Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

27.4.20

Η κατάρα του ορφανού - Η άνοδος του Κεναρντ (Κεφάλαιο 11)

Οι φυλακές του Κούρτχολ ήταν δίχως καμία αμφιβολία οι χειρότερες από όλες. Ο Σκορπιός με τον Άινταν οδηγούνταν δεμένοι με βαριές αλυσίδες στον γκρίζο και απόκοσμο πύργο των κελιών λίγο έξω από το κέντρο της πόλης. Τα νέα είχαν διαδοθεί γρήγορα στον κόσμο των μάγων, πως τα αδέρφια Γκρερ είχαν επιτέλους συλληφθεί και η μαγική κοινότητα θα βρισκόταν στην ευχάριστη θέση να παρακολουθήσει το κάψιμο του Άινταν Γκρερ που τόσο πολύ μισούσε.
Ο Τζάρεντ τους είχε σύρει σε όλη τη διαδρομή, τόσο εκείνους όσο και τον Σύλβαν με αποτέλεσμα το σώμα τους και τα χέρια τους να έχουν γεμίσει αμυχές και γδαρσίματα. Το κελί τους βρισκόταν στον πεντηκοστό όροφο του θεόρατου κυκλικού κτιρίου και οι φύλακες πέταξαν τον Σκορπιό με τον Σύλβαν στο ένα κελί και τον Άινταν μονάχο του σε ένα άλλο κελί απομόνωσης, σκοτεινό και δίχως παράθυρα. Ακριβώς από έξω άκουγαν τις στριγκές κραυγές των Απρόσωπων που πάλευαν να δημιουργήσουν ένα εφιαλτικό κλίμα παίζοντας με το μυαλό των κρατούμενων.
Τη στιγμή που η πόρτα έκλεινε με φόρα πίσω του και απαλλασσόταν από τα δεσμά του, πεταμένος σε ένα κελί προστασίας που απορροφούσε τη μαγική του δύναμη, το μυαλό του Άινταν ξεκίνησε να παίρνει περίεργες στροφές. Όλο αυτό το σκηνικό του θύμιζε τις χιλιάδες φορές που ως παιδί τον έσερναν πετώντας τον σαν σκουπίδι στην μία αίθουσα και στην άλλη, προκειμένου να ξεκινήσουν τα πειράματα. Τώρα όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά αφού γνώριζε την αλήθεια. Η Κριστίν είχε καταστρέψει τον αληθινό Κέναρντ και μαζί με αυτόν και την οικογένεια Γκρερ. Αυτή είχε δημιουργήσει στην ουσία το τέρας του Κέναρντ που κυκλοφορούσε εκεί έξω σκοτώνοντας, όμως όλοι αυτοί μαζί είχαν δημιουργήσει και τον ίδιο. Ήταν καιρός να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του και να πολεμήσει για εκείνους τους ελάχιστους που είχαν πιστέψει σε αυτόν. Τη στιγμή όμως που πήγε να σηκωθεί, ένιωσε έναν πόνο χαμηλά στο στομάχι του και τότε συνειδητοποίησε το κακό που τον είχε βρει. Οι καταραμένες οι συνέπειες των πειραμάτων του χτυπούσαν την πόρτα και το φάρμακό του βρισκόταν χιλιόμετρα μακριά. Αν δεν βρισκόταν λύση, ο θάνατός του θα ήταν στα σίγουρα αργός και βασανιστικός.

Όλη τη νύχτα πάλευα να κοιμηθώ δίχως κανένα αποτέλεσμα. Ο Σκορπιός με είχε ενημερώσει πως θα επισκεπτόταν το σπίτι το εξοχικό των Γκρερ στα προάστια του Κούρτχολ και παρά την επιμονή μου για τυχόν ύπαρξη κινδύνων, εκείνος με αγνόησε. Προσπαθούσα να επικοινωνήσω μαζί του μέσω της σκέψης μου, μα αυτό στάθηκε αδύνατον. Για κάποιον λόγο το ένστικτό μου με προειδοποιούσε πως κάτι κακό είχε συμβεί. Στο διπλανό δωμάτιο κοιμόταν ο Γουίλ με την Κρίστι, ενώ ο Σιμεόν δεν είχε επιστρέψει ακόμη. Σηκώθηκα με κόπο από το κρεβάτι, όταν άκουσα τη φωνή της Λυρίας μέσα στο μυαλό μου, ενώ δευτερόλεπτα αργότερα είδα το ένα της μουστάκι να χτυπά επάνω στο τζάμι του παραθύρου.
