Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

11.3.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 20)

Βιολέτα
Το σκοτάδι ήταν πυκνό και απόλυτο· η ομίχλη έκανε το τοπίο θαμπό, ενώ χοντρές σταγόνες βροχής έπεφταν από τον ουρανό με δύναμη. Κανένας φρουρός δεν μπορούσε να δει μακριά και τα μαύρα ρούχα μου έκρυβαν καλά την παρουσία μου. Τα βήματά μου όμως ήταν αργά και αβέβαια. Κοιτούσα γύρω μου προσπαθώντας να μην αφήσω τίποτα να περάσει απαρατήρητο επειδή ήξερα πως το παραμικρό λάθος, η πιο μικρή αβλεψία, ήταν ικανά να καταστρέψουν το σχέδιο. Ο Απόλλωνας με είχε διαβεβαιώσει πως το σχέδιο θα πετύχαινε, πως δεν είχε τρωτά σημεία, μα κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. Αν έστω και μια παράμετρος του σχεδίου άλλαζε, θα κατέρρεε σαν κάστρο από τραπουλόχαρτα - τόσο εύθραυστο ήταν πραγματικά.
Για μια στιγμή κοντοστάθηκα και εστίασα τις αισθήσεις μου για να ελέγξω τον χώρο. Πρώτα δοκίμασα την ακοή: ακουγόταν από μακριά το τραγούδι ενός αηδονιού. Ήταν το μοναδικό πράγμα που η δυνατή βροχή δεν μπορούσε να καλύψει. Με μια κίνηση του χεριού μου έκανα τον αέρα να φυσήξει πιο δυνατά, μα το αηδόνι συνέχισε να τραγουδάει ανενόχλητο, μιλώντας μέσα από τις νότες για περιπέτειες, μέρη που επισκέφτηκε, φίλους που έχασε. Ή τουλάχιστον, εγώ για αυτά θα τραγουδούσα. Με το χέρι μου, έκανα τον αέρα να φυσήξει ακόμη πιο δυνατά· τα φύλλα άρχισαν να θροΐζουν, οι σταγόνες να ακολουθούν πλάγια πορεία μα εκείνο συνέχισε. Έπρεπε να το αφήσω ήσυχο.
Ο αέρας δε μου είχε προσφέρει ικανοποιητική εικόνα για το τι συνέβαινε γύρω μου, μα η γη θα το έκανε· η γη δεν μπορούσε να πει ψέματα ούτε να κρυφτεί. Εστίασα στις κινήσεις που καθρεπτίζονται σαν κύματα και η όρασή μου άρχισε να ξεδιαλύνεται. Νέα πλάσματα μου φανερώθηκαν, πάνω ή μέσα στη γη. Τα παρακολούθησα για λίγο θαυμάζοντάς τα και έπειτα επέτρεψα στην όρασή μου να επιστρέψει στο κανονικό. Όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο αν και η ανησυχία μου δεν έλεγε να καταλαγιάσει. Συνέχισα να περπατάω κολλημένη στους τοίχους του παλατιού. Διέσχισα τον κήπο και σταμάτησα μόνο για να πετάξω ένα νόμισμα στο σιντριβάνι· χρειαζόμουν όση καλή τύχη μπορούσα να έχω. Αφού πέρασα από τον κήπο έφτασα κοντά στην είσοδο. Έκανα έναν τελευταίο έλεγχο και, αφού βεβαιώθηκα πως ακούγονταν μόνο ανάσες και ροχαλητά, πήρα μια βαθιά ανάσα και κινήθηκα προς την πόρτα που βρισκόταν στα δεξιά μου.
Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να την ανοίξω με αργές κινήσεις και να γλιστρήσω στο παλάτι όσο το δυνατόν πιο ήσυχα. Θα περάσω απαρατήρητη, ψιθύριζα από μέσα μου ξέροντας ήδη πως ούτε τον εαυτό μου δεν μπορούσα να πείσω. Έσπρωξα την πόρτα μαλακά, ενώ έκανα τον αέρα γύρω μου να βουίζει για να πνιγεί κάθε ήχος. Η πόρτα άνοιξε και κανένας ήχος δεν παράχθηκε. Ξεφύσησα με ανακούφιση, η οποία κράτησε μόλις μερικά δευτερόλεπτα, αφού ένας φρουρός πετάχτηκε έξω. Ήταν ψηλός με καστανά μαλλιά δεμένα σε μια απλή κοτσίδα. Φορούσε μια ασημένια πανοπλία που στραφτάλιζε κάτω από το φως του φεγγαριού και παρά το γεγονός ότι το βάρος της πανοπλίας έκανε τις κινήσεις του βαριές, εκείνες δε σταματούσαν να είναι φονικές. Έφερε τα δάκτυλά του στο στόμα του και σφύριξε δυνατά τρεις φορές. Αυτό ήταν το σύνθημα, άρχισε να ουρλιάζει το μυαλό μου, ενώ ποδοβολητά ακούστηκαν από μικρή απόσταση. Το σώμα μου έμεινε ακινητοποιημένο στην ίδια θέση, ο πανικός μου δε με βοηθούσε να διορθώσω την αβλεψία μου.
Έκλεισα τα μάτια μου και περίμενα την καταδίκη μου. Ο στρατιώτης έπεσε πάνω μου με δύναμη ακινητοποιώντας με στο έδαφος. Τα ρούχα μου μουσκεύτηκαν ακόμη περισσότερο και άρχισα να τρέμω από το κρύο. Ήμουν έτοιμη να παρατήσω κάθε προσπάθεια όταν ένιωσα το σώμα μου να μουδιάζει και την όρασή μου να θολώνει.
«Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις» μου είπε και είχε δίκιο. Ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Οι ήχοι γύρω μου δυνάμωναν και τα μέλη μου πονούσαν, μα σταδιακά άρχισαν να σβήνουν, και οι ήχοι και ο πόνος. Και όταν άνοιξα ξανά τα μάτια μου, βρισκόμουν μπροστά στην πόρτα. Ήταν ξανά κλειστή και εγώ είχα μια δεύτερη ευκαιρία. Αντί να την ανοίξω, κρύφτηκα και περίμενα τον στρατιώτη να βγει έξω. Μετά θα μπορούσα να τρυπώσω ανενόχλητη. Όσο τον περίμενα να βγει όμως, κατάλαβα πως έκανα πάλι λάθος· έπρεπε να κοιτάω το μέλλον αντί να διορθώνω το παρελθόν. Ξαφνικά ήταν όλα ξεκάθαρα, το μυαλό μου θυμόταν τι έπρεπε να κάνει και εγώ το άφησα να με κατευθύνει προς τη σωστή κατεύθυνση.
Εστίασα στην πόρτα και είδα τον στρατιώτη να βγαίνει. Τον είδα να περπατάει κοιτώντας μονάχα ευθεία και όλα έδειχναν πως θα με προσπερνούσε δίχως να καταλάβει την παρουσία μου και θα έφευγε. Ίσως όμως είδε ή άκουσε κάτι, γιατί ένα δευτερόλεπτο αργότερα το βλέμμα του κλείδωσε με το δικό μου. Έφερε τα δάκτυλά του στο στόμα και όλα σταμάτησαν. Κρυμμένη ακόμη άκουσα την πόρτα να ανοίγει ξέροντας ήδη τη συνέχεια. Παρά τις προθέσεις μου, καλέ μου στρατιώτη, ξέμεινα από εναλλακτικές, σκέφτηκα και μόλις βγήκε τον αιφνιδίασα ρίχνοντάς τον κάτω με τον αέρα. Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι είχε γίνει, βρισκόμουν δίπλα του.
«Πες μου το όνομά σου, στρατιώτη και μη σκεφτείς καν να σφυρίξεις, γιατί δε θα ζήσεις να δεις τη συνέχεια». Κατέβαλλα μεγάλη προσπάθεια να ακουστώ απειλητική και φαίνεται τα κατάφερα. Με βλέμμα που φανέρωνε μονάχα τρόμο ψιθύρισε:
«Το όνομά μου είναι Αλέξανδρος».
