Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

26.2.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 19)

Βιολέτα
Το σχέδιο ήταν για αρχή απλό, εγώ θα μαγείρευα κάτι εύκολο να φάμε, ενώ εκείνος θα έφτιαχνε καφέ. Ήταν κάπως ειδικός, αφού πάντοτε ο δικός του ήταν πολύ καλύτερος από τον δικό μου και ας ήταν η πιο απλή διαδικασία - θέλω να πω, βάζεις καφέ σε σκόνη και νερό στην καφετιέρα και είναι έτοιμος. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να τον εντυπωσιάσω, όπως ακριβώς έκανε εκείνος από την πρώτη στιγμή που ξαναγνωριστήκαμε. Σίγουρα θα το έκανε και παλαιότερα, σκέφτηκα με πικρία και επικεντρώθηκα στο μαγείρεμα. Αποφάσισα πως θα έφτιαχνα το σπέσιαλ γεύμα μου, το μόνο δηλαδή που ήξερα να μαγειρεύω. Έβγαλα όσο κοτόπουλο είχε μείνει την προηγούμενη μέρα, το έκοψα σε μικρά κομμάτια και το έβαλα σε μια κατσαρόλα με λευκό κρασί και κρέμα γάλακτος. Λίγα μπαχαρικά και φρέσκια ψιλοκομμένη ντομάτα και το φαγητό μας ήταν έτοιμο.
Καθίσαμε στο τραπέζι και αρχίσαμε να τρώμε, ενώ ανάμεσά μας επικρατούσε μια παράξενη σιωπή. Με το πιρούνι μου άρχισα να τσιμπάω τα κομμάτια ντομάτας. Τα έβλεπα να διαλύονται και να κοκκινίζουν το φαγητό, θυμίζοντας λίγο το αίμα. Το μυαλό μου άρχισε να φαντάζεται τη μάχη, σαν εγώ να ήμουν το πιρούνι και ήταν δική μου δουλειά να σκοτώσω τόσους ανθρώπους. Δε μου άρεσε το αίμα. Οι σκέψεις μου άρχισαν να ξεστρατίζουν ακόμη περισσότερο και έπρεπε με κάποιο τρόπο να τις κάνω να σωπάσουν, οπότε έσπασα τη σιωπή μας με την ελπίδα η συζήτηση να μπλοκάρει λίγο τις κακές σκέψεις και να ηρεμήσει το μυαλό μου.
«Πες μου για εσένα» του είπα συνειδητοποιώντας πόσο λίγα πράγματα ήξερα για τον Απόλλωνα στην πραγματικότητα.
«Τι θες να μάθεις;»
«Θέλω να μάθω τα μικρά και ασήμαντα πράγματα. Αυτά που δεν έχουν ιδιαίτερο νόημα. Για παράδειγμα, ποιο είναι το αγαπημένο σου χρώμα;»
«Για ευνόητους λόγους θα πω το βιολετί» είπε, αφού προσποιήθηκε πως σκεφτόταν για λίγο. Έπειτα κοκκίνισε και μου χαμογέλασε στραβά. Ήταν τόσο αξιολάτρευτος που δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο, παρά να χαμογελάσω και εγώ.
«Να σκεφτώ, ποιο είναι το αγαπημένο σου μέρος;»
«Όπου είσαι εσύ είναι τέλεια. Τώρα που το σκέφτομαι και το Παρίσι δεν ήταν καθόλου άσχημο». Πνίγηκα με την μπουκιά που έτρωγα.
«Έχεις πάει στο Παρίσι; Θέλω τόσο πολύ να πάω».
«Και θα πας. Στο υπόσχομαι. Πριν με ρωτήσεις πώς θα γίνει κάτι τέτοιο, σου απαντάω πως θα βρούμε τρόπο. Όλα γίνονται, αν υπάρχει θέληση, μην το ξεχνάς».
«Έχουμε ξανακάνει μια ίδια συζήτηση, έτσι δεν είναι; Πες μου πότε. Θέλω να μάθω τα πάντα, να γεμίσω τα κενά. Αλλιώς νιώθω πως συνέχεια μπερδεύομαι περισσότερο. Πρέπει να κρατηθώ από κάπου και μόνο εσύ μπορείς να το κάνεις αυτό, εσύ και οι αναμνήσεις από όσα ζήσαμε μαζί». Αναστέναξε βαριά και έκλεισε τα μάτια του.
