, τότε όλοι σαν και μένα… θα καταστραφούν.
«Έι, εσείς εκεί…» γρυλίζει κάποιος πίσω μας και έπειτα συνοδεύεται από τον ήχο του όπλου που οπλίζεται. «Νομίζω… πως σου ζήτησα να μην απομακρυνθείς» στοχεύει τον Ανζάι. «Άφησέ την».
Κοιτάζομαι παγωμένη με τον Ανζάι. Αυτό σίγουρα δεν το είχε προβλέψει, έτσι; Μπαίνει μπροστά μου βάζοντας το σώμα του ασπίδα στο δικό μου. Το χέρι του αρχίζει να ιδρώνει γύρω από τον καρπό μου.
«Δε με άκουσες;» γαβγίζει ο πειρατής σημαδεύοντάς τον στο κεφάλι.
«Ναι, σε ακούσαμε» απαντάω στον ίδιο τόνο. «Αν με θες, έλα να με πάρεις».
Με όλη μου τη δύναμη σπρώχνω τον Ανζάι. Εκείνος παραπατάει και πέφτει μέσα στη θάλασσα την ώρα που ο πειρατής τον πυροβολεί. Σταματάω τις σφαίρες με το κορμί μου, πριν αγγίξουν τον Ανζάι και με λύσσα του επιτίθεμαι κραδαίνοντας στο χέρι μου ένα μυτερό σίδερο που τραβάω από τον σωρό στον τοίχο. Ο πειρατής σε ετοιμότητα αποκρούει την επίθεσή μου με το πλάι του όπλου του και αντεπιτίθεται με το στιλέτο που έχει περασμένο στη ζώνη του παντελονιού του. Φτύνει και γελάει αποκαλύπτοντας τα αφρόντιστα δόντια του.
«Έμαθα για τον σαματά που έκανες. Και φρόντισαν να με εξοπλίσουν κατάλληλα» λέει πετώντας το άχρηστο σε μένα όπλο του και βγάζει ακόμα από τη ζώνη του ένα ραβδί. Ένα πολύ γνωστό σε μένα ραβδί. Το οπλίζει και σπίθες πετάγονται από την άκρη του.
«Πλάκα μου κάνεις» βογκάω αβέβαιη για λίγο. «Το ηλεκτροσόκ είναι το τελευταίο που θα αντέξω τούτη τη στιγμή».
Κλοτσώντας, σκύβοντας και αποφεύγοντας τον χτυπάω όσο πιο δυνατά μου επιτρέπουν οι περιορισμένες μου ικανότητες εξαιτίας της μισοχαλασμένης μπαταρίας μου. Πέφτει προς τα πίσω και τα όπλα του γλιστρούν από τα χέρια του. Τα κλοτσάω μακριά μου, όσο πιο πολύ γίνεται και γονατίζω στο πλάι του κλείνοντας τις παλάμες μου γύρω από τον λαιμό του. Σφίγγω και σφίγγω… νιώθοντας τον αέρα να εγκαταλείπει τα πνευμόνια του.
«Λυπάμαι, όμως είδες πολλά. Είσαι μπελάς για μένα. Και σαν μπελάς… ξέρεις τι πρέπει να σου συμβεί έτσι;» μουρμουρίζω ψυχρά αφαιρώντας του τη ζωή, σαν να είναι παιχνίδι. Με την αποφασιστικότητα που οι Γιογκασάκι με προγραμμάτισαν να έχω.
«Μία…» βλέπω τον Ανζάι να τρεκλίζει έξω από το νερό κρατώντας το στήθος του στο σημείο της καρδιάς. Τρέχω κοντά του και τον συγκρατώ όρθιο, όταν μοιάζει έτοιμος να καταρρεύσει. Το βλέμμα του είναι γεμάτο σοκ και υποθέτω πως με είδε.
«Είσαι εντάξει; Πληγώθηκες;» ρωτάω φοβισμένα βγάζοντας το μπουφάν μου και φορώντας του το. Έχει μελανιάσει από το κρύο. «Συγγνώμη γι’ αυτό, όμως έπρεπε να το κάνω».
«Δεν πειράζει» βογκάει. «Πρέπει να πάω σπίτι. Γρήγορα…» τα μάτια του κλείνουν και η αναπνοή του λιγοστεύει. «Πάρε με από δω».
«Ανζάι…» τον ταρακουνάω, όταν τα γόνατά του λυγίζουν και πέφτει από την αγκαλιά μου. «Ανζάι, με ακούς;» σηκώνει το δάχτυλό του και μου δείχνει ευθεία μπροστά.