«Λοιπόν, Αλέξανδρε. Θα ξυπνήσεις σε μερικές ώρες και θα έχεις πονοκέφαλο, αλλά θα ζήσεις. Ζητώ συγνώμη που έπρεπε να με γνωρίσεις κάτω από τέτοιες συνθήκες, μα να ξέρεις πως όταν όλα τελειώσουν, θα σου χρωστώ ευγνωμοσύνη και θα σε βοηθήσω όπως μπορώ, σαν ένα μικρό αντάλλαγμα» του είπα με σταθερή φωνή προσπαθώντας να ακουστώ σαν τη μητέρα μου· ο προστατευτικός της τόνος ήλπιζα να εμπνεύσει την εμπιστοσύνη που τόσο χρειαζόμουν από τον άντρα. Το πανί βρέθηκε γρήγορα στο πρόσωπό του και κάλυψα τη μύτη και το στόμα του, μέχρι που η ανάσα του βάρυνε και σταθεροποιήθηκε. Βαρύς ύπνος τον τύλιξε στα δίχτυα του και ο Αλέξανδρος έπαψε να είναι εμπόδιο. Ευχαρίστησα νοερά τον Απόλλωνα που φρόντισε να έχω μερικά πανιά βουτηγμένα στο τσάι του σε περίπτωση που κάποιος δεν έπινε και μετακίνησα το σώμα του δίπλα στους θάμνους.
Πρώτος από το σπίτι είχε φύγει ο Απόλλωνας. Είχε φορτώσει ολάκερα κουτιά με τσάι σε ένα κάρο. Παριστάνοντας τον έμπορο, ζήτησε να μείνει το βράδυ σε κάποιο από τα δωμάτια των ξένων κι όπως άρμοζαν οι κανόνες, του παραχωρήθηκε ένα δωμάτιο προκειμένου να περάσει τη νύχτα. Σε αντάλλαγμα, χάρισε λίγο από το τσάι του, στέλνοντας στην πραγματικότητα για ύπνο την πλειονότητα των παραβρισκομένων. Εγώ από τη μεριά μου είχα κρατήσει για τον εαυτό μου τις απορίες μου και είχα ξεκινήσει με τα πόδια- ίσως λίγο και με τον αέρα - για το κάστρο.
Το μυαλό μου με προσγείωσε απότομα πίσω στην πραγματικότητα. Άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα στο κάστρο. Έπειτα, την έκλεισα γρήγορα και ο χώρος βυθίστηκε στο απόλυτο σκοτάδι. Ούτε το φεγγαρόφωτο δεν τρύπωνε από κάτω ή από το πλάι. Αφού σιγουρεύτηκα πως δεν ερχόταν κανείς, συγκεντρώθηκα και έριξα ακόμη μια ματιά στο μέλλον, εκεί που δεν μπορούσα να τα κάνω μαντάρα - ακόμη. Προχώρησα ευθεία ψηλαφίζοντας τους τοίχους και βλέποντας μέσω της γης μέχρι που έφτασα σε μια διακλάδωση. Καταράστηκα το γεγονός ότι δεν μπορούσα να με σώσω όπως είχα σώσει τον νονό μου και προχώρησα προς τα δεξιά μέχρι που έφτασα σε αδιέξοδο. Γύρισα πίσω και ακολούθησα τον άλλο δρόμο ο οποίος οδηγούσε τελικά σε τέσσερεις διαδρόμους. Τα μπουντρούμια ήταν σωστός λαβύρινθος και ο χρόνος δεν επαρκούσε για να τα ελέγξω όλα. Συγκεντρώθηκα ακόμη περισσότερο και προχώρησα προς όλες τις πλευρές ταυτόχρονα. Ο πρώτος διάδρομος δεν οδηγούσε πουθενά. Έκλεισα εκείνο το κομμάτι. Ο δεύτερος οδηγούσε σε ένα τεράστιο χώρο με πολλά κελιά, δεν ήταν η απάντηση. Ο άντρας με τα μαύρα επισκεπτόταν το κελί του νονού μου για να τον βασανίζει - δε θα μπορούσε να το κάνει με τόσους άλλους κρατούμενους γύρω του. Κανείς δεν έπρεπε να μάθει. Άρα, ο ένας διάδρομος ήταν η έξοδος και ο άλλος ήταν αυτός που έψαχνα.
