Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

27.3.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 23)


Απόλλωνας 

Η Βιολέτα γέμισε με δύναμη και κουράγιο· είχε ήδη αρχίσει να γίνεται βασίλισσα και εγώ ήμουν μάρτυρας της διαδικασίας. Θα έπρεπε να αισθανόμουν περήφανος για εκείνη, το ήθελα πολύ, μα δεν μπορούσα, όχι τη στιγμή που εγώ ο ίδιος τα είχα χάσει όλα σε ένα δευτερόλεπτο. Όλα όσα ήξερα για τη ζωή μου, ό,τι είχα ζήσει, ήταν βασισμένα σε ένα μεγάλο ψέμα. Η γυναίκα που αποκαλούσα μητέρα μου ήταν μοχθηρή, διψασμένη για εξουσία και αδίστακτη. Σκότωσε την πραγματική μου μητέρα, της πήρε το παιδί, απέκρυψε τον πατέρα μου και με κορόιδευε επί χρόνια. Μα το χειρότερο ήταν η υποτιθέμενη προφητεία. Μου είχε πει πως αν βοηθούσα τη Βιολέτα, την κοπέλα με την οποία ήθελα να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου μαζί, θα πέθαινα. Δεν είχε πει πως θα με σκότωνε η ίδια ως τιμωρία που συμμάχησα με τη Βιολέτα την οποία παρεμπιπτόντως κυνηγούσε για τις δυνάμεις της.

Το μυαλό μου είχε κολλήσει και ο θυμός μου αυξανόταν συνεχώς, σε σημείο που μετά βίας τον έλεγχα. Δεν έπρεπε να αφεθώ στα καπρίτσια της οργής μου, μα ήταν τόσο δύσκολο. Πώς ήταν δυνατόν η γυναίκα που με μεγάλωσε, μου έδωσε αγάπη, φροντίδα, σπιτικό και όσα εφόδια χρειαζόμουν για να είμαι δυνατός και ανεξάρτητος να με προετοίμαζε για σφαγή τόσο καιρό; Πώς γίνεται να μη με αγάπησε, τη στιγμή που με μεγάλωσε σαν γιο της; Διότι, αν με αγαπούσε, δε θα μπορούσε ποτέ να με σκοτώσει. Ήταν η μαμά μου που να πάρει, μόνο εκείνη είχα, μόνο σε εκείνη μπορούσα να στηριχτώ και να βασίζομαι σε κάθε δυσκολία. Μόνο με τη μαμά μου ήθελα να μοιραστώ κάθε χαρά, κάθε λύπη, κάθε κατόρθωμα. Όμως τώρα, δεν μπορούσα να της έχω εμπιστοσύνη, δεν μπορούσα να την κρατήσω στη ζωή μου, γιατί δεν ήταν παρά ένα τέρας. Είχε κάνει τόσα εγκλήματα, είχε πληγώσει τόσους ανθρώπους και τελικά, πού οδηγούσαν όλα αυτά;
Το χειρότερο από όλα ήταν πως εξακολουθούσα να την αγαπάω, όπως αγαπάει κάθε παιδί τη μητέρα του όσα λάθη και αν είχε κάνει. Μια τέτοια αγάπη δεν μπορούσε να φύγει, μόνο να ξεθωριάσει με τον καιρό, ώστε να μην πονάει πια η προδοσία. Μα ποτέ δε θα έφευγε. Πώς θα μπορούσα να παρακολουθήσω επομένως τη Βιολέτα να την καταστρέφει; Ακόμη και αν η Βιολέτα του παρελθόντος δεν τη σκότωνε αμέσως, πράγμα απίθανο γνωρίζοντας το μίσος που έτρεφε για την Αρετή, η Βιολέτα μου θα της έπαιρνε τις δυνάμεις. Κάτι τέτοιο θα ήταν ίσως χειρότερο από τον θάνατο για τη μαμά μου. Ανεξάρτητα από το τι θα της έκαναν, υπήρχε πάντοτε η περίπτωση να μη ζούσα για να μάθω. Τα συναισθήματά μου ήταν ένα κουβάρι. Έπρεπε να τη μισώ για ό,τι έκανε σ’ εμένα και σε τόσους ανθρώπους, αλλά δεν τη μισούσα καθόλου. Αισθανόμουν μόνο τρομερά μπερδεμένος και πληγωμένος.