«Ακολούθησε τις αποβάθρες. Όσο πιο μακριά από τα φώτα γίνεται. Όταν φτάσεις στον δρόμο, πάρε ταξί και υπόδειξέ του τον δρόμο προς το γήπεδο μας. Από κει και πέρα θα σε καθοδηγήσω. Μόνο βιάσου».
Δεν περιμένω και άλλη φορά για να μου το πει και δε φαίνεται να αστειεύεται καθόλου. Περνάω την τσάντα του υπολογιστή του χιαστί στον ώμο μου και έπειτα φοράω το χέρι του γύρω από τον λαιμό μου. Ο Ανζάι γέρνει πάνω μου σχεδόν μισολιπόθυμος και ίσα που καταφέρνει να κουνήσει τα πόδια του, καθώς παλεύω να βρω τον σωστό ρυθμό, ώστε να συμβαδίζουμε. Αγχωμένη κοιτάζω ολόγυρα τους πειρατές και τους επιστήμονες να φορτώνουν βιαστικά τα μαύρα τζιπ που είναι απλωμένα μπροστά από την είσοδο του ναυπηγείου. Περνάω κοντά τους κάποια στιγμή, αλλά κανείς τους δεν με παρατηρεί. Οι σειρήνες των περιπολικών ακούγονται από κάπου μακριά.
Νιώθω το σώμα του Ανζάι όλο και πιο βαρύ. Τον σφίγγω πάνω μου σέρνοντας τα πόδια του όλο και πιο μακριά, όσο πιο μακριά γίνεται. Το μόνο φως που καθορίζει, το που βρίσκεται ο δρόμος είναι τα φώτα των περιπολικών. Πέφτουμε κάτω, όταν μας φτάνουν και παραμένουμε ακίνητοι μέχρι να μας προσπεράσουν. Μετά συνεχίζουμε…
            Τα πρώτα σημάδια εξάντλησης αρχίζουν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Το κεφάλι μου έχει αρχίσει να ζεσταίνεται και προειδοποιητικά μηνύματα να αναβοσβήνουν κάθε τόσο μπροστά στα μάτια μου.
«Ένα ταξί. Πρέπει να βρω ένα ταξί» μουρμουρίζω στον εαυτό μου ξανά και ξανά, λες και είναι ένας σημαντικός στόχος που πρέπει να εκπληρωθεί.
Τα αυτοκίνητα που διασχίζουν τούτο το έρημο κομμάτι της πόλης είναι λιγοστά έως μηδαμινά. Τι να κάνω; Ο πανικός διασχίζει αστραπιαία το κορμί μου. Δαγκώνω τα χείλη μου και τον φορτώνομαι στην πλάτη μου.
«Θα σε πάω σπίτι. Θα σε πάω… ακόμα και αν είναι το τελευταίο πράγμα που θα κάνω» ψιθυρίζω μια υπόσχεση, που εκείνος δεν ακούει και αρχίζω να τρέχω.
Αφήνω πίσω μου τις φτωχογειτονιές των ψαράδων και μπαίνω στην πόλη. Αλλά πού όμως; Θυμάμαι την πορεία που χάραξε η λιμουζίνα των Γιογκασάκι, καθώς με μετέφερε στο μυστικό τους εργαστήριο, όμως τέτοια ώρα θα είναι γεμάτη κόσμο. Ένα ταξί. Τώρα θα πρέπει να υπάρχει κάποιο. Απλώνω το χέρι μου στον δρόμο και το κουνάω φρενιασμένα. Από τα πολλά που περνούν, κάποτε κάποιο σταματάει για χάρη μου και ξαπλώνω προσεχτικά τον Ανζάι στο πίσω κάθισμα. Ο οδηγός μας κοιτάζει ανήσυχους και παρά τις περίεργες ερωτήσεις του η μόνη απάντηση που παίρνει είναι η οδός που βρίσκεται το μικρό γήπεδο μπάσκετ.
«Ανζάι, είμαστε εδώ. Πού να πάω;» λέω κάπως δυνατότερα, απ’ όσο σκόπευα, όταν κατεβαίνουμε από το ταξί.
Σηκώνει το χέρι του και μου δείχνει ευθεία μπροστά την είσοδο μιας πολυκατοικίας. Ακολουθώ την άκρη του δαχτύλου του.
«Διαμέρισμα τριακόσια έξι. Κλειδί στη γλάστρα. Μόλις μπεις στο ντουλάπι ευθεία μπροστά, είναι ο απινιδωτής μου. Ετοίμασέ τον» ψελλίζει αδύναμα.
