Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

23.3.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 22)



Βιολέτα 

Δεν μπορούσα να θυμηθώ με ποιον ακριβώς τρόπο ξύπνησα ή τι ήταν αυτό που με έκανε να ανοίξω τα μάτια, μα όταν το έκανα, ανακάλυψα ένα νέο δωμάτιο, λουσμένο στο φως του μεσημεριανού ήλιου. Τέντωσα τα μέλη μου και απόλαυσα την αίσθηση του φωτός στο πρόσωπό μου προσπαθώντας να μη σκέφτομαι πόσες πολύτιμες ώρες είχαν χαθεί. Ωστόσο, ένιωθα ξεκούραστη, γεμάτη ενέργεια και καλή διάθεση, οπότε ίσως τελικά να άξιζε ο παραπάνω ύπνος. Γύρισα πλευρό ώστε να βολευτώ καλύτερα και συγκρούστηκα με ένα σώμα. Άνοιξα ξανά τα μάτια μου και είδα έναν κοιμισμένο Απόλλωνα, με ελαφρώς ανοιχτό στόμα και σουφρωμένα χείλη. Ήταν τόσο χαριτωμένος όταν κοιμόταν. Τον σκούντηξα απαλά και άνοιξε τα μάτια του ανήσυχος. Το βλέμμα του έψαξε το δικό μου και αφού το βρήκε, έμεινε εκεί. Χαμογέλασε και μου όρμησε.

Με φίλησε πρώτα στην κορυφή του κεφαλιού, όπως κάνουν συνήθως οι γονείς, και έπειτα στο κούτελο, κλείνοντας το πρόσωπό μου στις χούφτες του. Όλο μου το σώμα ανατρίχιασε ανταποκρινόμενο στο χάδι του και εκείνος συνέχισε να φιλάει κάθε εκατοστό του προσώπου μου μέχρι τα χείλη μου. Μου έδωσε ένα φιλί και δάγκωσε απαλά το κάτω χείλος κάνοντας με να μισανοίξω το στόμα μου. Πολύ γρήγορα οι γλώσσες μας άρχισαν να χορεύουν έναν δικό τους χορό. Απομακρύνθηκε απρόθυμα, μα μονάχα για να πάρει ανάσα πριν ορμήσει και πάλι στα χείλη μου. Όσο εκείνος με καθοδηγούσε σε ένα φιλί που σου έκοβε την ανάσα, εγώ ακούμπησα τα χέρια μου στο πάνω μέρος της πλάτης του και χάιδεψα όλο το κορμί του. Φτάνοντας κάτω, χαμηλά στη μέση του, του τράβηξα το μπλουζάκι και το έβγαλα. Με κοίταξε έκπληκτος, μα εγώ κούνησα το κεφάλι καταφατικά και συνέχισα να τον φιλάω. Σειρά είχε το μπλουζάκι μου. Άρχισε να με φιλάει στο λαιμό μέχρι που έφτασε πάνω από το στήθος μου. Ήταν έτοιμος να βγάλει το εσώρουχό μου, όταν μας διέκοψε η πόρτα.
«Αγνόησέ τους» του είπα παρακλητικά μα εκείνος διαφώνησε.
«Δε γίνεται. Θα είναι μάλλον ο γερο-Πειρατής».
«Ποιος είναι αυτός; Ο υπηρέτης;»
«Κοίτα γύρω σου, Βιολέτα. Δεν είμαστε στο σπίτι. Δεν ήταν ασφαλές να γυρίσουμε εκεί, ειδικά μετά από την επίσκεψη που δεχτήκαμε. Χώρια που ήταν πολύ μακριά και δεν προλάβαινα να φτάσω εκεί. Οπότε, μας έφερα στο πιο κοντινό και ασφαλές μέρος που μπορούσα να σκεφτώ. Ο γερο-Πειρατής είναι ο ιδιόκτητης» είπε και σηκώθηκε. Φόρεσε γρήγορα μια φόρμα και ένα μπλουζάκι, ενώ εγώ έμεινα ξαπλωμένη για λίγο ακόμη παρατηρώντας τον πριν ντυθώ και εγώ. Ο Απόλλωνας άνοιξε την πόρτα και μια θυμωμένη Βιολέτα μας περίμενε πίσω της. Μπήκε μέσα φουριόζα και άρχισε αμέσως να εξαπολύει επιθέσεις.
