Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

4.12.19

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 14)

Βιολέτα
Ξύπνησα το πρωί τυλιγμένη στην αγκαλιά του και αμέσως ένα μεγάλο χαμόγελο χαράκτηκε στο πρόσωπό μου. Σήμερα ήταν μεγάλη μέρα, θα τελείωνα επιτέλους τη βασική εκπαίδευση των στοιχείων. Γινόμουν καλύτερη, ο έλεγχος έβγαινε πιο φυσικά και οι μέρες πλησίαζαν. Η μαμά μου ήταν στη Γη με τον Ιάκωβο και το προηγούμενο βράδυ είχα την ευκαιρία να ξαναζήσω μερικές από τις πιο ωραίες μου στιγμές με τον Απόλλωνα. Όλα αυτά μου είχαν χαρίσει μπόλικη αυτοπεποίθηση και ένιωθα πολύ δυνατή. Ένιωθα πως μπορούσα να πάρω τη μοίρα στη χέρια μου για πρώτη φορά από τότε που έφυγα από τη Γη. Πίστευα πλέον στον εαυτό μου και τις δυνάμεις μου, όμως ίσως και να πίστεψα υπερβολικά, διότι από τη στιγμή που βγήκαμε έξω για να εξασκηθώ, όλα πήραν την κάτω βόλτα. Οι εφιαλτικές σκηνές που ακολούθησαν περνούσαν σαν ταινία στο μυαλό μου για μέρες μετά το συμβάν.
Ο Απόλλωνας είχε ήδη προετοιμάσει τον χώρο από την προηγούμενη μέρα και είχε απομακρύνει κάθε τι εύφλεκτο. Άρχισε να μιλάει, όπως έκανε πάντα, για τη φωτιά, τις δυνατότητες και τους κινδύνους που έκρυβε. Έπρεπε να είμαι πολύ προσεκτική ώστε να μην τραυματιστώ ή τραυματίσω κάποιον άλλο. Βέβαια εγώ δεν έδωσα την απαιτούμενη σημασία, πεπεισμένη πως ήμουν έτοιμη για όλα. Όταν επιτέλους σταμάτησε να μιλάει, μου είπε να σταθώ στο κέντρο, ενώ κάθισε στη γωνία της αυλής, ώστε να ήταν κοντά αν τον χρειαζόμουν.
Στάθηκα κοιτώντας προς το σπίτι και δημιούργησα μια μικρή μπάλα φωτιάς στο χέρι μου με μια γρήγορη στροφή του χεριού μου και μια εικόνα φωτιάς στο μυαλό. Μόλις όμως δημιούργησα την μπάλα, κατάλαβα για ποιο πράγμα προσπαθούσε να με προειδοποιήσει ο Απόλλωνας και με κατέβαλε πανικός. Η μπάλα κουνιόταν γρήγορα και επιθετικά στο χέρι μου. Πάσχιζε να φύγει και να ελευθερωθεί. Όλο μου το σώμα άρχισε να ταλαντεύεται στην προσπάθειά μου να την κρατήσω κοντά μου, δεν έπρεπε να την αφήσω να κάνει ζημιά. Μέσα σε μια μονάχα στιγμή, όλα κατέρρευσαν, καθώς η μπάλα απελευθερώθηκε και έπεσε με δύναμη στη σκεπή, η οποία με τη σειρά της έπιασε αμέσως φωτιά.
Τα υπόλοιπα γεγονότα ήταν θολά. Θυμόμουν τον Απόλλωνα φουρκισμένο και απελπισμένο. Θυμόμουν τον εαυτό μου να τρέχει μέσα στο σπίτι για να περισώσει όσα μπορούσε. Η φωτιά ήταν ανεξέλεγκτη και ο Απόλλωνας πάσχιζε να τη θέσει υπό έλεγχο, όμως το σπίτι είχε χαθεί, ήταν σίγουρο. Έτρεξα στη μυστική κρυψώνα και πήρα το βιβλίο, το ημερολόγιο και το στυλό. Έπειτα, πήρα το σακίδιο που μου είχε υποδείξει ο Απόλλωνας και έτρεξα ξανά στην πόρτα. Πριν βγω, κοίταξα για τελευταία φορά το σπίτι μου που τώρα καιγόταν εξαιτίας μου και βγήκα έξω δευτερόλεπτα πριν καταρρεύσει η οροφή. Τη στιγμή που η οροφή έπεσε, υποσχέθηκα να μη χρησιμοποιήσω ξανά τη φωτιά, δεν μπορούσα να αντέξω την καταστροφή που τη συνόδευε.
