Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

5.2.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 18)

Βιολέτα
Μετά την αναπάντεχη επίσκεψη του άρχοντα, στο σπίτι επικράτησε νεκρική σιγή. Ο Απόλλωνας και εγώ αποσυρθήκαμε ο καθένας στο δωμάτιό του και αρχίσαμε να μαζεύουμε όσα πράγματα χρειαζόμασταν, μονάχα τα πιο απαραίτητα. Η θλίψη με είχε καταβάλει και είχε εξαφανίσει και το τελευταίο ίχνος της χαράς και ανεμελιάς που είχα βιώσει το πρωί. Ένιωθα πάλι φορτωμένη με όλα τα βάρη του κόσμου και ήταν ανυπόφορο. Έκλεισα το σακίδιο μου και κατέβηκα στο σαλόνι όπου με περίμενε έτοιμος ο Απόλλωνας.
Ξαφνικά ένιωσα έντονη δυσφορία. Τα πάντα μου γύρω μου άρχισαν να γυρίζουν και το στομάχι μου ανακατεύτηκε. Μια σκοτοδίνη με τύλιξε και τα πόδια μου λύγισαν κάτω από το βάρος του σώματός μου. Ο Απόλλωνας, σαν να ένιωσε πως θα έπεφτα, πρόλαβε να ανακόψει κάπως την πτώση μου και να με αποθέσει μαλακά στο πάτωμα. Η ναυτία που ένιωθα μετατράπηκε σε αναγούλα και, αφού διπλώθηκα στα δύο, άδειασα το περιεχόμενο του στομαχιού μου. Έκανα εμετό μέχρι που δεν έμεινε τίποτα άλλο στο στομάχι μου και η ανάσα μου είχε σχεδόν κοπεί. Τότε, ένας φρικτός πονοκέφαλος ξεκίνησε και αποτελείωσε το σώμα μου, αφήνοντας με αναίσθητη στο πάτωμα.
Απόλλωνας
Περισσότερο το ένιωσα, παρά την είδα να πέφτει. Έτρεξα δίπλα της προλαβαίνοντας να ανακόψω την πτώση της λίγο πριν το κεφάλι της πέσει στο σκληρό πάτωμα. Την παρακολούθησα ανήμπορος να κάνει εμετό, έπειτα να κρατάει το κεφάλι της και στο τέλος να λιποθυμάει. Σήκωσα στην αγκαλιά μου το πλέον παγωμένο σώμα της και την ακούμπησα στον καναπέ σκεπάζοντάς τη με μια κουβέρτα. Ύστερα, άρχισα να ανεβάζω τη θερμοκρασία του δωματίου.
«Ανάθεμα» αναφώνησα και άρχισα να τρέμω από οργή. Έπρεπε κάπου να ξεσπάσω τα νεύρα μου, για να αδειάσω το μυαλό μου και να μπορέσω να συγκεντρωθώ. Κοίταξα γρήγορα γύρω μου, αλλά δε βρήκα τίποτα ώστε να εκτονώσω όσα αισθανόμουν. Ασυναίσθητα, τα χέρια μου σχημάτισαν γροθιές και μια από αυτές προσγειώθηκε με δύναμη στον τοίχο. Ο πόνος αμέσως κατέκλυσε το σώμα μου και ένα μικρό ρυάκι αίματος άρχισε να τρέχει από τη νέα πληγή. Όμως ταυτόχρονα, η οργή καταλάγιασε και το μυαλό μου άδειασε. Πήρα μερικές βαθιές ανάσες, τύλιξα το χέρι μου με λίγο χαρτί και κάθισα δίπλα της κρατώντας την ανάμεσα στα χέρια μου. Η μικρή μου πολύτιμη Βιολέτα που ήταν πάντα ατρόμητη, τώρα ήταν ευάλωτη και διαλυμένη στα χέρια μου. Ο πόνος διαπέρασε την καρδιά μου και αύξησα και άλλο τη θερμοκρασία γύρω μου. Δε γινόταν να συμβαίνει κάτι τέτοιο, δεν ήταν δυνατόν να αντιδρά έτσι το σώμα της στις δυνάμεις της. Τίποτα δεν έβγαζε νόημα, όλα ήταν ψέματα, έπρεπε να είναι.
