Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

11.12.19

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 15)

Βιολέτα
Ξημέρωνε σε μερικές ώρες και ένιωθα μια αγαλλίαση στην ψυχή. Ένιωθα αναγεννημένη και κυρίως τυχερή που είχα την ευκαιρία να βιώσω κάτι τόσο μοναδικό. Ίσως ήταν η τελευταία φορά που θα ένιωθα έτσι, μιας και δε θα ξαναγυρνούσα ποτέ στο σπίτι και οι πιθανότητες να σώσω τον μπαμπά δεν ήταν πολλές. Επιπλέον είχα κάψει το πατρικό μου, δεν μπορούσα να ελέγξω τις δυνάμεις μου και σύντομα θα γινόμουν η επόμενη διακοσμητική βασίλισσα ενός παράλληλου σύμπαντος για το οποίο δεν ήξερα τίποτα, εκτός κι αν βέβαια νικούσα έξι πανίσχυρους άρχοντες και γινόμουν κανονική βασίλισσα, που και πάλι δεν ήξερα πόσο καλύτερο μπορούσε να είναι αυτό για τη σωματική και ψυχική μου υγεία.

Μα δεν έπρεπε να σκέφτομαι έτσι. Βρισκόμουν σ’ αυτή τη θέση για κάποιο λόγο. Όλα έγιναν για κάποιο σκοπό και το σύμπαν δε θα μου ανέθετε κάτι πάνω από τα όρια των δυνατοτήτων μου. Επιπλέον, είχα έναν πολύτιμο βοηθό και ένα μέλλον να σκεφτώ. Όταν ήμουν μικρή, ήθελα να κάνω παιδιά και να έχω έναν άντρα δίπλα μου που θα με λατρεύει και θα με αγαπάει. Ήθελα ένα ωραίο σπίτι και ένα μέρος για να αποκαλώ πατρίδα. Αν τα κατάφερνα, θα αποκτούσα όλα όσα ήθελα, έστω και αν ήταν σε ένα διαφορετικό μέρος, με ένα άλλο σπίτι, σε μια άλλη πατρίδα.
Πήρα μια βαθιά ανάσα και άνοιξα το βιβλίο με το χοντρό εξώφυλλο, ενώ ευχήθηκα με όλη μου τη δύναμη να περιείχε κάτι χρήσιμο. Όπως μου είχε ήδη εξηγήσει ο Απόλλωνας, οι σελίδες που με ενδιέφεραν εμφανίστηκαν μπροστά μου και χάρηκα όταν είδα πως δεν ήταν πολλές. Πριν ξεκινήσω το διάβασμα, αναρωτήθηκα τι είδους μαγεία είχε χρησιμοποιηθεί στο βιβλίο. Διότι αν είχε χρησιμοποιηθεί κάποιο ξόρκι, τότε υπήρχαν μάγισσες. Μπορεί ακόμη και να υπήρχαν στρουμφάκια ή πριγκίπισσες αιχμάλωτες σε ψηλούς πύργους ή ακόμη και ο Σρεκ. Βέβαια, ήταν απλώς παιδικά παραμύθια, αλλά αφού υπήρχαν ξωτικά και νεράιδες, γιατί να μην υπήρχαν κι αυτά; Εξάλλου, η Άλλη Γη θύμιζε έντονα παραμύθι. Υπήρχε η κακιά μάγισσα, μόνο που τώρα ήταν έξι και όχι μια. Η αιχμάλωτη πριγκίπισσα ήταν ο πατέρας μου και ο δράκος η κατάρα. Εγώ ήμουν ο ιππότης με τη γυαλιστερή πανοπλία που έπρεπε να σκοτώσει τον δράκο και να σώσει την πριγκίπισσα ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων.