Ο τρίτος διάδρομος οδηγούσε σε μια πόρτα, την άνοιξα κλεφτά και ανακάλυψα πως ήταν η έξοδος από τα μπουντρούμια. Έπρεπε απλώς να σώσω ένα άτομο και να φύγω ακολουθώντας την τρίτη διαδρομή. Και αφού ανέβαινα, ίσως να μπορούσα να σώσω ένα ακόμη άτομο, σκέφτηκα, αλλά ήξερα ήδη πως ο Απόλλωνας δε θα με άφηνε ποτέ να το κάνω. Μα ακόμη και αν συμφωνούσε, δεν είχε νόημα, δε θα πετύχαινα τίποτα. Έπρεπε να αρκεστώ στη συζήτηση, όσο δύσκολο και αν ήταν. Έκλεισα και το τρίτο κομμάτι μέχρι που έμεινε μόνο ένα. Προχώρησα στο τελευταίο, υπερβολικά στενό τούνελ, μέχρι που έφτασα σε ένα κυκλικό δωμάτιο με τρεις πόρτες και έξι φύλακες. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα, μα όταν τους κοίταξα καλύτερα, κατάλαβα πως είχαν βυθιστεί σε βαθύ ύπνο· δεν αποτελούσαν απειλή.
Κροτάλισα τα δάκτυλα και γύρισα απότομα στην πόρτα. Άρχισα να τρέχω μέχρι την πρώτη διακλάδωση, έστριψα αριστερά και έπειτα ακολούθησα τον τελευταίο διάδρομο κόβοντας ταχύτητα και περπατώντας πλαγιαστά. Έφτασα στο δωμάτιο και άρχισα να αναρωτιέμαι ποια πόρτα ήταν η σωστή. Εκτός όμως από το να τη βρω, έπρεπε να την ανοίξω κιόλας και δεν είχα ιδέα πως θα το έκανα κάτι τέτοιο. Έκλεισα τα μάτια ελπίζοντας πως μια ματιά στο μέλλον θα μου έδειχνε τον τρόπο, αλλά το όραμα ήταν κενό· έπρεπε να πάρω κάποια απόφαση πριν γραφτεί. Μάζεψα όσο κουράγιο είχα και πλησίασα τους κοιμισμένους φρουρούς. Άρχισα να ψαχουλεύω τις τσέπες από τον καθένα ξεχωριστά μέχρι να βρω τα πολυπόθητα κλειδιά στην τσέπη του έκτου φρουρού. Η απόφαση είχε παρθεί και το μέλλον ξετυλίχτηκε μπροστά μου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
Επέστρεψα στο παρόν και άνοιξα τη δεύτερη πόρτα. Αυτό που αντίκρισα μου έφερε ρίγη στη ραχοκοκαλιά μου. Το κελί μύριζε μούχλα και υγρασία και εγώ ήμουν δεμένη στον τοίχο με βαριές αλυσίδες. Τα μαλλιά μου ήταν λαδωμένα και ήμουν βρώμικη. Πολύ βρώμικη. Μα το χειρότερο ήταν τα σημάδια που είχα, στο πρόσωπο, τα χέρια, τα πόδια. Το μπλουζάκι μου δεν ήταν παρά ένα κουρέλι ποτισμένο από το ίδιο μου το αίμα, ενώ χαρακιές φαίνονταν ακόμη και μέσα από το ύφασμα. Ένιωσα τα μάτια μου να τσούζουν και δάκρυα απειλούσαν να τα πλημμυρίσουν. Όσα έβλεπα ήταν μόνο μια γεύση από ό,τι με περίμενε αν αποτύγχανα. Η τιμωρία μου θα ήταν σκληρή, γεμάτη πόνο και βασανιστήρια. Ρούφηξα τη μύτη μου και έδιωξα αυτές τις σκέψεις.