Βιολέτα
Λίγο αργότερα, ένιωσα σταδιακά να επανακτώ τις αισθήσεις μου. Η υπερβολική ζέστη γύρω μου με έκανε να νιώσω αμέσως δυσφορία. Ιδρώτας έσταζε από το μέτωπό μου και τα μαλλιά μου κολλούσαν πάνω του. Σχεδόν δυσκολευόμουν να αναπνεύσω από την πολλή ζέστη. Όμως, όσο ξαφνικά με είχε κυριεύσει η δυσφορία, τόσο ξαφνικά αντικαταστάθηκε ξανά από το απόλυτο τίποτα. Ένιωσα τις αισθήσεις μου να με εγκαταλείπουν και να δίνουν τη θέση τους σε ένα νέο όραμα.
Για μερικά τέλεια δευτερόλεπτα, δεν ακουγόταν τίποτε γύρω μου. Όλα ήταν άσπρα, ακίνητα και αθόρυβα. Δεν υπήρχε τίποτα που μπορούσε να χαλάσει την ηρεμία εκείνες τις ελάχιστες στιγμές πριν από το όραμα. Ήταν σαν τη νηνεμία πριν από τον κυκλώνα και έτσι απόλαυσα στο έπακρο τα δευτερόλεπτα που μου χαρίστηκαν μέχρι η εικόνα να ξεκαθαρίσει και να ακουστεί η ίδια φωνή.
«Ήρθε η ώρα να μάθεις ποια είμαι. Νομίζω αρκετά το καθυστερήσαμε. Βέβαια, από την άλλη, αν σου πω ποια είμαι, δε θα έχει πλάκα. Πρέπει να το μαντέψεις μόνη σου. Θα σου δώσω μερικά στοιχεία για να σε βοηθήσω» άκουσα τη φωνή να λέει όλο χαρά και αμέσως άρχισα να εκνευρίζομαι. Μα ποια ήταν και με ποιο δικαίωμα έπαιζε μαζί μου;
«Στοιχείο πρώτο, είμαι αυτή που σε βοήθησε να σώσεις τον νονό σου, τον οποίο έστειλες στη Γη με τη βοήθεια του αέρα. Στοιχείο δεύτερο, εγώ σου προκαλώ οράματα και μπαίνω στο μυαλό σου πάντα την κατάλληλη στιγμή».
«Δεν καταλαβαίνω» είπα όσο πιο ανέκφραστα μπορούσα.
«Για σκέψου λίγο. Πώς γίνεται να ξέρω πότε να εμφανιστώ; Πώς γίνεται να ξέρω πάντα τι να πω και πώς απέκτησα πρόσβαση σε όλους σου τις κλεμμένες αναμνήσεις; Πώς ξέρω πως τώρα είσαι εκνευρισμένη;»
«Σου είπα ήδη πως δεν καταλαβαίνω» της φώναξα αγανακτισμένη.
«Είμαι εσύ και εσύ είσαι εγώ» απάντησε τελικά γελώντας.
«Νομίζεις πως θα σε πιστέψω; Υπάρχει μόνο μια Βιολέτα και αυτή είμαι εγώ. Ήρθα εδώ παρά τη θέλησή μου, δεν ξέρω τι κάνω, φοβάμαι, αλλά είμαι μια και αν πραγματικά θες να με βοηθήσεις, πες μου την αλήθεια τουλάχιστον».