 Απομακρύνθηκα από τις φλόγες και έφτασα στο πιο μακρινό σημείο της αυλής, κοντά στην ομίχλη. Κάθισα στο έδαφος και μάζεψα τα γόνατά μου κοντά μου. Ο Απόλλωνας κάθισε δίπλα μου και τότε άφησα τα δάκρυά μου ελεύθερα. Όταν τα δάκρυα στέρεψαν, κοίταξα ξανά το σπίτι, που δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά μόνο στάχτη.
Η νύχτα είχε πέσει προ πολλού. Η φωτιά είχε σαρώσει τα πάντα και, όταν χόρτασε την καταστροφική πείνα της, έσβησε μόνη της και άφησε πίσω μόνο στάχτες και απελπισία. Πρώτη φορά συνειδητοποιούσα πόσο δυνατή ήμουν. Μια λάθος κίνηση, μια στιγμή απροσεξίας σήμαινε πως θα απελευθέρωνα στον κόσμο κάτι ανεξέλεγκτο, κάτι που θα έσπειρε μόνο χάος και πόνο. Το βράδυ το περάσαμε στην αυλή, δεν υπήρχε τίποτα που μπορούσαμε να κάνουμε, τουλάχιστον όχι μέχρι το ξημέρωμα. Ο Απόλλωνας, πριν αποκοιμηθεί με το κεφάλι του στα πόδια μου, είχε χαμογελάσει και είχε πει πως μόλις ξημέρωνε, όλα θα διορθώνονταν. Όμως η αισιοδοξία του δεν είχε φτάσει μέχρι την καρδιά μου και έτσι δεν είχα πει τίποτα. Μονάχα κοιτούσα το γρασίδι γύρω μας, το μοναδικό πράσινο σε ένα μαύρο τοπίο και ήξερα πως δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσα να κάνω για να επανορθώσω για το πόσο χαζά είχα φερθεί.
Αφού ο Απόλλωνας κοιμήθηκε, άνοιξα το φακό που βρήκα στο σακίδιο του και τοποθέτησα μπροστά μου το ημερολόγιο του μπαμπά και το καφέ βιβλίο. Όλο και κάτι χρήσιμο θα έβρισκα γραμμένο στις σελίδες τους. Το πρωί θα τα έδειχνα στον Απόλλωνα και μαζί θα βγάζαμε μια άκρη, τουλάχιστον έτσι ήλπιζα. Έτσι, άνοιξα πρώτα το ημερολόγιο και φώτισα τις σελίδες του με μωβ φως, καθεμία ξεχωριστά.
Στην πρώτη σελίδα που υπήρχε κρυμμένο κείμενο, ήταν γραμμένη η ημερομηνία γέννησής μου. Μάταια είχα χάσει το χρόνο μου ψάχνοντας το ημερολόγιο στο σπίτι. Στη λέξη σπίτι, μια σκέψη πέρασε φευγαλέα από το μυαλό μου, η σκέψη πως δε θα ξαναγυρνούσα. Αν έλυνα την κατάρα, θα έμενα στην Άλλη Γη. Αν δεν την έλυνα, πάλι στην Άλλη Γη θα έμενα. Όμως αν τα κατάφερνα, ο μπαμπάς θα μπορούσε να φύγει, και τότε θα έκανα δύο ανθρώπους χαρούμενους. Ειδάλλως, θα ήμασταν όλοι δυστυχισμένοι.
Στις περισσότερες σελίδες υπήρχαν αρχεία, πότε εμφανιζόταν η κάθε δύναμη και με ποια αφορμή. Για παράδειγμα, στα πρώτα μου γενέθλια εμφανίστηκε η φωτιά, το τελευταίο από όλα τα στοιχεία. Ο αέρας μάλιστα είχε ξεκινήσει πριν καν να γίνω έξι μηνών. Όλες μου οι δυνάμεις αναγράφονταν με λεπτομέρειες και, μέχρι την τελευταία σελίδα του αρχείου, ήξερα όλες τις δυνάμεις - δεν ήξερα ότι τις είχα - αλλά τις ήξερα. Στην τελευταία, υπήρχε ένα σκίτσο που αναπαριστούσε την τελευταία μου δύναμη, μια που δεν καταλάβαινα. Ο τίτλος έλεγε αποστέρηση δυνάμεων και το σχέδιο έδειχνε τις δυνάμεις του ενός προσώπου σαν βιολετί μπάλα που έφευγε από το ένα άτομο και κατέληγε σ’ εμένα. Η δύναμή μου τον είχε απασχολήσει πολύ και από όσο κατάλαβα, ήταν κάτι μοναδικό στην ιστορία τους, και ως εκ τούτου τρομακτικό.