Ξαφνιασμένη σηκώθηκα και άνοιξα τα φώτα του δωματίου μου και μαζί και το παράθυρο.
«Λυρία; Τι συμβαίνει;» τη ρώτησα καθώς είχα καταλάβει πως κάτι κακό είχε βρει τον Σκορπιό.
«Κένταλ, ο Σκορπιός, ο Άινταν και ο Σύλβαν βρίσκονται αιχμάλωτοι στις φυλακές υψίστης ασφαλείας του Κούρτχολ» άκουσα τη φωνή της δράκαινας και για λίγο σάστισα.
«Τι εννοείς; Από εκεί δεν δραπέτευσε ποτέ κανείς!» ξεκίνησα να ωρύομαι μέχρι που ήρθαν και τα υπόλοιπα άσχημα νέα για να με ισοπεδώσουν.
«Το ζήτημα είναι πως η Εμίλια βρίσκεται στα χέρια του Κέναρντ και έχει δοθεί διορία μέχρι τα ξημερώματα» συμπλήρωσε η Λυρία και ο πανικός μου χτύπησε την πόρτα καθώς το βλέμμα μου έπεσε επάνω στο ρολόι.
«Και τώρα;» ρώτησα μη γνωρίζοντας τι άλλο έπρεπε να κάνω, μέχρι που απλώς ξεκίνησα να ντύνομαι και να τρέχω ήδη στο δωμάτιο του Γουίλ χτυπώντας την πόρτα.
Ο αδερφός μου πετάχτηκε επάνω, το ίδιο και η κολλητή μου που ήταν αναμαλλιασμένη.
«Τι συμβαίνει, Κένταλ;» με ρώτησε ο Γουίλ με μία ελαφριά ενόχληση στην φωνή του, μα μόλις του εξήγησα δεν ήξερε πού να στραφεί.
«Κοίτα, τον Άινταν τον έχω γραμμένο και τον Σκορπιό δεν έχω φτάσει σε σημείο να τον εμπιστεύομαι απόλυτα, ωστόσο τον ανέχομαι γιατί είναι ο δεσμός σου. Προηγείται η Εμίλια που μου φέρθηκε σαν μια δεύτερη μητέρα. Ωστόσο, μόνοι μας δεν μπορούμε να κάνουμε απολύτως τίποτε. Πρέπει να ζητήσουμε τη βοήθεια των καθηγητών της Επινουά» μου απάντησε ξερά ο Γουίλ και η Κρίστι έμεινε να τον κοιτάζει άναυδη.
«Μην του δίνεις σημασία. Εγώ τον αγαπώ τον δηλητηριώδη άντρα σου» με πείραξε και όλοι μας ξεκινήσαμε να ετοιμαζόμαστε.
Μέσα σε όλη αυτήν την αναταραχή, ο Σιμεόν και ο Κέναρντ, του οποίου η ενέργεια εξασθενούσε ώρα με την ώρα, συνέχιζαν να βρίσκονται καθισμένοι στο λιμάνι της Βέρνια, μέχρι που ο νεαρός άκουσε τη φωνή ενός δράκου να τον καλεί. Το θέαμα που ακολούθησε ήταν απλά μαγικό. Μπροστά τους πετούσε περήφανα, με τις φολίδες του δέρματός του να γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο ο Βάλιμαρ. Το τραγούδι του έφτανε στα αυτιά του Σιμεόν σαν κραυγή, ενώ ο Κέναρντ μπορούσε να το καταλάβει απόλυτα.
«Πάντοτε θα επιστρέφω σε αυτόν που η μισή μου ψυχή ανήκει. Από τότε σε αποκαλούσα Παιδί των Δράκων και όχι άδικα. Ακόμη και αν μπροστά μου βρίσκεται απλώς μία προβολή, το αστέρι σου δεν θα σταματήσει ποτέ να κοσμεί το ουράνιο στερέωμα, Τόμας Κέναρντ Γκρερ» τελείωσε ο δράκος και ο Κέναρντ συγκινήθηκε.
Το κεφάλι του δράκου έφτασε μία ανάσα από το δικό του και ο νεαρός ακούμπησε το μέτωπό του επάνω απαντώντας στη γλώσσα των δράκων.