«Μα σου λέω την αλήθεια. Πριν από τρία χρόνια ήμουν εγώ στη θέση σου, χαμένη και απελπισμένη, με ελάχιστο χρόνο στη διάθεσή μου, έξι άρχοντες να με κυνηγούν και μια κατάρα που δεν ήξερα πως να λύσω. Με κάποιο μαγικό τρόπο, όλα πήγαν καλά, μέχρι που στράβωσαν.
Οι άρχοντες με εξαπάτησαν την πρώτη φορά που ήρθα στην Άλλη Γη. Υπήρχε κάτι που κράτησαν κρυφό, και αυτό με έκανε να χάσω τον Απόλλωνα. Σε μια στιγμή απελπισίας, γύρισα πίσω τον χρόνο, τον γύρισα στο σημείο που ξέχασες τα πάντα και ξέμεινα εδώ. Για λίγο καιρό, έμεινα στο δωμάτιο της βιβλιοθήκης βαθιά μέσα στο δάσος, μα ήμουν πολύ αδύναμη και δεν άργησαν να με ανακαλύψουν. Δεν μπορούσα πια να παλέψω για να προστατευτώ, όλες μου οι δυνάμεις είχαν χαθεί και έτσι με φυλάκισαν.
Η ιστορία επαναλήφθηκε, όπως έπρεπε να είχε γίνει και τώρα, φτάσαμε ξανά στην κρίσιμη στιγμή. Τώρα όμως κυνηγούν εσένα. Αν δε διορθώσουμε τα πράγματα και δε στείλουμε αυτούς τους ανόητους στα βάθη της κολάσεως, την επόμενη βδομάδα θα μου κάνεις παρέα στο κελί» είπε και τα λόγια της στην αρχή δεν έγιναν αντιληπτά από το μυαλό μου. Έπαιξαν ξανά και ξανά σαν ταινία, μέχρι που κάθε λέξη μπήκε στη σωστή θέση και το μήνυμα ολοκληρώθηκε.
«Σε ακούω. Τι θες να κάνω;» ρώτησα διστακτικά.
«Όπως σου είπα, δεν έχω δυνάμεις, αλλιώς θα είχα εξαφανιστεί καιρό τώρα. Μόνο με εσένα μπορώ να επικοινωνώ, ένα παραθυράκι στον νόμο ας πούμε. Αν βγω από εδώ μέσα, μπορώ να σε βοηθήσω και άλλο, πιο ουσιαστικά ακόμη. Δε σου έχουν μείνει πολλές μέρες και το ξέρεις, αλλά σου ορκίζομαι πως τέσσερεις μέρες αρκούν. Μόνο που πρέπει να με σώσεις, κάτι που δυστυχώς δε θα είναι ιδιαίτερα εύκολο.
Με τον Ιάκωβο ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Με εμένα όμως πρέπει να γίνει με τον παραδοσιακό τρόπο: θα έρθεις μια βόλτα στο παλάτι, στα μπουντρούμια του οποίου με κρατούν, θα τρυπώσεις μέσα και θα ζητήσεις από τον φύλακα να σου δώσει τα κλειδιά. Κατάλαβες;»
«Και θα μου τα δώσει νομίζεις; Αν δηλαδή φτάσω ποτέ μέχρι εκεί, επειδή πρέπει πρώτα να μπω στο παλάτι περνώντας τους εξωτερικούς φρουρούς και να διασχίσω όλο τον κήπο, μέχρι την πόρτα που βρίσκεται στην άλλη άκρη. Έπειτα, απλώς πρέπει να μπω μέσα, χωρίς οι φύλακες να με καταλάβουν και φυσικά να τους πάρω και τα κλειδιά. Κάτι άλλο θες να κάνω;» είπα όσο πιο σαρκαστικά μπορούσα.
«Τα συνόψισες πολύ ωραία νομίζω. Αλλά για να σε βοηθήσω, θα σου πω πως η κατάλληλη ώρα είναι τα μεσάνυχτα που ο φρουρός είναι πάντοτε μισοκοιμισμένος. Βιάσου τώρα. Ελπίζω να τα καταφέρεις» είπε και επέστρεψα απότομα στην πραγματικότητα και στην αποπνικτική ζέστη του σπιτιού.