«Μπορείς να μας αφήσεις μόνους για μερικά λεπτά;» ρώτησα τη Βιολέτα από το παρελθόν.
«Φυσικά. Ξέρω πόσο δύσκολο σου είναι, μα πρέπει να συνέλθεις και να αρχίσουμε αμέσως προετοιμασίες. Θα περιμένω δέκα λεπτά και αν δεν έχετε κατέβει, θα έρθω πάνω» με προειδοποίησε.
«Δεκαπέντε λεπτά. Σε παρακαλώ». Η φωνή μου βγήκε βραχνή και μόλις μετά βίας έπνιξα τα δάκρυα που απειλούσαν να κάνουν την εμφάνισή τους.
«Καλώς. Ένα τέταρτο, ούτε λεπτό παραπάνω». Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά και εκείνη βγήκε από το δωμάτιο και έκλεισε απαλά την πόρτα. Άκουσα τα βήματά της να απομακρύνονται και μόλις σταμάτησα να τα ακούω, ξέσπασα σε κλάματα. Το κλάμα δεν ήταν κάτι με το οποίο ένιωθα άνετα, ειδικά αν δίπλα μου στεκόταν η κοπέλα που αγαπούσα. Δεν ήθελα να φανώ ευάλωτος, μα ήμουν και έτσι τα δάκρυα κύλησαν και μετατράπηκαν σε λυγμούς, χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα για να τα σταματήσω.
Βιολέτα
Πλησίασα τον Απόλλωνα και τον αγκάλιασα σιωπηλή, αφήνοντάς τον να κλάψει όσο χρειαζόταν για να αποβάλλει λίγη από την ένταση που του προκάλεσαν οι τρομερές αποκαλύψεις για τη μητέρα του. Τα χέρια μου χάιδευαν απαλά τα μαλλιά του και η φωνή μου ήταν απαλή όταν του ψιθύριζα πως όλα θα πήγαιναν καλά. Οι λυγμοί σταδιακά άρχισαν να μειώνονται και οι χτύποι της καρδιάς του επανήλθαν στο φυσιολογικό. Η καρδιά μου ράγισε βλέποντάς τον διαλυμένο. Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα να κλαίει, τουλάχιστον αφότου τον γνώρισα ξανά από την αρχή και δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω για να τον ανακουφίσω, παρά να είμαι στην αγκαλιά του. Ο ήχος από το κλάμα του ήταν σπαρακτικός και άθελά μου, δάκρυα κύλησαν και από τα δικά μου μάτια και ενώθηκαν με τα δικά του όταν τεντώθηκα για να του χαρίσω ένα φιλί.
Δε γίνεται να είναι ένας άνθρωπος τόσο ψυχρός, τόσο άδειος από συναισθήματα, σκέφτηκα και ένιωσα πως την ίδια σκέψη έκανε και ο Απόλλωνας. Κοιταχτήκαμε στα μάτια με απορία, το είχε νιώσει και ο ίδιος. Κουλουριαστήκαμε περισσότερο ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και κλάψαμε μαζί. Ήταν κάτι που είχαμε μεγάλη ανάγκη να κάνουμε. Ήταν ένα ακόμη δέσιμο ανάμεσα μας γιατί είχαμε μείνει μόνοι μας στον κόσμοι, μόνο ο ένας τον άλλο είχαμε για να στηριζόμαστε. Εκείνος ηρέμησε πρώτος και με άφησε μόνο για να μου σκουπίσει τα δάκρυα και να μου ψιθυρίσει στο αυτί: «Όχι άλλα δάκρυα, λουλούδι μου. Μην κλαις για εμένα. Όσο είσαι δίπλα μου, μπορώ να αντέξω τα πάντα. Μόνο μη με αφήσεις και εσύ».
