Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

30.12.19

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 16)

Απόλλωνας
Οι υποψίες μου δεν ήταν αβάσιμες· πράγματι οι δυνάμεις της ήταν τόσες πολλές και ο χρόνος δεν επαρκούσε. Δεν ήταν έτοιμη, ήταν ακόμη ανεξέλεγκτη και επικίνδυνη και κανείς δεν μπορούσε να την κατηγορήσει. Ήταν σαν παιδί που ξαφνικά απέκτησε τρομερές δυνάμεις, χρειαζόταν χρόνο. Ο αυτοέλεγχός της χρειαζόταν πολύ δουλειά, ειδικά με τη φωτιά. Η φωτιά ήταν καθαρή δύναμη, ατρόμητη και παιχνιδιάρα. Ήθελε να ξεφεύγει και, αν οτιδήποτε μπλόκαρε την ενέργεια της Βιολέτας από το να ρέει ομοιόμορφα, η φωτιά ξεπηδούσε μακριά.
Αναστέναξα και γύρισα να την κοιτάξω. Έμοιαζε τόσο αγγελική και ήρεμη όταν κοιμόταν. Έμεινα να παρακολουθώ το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει νιώθοντας ξαφνικά έναν αβάστακτο φόβο μην το επόμενο δευτερόλεπτο, δεν έχει ανάσα, μην τη χάσω ξαφνικά και δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Καθησύχασα τους παράλογους φόβους μου και συνέχισα να την κοιτάζω. Δε θα χόρταινα ποτέ την όψη της, τη χάρη και τον τσαμπουκά της. Δε θα χόρταινα ποτέ τη φωνή της και τα σ’ αγαπώ που μοίραζε τόσο δύσκολα, μα τόσο αληθινά. Για πάντα δικός της, είτε ζωντανός, είτε νεκρός!
Βιολέτα
Όταν ξύπνησα, ένιωθα το ενοχλητικό φως του ηλίου να διαπερνά τα κλειστά βλέφαρά μου. Γύρισα πλευρό, αλλά δεν κατάφερα να ξανακοιμηθώ. Ωστόσο, δεν άνοιξα τα μάτια μου, επειδή ήθελα να απολαύσω όσο περισσότερο γινόταν τη στιγμή. Αδιαφόρησα για οτιδήποτε γινόταν γύρω μου και συγκεντρώθηκα στον Απόλλωνα. Μπορούσα να ακούσω τη ρυθμική αναπνοή του και την καρδιά του να χτυπάει. Αλήθεια, η ακοή μου είχε βελτιωθεί θεαματικά και πλέον απολάμβανα τις νέες δυνατότητες που μου χάριζε το σώμα μου.
Κάποια στιγμή, δεν άντεξα άλλο· δε μου έφτανε να ακούω, ήθελα και να δω. Έτσι, άνοιξα τα μάτια μου όσο πιο λίγο γινόταν για να μπορέσω να τον δω. Είχε ακουμπήσει το κεφάλι του στον φράχτη και κοίταζε ευθεία μπροστά. Και τι δε θα έδινα να μπορούσα να διαβάσω τις σκέψεις του. Φαινόταν τόσο χαμένος και ήθελα να βοηθήσω, όπως ακριβώς με είχε βοηθήσει και εκείνος άπειρες φορές έως τώρα. Δεν μπορούσα όμως να το κάνω. Ή μήπως μπορούσα; Ανακάλεσα γρήγορα στο μυαλό μου τις πληροφορίες που είχα συγκεντρώσει το προηγούμενο βράδυ και αποφάσισα να πειραματιστώ. Έφερα το πρόσωπο του Απόλλωνα στο μυαλό μου και άφησα τα συναισθήματά μου για εκείνον να με πλημμυρίσουν, ώστε να δημιουργήσω μια πρωτογενή σύνδεση.
Ένιωθα τόσα πολλά για εκείνον και ας τον ήξερα τόσο λίγο, ή μάλλον και ας τον θυμόμουν τόσο λίγο. Οι αναμνήσεις επέστρεφαν πολύ αργά και ένιωθα συνεχώς πως παρακολουθούσα τη ζωή κάποιου άλλου, όμως με τα συναισθήματα γινόταν κάτι διαφορετικό. Εκείνα επέστρεφαν με γρήγορους ρυθμούς, μα ήταν πιο μπερδεμένα και δε θα με βοηθούσαν. Για να δημιουργηθεί μια ισχυρή σύνδεση, χρειαζόμουν σιγουριά και λεπτομέρεια, έτσι, συγκέντρωσα τα συναισθήματά μου από τότε που τον συνάντησα ξανά στα γενέθλια της Ηλέκτρας.