«Ήταν περίπου δύο μήνες πριν ξεχάσεις. Τα πράγματα στένευαν γύρω μας και πιεζόμασταν όλοι. Ο Ιάκωβος είχε ήδη εξαφανιστεί, ο πατέρας σου ήταν άυπνος, προσπαθούσε να βρει τρόπο να περισώσει την κατάσταση και η μητέρα σου ήταν ακόμη σε άρνηση. Σε κρατούσα στην αγκαλιά μου και κοιτούσαμε τα αστέρια. Και τότε ήταν που γύρισες, με κοίταξες και με έβαλες να σου υποσχεθώ κάτι, πως θα τα καταφέρναμε και έπειτα θα πραγματοποιούσα μια ευχή σου, να πάμε μαζί στην πόλη των ερωτευμένων. Έπειτα, όλες οι αναμνήσεις χάθηκαν και έπρεπε και εγώ να χαθώ από τη ζωή σου. Οπότε, αποφάσισα να πάω το ταξίδι μας, για να σε νιώθω κοντά μου όσο περισσότερο γίνεται». Η καρδιά μου σφίχτηκε και ανακατεύτηκα.
«Το αγαπημένο σου φαγητό;» ρώτησα προκειμένου να αλλάξω το θέμα. Αμέσως, ο Απόλλωνας ανακουφίστηκε και χαμογέλασε. Εγώ όμως αισθάνθηκα ακόμη χειρότερα, μόνος τη σκέψη πως εγώ ευθυνόμουν για όλα τους τα δεινά· η μητέρα μου έμεινε μόνη της, ο Απόλλωνας διαλύθηκε, ο μπαμπάς ξέχασε και ο Ιάκωβος βασανίστηκε. Όποιος είναι δίπλα μου παθαίνει κακό. Όποιος προσπαθεί να με βοηθήσει, καταλήγει να πληγώνεται. Τι το ιδιαίτερο έχω; Τι έχω κάνει για να αξίζω τόσες θυσίες; Τίποτα, άκουσα το υποσυνείδητό μου να λέει.
«Το πικάντικο κοτόπουλο της μαμάς σου νομίζω ότι είναι το καλύτερο πιάτο που υπάρχει. Είναι μια γευστική έκρηξη, ένα πιάτο από τον παράδεισο. Δεν ξέρεις τη συνταγή, έτσι; Γιατί αν την ξέρεις και δεν την έχεις φτιάξει ακόμη, δε σου ξαναμιλάω»
 «Εσείς τα αγόρια και το φαγητό σας» του είπα δήθεν αγανακτισμένη. «Σκούπισε λίγο τα σάλια που σου έτρεξαν, εντάξει, αγάπη μου;» του είπα ειρωνικά και μελιστάλακτα.
«Με κοροϊδεύεις, αγάπη μου ή μήπως μου φαίνεται;»
«Καθόλου» είπα με όσο περισσότερη ειρωνεία μπορούσα να χωρέσω σε μια μόνο λέξη.
«Για να δω τι μπορώ να κάνω». Είναι η ιδέα μου ή ήταν απειλή;
Σηκώθηκε αργά από το τραπέζι με σοβαρό ύφος και μέσα σε ένα δευτερόλεπτο βρέθηκα στον ώμο του σαν σακί με πατάτες σοκαρισμένη, ενώ ο Απόλλωνας άρχισε να ανεβαίνει γελώντας τις σκάλες.
«Σταμάτα. Άσε με κάτω» τσίριξα, αλλά εκείνος με αγνόησε επιδεικτικά. Συνέχισα να φωνάζω και εκείνος συνέχιζε να με αγνοεί μέχρι που φτάσαμε στο δωμάτιό μου και με πέταξε πάνω στο κρεβάτι. Έπειτα, ανέβηκε πάνω μου περνώντας ένα γόνατο σε κάθε πλευρό εγκλωβίζοντας με και χαμογέλασε πονηρά. Τι είχε στο νου του;
«Και τώρα η εκδίκηση μου» ανακοίνωσε όλο χαρά και άρχισε να με γαργαλάει χωρίς έλεος, ενώ εγώ γελούσα σαν να μην υπήρχε αύριο. Πόνεσε η κοιλιά μου από τα γέλια μέχρι επιτέλους να με αφήσει.
«Σου αρέσει να με γαργαλάς, έτσι δεν είναι;»
«Το γέλιο σου είναι ο πιο απίθανος ήχος του σύμπαντος». Κοκκίνισα και χαμογέλασα πλατιά στο κομπλιμέντο του.
«Ας μιλήσουμε τώρα για σχέδια» είπε θέτοντας τέλος στο ανάλαφρο κομμάτι της βραδιάς μας.
«Σχέδια διάσωσης» τον διόρθωσα. «Ξέρω πως θα ακουστεί τρελό και ίσως απίστευτο, μα θα σώσουμε εμένα. Υπάρχει άλλη μια Βιολέτα που με βοηθούσε από όταν έφτασα εδώ, σώζοντας με από καταστάσεις, δίνοντάς μου συμβουλές. Υπάρχει και την ακούω στο κεφάλι μου και σε οράματα από όταν έφτασα εδώ. Μάλιστα, με βοηθάει να δω μερικά πράγματα από το παρελθόν. Η Βιολέτα γύρισε πίσω το χρόνο και έμεινε εδώ, και το έκανε επειδή απέτυχε. Τα χρονομπερδέματά μου είναι αληθινά, οπότε πρέπει να την πάρουμε πίσω. Θα μας βοηθήσει να διορθώσουμε το λάθος της και να νικήσουμε τον πόλεμο».