Άνοιξα τα μάτια και άρχισα να παλεύω με την κουβέρτα, ενώ έστειλα έναν κρύο άνεμο στο σαλόνι. Ο Απόλλωνας ξέμπλεξε τα χέρια του ελευθερώνοντας με από τη μέγγενη της αγκαλιάς του και σταμάτησε να παράγει θερμότητα. Μετά από λίγο, η θερμοκρασία είχε επιστρέψει στο φυσιολογικό, αν και τα μάγουλά μου ήταν ακόμη αναψοκοκκινισμένα.
«Βιολέτα, είσαι καλά; Τι έγινε;;»
«Είμαι μια χαρά, μην ανησυχείς, ήταν ένα όραμα μονάχα» είπα καθησυχαστικά.
«Δε θα αντέξω να σε χάσω, όχι τώρα που σε ξαναβρήκα» είπε και με αγκάλιασε.
«Συγνώμη» ψιθύρισα και τέντωσα το σώμα μου για να τον φτάσω. Τύλιξα τα χέρια μου γύρω από τον λαιμό του και χάιδεψα απαλά τα μαλλιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Τα χείλη μου βρήκαν τα δικά του, που ήταν αναζωογονητικά κρύα και για μια στιγμή με ένοιαζε μόνο το φιλί μας. Το χέρι μου αναζήτησε το δικό του και μόλις το βρήκε, το πρόσωπό του έκανε έναν μορφασμό πόνου. Άρπαξα το χέρι του και το κοίταξα. Είχε μελανιάσει ήδη, ενώ το αίμα έτρεχε ακόμη από την πληγή. Κάλεσα κοντά μου θεραπευτικό νερό και γιάτρεψα το τραύμα χωρίς να πω τίποτε.
«Ο λόγος για τον οποίο είδα το όραμα είναι σοβαρός και πολύπλοκος θα έλεγα, γι’ αυτό το σώμα μου αντέδρασε υπερβολικά, είναι σαν ένα τίμημα που πρέπει να πληρώσω. Το σημαντικό όμως είναι πως έχουμε να καταστρώσουμε μια αποστολή διάσωσης και μάλιστα μεταμεσονύκτιας. Ξέρω ότι δε με καταλαβαίνεις ιδιαίτερα, αλλά θα σου τα εξηγήσω όλα αμέσως» του είπα και ήξερα πως τον είχα ήδη πείσει.
 «Με τρομάζεις» είπε και τα λόγια του πόνεσαν για μια στιγμή. Ήξερα πως θα είχα τέτοια επίδραση στους ανθρώπους για πάντα. Είχα μόνο τέσσερεις μέρες πριν γίνω βασίλισσα. Πριν σταματήσουν όλοι να με βλέπουν σαν απλή κοπέλα και αρχίσουν να με βλέπουν σαν πανίσχυρη, νέα και επικίνδυνη αρχηγό τους. Το στομάχι μου αναδεύτηκε και έδιωξα τις σκέψεις μου. Υπάρχουν πολλά που πρέπει να κάνω, δεν υπάρχει καιρός για απαισιοδοξία, μάλωσα τον εαυτό μου και έπιασα το χέρι του Απόλλωνα.
«Όλα ξεκίνησαν όταν πρωτοέφτασα στην Άλλη Γη» άρχισα να λέω εξιστορώντας κάθε μου επαφή με την έγκλειστη Βιολέτα, μέχρι που δεν έμεινε κανένα μυστικό ανάμεσά μας. Τότε, αρχίσαμε να δουλεύουμε μαζί, ελπίζοντας οι προσπάθειές μας να αποφέρουν καρπούς.


Έλενα Παπαδοπούλου