«Όχι άλλα. Και σου υπόσχομαι πως δε θα σε αφήσω ποτέ». Τον άρπαξα από τον γιακά της μπλούζας του και τον φίλησα σφραγίζοντας τον όρκο που του έδωσα.
«Πάμε κάτω. Πρέπει να βρούμε ένα τρόπο να την κάνουμε να πληρώσει».
«Σύμφωνοι» απάντησα, αλλά το μυαλό μου άρχισε τότε να δουλεύει πυρετωδώς. Ο Απόλλωνας δεν έπρεπε να βρίσκεται στη μάχη, έπρεπε να βρω ένα τρόπο να μη φτάσει έως εκεί. Η διανοητική κατάσταση της Αρετής ήταν γνωστή πια και δε θα άφηνα τίποτα κακό να του συμβεί., αρκετά είχε ήδη πονέσει. Προς το παρόν, μπορούσα να σκεφτώ μόνο ένα τρόπο, μα δεν ήξερα αν μπορούσα να αντέξω να πω το τελευταίο αντίο. Μακάρι να μη χρειαζόταν να φτάσουμε ως εκεί, μακάρι να με άκουγε και να έμενε πίσω, για να μη χρειαστεί να σπάσω την καρδιά μου. Δεν υπήρχε πια ζωή χωρίς εκείνον, είχαμε ζήσει τόσα πολλά μαζί, και ας μη θυμόταν το μυαλό μου… Θυμόταν η καρδιά μου, η οποία μάτωνε στη σκέψη του Απόλλωνα ακίνητου, παγωμένου, νεκρού. Εξάλλου, χωρίς εκείνον δεν έμενε τίποτε για να παλέψω, τίποτα που να με ενδιέφερε πραγματικά. Ήξερα πως το καθήκον με καλούσε και το φορτίο θα ήταν μεγάλο, μα δεν ήθελα να το αναλάβω, όχι αν έπρεπε να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου μόνη.
Μάλιστα, είχα πιάσει τον εαυτό μου να σκέφτεται, έστω και αν ήταν απλώς στον κόσμο των ονείρων, τον γάμο μαζί του. Το όνειρο ξεκίνησε με τον ήχο του πιάνου. Στην αρχή ο πιανίστας που έπαιζε πατούσε τα πλήκτρα απαλά και αργά, μα σαν πλησίαζα, αύξανε ολοένα την ένταση. Βρισκόμουν στον κήπο του παλατιού και κατέβαινα τις σκάλες φορώντας ένα μακρύ νυφικό. Ήταν σαν στενός κορσές μέχρι τη μέση μου και μετά άνοιγε. Είχε μακριά ουρά και χρυσόσκονη λαμπύριζε κάνοντάς με να αστράφτω κάτω από το τελευταίο φως της ημέρας. Βιολέτες στόλιζαν τα μακριά μαύρα μαλλιά μου που ήταν πιασμένα σε ένα περίτεχνο κότσο ψηλά στο κεφάλι και πέπλο. Ήμουν σίγουρη πως ήταν προσθήκη του Απόλλωνα, αφού από μικρή είχα ξεκαθαρίσει πως δεν ήθελα καθόλου να φορέσω ένα. Το νυφικό, αν και βαρύ, δεν έδειχνε καθόλου υπερβολικό μπροστά στο μεγαλείο του παλατιού. Τα μάτια μου ήταν ελαφρώς διεσταλμένα από τον φόβο και είχαν αποκτήσει σκούρο μωβ χρώμα.