«Βιολέτα, είσαι σίγουρη για αυτά που μου λες; Γιατί αν είναι άλλο ένα κόλπο τους, βάζεις τον εαυτό σου σε τεράστιο ρίσκο. Είσαι σίγουρη πως αξίζει;»
«Είμαι σίγουρη. Είναι η απάντηση στο πώς θα τους νικήσουμε. Εμπιστεύσου με, σε παρακαλώ».
«Πάντα θα σε εμπιστεύομαι. Και θα σε προστατεύω. Πες μου τι πρέπει να κάνουμε».
 «Ωραία. Έχουμε τρεις ώρες ως τα μεσάνυχτα. Τρεις ώρες να οργανώσουμε ένα τέλειο σχέδιο εισβολής στα μπουντρούμια του παλατιού».
«Τα πράγματα τότε είναι πολύ πιο δύσκολα από όσο νομίζεις. Η φουρά έχει διπλασιαστεί, αν όχι τριπλασιαστεί, στο παλάτι λόγω της προηγούμενης επίσκεψής σου. Οι άρχοντες δε θέλουν να ρισκάρουν νέα επαφή με τον πατέρα σου. Δε θα είναι εύκολο να μπούμε».
 «Πρέπει να μείνουμε αισιόδοξοι. Μπορούμε να τα καταφέρουμε, όπως μπορούμε να νικήσουμε τους άρχοντες».
«Πρώτη φορά ακούω τη λέξη αισιοδοξία από τα όμορφα χειλάκια σου» είπε και κοκκίνισα ελαφρώς.
«Είσαι γλυκιά όταν κοκκινίζεις». Μου χαμογέλασε και ένιωσα να λιώνω κάτω από το βλέμμα του.
«Αγαπητέ μου Απόλλωνα, ξέρω που το πας. Οπότε, σταμάτα γιατί δεν έχουμε πολύ χρόνο. Σου υπόσχομαι όμως, ότι μόλις γυρίσουμε, θα με έχεις όλη δική σου». Του έκλεισα το μάτι και πήγα να βάλω δύο κούπες καφέ. Προβλέπεται μεγάλη νύχτα!
Απόλλωνας
Το να σκεφτούμε ένα σχέδιο για να φυγαδεύσουμε την κρατούμενη, αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολο απ’ ό,τι περιμέναμε. Όλες οι ιδέες που μοιραστήκαμε ήταν ανέφικτες, κακές ή συνδυασμός και των δύο. Εκνευρισμός υπήρχε και από τις δύο πλευρές και η απόγνωση μεγάλωνε όσο περνούσαν τα λεπτά και εμείς εξακολουθούσαμε να μένουμε καθισμένοι στο καθιστικό μην ξέροντας τι θα κάνουμε. Τα προβλήματα ήταν ήδη πολλά, δεν ξέραμε πού ακριβώς ήταν το κελί της, δεν ξέραμε πώς ακριβώς θα περνούσαμε την κεντρική πύλη, ούτε πώς θα αποφεύγαμε τους φρουρούς.
«Είναι αδύνατο. Πρέπει να το αποδεχτούμε» είπα και την κοίταξα στα μάτια περιμένοντας μια αντίδραση.
 «Έχεις δίκιο, είναι αδύνατο να μπούμε με τον δικό μας τρόπο. Νομίζω ήρθε η ώρα να παίξουμε με το δικό τους».
«Τι εννοείς με τον δικό τους; Μέχρι τώρα το μόνο που έχουν κάνει είναι να εξαπατήσουν και να εκμεταλλευτούν καταστάσεις και ανθρώπους με τον χειρότερο τρόπο».
«Οι δυνάμεις μου δε διαφέρουν από τις δικές τους. Όπως τους δόθηκε το χάρισμα να επηρεάζουν τη συμπεριφορά, έτσι μου δόθηκε και εμένα. Μπορώ να το χρησιμοποιήσω για καλό, για να μας βάλω μέσα».
«Αυτό είναι φρικτό. Καταπατά κάθε ίχνος ελεύθερης βούλησης».