«Απινιδωτής!» σαστίζω ξεκλειδώνοντας και μπαίνοντας στο διαμέρισμά του.
Τον στηρίζω στην πόρτα και ανοίγω το ντουλάπι που μου υποδεικνύει. Ναι εκεί είναι ο απινιδωτής. Τον βγάζω έξω και τον φορτώνω, καθώς ο Ανζάι παλεύει να αφαιρέσει την μπλούζα του. Προσπαθώ να τον βοηθήσω, όμως αποδιώχνει τα χέρια μου και ακουμπάει τη συσκευή πάνω του. Το σώμα του τραντάζεται άγρια.
«Ανζάι» δαγκώνω τα χείλη μου ανήσυχη. Τον κρατάω ακίνητο, όσο ένα νέο κύμα σπασμών τον διαπερνάει ολόκληρο. Συνεχίζει να κάνει ηλεκτροσόκ στον εαυτό του, ωσότου η συσκευή να γλιστρήσει από τα παράλυτα δάχτυλά του.
Με τρεμάμενα χέρια γραπώνεται από το κούφωμα της πόρτας και σηκώνεται, αλλά τα αδύναμα πόδια του δεν τον βοηθούν και πέφτει. Τον πιάνω πριν χτυπήσει στο πάτωμα και τον μεταφέρω σιγά σιγά στον καναπέ του.
«Είσαι εντάξει τώρα;» ρωτάω στο κενό του βλέμμα. Γνέφει και ένα ξεθωριασμένο χαμόγελο διαγράφεται στο πρόσωπό του. «Υπάρχει κάτι άλλο…»
«Απλά πήγαινε μέσα και κοιμήσου…» μουρμουρίζει πριν κλείσει τα μάτια του και αποκοιμηθεί.
Για λίγο στέκομαι και τον κοιτάζω άναυδη. Τι του συμβαίνει; Μήπως έπρεπε να τον είχα πάει στο νοσοκομείο, αντί να τον φέρω εδώ; Ο πανικός με επισκέπτεται για μια ακόμη φορά απαγορεύοντάς μου να σκεφτώ το οτιδήποτε με καθαρό μυαλό. Είναι τόσα που τριγυρίζουν μέσα στο κεφάλι μου. Το αποψινό με τον Ανζάι, το μέλλον του εργαστηρίου, οι Γιογκασάκι και πάει λέγοντας. Με έναν ηττημένο αναστεναγμό σηκώνομαι από το πλάι του Ανζάι και τον σκεπάζω με την κουβέρτα που βρίσκω σε μια καρέκλα. Έπειτα επιστρέφω για να μαζέψω τον απινιδωτή, όμως… τα πόδια μου λυγίζουν άθελά τους. Το σώμα μου σβήνει, πριν χάσω τη συνείδησή μου. Όχι… όχι πάλι.
Αναμνήσεις σαν κινηματογραφικό φιλμ διασχίζουν αστραπιαία τα μάτια μου, σαν να θέλουν να ρυθμίσουν από την αρχή το σύστημά μου. Δαγκώνομαι φοβισμένη. Πόση ώρα θα πάρει η επανεκκίνησή μου τούτη τη φορά; Πόση ώρα θα με κρατήσει εκτός πραγματικότητας η κατεστραμμένη μπαταρία μου; Και όμως θυμάμαι πως υπάρχει κάτι που θα τη φροντίσει για λίγο καιρό. Η μικρή τράπεζα ενέργειας που μου έδωσε ο Σότζι. Την πήρα μαζί μου, έτσι δεν είναι; Βλέπω το ποσοστό της μπαταρίας μου να φορτίζει κατά έναν βαθμό μέσα στα πέντε λεπτά που περνούν. Βογκάω ανυπόμονα. Σίγουρα θα προκαλέσω μεγάλο πρόβλημα στον Ανζάι, αν ξυπνήσει και εγώ είμαι ακόμα αναίσθητη.
Κάποια στιγμή μέσα στην αναισθησία μου ακούω την ανήσυχη φωνή του, νιώθω το απαλό άγγιγμά του. Με τραντάζει σιγανά λες και είμαι φτιαγμένη από γυαλί.
«Μία» λέει το όνομά μου. «Μία με ακούς;»
«Δυο λεπτά. Δώσε μου μόνο δύο λεπτά» θέλω να του πω, όμως δεν μπορώ. Καμία λέξη δεν αφήνει το στόμα μου. «Νυστάζω. Είμαι τόσο κουρασμένη».