Από παντού ξεφύτρωναν βιολέτες, γαρδένιες και ένα σωρό άλλα άσπρα λουλούδια, κάνοντας έντονη αντίθεση με το μωβ, και λαμπιόνια. Ο διάδρομος στον οποίο περπάτησα ήταν στρωμένος με πέταλα. Δεξιά και αριστερά υπήρχαν καρέκλες, μα κανείς δεν καθόταν. Όλοι ήταν όρθιοι και με κοιτούσαν να τους πλησιάζω. Έφτασα μέχρι το τέλος του διαδρόμου και εκεί ο μπαμπάς με άφησε. Με φίλησε στο μέτωπο και εγώ του έσφιξα το χέρι. Ύστερα απομακρύνθηκε και πήγε δίπλα στη μαμά. Ένα δάκρυ κύλησε που αποχωρίστηκε τη μοναχοκόρη του και η μαμά του χάρισε μια καθησυχαστική αγκαλιά. Ανέβηκα τα τρία σκαλιά της εξέδρας και σκόνταψα, αλλά πρόλαβε και με έπιασε. Τα παπούτσια, αν και έπιαναν στον αστράγαλο, τα ένιωθα ασταθή. Δεν ήμουν συνηθισμένη σε ψηλά παπούτσια και δεν ήξερα καν για ποιο λόγο συμφώνησα να τα φορέσω. Βασικά ήξερα και ας μην το παραδεχόμουν· άρεσαν στον μέλλοντα σύζυγό μου.
«Θα είμαι πάντα εδώ για να σε προστατεύω» μου ψιθύρισε.
Σήκωσα το βλέμμα και τον κοίταξα καλύτερα. Ήταν πανέμορφος στο μαύρο του κοστούμι. Φορούσε άσπρο πουκάμισο και μπλε γραβάτα που τόνιζε ακόμη περισσότερο τα καταγάλανα μάτια του. Αν και τα παπούτσια μου χάριζαν αρκετούς πόντους, εξακολουθούσε να με περνάει στο ύψος και να φαντάζει τεράστιος δίπλα μου. Μου άρεσε που μπορούσα να χαθώ στην αγκαλιά του. Ακόμη αναρωτιόμουν πως με είχε δει εκεί κάτω. Μου έδωσε την ανθοδέσμη μου που ήταν ίδια με τον υπόλοιπο στολισμό και μου χάρισε ένα εκτυφλωτικό χαμόγελο. Ήταν πολύ άνετος και γεμάτος αυτοπεποίθηση, ενώ εγώ είχα φάει εντελώς τα νύχια μου τις τελευταίες ώρες.
Το μυστήριο τελέστηκε με κάθε επισημότητα και έπειτα ανταλλάξαμε τους γαμήλιους όρκους μας. Ήταν πολύ ρομαντικοί και ομολογώ πως με έκαναν να δακρύσω ελαφρά. Η φωνή του ιερέα ακούστηκε μια τελευταία φορά και έδωσε στον γαμπρό την άδεια να φιλήσει τη νύφη του. Ο Απόλλωνας δίχως να χάσει λεπτό σήκωσε το πέπλο γεμάτος χαρά. Είχε μια έκφραση λες και ξετύλιγε χριστουγεννιάτικο δώρο. Φιληθήκαμε κάτω από το φως του φεγγαριού και των εκατοντάδων μικροσκοπικών λαμπιονιών. Ξαφνικά ήταν σαν όλα να χάθηκαν: κάθε θόρυβος, κάθε παρουσία εκτός από εμάς τους δύο. Απομακρυνθήκαμε απότομα ο ένας από τον άλλο. Καταραμένο οξυγόνο, σκέφτηκα. Χειροκροτήματα ακούστηκαν από όλους τους παρευρισκόμενους και τους αντάμειψα με ένα αυθεντικό χαμόγελο.
Πρώτοι για να μας συγχαρούν ήρθαν οι γονείς μου και μετά ο νονός μου φανερά συγκινημένος. Ανάμεσα στους εκατοντάδες καλεσμένους ξεφύτρωσε η Ηλέκτρα η οποία μου έδωσε ένα δυνατό χαστούκι και μετά με αγκάλιασε και έκλαψε από ανακούφιση που ήμουν καλά και από χαρά που βρισκόμουν παντρεμένη με τον άντρα που αγαπούσα.
«Θα σου τα εξηγήσω όλα. Συγγνώμη» της είπα. Ειλικρινά αυτά τα λόγια δεν έφταναν στο ελάχιστο για να εξηγήσω όσα είχαν γίνει, μα η Ηλέκτρα δεν έδειξε να πειράζεται. Ήξερε πως ποτέ δεν ήμουν καλή στα λόγια.