Στην αρχή είχα νιώσει περιέργεια για τον Απόλλωνα. Κάτι στην αύρα του με τραβούσε και η περιέργεια έγινε αμέσως συμπάθεια. Όταν θυμήθηκα το όνομά του, τότε κατάλαβα για πρώτη φορά, πως το άτομο που δεν αναγνώριζα είχε υπάρξει σημαντικό κομμάτι της ζωής μου. Όταν με βρήκε στην Άλλη Γη, είχα αισθανθεί ευγνωμοσύνη και θαυμασμό για εκείνον, ίσως και μια δόση ζήλειας, διότι έκανε τις δυνάμεις να φαίνονται παιχνιδάκι. Δεν είχα αμφιβολία πως και εκείνος θα είχε ταλαιπωρηθεί και θα τα είχε βρει σκούρα, μα δεν το έδειχνε. Αφού ολοκλήρωσα τη βάση, άρχισα να σκέφτομαι τα πιο δυνατά συναισθήματα που είχα για εκείνον. Άφησα τον πόθο, τον έρωτα, ίσως και την αγάπη να με γεμίσουν και η σύνδεση επιτεύχθηκε δίνοντάς μου ένα κλειδί, που μπορούσε να ανοίξει μονάχα ένα πράγμα, το μυαλό του. Μια σκέψη πέρασε φευγαλέα από τον νου μου πριν πλησιάσω στην κλειδαριά. Μακάρι το κλειδί να άνοιγε την καρδιά του, εκείνη δεν μπορούσε να πει ψέματα.
Πλησίασα νοητά τον εγκέφαλό του, έβαλα το κλειδί στην κλειδαριά και την άνοιξα. Άρχισα να ακούω τις σκέψεις του σιγανά και αποσπασματικά. «Η Βιολέτα, η μικρή μου όμορφη Βιολέτα…», «τα ξωτικά…», «αφότου τελειώσει την αποστολή της», «φοβάμαι, δε θέλω να φύγω.», «τι θα κάνει όταν πεθάνω;», «καταλαβαίνει πόσο την αγαπάω; Με αγαπάει το ίδιο;» άκουσα πιο καθαρά και έφυγα τρέχοντας κλείνοντας την πόρτα που είχα ανοίξει. Δεν ήθελα να ακούσω άλλα. Ήταν φρικτό να παραβιάζεις με τέτοιο τρόπο τον προσωπικό χώρο κάποιου για να διαβάσεις ύπουλα τη σκέψη του. Και κυρίως, ήταν φρικτό το γεγονός πως μετά δεν υπήρχε γυρισμός, δε γινόταν να αγνοήσεις ό,τι άκουσες ή να τα ξεχάσεις.
Ο ατρόμητος Απόλλωνας φοβόταν τον θάνατο, μα πιο πολύ, φοβόταν για εμένα. Φοβόταν τι θα έκανα μετά, ολομόναχη, φοβόταν μήπως δεν τον αγαπούσα. Ένιωθα πως φοβόταν πολύ περισσότερο την πιθανότητα να μην τον αγαπούσα απ’ ό,τι φοβόταν τη βεβαιότητα του θανάτου του.
Άνοιξα τα μάτια μου και όρμησα καταπάνω του ρίχνοντάς τον κάτω ανάσκελα. Τον φίλησα στα χείλη λες και ήταν οξυγόνο που χρειαζόμουν απεγνωσμένα για να ζήσω. Τον φίλησα λες και η πράξη μου μπορούσε να σβήσει από το μυαλό μου όσα είχα ακούσει.
«Κάποια ξύπνησε κεφάτη σήμερα. Πώς και έτσι;»
«Δηλαδή υπονοείς ότι δεν ξυπνάω χαρούμενη εγώ;» είπα κάνοντας την ενοχλημένη.
«Εγώ δεν υπονοώ τίποτα. Ό,τι έχω να πω, το λέω ξεκάθαρα» αστειεύτηκε και ως απάντηση πήρε μια ξινισμένη έκφραση και μια απαλή γροθιά στο στήθος.