«Θα σε φροντίσω, εντάξει;» τα δάχτυλά του διατρέχουν τρυφερά το πρόσωπό μου.
Μα γιατί; Γιατί είναι τόσο καλός μαζί μου; Τι το σπουδαίο υπάρχει πάνω μου που τον ελκύει ακόμα και αν τον αποδιώχνω; Τι μπορεί να σκέφτεται, όταν ακούει το όνομά μου, όταν με βλέπει…
Οι αισθήσεις μου επανέρχονται ώρες αργότερα μέσα στην ταραχή του ύπνου. Δεν ξέρω πόσες, πάντως… πρέπει να είναι αργά. Μεσημέρι, απόγευμα δεν μπορώ να καταλάβω. Τα στόρια στο δωμάτιο είναι κατεβασμένα, αλλά το δωμάτιο δεν έχει το σκοτάδι που θα υπήρχε, αν ήταν βράδυ. Το δωμάτιο… ρίχνω μια ματιά στο άγνωστο χώρο ολόγυρα και στριφογυρίζω στο στενό κρεβάτι. Σπίτι μου δεν είμαι, ο χώρος δεν μοιάζει καθόλου με επιστημονικό ξενώνα, άρα καταλήγω στο συμπέρασμα πως συνεχίζω να βρίσκομαι στο διαμέρισμα του Ανζάι. Τραβάω τα σκεπάσματα από πάνω μου και κρεμάω τα πόδια μου κάτω από το κρεβάτι. Το κεφάλι μου με πεθαίνει ως συνήθως έπειτα από μια ξαφνική εκκένωση. Σέρνω τα βήματά μου ως την πόρτα και βγάζω το κεφάλι μου έξω κρυφοκοιτάζοντας προς τον καναπέ.
«Ξύπνησες. Ωραία!» η ανακουφισμένη φωνή του Ανζάι γεμίζει τον χώρο της μικρής κουζίνας και του σαλονιού μαζί.
Κατευθύνομαι προς το μέρος του πιέζοντας τον εαυτό μου να του χαμογελάσει. Από τον ενθουσιασμό στο πρόσωπό του καταλαβαίνω πως είναι πολύ καλύτερα απ’ όσο θα έδειχνα εγώ μετά από μια τέτοια κατάρρευση. Κάθομαι σε μια καρέκλα κοντά του.
«Νιώθεις καλύτερα;» με ρωτάει αφήνοντας μπροστά μου ένα σωρό μικρά πιάτα φορτωμένα με διαφορετικό είδος πρωινού. «Μπορώ να κάνω κάτι για σένα;»
«Είμαι μια χαρά. Εσύ;» αποκρίνομαι με το ίδιο αμήχανο και γεμάτο ενδιαφέρον ύφος. Πλέκω νευρικά τα δάχτυλά μου στο στρίφωμα της φαρδιάς μπλούζας που φοράω. Που είναι η στολή του σχολείου μου;
«Λιποθύμησες πάλι. Ευτυχώς έδινες σημεία ζωής και δεν ανέβασες πυρετό. Έτοιμος ήμουν να καλέσουν ασθενοφόρο» μουρμουρίζει ξεφυσώντας αγχωμένος. «Όμως… ίσως έπρεπε να είχα τηλεφωνήσει».
«Όχι, καλύτερα που δεν το έκανες. Θα είχα πολύ μεγαλύτερα προβλήματα τότε» ψιθυρίζω στον εαυτό μου. «Συγγνώμη που σε ανησύχησα. Αλλά είναι κάτι που δε με απασχολεί πολύ. Καταρρέω, όταν νιώθω αδύναμη, όμως πάντα συνέρχομαι. Δεν είναι και πολύ σημαντικό και κανείς δεν του έχει δώσει ποτέ σημασία, οπότε… όλα είναι εντάξει υποθέτω. Εσύ;»
«Και εγώ μια χαρά. Έχω καρδιακή αρρυθμία, αλλά με πιάνει σπάνια και ξέρω να το αντιμετωπίσω έγκαιρα. Οπότε…»
«Όλα είναι καλά» προσθέτω τις λέξεις που δεν εγκαταλείπουν το στόμα του. Μου νεύει καταφατικά επιτρέποντας σε ένα βεβιασμένο χαμόγελο να καλύψει τα χείλη του.
«Βασικά, το πρόβλημά μου είναι τόσο σημαντικό όσο το δικό σου, γι’ αυτό μην ασχολείσαι. Δεν πειράζει» λέει κοιτάζοντάς με απευθείας στα μάτια.