«Απλώς πέτα μου την ανθοδέσμη, εντάξει;»
«Σύμφωνοι» απάντησα με ένα χαμόγελο. Ήταν τεράστια ανακούφιση που με συγχώρεσε τόσο εύκολα. Ήμουν περιτριγυρισμένη από τόσους ανθρώπους που κανείς δε θα με πίστευε αν του έλεγα πως η Ηλέκτρα ήταν η μοναδική μου φίλη. Ακολούθησαν πολλές ακόμη χειραψίες και φιλιά. Συγχαρητήρια και οι θερμότερες ευχές για το μέλλον. Ένα μέλλον γεμάτο χαρά, ευτυχία και πολλούς απογόνους. Γέλασα στη σκέψη των παιδιών. Ο χώρος σταδιακά άδειασε και όλοι μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό όπου θα γινόταν το τραπέζι. Μέχρι να κλείσει η πλαϊνή πόρτα αφήνοντάς μας μόνους, ακούγαμε τις μουσικές που προέρχονταν από την ορχήστρα.
Εμείς μείναμε έξω μερικά ακόμη λεπτά χαμένοι στο παραμύθι. Σύντομα θα έπρεπε να μπούμε, να χορέψουμε τον πρώτο μας χορό ως παντρεμένοι, να κόψουμε την τούρτα και να κάνουμε ένα σωρό άλλα. Μα για τώρα, ήμασταν οι δυο μας σε έναν άδειο κήπο στολισμένο με φωτάκια και λουλούδια. Μετά από το άγχος των τελευταίων ημερών αυτά τα λίγα λεπτά μέσα στην απόλυτη ησυχία στο πιο ειδυλλιακό τοπίο ήταν ό,τι χρειαζόμασταν. Έκλεισε το πρόσωπό μου στις χούφτες του και με φίλησε στα χείλη.
«Είσαι καλά; Ήσουν ιδιαίτερα τρομοκρατημένη πριν» είπε με περιπαικτική διάθεση.
«Εσύ από την άλλη δε φάνηκες καθόλου. Δεν είναι δίκαιο».
«Δεν υπάρχει κανένας λόγος για φόβο».
«Υπάρχει, αν φοράς πανύψηλα παπούτσια και κινδυνεύεις να γκρεμοτσακιστείς και να ρεζιλευτείς μπροστά σε όλους».
«Γιατί τα φόρεσες τότε;» ρώτησε γελώντας.
«Επειδή σου άρεσαν».
«Σε αγαπάω τόσο πολύ. Μην το ξεχάσεις ποτέ».
«Εγώ σε αγαπάω περισσότερο. Και για να στο αποδείξω, σου έχω ένα δώρο».
«Το καλύτερο δώρο που θα μπορούσα να πάρω ποτέ είσαι εσύ» είπε με απόλυτα σοβαρό ύφος.
«Μην το ακούσει αυτό η κόρη σου θα γίνει πυρ και μανία» απάντησα. Εκείνος κόμπλαρε. Ένα σωρό συναισθήματα πέρασαν από το πρόσωπό του. Απορία, έκπληξη, δυσπιστία και τέλος χαρά.
 «Μου λες αλήθεια;»
«Ναι». Το πρόσωπό του φωτίστηκε και με σήκωσε στην αγκαλιά του. Με στριφογύρισε και ξεφώνισε γεμάτος ενθουσιασμό. Ήταν πολύ ανακουφιστικό το γεγονός ότι αντέδρασε έτσι μετά από όσα περάσαμε μαζί. Καλοδέχτηκε το παιδί που ήρθε τόσο απρόσμενα και μάλιστα με τόση χαρά. Εκεί τελείωσε το όνειρο και με άφησε να αναρωτιέμαι αν ήταν όραμα ή απλό όνειρο.
Ό,τι και αν ήταν έτσι φανταζόμουν πάντα τον γάμο μου. Ήμουν έτοιμη να τα απαρνηθώ όλα αυτά; Σίγουρα όχι. Όσο εγωιστικό και αν ήταν, απλώς δεν μπορούσα. Έπρεπε λοιπόν να μείνει όσο το δυνατόν πιο μακριά από το επικείμενο χάος.


Έλενα Παπαδοπούλου