Παρά την ανακάλυψη μιας νέας δύναμης, το μυαλό μου είχε κολλήσει στην ηλικία εμφάνισης των δυνάμεων. Πάντα πίστευα πως αργούσαν να εμφανιστούν περισσότερο και πως υπήρχε μια προκαθορισμένη ηλικία σε όλα τα παιδιά. Ήθελα να ελπίζω πως είχαμε ζήσει μερικά ήσυχα χρόνια προτού οι δυνάμεις μας κάνουν στόχο, μα απ’ ό,τι φαινόταν, ο μπαμπάς δεν είχε ξεφύγει ούτε μια στιγμή από το παρελθόν και τον κόσμο του. Από τη στιγμή που γεννήθηκα, έπρεπε να με προστατεύει από δυνάμεις πολύ ανώτερες από εκείνον, και από τον ίδιο μου τον εαυτό πολλές φορές.
Στη συνέχεια, βρήκα ένα ακόμη λεπτομερές αρχείο με όλες τις επισκέψεις μας στην Άλλη Γη, οι οποίες ήταν συχνότερες στην παιδική μου ηλικία μέχρι που σταμάτησαν εντελώς στην ηλικία των δέκα. Στην αρχή απόρησα, μα ο μπαμπάς είχε φροντίσει να απαντήσει την ερώτηση που θα έκανα. Δεν είχα ανάγκη να γυρνάω πίσω, οι δυνάμεις μου δεν επηρεάζονταν καθόλου είτε ήμουν στη Γη είτε όχι. Ο μπαμπάς είχε πολλές εικασίες αναφορικά με την αιτία της διαφορετικότητάς μου, μα σε ένα συμπέρασμα κατέληξε τελικά, έφταιγε το γεγονός ότι είχα θνητή μητέρα, με κάποιο τρόπο η ανάμειξη των γονιών μου μου είχε εξασφαλίσει ένα είδος ανοσίας.
Γενικότερα, όλο το ημερολόγιο αποτελούσε αρχείο στο οποίο ο πατέρας μου κατέγραφε σημαντικές πληροφορίες σχετικά με εμένα και την ανάπτυξή μου. Βρήκα μια λίστα με τα χαρακτηριστικά μου που διαφοροποιούνταν από τον μέσο άνθρωπο και άλλη μια με ονόματα ανθρώπων, που δεν εξηγούνταν πουθενά ο ρόλος τους. Προσπέρασα τις ατέλειωτες λίστες και έφτασα στην τελευταία σελίδα, την οποία φώτισα με επιφύλαξη. Η τελευταία σελίδα αποτελούσε την τελευταία αποκάλυψη του μπαμπά μου και αν έκρινα από τις υπόλοιπες καταχωρήσεις του, το πιο σημαντικό το είχε αφήσει για το τέλος.
Στην τελευταία σελίδα υπήρχε ένα μικρό ποίημα με μια απλή οδηγία, να το διαβάσω δυνατά.
«Πόρτα του κόσμου άνοιξε
τον δρόμο να περάσω
και τα δεσμά που έβαλε
τώρα να τα σπάσω.
 Σε μονοπάτια απόκρυφα
 εγώ θα περπατήσω
και την αλήθεια την κρυφή
εγώ θα ανακαλύψω».
Μια εκτυφλωτική λάμψη ξεπρόβαλε από το ημερολόγιο και με κάλυψε ολόκληρη. Όταν το φως εξασθένισε και κατάφερα να ανοίξω τα μάτια μου, το ημερολόγιο είχε χαθεί. Τι είχε συμβεί; αναρωτήθηκα και κοίταξα γύρω μου γεμάτη απορία. Στην αρχή όλα φαίνονταν ίδια μέχρι τα μάτια μου να καθαρίσουν από τις κηλίδες που είχε προκαλέσει η ξαφνική έκρηξη φωτός. Μόλις καθάρισαν, έμεινα άναυδη από ό,τι έβλεπα γύρω μου. Ένα σωρό πλάσματα εμφανίστηκαν, πλάσματα που για εμένα ήταν έως εκείνη τη στιγμή αόρατα. Γύρω μου πετούσαν σε έναν μικροσκοπικό σχηματισμό επτά λεπτοκαμωμένες νεράιδες, η καθεμία με έναν μοναδικό χρώμα να ξεπετάγεται από τα φτερά της σαν χρυσόσκονη.