 «Τα δύο πιτσουνάκια σαλιαρίζουν τη στιγμή που είναι ήδη μεσημέρι και δεν έχουμε κάνει τίποτα. Η αλλαγή είναι μια ανάσα μακριά, πότε θα το καταλάβετε;»
«Συ- συγγνώμη» τραύλισα.
«Δε με νοιάζει η συγγνώμη σου. Πρέπει να συγκεντρωθείς στον σκοπό σου και να καταλάβεις πως δεν είσαι μόνη σου. Έχεις πλέον την ευθύνη ενός ολόκληρου λαού και πρέπει να φανείς άξια. Είναι πολλά αυτά που πρέπει να μάθεις».
«Το ξέρω και είμαι έτοιμη. Δε θέλω να απογοητεύσω κανέναν ούτε να προδώσω την εμπιστοσύνη τους. Θα δουλέψω σκληρά».
«Εγώ πάω να ετοιμάσω λίγο καφέ» είπε ο Απόλλωνας, μα η Βιολέτα είχε άλλους σκοπούς.
«Δεν έχεις να πας πουθενά. Αυτά που θα πω σε αφορούν πιο πολύ ίσως απ’ ό,τι αφορούν τη Βιολέτα. Έχω καλά και κακά νέα. Με ποια να ξεκινήσω;»
«Τα κακά» είπαμε με μια φωνή και χαμογελάσαμε τρυφερά ο ένας στον άλλο.
«Φτάνουν τα μέλια».
«Συγγνώμη» είπαμε ξανά ταυτόχρονα με αποτέλεσμα να τη νευριάσουμε ακόμη περισσότερο.
«Ποιος πιστεύετε ότι είναι ο μεγαλύτερος εχθρός σας τη δεδομένη στιγμή;» ρώτησε τελικά χωρίς να δώσει άλλη σημασία σε ό,τι λέγαμε ή κάναμε.
«Οι άρχοντες» απάντησα ενοχλημένη από τον τόνο της.
«Ποιος ρώτησα εγώ. Όχι ποιοι»
«Ο τρίτος σκοτεινός άρχοντας που έριξε την κατάρα και κυνηγάει εσάς από τότε που γεννηθήκατε» απάντησε ο Απόλλωνας για εμένα.
«Κάνεις μεγάλο λάθος. Δεν είναι παρά μια μαριονέτα. Όποιος τον χειρίζεται φρόντισε να μείνει στην αφάνεια και είναι πέρα από κάθε υποψία. Άλλωστε, κανείς δε θα υποψιαζόταν πως η προφητεία για τον θάνατό σου θα εκπληρωνόταν από το ίδιο το άτομο που στην αποκάλυψε εξ’ αρχής».
«Πώς τολμάς να κατηγορείς τη μητέρα μου;» ρώτησε νευριασμένος και έσφιξε τις γροθιές του μεταξύ τους προσπαθώντας να συγκρατήσει το τρέμουλο που είχε ήδη αρχίσει να κατακλύζει το κορμί του.
«Τολμάω, επειδή είναι η αλήθεια. Δεν είναι αυτή που δείχνει. Και θα σου εξηγήσω τι ακριβώς εννοώ. Βλέπεις, δεν υπάρχουν πολλοί που ξέρουν τη συγκεκριμένη ιστορία. Η Αρετή από μικρή ήξερε τι μπορούσε να κάνει με τις δυνάμεις, ήξερε πως αποτελούσαν εισιτήριο για μια ζωή ως αρχόντισσα. Το πρόβλημα ήταν πως η προκάτοχός της, ήταν μόλις ένα χρόνο μεγαλύτερή της, που σήμαινε πως αν τα πράγματα κυλούσαν φυσιολογικά, δε θα έπαιρνε ποτέ την εξουσία. Μεγάλωσε με τους υπόλοιπους άρχοντες, εκπαιδεύτηκε, αλλά ποτέ δε θα γευόταν την εξουσία και τη δύναμη, όχι όσο υπήρχε η Μαργαρίτα. Η Μαργαρίτα ήταν ο πιο καλόκαρδος άρχοντας τούτου εδώ του τόπου. Ήταν ευγενική, γλυκιά και δίκαιη. Όλοι την αγαπούσαν και περίμεναν να έρθει η ώρα να αλλάξει η γενιά των αρχόντων. Η Αρετή όμως δεν ήθελε να το δεχτεί. Εκείνη άξιζε την εξουσία και έπρεπε με κάθε τρόπο να την πάρει· όποιο και αν ήταν το κόστος.