«Μικρή Βιολέτα, πάντοτε τα ίδια. Συνέχεια με πειράζεις, αλλά ξεχνάς κάτι πολύ σημαντικό, είμαι πιο δυνατός από εσένα» είπε και με μια κίνηση βρέθηκα εγώ ανάσκελα με τον Απόλλωνα από πάνω μου να μου κρατάει τα χέρια και να γελάει. Προσπάθησα να ξεφύγω, αλλά ήταν όντως πιο δυνατός από εμένα. Τότε, άρχισε να με γαργαλάει μέχρι που δεν μπορούσα να αναπνεύσω από τα τρανταχτά γέλια. Μόνο τότε σταμάτησε και μείναμε να κοιταζόμαστε για μερικά δευτερόλεπτα που φάνταζαν ώρες.
Ένιωσα ξαφνικά σαν να έπαιζα σε ταινία του Χόλυγουντ, από αυτές που οι πρωταγωνιστές κοιτάζονται, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται και όλα γύρω τους χάνονται μέχρι που φιλιούνται. Και τότε, όπως κοιταζόμασταν, έσκυψε και δειλά μου χάρισε ένα φιλί. Και ύστερα άλλο ένα και ένα ακόμη, ενώ κάθε φιλί ήταν πιο βαθύ και παθιασμένο από το προηγούμενο. Με κάθε φιλί, ένιωθα όλη την ένταση να εξατμίζεται και να πετά μακριά αφήνοντας με ήρεμη. Σιγά σιγά χαλάρωσα και τότε μπήκα πάλι στο μυαλό του. Δεν το ήθελα καθόλου, απλώς αφέθηκα και η πόρτα άνοιξε χωρίς να το καταλάβω. Ήμουν τόσο αφελής και δεν είχα φροντίσει να κλείσω σωστά τις διόδους, για όλα έφταιγα εγώ. Εκείνη τη στιγμή, απλώς ήθελα να σταματήσει ό,τι έκανε, έπρεπε να φύγω από εκεί και να τερματίσω όποια πρόσβαση είχα στις σκέψεις του.
Μόλις το σκέφτηκα, τα μέλη του Απόλλωνα σαν να παρέλυσαν και εκείνος σταμάτησε να με φιλάει και έμεινε ακίνητος δίπλα μου. Πώς στο καλό είχε γίνει; Απομακρύνθηκα από κοντά του φοβισμένη και τον κοίταξα χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα για το πώς θα διορθώσω ό,τι στο καλό είχα κάνει. Ήταν τόσο τρομακτική η συνειδητοποίηση του τι μπορούσα να κάνω με μια απλή σκέψη και μια στιγμή απροσεξίας. Τι θα γινόταν αν έκανα μια φρικτή σκέψη;
Κοίταξα ξανά τον Απόλλωνα και πανικοβλήθηκα περισσότερο. Πώς θα διόρθωνα ό,τι του είχα κάνει; Μήπως να ρωτούσα κανένα ξωτικό σκέφτηκα και τότε άρχισα πάλι να βλέπω όπως το προηγούμενο βράδυ. Ένα ξωτικό με πλησίασε και υποκλίθηκε μπροστά μου.
«Εσύ ξέρεις πώς θα το διορθώσω;»
«Όπως ξεκλείδωσες, έτσι θα ξανακλειδώσεις» είπε και εξαφανίστηκε μαζί με την περίεργη όρασή μου.
«Εντάξει Βιολέτα, μην πανικοβάλλεσαι. Ο Απόλλωνας δε λέει συνεχώς πόσες δυνάμεις έχεις; Αφού τον πάγωσες, θα τον ξεπαγώσεις» μονολόγησα και έκανα ό,τι μου είχε πει το ξωτικό, άφησα τα συναισθήματά μου να με κατακλύσουν και να δημιουργήσουν ένα ρίγος που διαπέρασε όλο μου το κορμί από άκρη σε άκρη. Τα συναισθήματα άρχισαν τότε να παίρνουν μορφή, έγιναν χρυσόσκονη, μικρή, αλλά πολύχρωμη, που βρέθηκε να παλεύει με μια δίνη ανεξέλεγκτη, όπως το χάος που δημιουργούσα από το πρώτο δευτερόλεπτο της άφιξής μου σε τούτο τον τόπο.
Αέρας μαστίγωνε πλέον το πρόσωπό μου καθώς καλούσα ένα ένα τα στοιχεία να με συνδράμουν και να με καθοδηγήσουν. Επικαλέστηκα όποια ακόμη δύναμη είχα και η χρυσόσκονη άρχισε να συσπειρώνεται και να γίνεται μια ενιαία μάζα. Η μπάλα άρχισε να μεγαλώνει και να παλεύει με τη δίνη, μέχρι που ξέφυγε και προσγειώθηκε στο μάγουλό του αφήνοντάς του ένα κόκκινο σημάδι, σαν να τον είχα χαστουκίσει.