Πήρα ακόμη μια εξαγνιστική ανάσα και ξεκίνησα το διάβασμα. Στην πρώτη σελίδα που χωριζόταν στη μέση υπήρχαν τα περιεχόμενα. Στην αριστερή πλευρά, η επικεφαλίδα έγραφε φωτεινοί άρχοντες με κεφαλαία μεγάλα γράμματα και το χαρτί ήταν ολόλευκο σαν φρέσκο απάτητο χιόνι. Στα δεξιά, έγραφε σκοτεινοί άρχοντες πάνω σε ένα κιτρινισμένο χαρτί με καμένες άκρες. Η διαφορά στο χαρτί συμβόλιζε την απόσταση μεταξύ των δύο ιδεολογιών. Παρ’ όλα αυτά, οι δύο σελίδες εξακολουθούσαν να ενώνονται σε ένα μονάχα σημείο όπου το κίτρινο και το λευκό δημιουργούσαν κάτι εντελώς καινούριο. Το αναγνώριζα το βιβλίο. Το είχα ανοίξει τυχαία τότε στη βιβλιοθήκη. Μου φαινόταν σαν να είχε περάσει ένας χρόνος από τότε, και όχι μονάδα μερικές μέρες. Ο Βύρωνας είχε αναστατωθεί πολύ με το βιβλίο.
«Μπορεί να καταστρέψεις τίποτα» θυμήθηκα τα λόγια του. Τώρα περισσότερο από ποτέ έπρεπε να διαβάσω το καφέ βιβλίο.
Κάτω από κάθε τίτλο, υπήρχαν τρία ονόματα. Ελπίδα, Αρετή και Αγάπη στα αριστερά, Ορέστης, Άρης και Βύρωνας στα δεξιά. Και τότε ένα ακόμη κομμάτι συμπληρώθηκε. Ο Βύρωνας δεν ήταν ένα απλό αγόρι, ούτε και με είχε πλησιάσει τυχαία. Ήταν ένας σκοτεινός άρχοντας που είχε συμμετοχή στην τιμωρία του μπαμπά. Όχι απλώς δεν ήθελε να με βοηθήσει, αλλά ήθελε να αποτύχω. Όμως, με είχε βοηθήσει κιόλας φτιάχνοντας ένα αντίγραφο του σπιτιού μου. Και αν όντως το είχε φτιάξει, τότε ήξερε πού ήμουν και δε με πείραζε. Γιατί το έκανε, τι θα μπορούσε να κερδίσει; Για ποιο λόγο έπρεπε τα όρια να ήταν πάντοτε τόσο ασαφή; Γιατί έπρεπε το καλό και το κακό να μπλέκονται;
Άλλαξα σελίδα και άρχισα το διάβασμα. Πάνω αριστερά υπήρχε η φωτογραφία της πρώτης αγγελικής αρχόντισσας, της Ελπίδας. Είχε μακριά ξανθά, σχεδόν άσπρα μαλλιά, και ανοιχτά γαλανά μάτια. Το δέρμα της ήταν αλαβάστρινο και η μορφή της πραγματικά αγγελική, μα το βλέμμα της ήταν παγωμένο και ψυχρό. Στην υπόλοιπη σελίδα, έγραφε τις δυνάμεις της. Είχε τον πλήρη έλεγχο των τεσσάρων στοιχείων, ενώ πηγή της δύναμης και της εξουσίας της ήταν ένα σκήπτρο με τέσσερα διαφορετικά σύμβολα, ένα για τον αέρα, ένα για τη γη, τη φωτιά και το νερό. Από κάτω έγραφε διάφορες πληροφορίες για τα στοιχεία και τον έλεγχό τους, πράγματα που ήδη ήξερα χάρη στον Απόλλωνα.