Οι φωτεινές αρχόντισσες ήταν όλες φίλες, έμεναν μαζί, εκπαιδεύονταν μαζί. Τέσσερα κορίτσια, μια παρέα. Εκείνη την ημέρα, η Μαργαρίτα ήταν μόνη της με την Αρετή. Εξασκούνταν μαζί και έκαναν πλάκα για μια νέα δύναμη που είχε ανακαλύψει η Αρετή. Ήπιαν τσάι χωρίς η Μαργαρίτα να υποψιαστεί πως το ίδιο το τσάι ήταν η νέα της δύναμη. Το υπνωτικό της βύθισε τη Μαργαρίτα στον ύπνο και η Αρετή τον έκανε αιώνιο σπάζοντάς της τον λαιμό. Από εκεί, τη μετέφερε στο δάσος και την πέταξε από το γκρεμό χωρίς δεύτερη σκέψη. Φρόντισε να αποκτήσει τραύματα για να φανεί πιο πιστευτό και γύρισε στο παλάτι. Στάθηκε μπροστά σε όλους και ανήγγειλε το θάνατό της μέσα σε κλάματα και υστερίες. Μέχρι που λιποθύμησε για να το κάνει ακόμη πιο πιστευτό. Όταν ξύπνησε παρίστανε τη συντετριμμένη. Τους εξήγησε ότι τάχα τους επιτέθηκαν όσο εξασκούνταν. Κατηγόρησε τους ανθρώπους που τρύπωσαν εδώ παράνομα και τη σκότωσαν. Κατάπιαν το παραμύθι της αμάσητο και έκλεισαν εντελώς τις πύλες. Λίγο αργότερα η σφαίρα τη διάλεξε και πήρε ό,τι ήθελε.
Δεν της έφτασε όμως. Ήθελε κι άλλη εξουσία, και άλλη δύναμη. Με τη γοητεία της και την πονηριά της, πήρε με το μέρος της τον Βύρωνα…»
«Μη λες το όνομά του» είπα ταραγμένη και σηκώθηκα απότομα περιμένοντας τον Βύρωνα να μπει στο δωμάτιο από στιγμή σε στιγμή.
«Μην ανησυχείς πια για το όνομα. Δε λειτουργεί σε όλα τα μέρη. Όταν επισκεφτήκατε μαζί το σπίτι, φρόντισε να μπορεί να επιστρέψει αν προσπαθήσεις να του κρυφτείς. Δεν ξέρει καν την ύπαρξη του πανδοχείου που βρισκόμαστε. Δεν έχει έρθει ποτέ, δεν έχει ρίξει καμία κατάρα, είσαι ασφαλής» με καθησύχασε και κάθισα ξανά κάτω δαγκώνοντας νευρικά τα χείλη μου.
«Πού είχα μείνει. Α, ναι. Αφού πήρε τον Βύρωνα με το μέρος της, αχρήστευσε τις δυνάμεις του δεύτερου σκοτεινού άρχοντα, ώστε να μην μπορεί να δει τα μελλοντικά της σχέδια. Έπειτα, σταμάτησε να παίρνει αποφάσεις απευθείας η ίδια, ώστε να μην ξεκλειδώνονται κομμάτια του μέλλοντος πριν η ίδια το αποφασίσει. Όταν γεννήθηκες, είδε ένα όραμα. Προέβλεψε πολύ σωστά πως θα ήσουν πιο ισχυρή από όλους και θέλησε να σε πάρει με το μέρος της. Οι γονείς σου έκαναν ό,τι μπορούσαν για να την εμποδίσουν και όταν τελικά κατάλαβε πως δεν μπορούσε να σε κάνει να την εμπιστευτείς, θεώρησε καλύτερο να σε εξολοθρεύσει για να μην είσαι κίνδυνος πια.