«Πάντοτε θα σε αγαπώ και θα σε σέβομαι, πατέρα της μαγείας. Να ξέρεις πως αν δεν με είχες συμβουλέψει, πιθανότατα να μην υπήρχα ούτε σαν προβολή. Χάρη σε εσένα συνάντησα ξανά τον αδερφό μου και τα εγγόνια μου. Μπόρεσα να τους εξηγήσω όλα τα κακά που με βρήκαν απαλλάσσοντάς τους έτσι από τις τύψεις για την οικογένεια Γκρερ» του είπε ο Κέναρντ.
«Τα πράγματα, ωστόσο, κρέμονται όλα από μία κλωστή. Η Εμίλια, Σιμεόν, είναι στα χέρια του κακέκτυπου του αδερφού σου και ο Άινταν με τον Σκορπιό στην Κούρτχολ αιχμάλωτοι» τους είπε ο δράκος και ο Σιμεόν σάστισε.
Τότε, ο Κέναρντ τον κοίταξε μέσα στα μάτια και του είπε:
«Σε παρακάλεσα για κάτι λίγο πιο πριν. Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για να το κάνεις. Στάσου και πολέμησέ τον. Εξάλλου, δεν ήμουν μονάχα εγώ το λαμπρό αστέρι, αδερφέ, αλλά ήσουν και εσύ, απλώς λίγο πιο ντροπαλός στις εκδηλώσεις σου. Ήρθε η ώρα να λάμψεις λοιπόν» του είπε παλεύοντας να ελαφρύνει κάπως το κλίμα, μα ο Σιμεόν ήταν χαμένος σε έναν κικεώνα σκέψεων και γεγονότων. «Θέλω να πας στην Επαρχία του Αντίστροφου Χρόνου και να σπάσεις τον όρκο. Θέλω να σταθείς και να πολεμήσεις για όλα όσα αγαπάς. Σε ικετεύω» τελείωσε ο Κέναρντ και μαζί σηκώθηκαν.
Τότε, ο Σιμεόν στράφηκε προς το μέρος της φιγούρας του αδερφού του που είχε αρχίσει να ξεθωριάζει και να τρεμοπαίζει.
«Είναι η τελευταία φορά που σε βλέπω, σωστά;» τον ρώτησε και ο Κέναρντ βούρκωσε.
«Σωστά, μα θα βρίσκομαι πάντοτε εδώ» του είπε τοποθετώντας το χέρι του στο σημείο της καρδιάς του Σιμεόν. «Σε αγάπησα από την πρώτη ημέρα που ήρθες στη ζωή και ήσουν το πιο όμορφο νεογέννητο που είχα δει. Εμείς οι δύο πάντοτε θα είμαστε μαζί, πάντοτε θα έχουμε ο ένας τον άλλο. Αυτός είμαι. Εκεί έξω αυτό που κυκλοφορεί δεν είμαι εγώ. Μη σκεφτείς τις συνέπειες, προχώρα μπροστά, Σιμεόν και κάνε αυτό που πρέπει» τελείωσε και αφού αγκαλιάστηκαν σφιχτά, με δάκρυα στα μάτια ο Κέναρντ ξεκίνησε να απομακρύνεται.
«Κάθε φορά που θα θέλω να σε συναντήσω, θα κοιτάζω ψηλά. Το άστρο σου δεν θα σβήσει ποτέ, αδερφέ» ήταν τα τελευταία λόγια του Σιμεόν, προτού η φιγούρα του αδερφού του χαθεί για πάντα από τα δικά του μάτια.
Πίσω έμειναν εκείνος και ο Βάλιμαρ. Γύρω τους επικρατούσε η ηρεμία του λιμανιού και το δροσερό, θαλασσινό αεράκι.
«Βάλιμαρ, οι δράκοι πρέπει να πολεμήσουν» ακούστηκε η φωνή του Σιμεόν.
«Οι δράκοι δεν ανακατεύτηκαν ποτέ στις ιστορίες της ανθρωπότητας. Δεν θα μας βγει σε καλό. Η φυλή μου βρέθηκε στα πρόθυρα της εξαφάνισης εξαιτίας σας» του απάντησε ο δράκος.
«Όμως η κόρη σου σώθηκε χάρη σε δύο ανθρώπους. Πολέμησε γι’ αυτούς που αγαπάς» πάλεψε να τον πείσει ο Σιμεόν και ο Βάλιμαρ αναστέναξε.