Γύρισα σελίδα και έφτασα στο αφιέρωμα για τη μαμά του Απόλλωνα, την Αρετή, και κοίταξα τη φωτογραφία της για να διαπιστώσω αμέσως πως ήταν πανομοιότυπη με την προηγούμενη, ξανθά μακριά μαλλιά, λευκό δέρμα, γαλανά μάτια και ψυχρό βλέμμα. Αναρωτήθηκα αν διάλεγαν τους άρχοντες με βάση την εμφάνιση και έτσι γύρισα τη σελίδα για να ελέγξω αν και η τρίτη αρχόντισσα ήταν ίδια. Φυσικά, η Αγάπη ήταν όμοια με τις προηγούμενες. Τρία πανομοιότυπα πρόσωπα με πανομοιότυπους χαρακτήρες και απόψεις, αλλά τρεις εντελώς διαφορετικές δυνάμεις.
Αφότου είδα τις φωτογραφίες των τριών γυναικών, γύρισα ξανά στη σελίδα της Αρετής και στο κομμάτι που μιλούσε για τις δυνάμεις της γεμάτη ανυπομονησία να ανακαλύψω τυχόν κοινές ικανότητες. Η Αρετή είχε τη δύναμη να προβλέπει το μέλλον, να διαβάζει τη σκέψη και να επηρεάζει τη συμπεριφορά. Η δύναμή της πήγαζε από μια κρυστάλλινη μπάλα, η οποία άλλαζε συνεχώς χρώματα. Δεν κατάλαβα για ποιο λόγο άλλαζε χρώμα, αλλά το λιγότερο που με απασχολούσε τη δεδομένη στιγμή ήταν μια πολύχρωμη μπάλα σκέφτηκα και ένας οξύς πόνος διαπέρασε την κορυφή του κεφαλιού μου. Εντάξει, σφαίρα, διόρθωσα τη σκέψη μου και ο πόνος εξαφανίστηκε. Η νύχτα γινόταν όλο και πιο περίεργη.
Διάβασα γρήγορα το κείμενο για τον έλεγχο των δυνάμεων και κράτησα στο μυαλό μου τα σημαντικότερα κομμάτια ώστε να τα δοκιμάσω το πρωί. Αρκετή ζημιά είχα προκαλέσει για μια μέρα. Άλλωστε, είχα υποσχεθεί να μη χρησιμοποιώ δυνάμεις τη νύχτα, υπόσχεση που θα κρατούσα, ειδικά τώρα που ήξερα τους κινδύνους. Άραγε, το ποίημα που διάβασα μπορούσε να μας θέσει σε κίνδυνο; Μήπως έπρεπε να ανησυχώ, αναρωτήθηκα και κοίταξα γύρω μου. Αφού βεβαιώθηκα πως δεν υπήρχε κανείς, γύρισα πίσω στο διάβασμα.
Προχώρησα στην Αγάπη η οποία είχε δυνάμεις δύσκολες να τις συλλάβει κανείς με τον νου του, πόσο μάλλον να τις δαμάσει. Αποτελούσε τον σύνδεσμο ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και των νεκρών, που σήμαινε πως μπορούσε να ανασταίνει νεκρούς, να χειρίζεται τον χρόνο και να δημιουργεί αντίγραφα. Διάβασα γρήγορα το κομμάτι για τον έλεγχό τους συγκρατώντας και πάλι τα κύρια σημεία μέχρι που έφτασα στην πηγή της δύναμής της, ένα βιβλίο με τα ονόματα όλων όσων είχαν ζήσει και ζούσαν στον κόσμο. Στο υπόμνημα κάτω από την εικόνα διάβασα πως το βιβλίο γραφόταν μόνο του, προσθέτοντας και αφαιρώντας ονόματα αντίστοιχα σε κάθε λίστα.