Ωστόσο, η σφαίρα δεν είναι ένα τυχαίο αντικείμενο που μπορείς να του αποκρύψεις την αληθινή σου φύση. Ήξερε για τα δολοπλόκα σχέδια της και κράτησε ένα κομμάτι του οράματος κρυφό. Εδώ έρχονται τα πρώτα καλά νέα. Δύο χρόνια πριν, έφτασα στην αίθουσα όπου γινόταν η αλλαγή και πάνω στην ώρα τα τρία όπλα επαναστάτησαν ενάντια στους αφέντες τους και μου χάρισαν άλλη μια δύναμη, την εξουσία. Ρούφηξα τις δυνάμεις τους αχρηστεύοντάς τους όλους. Τα όπλα μου ανήκαν και ήμουν έτοιμη να ξεκινήσω μια νέα εποχή. Θα είχαμε ειρήνη, πρόοδο, ευημερία. Ούτε εγώ όμως δεν κατάφερα να προβλέψω τη συνέχεια. Η Αρετή δεν ήταν έτοιμη να αφήσει τις δυνάμεις της. Εκμεταλλευόμενη τη σχέση μας, έπιασε τον Απόλλωνα από το λαιμό και απαίτησε τις δυνάμεις της πίσω. Εγώ τότε είχα γελάσει. Ήταν καθαρά μπλόφα, ποια μάνα θα σκότωνε το ίδιο της το παιδί; Μα δεν ήταν το παιδί της, και όταν αρνήθηκα, του έσπασε τον σβέρκο χωρίς δισταγμό διαλύοντας και εμένα εσωτερικά. Σε μια στιγμή απελπισίας, γύρισα τον χρόνο πίσω ώστε να έχω μια ακόμη ευκαιρία, μα η Αρετή τα κατάφερε καλύτερα τη δεύτερη φορά.
Τον πρώτο καιρό έμενα στη βιβλιοθήκη, στο κρυφό δωμάτιο, προσπαθώντας να σε βρω, να σου εξηγήσω χωρίς να σε θέσω σε κίνδυνο, μα με έπιασε πριν προλάβω. Έμαθε ό,τι χρειαζόταν να μάθει για να σε βρει πρώτη. Χωρίς μνήμες θα ήσουν ο πιο εύκολος στόχος. Θα έπαιρνε αυτό που πάντα ήθελε, τα πάντα. Όλη την εξουσία, τον πλούτο, τον θρόνο. Μα δεν μπόρεσε να δει μια λεπτομέρεια, μπορούσα να επικοινωνώ μαζί σου και να σε προστατεύω από τα χέρια της. Και έτσι, ένα νέο μέλλον δημιουργήθηκε, ένα που εγώ δεν έζησα. Τα αντικείμενα έχουν ήδη επαναστατήσει υπέρ μας και τώρα ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε».
«Περίμενε μισό λεπτό. Είπες πως η Αρετή δεν είναι η μητέρα μου. Άρα, οι γονείς μου ποιοι είναι;»
«Εδώ είναι τα επόμενα άσχημα νέα. Βλέπεις η Μαργαρίτα είχε ένα μυστικό που το ήξεραν μόλις τέσσερα άτομα, εκείνη και οι φίλες της. Είχε ένα κρυφό παιδί. Οι κανονισμοί απαγορεύουν στους άρχοντες να αναθρέφουν παιδιά, διότι αποσπώνται από τα καθήκοντά τους και παύουν να είναι αμερόληπτοι. Αν η Μαργαρίτα φανέρωνε το παιδί της, θα της το έπαιρναν και θα δινόταν σε ανάδοχη οικογένεια. Μετά τον θάνατό της, η Αρετή πήρε το παιδί και επινόησε μια ιστορία για ένα εγκαταλελειμμένο χαρισματικό παιδί και έπεισε τους υπόλοιπους πως έπρεπε να το υιοθετήσει για να το βοηθήσει. Άλλωστε, είχε δυνάμεις άρχοντα. Τελικά, με κάποιον τρόπο, τους έπεισε και ανέθρεψε το παιδί η ίδια».