Ο τρόπος του βλέμματός του με κάνει να νιώθω παράξενα. Σαν να γνωρίζει πολλά περισσότερα απ’ όσα έχουν ειπωθεί ανάμεσά μας. Μήπως ξέρει κάτι για μένα που αγνοώ; Μήπως έχει ανακαλύψει τι είμαι; Όχι. Σίγουρα όχι. Δε θα είχε αυτή την αντίδραση. Κοιτάζω τριγύρω το διαμέρισμά του νευρικά, μόνο και μόνο για να αποφύγω την επίμονη ματιά του. Δεν έχει πολλά έπιπλα, όμως σε όλες τις γυμνές επιφάνειες υπάρχουν ανοιχτοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές και διαλυμένα λάπτοπ, βιβλία και εγχειρίδια επισκευής.
«Σου… αρέσουν οι υπολογιστές;» ρωτάω για να αλλάξω κουβέντα. Χτες παραβίασε το σύστημα του εργαστηρίου, άρα…
«Ναι. Είναι η εξωσχολική μου εργασία. Τους επισκευάζω συνήθως, αλλά μπορώ να φτιάχνω προγράμματα και να σπάω κωδικούς. Είναι κάτι που… έκανα από παιδί» ανασηκώνει τους ώμους του αδιάφορα. «Πες πως έχω ένα κρυφό ταλέντο».
Δαγκώνω σκεπτική τα χείλη μου. Δεν είμαι σίγουρη, αν πρέπει να θίξω το χτεσινό θέμα, όσο και αν με καίει ο λόγος που το έκανε. Τι γνωρίζει για τους Γιογκασάκι και θέλει να τους καταστρέψει; Εφόσον παραβίασε το σύστημα και στην περίπτωση που υπέκλεψε τα αρχεία τους, σίγουρα θα έχει αρκετή μελέτη για τις επόμενες μέρες. Να έχει μάθει για τα πειράματα; Ίσως για την Τούκα ή για μένα.
Νιώθω την παρουσία του κοντύτερα απ’ ότι πριν και όταν γυρίζω για να τον αντικρίσω, το βλέμμα μου ανταμώνει το φαρδύ του στέρνο. Σηκώνω τα μάτια μου στο πρόσωπό του, καθώς τα χέρια του αγγίζουν τους αγκώνες μου και σέρνονται ως τους ώμους μου.
«Γιατί βρισκόσουν στο εργαστήριο; Τι σου έχουν κάνει οι Γιογκασάκι και θες να τους καταστρέψεις;» οι λαβές του σφίγγουν, όταν πάω να το σκάσω. Η τόσο στενή επαφή ανάμεσά μας με αναστατώνει περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε.
«Οι Γιογκασάκι έχουν κάνει πολύ κακό σε αρκετό κόσμο. Χρησιμοποιούν ανθρώπους για τα πειράματά τους, όμως αυτό ήδη το γνωρίζεις έτσι δεν είναι; Γι’ αυτό δε σε πήγαν και εσένα εκεί;» σηκώνει το δάχτυλό του και χαϊδεύει το μάγουλό μου.
«Τ…τι κάνεις;» τραυλίζω. «Το πιο σημαντικό… τι θες από μένα;»
«Δεν είναι προφανές;» σαρκάζει. Στενεύω τα μάτια μου μπερδεμένη, ίσως και κάπως ενοχλημένη. «Μου αρέσεις… και ανησυχώ για το μέλλον σου».
«Ε;» σαστίζω με την αλήθεια που κρύβεται στη φωνή του. «Δεν μπορείς…»
«Γιατί όχι; Γιατί είναι τόσο κακό για σένα;» πεισμώνει. «Ναι, μου αρέσεις. Όχι επειδή η οικογένειά σου είναι αυτή που είναι, αλλά επειδή είσαι εσύ. Τα κορίτσια στο σχολείο αντιπροσωπεύουν από την κορυφή ως τα νύχια το χρήμα. Δεν λέω πως η εμφάνισή σου δεν κάνει το ίδιο, όμως δε σε αγγίζει με τον ίδιο τρόπο. Θες να είσαι πάντα μόνη σου και δεν ενδιαφέρεσαι να κάνεις φίλους» ξεροκαταπίνει άβολα. «Όλο αυτό, μου θυμίζει εμένα. Αυτό που ήμουν και αυτό που έχω γίνει. Απλά… δώσε μου μια ευκαιρία. Δε θα σε απογοητεύσω. Άσε με να έρθω κοντά σου».