 Τον κάρφωνα με τα μάτια μου περιμένοντας πότε θα σηκωθεί και θα τρίψει το πονεμένο του μάγουλο. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν αργά και βασανιστικά μέχρι επιτέλους να ανοίξει τα μάτια του και να ανασηκωθεί. Κοίταξε τρομαγμένος γύρω του μέχρι που τα μάτια μας συναντήθηκαν και μπόρεσε να ησυχάσει τα τεντωμένα του νεύρα.
«Πώς βρέθηκες εσύ εκεί;» ρώτησε. Πριν απαντήσω, αναρωτήθηκα πότε θα αισθανόταν τον πόνο και εκείνος μονομιάς έβγαλε μια πνιχτή κραυγή και έπιασε το μάγουλό του.
«Δεν ξέρω τι να πω. Δε θυμάμαι τι έγινε, αλλά σίγουρα το άξιζα το χαστούκι» είπε χαμηλώνοντας με ντροπή το βλέμμα του και κοκκινίζοντας ακόμη περισσότερο από πριν.
«Όχι, όχι, δεν έκανες εσύ κάτι, εγώ έκανα. Άθελά μου μπορεί, ίσως, να σε πάγωσα. Δεν κατάλαβα ακριβώς τι έκανα, αλλά σταμάτησες να κινείσαι. Το κοκκίνισμα είναι η απόδειξη πως σε επανάφερα» είπα και ήταν η σειρά μου να χαμηλώσω το βλέμμα μου ντροπιασμένη. Ο Απόλλωνας, άνοιξε το στόμα του για να απαντήσει, όμως το μετάνιωσε και το έκλεισε. Μείναμε σιωπηλοί μέχρι που τελικά έσπασα εγώ την ανυπόφορη σιωπή.
«Λυπάμαι πολύ. Ξέρεις πως δεν μπορώ να το ελέγξω, για τον Θεό, απλώς κοίτα το σπίτι. Όμως στο υπόσχομαι θα προσέχω πιο πολύ την επόμενη φορά και θα κάνω ό,τι μου πεις, θα ακολουθώ τις συμβουλές σου και θα κάνω τις ασκήσεις, ό,τι άλλο θες. Μόνο, συγχώρεσέ με» είπα και με αυτά ένα τεράστιο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του.
Τον πλησίασα και τεντώθηκα στις μύτες των ποδιών μου χαρίζοντάς του ένα φιλί στο λαιμό. Συνέχισα να τον φιλάω ανεβαίνοντας σταδιακά μέχρι που τα χείλη μας βρήκαν το ένα το άλλο και ενώθηκαν. Τα χέρια μου άρχισαν να εξερευνούν το πρόσωπό του, το στέρνο του, την πλάτη του, την ίδια στιγμή που η γλώσσα μου εξερευνούσε το στόμα του. Όταν το οξυγόνο χάθηκε, απομακρυνθήκαμε ξέπνοοι.
«Αν είχαμε καφέ, θα ήταν το τέλειο πρωινό» είπε και τον έπιασα από το χέρι. Ήξερα τι έπρεπε να κάνω, θεωρητικά τουλάχιστον.
 Έκλεισα τα μάτια και συγκεντρώθηκα στο άγγιγμά του, που μου προσέφερε ένα αίσθημα ασφάλειας. Άφησα το μυαλό μου να περιπλανηθεί, μέχρι που κάθε επαφή με την πραγματικότητα αποτελούσε ανάμνηση. Η φωνή του ακουγόταν όλο και πιο μακρινή όσο έμπαινα πιο βαθιά στο τούνελ νιώθοντας τις δυνάμεις μου να υποχωρούν και τα πόδια μου να καταρρέουν. Μόνο αν έφτανα στην άκρη όμως θα τα κατάφερνα. Έτρεξα με όση δύναμη μου είχε απομείνει και έφτασα εκεί ένα δευτερόλεπτο πριν εξαφανιστούν όλα. Σωριάστηκα στο χώμα ξέροντας πως όταν ξυπνούσα, θα ήμουν στο κρεβάτι μου και θα με περίμενε μια κούπα με ζεστό καφέ. Τα ματιά μου έκλεισαν. Η τελευταία σκέψη πριν βυθιστώ στον ύπνο ήταν μια: το να δημιουργείς αντίγραφα ήταν πιο κουραστικό απ’ όσο περίμενα. 


Έλενα Παπαδοπούλου