Η πρώτη φορούσε ένα κίτρινο φόρεμα και μικροσκοπικές κίτρινες γαλότσες με μαργαρίτες. Τα μαλλιά της ήταν ξανθά και φορούσε μια έντονη κορδέλα. Η δεύτερη είχε επιλέξει ένα πορτοκαλί φόρεμα πιο μακρύ από της προηγούμενης και είχε τα μαλλιά της πιασμένα σε ένα περίτεχνο κότσο. Φορούσε πορτοκαλί μπότες με χαμηλό τακούνι και το δέρμα της ήταν ελαφρώς πιο σκούρο. Η τρίτη φορούσε κόκκινα ρούχα, συγκεκριμένα μια σαλοπέτα κατακόκκινη σαν το αίμα, και ένα άσπρο τοπ από μέσα. Το ντύσιμο ολοκλήρωναν ένα ζευγάρι μπαλαρίνες και ένα βραχιόλι με ένα τριαντάφυλλο.
Η τέταρτη νεράιδα ήταν ντυμένη στα πράσινα με μια μικροσκοπική φούστα και ένα μπλουζάκι. Ήταν πολύ γλυκιά με τα κοτσιδάκια και τους πράσινους φιόγκους. Είχε σταρένιο δέρμα και καστανόξανθα μαλλιά. Η πέμπτη και η έκτη ήταν ντυμένες στα μπλε, η μια ανοιχτό και η άλλη σκούρο με δύο ασορτί φορέματα. Το ένα είχε σύννεφα και το δεύτερο αστεράκια. Φορούσαν μπαλαρίνες όμοιες με τα φορέματά τους και τα μαλλιά τους ήταν λυτά, ελεύθερα και μαύρα σαν τη νύχτα. Η τελευταία ήταν ντυμένη στα βιολετί με μια φούστα με πιέτες και ένα άσπρο μπλουζάκι με ριχτό ώμο. Είχε μακριά καστανά μαλλιά πλεγμένα σε μια πλεξούδα με βιολέτες που ξεπηδούσαν από διάφορα σημεία.
Οι επτά νεράιδες στάθηκαν κοντά η μια στην άλλη και ύστερα σχημάτισαν ένα ουράνιο τόξο και χάθηκαν στη νύχτα. Είχα απομείνει με το στόμα ανοιχτό. Αυτό που είχα παρακολουθήσει ήταν κάτι τόσο μαγικό και μοναδικό που δε θα το χόρταινα ποτέ. Κοιτούσα ακόμη τα χρώματα που αιωρούνταν γύρω μου, όταν άκουσα ένα θρόισμα από έναν καμμένο θάμνο. Ένα ξωτικό ή τρολ ή κάτι τέτοιο πετάχτηκε από εκεί και με κάρφωσε με τα μάτια του. Είχε ανοιχτό πράσινο δέρμα και γαμψή μύτη, αλλά όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του θύμιζαν άνθρωπο. Είχε μεγάλα και φωτεινά καστανά μάτια και ένα γλυκό, τεράστιο χαμόγελο που γέμιζε όλο το πρόσωπό του. Ήταν ένα πολύ χαριτωμένο ξωτικό, καθόλου άσχημο όπως τα παρουσίαζαν τα βιβλία.
Το ξωτικό εν τέλει βαρέθηκε να με κοιτάζει και εξαφανίστηκε δίνοντάς μου την ευκαιρία να ρίξω μια ματιά στον υπόλοιπο χώρο. Γρήγορα συνειδητοποίησα πως δεν έβλεπα μόνο πλάσματα, αλλά και άλλα πράγματα. Έβλεπα τις ρίζες των δέντρων να τραβούν νερό από το έδαφος και να ανεφοδιάζουν όλο το δέντρο. Έβλεπα τα λουλούδια να προετοιμάζονται για τον ερχομό της ημέρας και έβλεπα πως όλα τα πλάσματα, ανεξαρτήτου χρώματος και μεγέθους, συνεργάζονταν άψογα για να διατηρούν τη ζωή. Αναρωτήθηκα αν υπήρχαν όλα αυτά και στη Γη. Βλέποντάς τα να δουλεύουν, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη μου.
Τότε κατάλαβα πως όσο ασκούσα τις δυνάμεις μου, θα με έβρισκαν. Γι’ αυτό υπήρχε η ομίχλη, γι’ αυτό δεν έκανα τίποτα το βράδυ, γι’ αυτό ο μπαμπάς διέγραψε τις μνήμες μου. Χάρη στο όνομα, δεν μπορούσα να μη βοηθάω, εφόσον είχα τη δυνατότητα. Και τώρα την είχα. Ήμουν έτοιμη να καλωσορίσω ένα νέο κόσμο, έναν κόσμο που θα γινόταν καλύτερος μόλις έδιωχνα μια και καλή τους άρχοντες.
Η τυρρανία τους είχε φτάσει στο τέλος της!


Έλενα Παπαδοπούλου