Σκύβει προς το μέρος μου με τα χείλη του ελάχιστα μακριά από τα δικά μου. Αποστρέφω το κεφάλι μου για να τον αποφύγω και τον σπρώχνω. Λύπη πλημμυρίζει τα μάτια του, όμως δεν μπορώ να του δώσω τι θέλει.
«Ποτέ δε θα γίνω το κορίτσι σου ό,τι και αν κάνεις. Ξέρω τη θέση μου. Καιρός να μάθεις τη δική σου» φωνάζω με θυμό οπισθοχωρώντας. «Πού είναι τα ρούχα μου; Θέλω να φύγω».
«Στο μπάνιο. Θα έχουν στεγνώσει μάλλον» απαντάει άψυχα με το βλέμμα του να σέρνεται στο πάτωμα. Μου δείχνει και ακολουθώ τη γραμμή του δαχτύλου του.
«Επίσης λυπάμαι για τον υπολογιστή σου. Θα σου στείλω έναν καινούριο μόλις βρω ευκαιρία» λέω βγάζοντας τα ρούχα του και φορώντας τη στολή του. «Θα λείψω για λίγο από το σχολείο. Όμως δεν είναι εξαιτίας σου, οπότε… τα λέμε για την ώρα».
Μόλις φεύγω ένας ξαφνικός πόνος διαπερνάει την κλωνοποιημένη μου καρδιά. Γιατί του μίλησα τόσο άσχημα; Το μόνο που έκανε ήταν να μου εξομολογηθεί το πώς νιώθει. Και εγώ… ηλίθια, ηλίθια, ηλίθια. Αναρωτιέμαι για ποιο λόγο προγραμματίστηκα να αντικαταστήσω την Κάρεν Μέρφι. Βασικά αναρωτιέμαι για ποιο λόγο τη θυμάμαι, αφού το μόνο που κάνει είναι απλά να εμφανίζεται στο μυαλό μου, όποτε της καπνίσει. Δεν έχω τις αρετές της πια και σίγουρα έχω χάσει προ πολλού το χάρισμα με τα αγόρια.
Επιστρέφω στο σπίτι μέσα στην απελπιστική σιωπή που ακολουθεί εδώ και ώρα τις ανόητες πράξεις μου. Η συμπεριφορά μου προς τον Ανζάι μου προκαλεί όλο και περισσότερες τύψεις που δεν μπορώ να αγνοήσω. Κάποια στιγμή καλό θα ήταν να του ζητήσω συγγνώμη. Ο θυρωρός ξεροβήχει για να μου τραβήξει την προσοχή καθώς κρατά την πόρτα του κτηρίου ανοιχτή περιμένοντάς με, να μπω.
Στο σπίτι δεν έχω ιδέα τι πρόκειται να αντιμετωπίσω. Λείπω από χτες το πρωί και σίγουρα οι Γιογκασάκι δε θα το δουν τόσο θερμά, όσο το βλέπω εγώ τώρα. Ειδικά μετά τα χθεσινοβραδινά γεγονότα. Αλλά… κάλιο αργά παρά ποτέ.
«Είμαι σπίτι» λέω περνώντας με γρήγορες αποφασιστικές δρασκελιές το χολ.
«Μία!» φωνάζει η Μάκινο από την κουζίνα και στην κραυγή της ο Τόμας πετάγεται έξω από το γραφείο του πατέρα του με το πιο δύσπιστο ύφος στο πρόσωπό του.
Τα μάτια του ανοίγουν διάπλατα από έκπληξη στη θέα μου και πετώντας κυριολεκτικά προς το μέρος μου με αγκαλιάζει χτυπώντας με δυνατά στην πλάτη γελώντας. Μα τι κάνει; Σαστίζω από την πρωτόγνωρη για μένα συμπεριφορά του. Ήπιε τίποτα;
«Ω ναι, ω ναι. Ήξερα ότι ήσουν πολύ καλή για να σε πιάσουν, μωρό μου» τραγουδάει κατενθουσιασμένος. «Μία, Μία, Μία… δε σου είπα πόσο χαρούμενο με έκανες μόλις τώρα, έτσι;»
«Εμ, τότε… να εξαφανίζομαι συχνότερα» μουρμουρίζω ειρωνικά και απομακρύνομαι. Το βλέμμα μου μαγνητίζεται από το σκοτεινό του Σον Γιογκασάκι.