 «Ο πατέρας μου ποιος είναι;»
«Δε θα σου αρέσει η απάντηση. Ωστόσο, περίμενα να το είχες μαντέψει. Δεν αναρωτήθηκες γιατί δεν είχες τις ίδιες δυνάμεις με τη μαμά σου;»
«Όχι, δεν αναρωτήθηκα. Ποιος ο λόγος; Αν δεν πιστεύεις τους γονείς σου, ποιον θα πιστέψεις;»
«Ο πατέρας σου είναι ο Ορέστης, ο πρώτος σκοτεινός άρχοντας. Δεν ξέρει τίποτα για την ύπαρξή σου. Την αγαπούσε πολύ τη Μαργαρίτα και νομίζω πως αν ήξερε την ταυτότητά σου θα σου στεκόταν σαν πατέρας. Όμως η Μαργαρίτα δεν ήθελε να εκθέσει και τον ίδιο, ούτε να τον βάλει να διαλέξει ανάμεσα στο να είναι άρχοντας και να κάνει οικογένεια, διότι κανείς τους δεν είχε πραγματικά επιλογή˙ από τη στιγμή που γεννιέσαι με τις δυνάμεις, ανήκεις στους άρχοντες και δεν υπάρχει γυρισμός».
«Εσύ πού τα ξέρεις όλα αυτά;»
«Αυτή είναι η ερώτηση του ενός εκατομμυρίου. Βλέπεις, εγώ έχω απεριόριστες δυνάμεις χάρη σε ένα λάθος, ας το πούμε έτσι. Με αυτές τις δυνάμεις καθώς και με την παραμονή μου στην Άλλη Γη είχα την ευκαιρία να δω και να ακούσω πολλά πράγματα συμπληρώνοντας τα κενά σημεία σε ένα κουβάρι γεγονότων. Έπρεπε άλλωστε να βρω τι τα ξεκίνησε όλα, ώστε να βρω τι θα τα τελειώσει».
 «Τι εννοείς από λάθος;» ήταν η σειρά μου να ρωτήσω.
«Πότε έχεις γενέθλια;»
«14 Φεβρουαρίου, αλλά τι σημασία έχει;»
«Έχει σημασία, και μάλιστα μεγάλη, επειδή είναι η απάντηση στην ερώτησή σου.
 Όσοι κατόρθωσαν να φύγουν μαζί με τον πρίγκιπα τότε, έμειναν ενωμένοι τον πρώτο καιρό. Δημιούργησαν μια κοινότητα στη Γη, αλλά τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα· οι δυνάμεις τους γίνονταν όλο και πιο ανεξέλεγκτες, όλο και πιο επώδυνες. Ο έλεγχος στη Γη ήταν πιο δύσκολος και απαιτούσε μεγάλη προσπάθεια και συγκέντρωση. Εκτός αυτού, οι δυνάμεις τους μπορούσαν να εντοπιστούν πιο εύκολα γεγονός που τους καθιστούσε πιθανούς στόχους, άρα ευάλωτους. Η λύση στο πρόβλημα που δημιουργούσαν οι δυνάμεις τους ήταν απλή, έπρεπε μόνο να τις ξεφορτωθούν.
Οι δυνάμεις υπάρχουν εκ γενετής και είναι αιώνιες, μα μια μέρα του χρόνου, τη μέρα των ερωτευμένων - ή τη μέρα της δωροδοσίας όπως λέγεται κανονικά - υπάρχει η δυνατότητα να χαρίσεις ή να ανταλλάξεις δυνάμεις. Είναι πολύ συνηθισμένο οι ηλικιωμένοι να χαρίζουν δυνάμεις στα εγγόνια ή τα παιδιά τους. Είναι μια πολύ ξεχωριστή κίνηση καθώς βάζεις τον άλλο πάνω από εσένα δίνοντάς του τις δυνάμεις σου, ένα κομμάτι του εαυτού σου και έτσι οι μοίρες σας σφραγίζονται με δεσμούς ισχυρότερους από αυτούς του έρωτα. Κατά τη γιορτή της δωροδοσίας, όσοι έφυγαν από την Άλλη Γη κυνηγημένοι σου χάρισαν όλες τους τις δυνάμεις, ό,τι και αν κατείχε ο καθένας, προκειμένου να απαλλαγούν από αυτές και να γλιτώσουν από την τρέλα που τους προκαλούσαν.