«Μην τολμήσεις να κλάψεις» μου είπε και με μεγάλες δρασκελιές μπήκα στον χώρο και ακούμπησα τον ώμο της. Αμέσως τσιτώθηκε και εγώ βιάστηκα να την καθησυχάσω.
«Εδώ είμαι. Πέρασαν όλα. Από τώρα και στο εξής όλα θα πάνε καλά». Ξεκλείδωσα τις αλυσίδες και τη βοήθησα να σηκωθεί.
«Μπορώ να τα καταφέρω και μόνη μου» είπε και έδιωξε τα χέρια μου. Μερικές πληγές άνοιξαν στην προσπάθειά της να σηκωθεί και τότε κατάλαβα πόσο πρόσφατες πρέπει να ήταν. Μια σκέψη μου πέρασε φευγαλέα από το μυαλό, δε θα άντεχε μέχρι το σπίτι. Χρησιμοποίησα τον αέρα για να τη σηκώσω και βγήκα γρήγορα από το κελί με κατεύθυνση το τούνελ όταν άκουσα ένα θόρυβο. Οι φύλακες κοιμόντουσαν ακόμη, άρα ή κάποιος ερχόταν ή υπήρχε και τρίτος κρατούμενος. Αμφιταλαντεύτηκα για μερικά δευτερόλεπτα, αλλά το μίσος μου για τους άρχοντες υπερίσχυσε και αποφάσισα πως όποιος και αν ήταν ο κρατούμενος, δεν μπορούσε να είναι χειρότερος από εκείνους. Ξεκλείδωσα τις πόρτες και πλησίασα το δεμένο σώμα στην άκρη του κελιού. Ήταν απλώς ένας γεράκος, ταλαιπωρημένος και υπερβολικά αδύνατος, με μακριά άσπρη γενειάδα και καταπράσινα μάτια που γυάλιζαν ακόμη και στο ημισκόταδο.
«Είσαι ελεύθερος. Κάνε ησυχία και δίνε του από εδώ».
«Μεγαλειοτάτη, το ήξερα πως θα ερχόσασταν».
«Πώς ξέρεις ποια είμαι;»
«Ήμουν ο πιο πιστός υπηρέτης του πατέρα σας. Κάθε πρωί, του έδειχνα φωτογραφίες σου και του διάβαζα ένα γράμμα που ο ίδιος έγραψε για να σε θυμάται. Και έτσι, όταν με ανακάλυψαν, με έκλεισαν εδώ».
«Όποιος εναντιώνεται στους άρχοντες, είναι ευπρόσδεκτος στο σπίτι μου. Πάμε».
«Φοβάμαι πως δεν μπορώ ούτε να σηκωθώ». Ένα ισχυρό ρεύμα φύσηξε και τον σήκωσε στον αέρα. Η περιέργειά μου για το περιεχόμενο του γράμματος άρχισε να με κατατρώει, μα ήξερα πως δεν υπήρχε χρόνος, είχα άλλωστε σπαταλήσει παραπάνω από όσο υπολόγιζα και είχα ξεφύγει από το σχέδιο. Έφτασα μέχρι την άκρη του τούνελ και κατάλαβα πως δε θα μπορούσα να τους περάσω από εκεί - παραήταν στενάχωρα. Η λύση για το συγκεκριμένο πρόβλημα ήταν δυστυχώς πολύ θορυβώδης οπότε έπρεπε να πάρω τα μέτρα μου. Έδωσα μια γερή δόση υπνωτικού σε κάθε φύλακα και άρχισα να μετακινώ τη γη μέχρι που το άνοιγμα ήταν πια αρκετά μεγάλο για να περάσουμε και οι τρεις. Αφουγκράστηκα όλο το παλάτι το οποίο βρισκόταν ακόμη κοιμισμένο. Έτσι, προχώρησα έως το τέλος του τούνελ και έστριψα αριστερά μέχρι να φτάσω στην πόρτα. Η έξοδος ήταν πια κοντά.