Σε αντίθεση με τον Τόμας εκείνος στέκεται ατάραχος, γερμένος πάνω στην πόρτα του γραφείο του και έχει τα χέρια του σταυρωμένα μπροστά από το στήθος του. Το πρόσωπό του είναι γεμάτο αυστηρότητα, παρόλα αυτά γύρω από τα μάτια του διακρίνεται ξεκάθαρα η κούραση που τον ταλαιπωρεί. Τον πλησιάζω βιαστικά και υποκλίνομαι απολογητικά όσο πιο βαθιά μπορώ.
«Πού ήσουν;» ρωτάει ανέκφραστα. Κρατάω το κεφάλι μου χαμηλωμένο, πριν προετοιμάσω την απάντηση που θέλει, να ακούσει.
«Κρυβόμουν. Όχι πολύ μακριά από το ναυπηγείο. Μετά την κατάρρευση του συστήματος στο εργαστήριο ξέσπασε αναταραχή. Όλα συνέβησαν πολύ γρήγορα… το μόνο που θυμάμαι είναι πως το έσκασα στην εμφάνιση των αστυνομικών» απαντάω με ειλικρίνεια για το πρώτο κομμάτι της ιστορίας μου.
«Πριν ή αφού σκοτώσεις έναν από τους φρουρούς;» τα μάτια όλων στρέφονται προς το μέρος μου και το μοναδικό που με πονάει είναι της Μάκινο. Πόσο θα ήθελε, αυτό να ήταν μόνο μια φήμη. Όμως δεν είναι.
«Προσπάθησε… έγινε βίαιος για κάποιο λόγο απέναντί μου. Εγώ απλά… αμύνθηκα. Δεν ήθελα να του κάνω κακό, αλλά έχασα τον έλεγχο, όταν ένιωσα τη δύναμη της κυριαρχίας να κυλά μέσα μου» μουρμουρίζω.
«Και το βραχιόλι σου; Ήταν ικανό να σε σταματήσει, αν το φορούσες» με διακόπτει ο Τόμας.
«Ναι, το ξέρω. Αλλά κάπου πρέπει να μου έπεσε μέσα σε όλη αυτή την ταραχή. Το διαπίστωσα πολύ αργότερα, όταν… το έσκασα και κρύφτηκα» κοιτάζω ανήσυχη τους Γιογκασάκι. «Λοιπόν… τι ακριβώς συνέβη εκεί πέρα; Ο Σότζι και η δουλειά του είναι καλά;»
«Ναι, γλίτωσε παρά τρίχα τη σύλληψη. Και έσωσε αρκετή από τη δουλειά του. Ειδικά το πείραμά μας. Τίποτα δεν αλλάζει για εμάς, άρα μην τρέφεις αυταπάτες» γελάει πονηρά ο Τόμας.
«Εμ, δε μου πέρασε καν από το μυαλό» σαρκάζω ελαφρά. «Τότε, μήπως σε ενημέρωσε και για…»
«Ω, ναι. Κρίμα όμως ε; Αλλά μπορώ να πω ότι κατά κάποιον τρόπο με συμφέρει. Δε χρειάζεται να πηγαίνεις από δω και πέρα σχολείο. Όπως είπες… το σύστημά σου δε θα το αντέξει». Ο Τόμας μου κλείνει το μάτι παιχνιδιάρικα. «Και όχι εντάσεις, σωστά;»
«Ναι, το γνωρίζω, όμως δεν έχω σκοπό να κλειστώ μέσα στο σπίτι, ξέρεις. Αλλά… όχι εντάσεις. Σε διαβεβαιώνω πως δεν πρόκειται να μπλέξω πουθενά» χαμηλώνω ελαφρά το κεφάλι για να σφραγίσω τα λόγια μου και χαμογελάω.
«Ωραία» παίρνει τον λόγο ο Σον Γιογκασάκι και μου κάνει νόημα να απλώσω το μπράτσο μου. «Φρόντισε να μη χάσεις και αυτό» γρυλίζει κακόκεφα φορώντας μου ένα νέο βραχιόλι.
«Θα το προσέχω σαν τα μάτια μου» λέω κοιτάζοντας με νευρικότητα τις γαλάζιες πέτρες πάνω του.
«Κάνε ό,τι θες σύμφωνα με τους όρους που έχουμε συζητήσει, βέβαια. Αρκετό χρόνο έχασα μαζί σου. Έχω και δουλειές» λέει φεύγοντας.