Εκείνοι το αποκάλεσαν δώρο, μα πιο πολύ σαν κατάρα μου φαίνεται εμένα να αφήσουν τόση δύναμη σε ένα βρέφος. Τότε παρενέβη ο Ιάκωβος. Αν δε σου έδινε το χάρισμα της βοήθειας μαζί με το όνομα, θα είχες εξελιχτεί σε κάτι χειρότερο από την ίδια την Αρετή. Ο πατέρας σου σε βοήθησε να τις δαμάσεις και να τις χρησιμοποιήσεις για καλό σκοπό. Ο πατέρας σου και ο Ιάκωβος κατάλαβαν πρώτοι πως οι δυνάμεις σου ήταν εξαιρετικά ασταθείς και μπορούσαν να καταστρέψουν μια πόλη ολόκληρη πάνω σε μια στιγμή θυμού ή πόνου. Ήξεραν επίσης τι θα γινόταν αν έπεφταν σε λάθος χέρια. Ήταν μαρτύριο για τον μπαμπά να στα στερήσει όλα αυτά, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Αν δεν το είχε κάνει, θα είχες έρθει εδώ πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι ήρθες τώρα. Δε θα ήσουν έτοιμη για όλα αυτά. Η δύναμη συνοδεύεται από ευθύνη και η ευθύνη από πόνο. Όλα αυτά τα υποτιθέμενα δώρα σε ανάγκασαν να αφήσεις ήδη τόσα πολλά πίσω. Τη ζωή, τους φίλους, τις αναμνήσεις, τους γονείς και κάθε τι που αγάπησες. Όλη σου η ζωή θα είναι γεμάτη θυσίες και αγωνία, μα δεν έχεις άλλη επιλογή. Πρέπει να πάρεις τα ηνία και να προστατεύσεις κάθε πλάσμα τους κόσμου αυτού».
«Δεν μπορώ να τα χωνέψω όλα αυτά. Είναι πάρα πολλά για εμένα. Δεν μπορώ να το κάνω». Το χαστούκι της προσγειώθηκε με δύναμη στο μάγουλό μου και με έκανε να δακρύσω.
«Σύνελθε. Αν δεν το κάνεις κοίτα πώς θα καταλήξεις. Κοίταξέ με. Δεν έχω τίποτα. Όλοι είναι νεκροί. Ο πατέρας μου, η μητέρα μου, ο νονός μου, η Ηλέκτρα, ακόμη και ο Απόλλωνας. Όλοι πέθαναν εξαιτίας μου, επειδή δεν ήμουν αρκετά δυνατή να τα αντέξω όλα. Μα εσύ δεν είσαι έτσι. Έσωσες ήδη τη μαμά σου, τη γιαγιά σου, τον νονό σου και την Ηλέκτρα. Έβαλες πάνω από όλα τη δική τους ευτυχία. Είπες αντίο, κάτι που εγώ δεν είχα καταφέρει να κάνω. Τους έσωσες όπως θα σώσεις το αγόρι σου, τον πατέρα σου και εμένα από τις τύψεις που μου τρώνε την ψυχή σαν το σαράκι». Την αγκάλιασα σφιχτά και άρχισα να θεραπεύω όλες τις πληγές που είχε, όχι τις εσωτερικές, δεν μπορούσα να τις γιατρέψω ακόμη. Μα θα το έκανα. Σύντομα θα διόρθωνα τα λάθη της και η ψυχή της θα ηρεμούσε. Ήμουν αρκετά δυνατή για να το κάνω. Είχα το κατάλληλο κίνητρο και όση βοήθεια μπορούσε κανείς να επιθυμήσει. Θα τα κατάφερνα. Το χρωστούσα πάνω από όλα στον ίδιο μου τον εαυτό.

Έλενα Παπαδοπούλου