Ύστερα γύρισα σελίδα, ήθελα να δω μερικές φωτογραφίες των σκοτεινών αρχόντων. Όπως ήταν αναμενόμενο, έμοιαζαν πολύ μεταξύ τους· είχαν όλοι τους σκούρα καστανά μαλλιά και μάτια. Το δέρμα τους ήταν σταρένιο και το βλέμμα τους αναπάντεχα ζεστό. Μόνο κοιτάζοντας τη φωτογραφία, τα μάτια τους σε σαγήνευαν, σε έκαναν να νιώθεις όμορφα. Σίγουρα θα το εκμεταλλεύονταν με κάθε τρόπο. Για μερικά δευτερόλεπτα, αναλογίστηκα τη δική μου εμφάνιση απορρίπτοντας τελικά οποιαδήποτε σύνδεση με καθεμιά από τις δύο πλευρές. Είχα ανοιχτόχρωμο δέρμα και σκουρόχρωμα μαλλιά, μα ευτυχώς δε μοιάζαμε σε τίποτα άλλο. Δεν ήθελα να πάρω τη θέση τους και να επαναλάβω τα λάθη τους.
Προσπερνώντας τους σκοτεινούς άρχοντες, οι οποίοι είχαν αντίστοιχες δυνάμεις με τις αγγελικές, έφτασα στο κείμενο που αφορούσε την αλλαγή, όπου μια σειρά από φωτογραφίες απεικόνιζε τη διαδικασία. Μια γυάλινη προθήκη ήταν τοποθετημένη στη μέση ενός μεγάλου δωματίου. Τα αντικείμενα, ακριβώς τα μεσάνυχτα, τοποθετούνταν εκεί ώστε να γίνει η επαναφόρτισή τους και έπειτα περνούσαν στα χέρια των επόμενων αρχόντων. Όλη η διαδικασία κρατούσε μια ώρα, τόσο χρόνο είχα για να τους νικήσω, αλλιώς ήμασταν χαμένοι. Ξεροκατάπια και κοίταξα την ημερομηνία της αλλαγής. Μου έμενε λίγο παραπάνω από μια εβδομάδα για να τελειοποιήσω τις δυνάμεις μου και για να ανακαλύψω τι άλλα χαρίσματα έκρυβα μέσα μου. Όσο και αν δεν ήθελα να το παραδεχτώ, ήξερα τι δυνάμεις διέθετα, ο μπαμπάς τις είχε καταγράψει όλες. Ήμουν τόσο δυνατή όσο όλοι οι άρχοντες μαζί, ίσως και πιο ισχυρή λόγω της τελευταίας κρυφής μου δύναμης, που ο μπαμπάς είχε κρατήσει μυστική όσο καλύτερα μπορούσε, ακόμη και από εμένα.
Έβαλα και πάλι τις σκέψεις μου σε μια σειρά και παραδέχτηκα για πρώτη φορά στον ίδιο μου τον εαυτό πόσο δυνατή ήμουν. Κατά τη διάρκεια της αλλαγής, θα τους έδειχνα τι πραγματικά μπορούσα να κάνω και θα τους έδινα ένα μάθημα για όσα έκαναν στον μπαμπά μου. Θα άλλαζα τα πράγματα και δε θα γινόμουν και εγώ μια άβουλη βασίλισσα. Είχα τη δύναμη να το κάνω! Έπρεπε να βρω και το κουράγιο
Χαμένη ακόμη στις σκέψεις μου, ένιωσα τον Απόλλωνα να ξυπνάει. Πρώτα γύρισε πλευρό, έπειτα επέστρεψε στην αρχική του θέση και τέλος έτριψε τα μάτια του με τα χέρια. Θεέ μου, ήταν το πιο χαριτωμένο πλάσμα, σκέφτηκα. Τον παρακολούθησα να ανοίγει σιγά σιγά τα μάτια του και με έκπληξη να αντικρίζει το αχνό φως της μέρας που ξημέρωνε. Μόλις συνειδητοποίησε πως είχε παρακοιμηθεί, πετάχτηκε όρθιος. Κοίταξε γύρω του θέλοντας να σιγουρευτεί πως όλα ήταν καλά και έπειτα κάθισε δίπλα μου.
«Γιατί δε με ξύπνησες όπως είχαμε συμφωνήσειρώτησε νυσταγμένα.