Ο Τόμας τον ακολουθεί κάνοντάς μου νοήματα πως η δική μας συζήτηση δεν έχει λάβει τέλος ακόμα. Αναστενάζω μόλις το σπίτι αδειάζει από την παρουσία των Γιογκασάκι. Όλη αυτή η εγρήγορση που νιώθω, όταν βρίσκομαι μαζί τους… δε μου κάνει καθόλου καλό. Η Μάκινο με πλησιάζει και αγγίζει απαλά τον ώμο μου. Με τρομάζει, έτσι χαμένη στις σκέψεις μου όπως είμαι.
«Είσαι καλά;» ρωτάει γεμάτη ενδιαφέρον.
Κουνάω το κεφάλι μου αρνητικά και δαγκώνω τα χείλη μου. Το πρόσωπό μου πρέπει να αντικατοπτρίζει όλα μου τα συναισθήματα γιατί τα μάτια της γουρλώνουν και ένα ενθουσιασμένο χαμόγελο ζωγραφίζει τα πρόσωπό της. Με τραβάει μαζί της στην κουζίνα και με βάζει να κάτσω στο τραπέζι, ενώ εκείνη παίρνει θέση απέναντί μου γεμάτη προσμονή. Με κοιτάζει, λες και περιμένει να ακούσει κάτι το τρομερό.
«Πού ακριβώς ήσουν;» ρωτάει χαζογελώντας. «Υποθέτω κάπου πολύ καλά».
«Δεν έχει σημασία. Αυτό που με απασχολεί, είναι κάτι άλλο» δαγκώνομαι διστακτική. Η Μάκινο πάντα με υποστηρίζει, αλλά σίγουρα μπορώ να της εμπιστευτώ αυτό; «Εμ, ένας συμμαθητής μου, μου εξομολογήθηκε πως έχει αισθήματα για μένα, όμως εγώ του μίλησα τόσο άσχημα. Είμαι σίγουρη ότι θα με μισεί τώρα».
«Εσένα σου αρέσει;» ρωτάει σοβαρή. «Χα, και βέβαια σου αρέσει».
Σφίγγω τα χείλη μου μην έχοντας ιδέα τι να της απαντήσω. Έχω αισθήματα για τον Ανζάι; Είναι δυνατόν; Μπορώ να πω πως κατά κάποιον τρόπο μου αρέσει, με ελκύει. Όμως… θα μπορέσουμε εμείς οι δύο να είμαστε μαζί; Δεν είμαι καν άνθρωπος. Φοβάμαι ότι θα με μισήσει, αν ανακαλύψει τι πραγματικά κρύβεται κάτω από το δέρμα της Μία Γιογκασάκι.
«Ποιο είναι ακριβώς το πρόβλημά σου, γλυκιά μου; Είναι πολύ φυσιολογικό δυο νέοι να ερωτευτούν» με καθησυχάζει.
«Δυο νέοι. Εγώ δεν αντιπροσωπεύω αυτό το είδος και το ξέρεις. Είμαι…»
«Είσαι ένας δημιουργημένος άνθρωπος. Δεν έχει σημασία από το υλικό που είσαι φτιαγμένη, αλλά τα αισθήματα που τρέφεις για εκείνο το αγόρι. Εξάλλου, δεν είναι ανάγκη να του πεις την καταγωγή σου, ξέρεις. Δεν είναι ανάγκη να μάθει. Ένα συγγνώμη για την προηγούμενη συμπεριφορά σου θα ήταν υπεραρκετό, πιστεύω».
«Τα αισθήματα» καγχάζω. «Ούτε εγώ η ίδια δεν έχω ιδέα από πού προέρχονται αυτά. Είναι δικά μου ή είναι αποτέλεσμα ενός ακόμα πειράματος. Ειλικρινά δεν ξέρω και δε νομίζω ότι θα καταλάβω ποτέ».
«Λοιπόν… δεν χάνεις και τίποτα. Η συμβουλή μου είναι να του δώσεις μια ευκαιρία και θα δεις κατά το πόσο μπορείς να ανταπεξέλθεις. Νομίζω πως θα τα πας μια χαρά. Όσο για το πρόβλημα που μας εξήγησε ο Σότζι, δεν έχεις παρά να κάνεις ό,τι σε συμβούλεψε. Εντάξει;»
«Τότε μήπως…»
«Ναι, πήγαινε» λέει σαν να διαβάζει το μυαλό μου. «Θα περιμένω νέα σου φυσικά. Κοίτα να έχεις κάτι ζουμερό να μου πεις».
Γελάμε ταυτόχρονα.



Ηλιάνα Κλεφτάκη