«Δε θα μιλήσω για ελεύθερη βούληση, γιατί στον μπαμπά μου δε δόθηκε τέτοια επιλογή. Δεν έχει αναμνήσεις, ελευθερία λόγου, είναι μια μαριονέτα. Και αν δεν τα καταφέρω, θα γίνω μια μαριονέτα στη θέση του. Όσο και να μη μου αρέσει η ιδέα να χρησιμοποιήσω τις συγκεκριμένες δυνάμεις, δε βλέπω άλλη λύση. Θα μπω μέσα στο κεφάλι τους και θα τους κάνω πειθήνιους και αν δεν μπορέσω, τότε θα κάνω το σώμα τους να με υπακούσει, θα πάρω ό,τι θέλω και θα φύγω» την άκουσα να λέει και το στομάχι μου ανακατεύτηκε από την αηδία.
«Βιολέτα, δεν είσαι εσύ. Πού πήγε το κορίτσι που νοιάζεται για τους όλους και θέλει να βοηθάει; Εσύ δε σκότωνες μυρμήγκι και τώρα θέλεις να χρησιμοποιήσεις τους φρουρούς; Είναι άνθρωποι, κάνουν τη δουλειά τους. Δεν μπορείς να τους βλάψεις με τέτοιο τρόπο».
«Μπορώ».
«Ωραία, μπορείς. Θέλεις όμως;» τη ρώτησα και απέφυγε να με κοιτάξει και να απαντήσει. Είδα το σώμα της να τσιτώνεται και τις γροθιές της να σφίγγουν το ύφασμα του καναπέ αλλά δε μίλησε.
 «Αυτό είναι που σε κάνει διαφορετική από τους ανθρώπους που χρησιμοποιούν τις δυνάμεις που ανέφερες είναι η καρδιά σου. Αυτή είναι που σε κάνει να αξίζεις τον θρόνο, να αξίζεις τις θυσίες, να αξίζεις τις δυνάμεις σου στο κάτω κάτω. Για ποιο λόγο σκέφτηκες να κάνεις κάτι τόσο άσχημο;» τη ρώτησα και ήξερα αμέσως πως δεν είχε σκοπό να απαντήσει. Επανέλαβα την ερώτηση ακόμη μια φορά και η Βιολέτα συνέχισε να με κοιτάει με απάθεια. Όλα γύρω μου άρχισαν να θολώνουν και εγώ νευρίαζα όλο και περισσότερο.
 «Απάντησέ μου πριν τα σπάσω όλα εδώ μέσα» ξέσπασα τον θυμό μου. Ένιωθα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου και τα μηνίγγια μου να σφυροκοπούν. Σηκώθηκα όρθιος προκειμένου να κουνήσω το σώμα μου και να ελέγξω τον εαυτό μου όμως το ίδιο έκανε και εκείνη και καταλάβαινα πως ήταν έξαλλη. Δεν μπορούσε να ξέρει για τον θυμό μου, δεν μπορούσε να τον καταλάβει γιατί δε θυμόταν, σκέφτηκα και αμέσως ένιωσα άσχημα. Δεν ήξερε για ποιο λόγο της φώναζα, δεν ήξερε τι σήμαινε να μην μπορείς να ελέγξεις το ίδιο σου το σώμα.
 «Φοβάμαι. Ευχαριστημένος τώρα;» Ούρλιαξε και αμέσως την έκλεισα στην αγκαλιά μου και τη φίλησα στο μέτωπο χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά.
«Δεν υπάρχει κανένας λόγος να φοβάσαι, γλυκιά μου. Εγώ είμαι εδώ και όλα θα πάνε καλά. Θα το δεις. Όσο άσχημα και να είναι τα πράγματα θα τα καταφέρουμε. Και θα το κάνουμε με τον σωστό και δίκαιο τρόπο. Δε θα γίνουμε ίδιοι με όσους πολεμάμε. Δεν αξίζει αλλιώς καν να τους πολεμήσουμε, αν εμείς κάνουμε τα ίδια λάθη με εκείνους».
«Τι τρόπο;»
«Έναν λιγότερο επικίνδυνο τρόπο».
«Όπως; Μήπως να τους στείλουμε μια ευγενική κάρτα που να λέει παρακαλώ ανοίξτε τις πύλες να έρθουμε να σας κάνουμε μια επίσκεψη; Μήπως θα πιούμε και τσάι;»
«Ναι, αυτό ακριβώς θα κάνουμε. Είσαι πανέξυπνη» γέλασα και τη σήκωσα στον αέρα.
«Τρελάθηκες εντελώς;»
«Όχι ακόμη για καλή σου τύχη. Έχω ένα σχέδιο και μάλιστα ένα τέλειο σχέδιο, που θα πετύχει και δε θα χρειαστεί να καταπατήσουμε κάθε ίχνος ανθρώπινης ελευθερίας και προσωπικότητας».
«Το έπιασα. Δε θα τις χρησιμοποιήσω» είπε και ύψωσε με απόγνωση τα μάτια της στον ουρανό, ενώ εγώ συνέχισα να χαμογελάω συμπληρώνοντας το πάζλ.


Έλενα Παπαδοπούλου