«Είσαι πολύ γλυκός όταν κοιμάσαι και φαινόταν πως χρειαζόσουν ύπνο περισσότερο από όσο τον χρειαζόμουν εγώ. Εξάλλου, έτσι είχα χρόνο να διαβάσω αυτό» είπα δείχνοντας το ανοιχτό βιβλίο μπροστά μου.
«Πρέπει να κοιμηθείς, έστω και λίγο, διότι έχουμε πολύ δουλειά να κάνουμε. Ξάπλωσε για λίγο» είπε και έπνιξε με κόπο ένα χασμουρητό με αποτέλεσμα να παραμορφώσει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, γεγονός που με έκανε να χαμογελάσω γλυκά.
«Δεν μπορώ να κοιμηθώ, μη με πιέζεις» παρακάλεσα, ενώ δάκρυα κινδύνευαν να ξεφύγουν από τα μάτια μου παρά τη γαλήνη που είχα βιώσει μερικές ώρες πριν.
«Θα σε βοηθήσω εγώ» είπε και με τράβηξε στην αγκαλιά του. Ξάπλωσα ακουμπώντας στο στέρνο του και στριφογύρισα μέχρι να βολευτώ.
«Κλείσε τα μάτια σου και πάρε μια βαθιά ανάσα» είπε μαλακά και υπάκουσα, παρότι φρόντισα να δείξω τη δυσαρέσκειά μου με ένα μακρόσυρτο αναστεναγμό και μια ξινισμένη φάτσα.
«Τώρα θέλω να οργανώσεις το μυαλό σου. Βάλε ό,τι σε απασχολεί σε μικρές κούτες γράφοντας απέξω τι περιέχει το κουτί. Έπειτα, κλείδωσε τα με ένα λουκέτο. Απαγόρευσε στο μυαλό σου να ανατρέχει σε δυσάρεστες σκέψεις και αναμνήσεις για όση ώρα εσύ επιλέγεις και κοιμήσου». Παρότι αρχικά μερικές αμφιβολίες γεννήθηκαν μέσα μου, αποφάσισα να τον εμπιστευτώ και ξεκίνησα να βάζω σε κούτες όσα σκεφτόμουν, μέχρι που δεν έμειναν άλλες σκέψεις για να βάλω σε κουτιά. Έκλεισα τις τύψεις μου για την καταστροφή του σπιτιού, τη λύπη μου και τη νοσταλγία που ένιωθα για το σπίτι μου, τη μαμά μου και τη φίλη μου, τον θυμό μου για όσα έκαναν στον μπαμπά μου, την απελπισία μου για το ελάχιστο χρονικό διάστημα που είχα για να τελειοποιήσω τις δυνάμεις μου και να βρω ένα σχέδιο, το άγχος μου για την προφητεία και τον θάνατο του Απόλλωνα, τις αμφιβολίες μου για τον Βύρωνα, όλα. Τα πήρα όλα και τα κλειδαμπάρωσα μέσα σε κούτες με λουκέτα και ύστερα πήρα τα κουτιά και τα πέταξα. Φαντάστηκα τη λήθη σαν μια ανταριασμένη θάλασσα που εκτεινόταν στα όρια του μυαλού μου. Έσπρωξα προς τα εκεί όλες τις σκέψεις και τις φαντάστηκα να πέφτουν σαν πετραδάκια. Έτσι, η μια σκέψη μετά την άλλη χάθηκε.
 Όταν πλέον το μυαλό μου άδειασε, πήρα μια βαθιά ανάσα ευχαριστημένη από τον εαυτό μου, έδωσα ένα φιλί στον Απόλλωνα και ψιθύρισα:
«Σε αγαπάω».
«Εγώ σε αγαπάω πιο πολύ» είπε και αποκοιμήθηκα, ενώ εκείνος χάιδευε τα μαλλιά μου παρηγορητικά χαρίζοντάς μου πού και πού γλυκά φιλιά στο μέτωπο.


Έλενα Παπαδοπούλου