Άνοιξα την πόρτα και φως πλημύρισε τον χώρο τυφλώνοντας τα μάτια μου και αναγκάζοντας με να τα ανοιγοκλείσω αρκετές φορές για να εξαφανιστούν οι κηλίδες. Βγήκα από τα μπουντρούμια και σφράγισα την έξοδο πίσω μου. Παρόλα αυτά, ακόμη μύριζα τη μούχλα πάνω μου, γύρω μου. Με τύλιγε και με έπνιγε.
Άρχισα να προχωρώ κοιτώντας γύρω μου μιας και την προηγούμενη φορά που ήμουν εδώ, δεν είχα χρόνο να ρίξω μια ματιά στο χώρο. Το παλάτι ήταν φτιαγμένο από γκρίζα πέτρα και αποτελούνταν ουσιαστικά από ατελείωτους διαδρόμους στρωμένους με κατακόκκινα χαλιά. Από τα ταβάνια κρέμονταν μικροί πολυέλαιοι και στους τοίχους υπήρχαν δάδες αναμμένες, παρατεταγμένες στη σειρά. Το όλο σκηνικό θύμιζε έντονα μεσαίωνα και αποδείκνυε πως τούτο εδώ το μέρος δεν ήταν πιο προηγμένο από το Γη· αντίθετα, βρισκόταν αιώνες πριν, βυθισμένο στην άγνοια και το σκοτάδι. Καιρός να αλλάξουν τα πράγματα! Συνέχισα να περπατώ και ταυτόχρονα προσπαθούσα να συντονιστώ με τον Απόλλωνα για να τον εντοπίσω. Του είχα πει να βηματίζει ώστε να είναι πιο εύκολο. Πράγματι, στον επάνω όροφο έπιασα δονήσεις, σταθερές και επαναλαμβανόμενες. Ήταν μικρά βήματα εμπρός και άλλα τόσα πίσω. Βρήκα με ευκολία τις σκάλες χωρίς να συναντήσω κανέναν, ενώ μαζί μου τραβούσα τους δύο πρώην κρατούμενους. Ανέβηκα τα σκαλιά και όταν έφτασα ήμουν λαχανιασμένη. Ποιος χρειαζόταν τόσα σκαλιά που να πάρει;
Βρήκα την ανάσα μου και δεν άργησα να βρω και τη σωστή πόρτα. Την άνοιξα και μπήκα μέσα. Αμέσως έπεσα στην αγκαλιά του και τον φίλησα όπως δεν τον είχα ξαναφιλήσει. Το φιλί φανέρωνε απελπισία και ανακούφιση την ίδια στιγμή. Τον άφησα απρόθυμα.
«Ποιος είναι ο παππούς;» ρώτησε ρίχνοντάς του ένα επιτιμητικό βλέμμα.
«Ήταν λέει ο πιο στενός υπηρέτης του μπαμπά. Του διάβαζε κάποιο γράμμα κάθε πρωί για να θυμάται, αλλά οι άρχοντες τον κατάλαβαν».
«Πώς ξέρουμε ότι λέει αλήθεια;»
«Μου αρκεί το γεγονός ότι τον κρατούσαν οι άρχοντες».
«Η Βιολέτα είναι καλά;»
«Είναι σε κακή κατάσταση αλλά θα ζήσει. Θα θεραπεύσω τα τραύματα όταν φύγουμε από εδώ».
«Πάμε να κάνουμε μια επίσκεψη στον πεθερό μου».
«Τι είπες;» Τα μάγουλά του κοκκίνισαν από ντροπή. Υπό άλλες συνθήκες ίσως γελούσα ή ίσως να είχα τρομοκρατηθεί, αλλά ήταν τόσο γλυκός που αποφάσισα να το αγνοήσω - για τώρα.
«Μια επίσκεψη λέω στον μπαμπά σου».
«Πάμε» είπα και γέλασα σιγανά.


Έλενα Παπαδοπούλου