«Θα το σκεφτώ, Πορφυρέ. Καλή τύχη εκεί που θα πας» πρόφερε ο Βάλιμαρ και τεντώνοντας το σώμα του, πέταξε στον νυχτερινό ουρανό που ανέκαθεν υπήρξε το βασίλειο της φυλής του.

Η είσοδος στην Ένταρταουν δεν θα ήταν εύκολη και το γνώριζα, ειδικά για μία Λευκή μάγισσα, όπως εγώ. Καθώς το συγκεκριμένο μέρος ήταν το άνδρο των Σάμχαϊν, που οι περισσότεροι είχαν την ικανότητα να διαβάζουν τις αύρες με τεράστια ευκολία, έπρεπε να παλέψω να καλύψω τη μαγική μου ιστορία, καθώς και το χρώμα μου. Μαζί με τον Γουίλ και την Κρίστι, βρισκόμασταν τώρα στους κήπους της Επινουά. Μία κατήφεια επικρατούσε τριγύρω. Ο πλούσιος μαγικός της κήπος με τις νεράιδες που τραγουδούσαν και έπαιζαν τα βράδια ανάμεσα στις φυλλωσιές είχε τώρα βουβαθεί σαν να θρηνούσε την απουσία των μαθητών. Οι μαγικοί Οίκοι ήταν σκοτεινοί, καθώς η Σχολή είχε εκκενωθεί εξαιτίας της τελευταίας επίθεσης και του επερχόμενου πολέμου.
Συνεχίσαμε να προχωρούμε, ώσπου είδα δύο φιγούρες να έχουν καθίσει στα πέτρινα σκαλοπάτια της εισόδου. Ήταν ο Κρις και ο Τρόυ. Μόλις μας αντίκρισαν, ευθύς τινάχτηκαν επάνω. Η αλλοτινή ζωηρή όψη του Κρίστοφερ είχε δώσει τη θέση της στη μουντάδα της θλίψης. Τότε, μέσα από το κάστρο, φάνηκε και η Έλσα. Η γυναίκα που στην ουσία ζούσε αιώνια παγιδευμένη σε σώμα σχεδόν παιδικό, εξαιτίας της κατάρας της Κριστίν.
«Λυπάμαι τόσο πολύ» της είπα δακρυσμένη και εκείνη άφησε τα χέρια της να  πέσουν στους ώμους μου.
«Μη λυπάσαι άλλο, Κένταλ. Ξέρω πως ζεις και εσύ το προσωπικό σου δράμα. Γνώρισες και αγάπησες τον αληθινό Κέναρντ, μα τώρα πια πρέπει να μας βοηθήσετε να φύγουμε. Οι ψυχές μας χάθηκαν σε εποχές που δεν μας ανήκουν. Είμαστε απλώς μία ανάμνηση των όσων φρικτών έλαβαν χώρα στα χρόνια εκείνα. Πλέον η σκυτάλη του αγώνα δίνεται σε εσάς» μου είπε και στράφηκα στον Τρόυ.
«Πρέπει να μας βοηθήσεις να πάμε στην Ένταρταουν. Η Εμίλια βρίσκεται στα χέρια του Κέναρντ, ωστόσο αν πάω με φανερή την αύρα μου, θα μας σκοτώσουν όλους» του είπα, μα προτού προλάβει να μου απαντήσει, είδα τη φιγούρα του Τόμας να με κοιτά και να μου κάνει σήμα να τον ακολουθήσω. Διακόπτοντας απότομα την ροή της συζήτησης με τον καθηγητή μου, έτρεξα να τον συναντήσω.
Για κάποιον λόγο δεν ήθελε να του δώσω ενέργεια ώστε να γίνει ορατός από τους υπόλοιπους. Συνέχισα να τον ακολουθώ στο εσωτερικό της Σχολής με κατεύθυνση τη βιβλιοθήκη. Κανένας από τους καθηγητές ή την υπόλοιπη παρέα δεν είχε κάνει τον κόπο να μας ακολουθήσει, επειδή γνώριζαν. Είχαν καταλάβει ποιον ακολουθούσα και ας μην μπορούσαν να τον δουν. Παρά το γεγονός πως δεν είχα ιδέα πού με οδηγούσε, δεν μπήκα στον κόπο να τον ρωτήσω. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή από την αγωνία, γιατί η διαίσθησή μου με προειδοποιούσε για κάτι δυσάρεστο. Δίχως δεύτερη σκέψη, μπήκαμε στον άδειο πλέον χώρο της βιβλιοθήκης κατευθυνόμενοι στην τελευταία πτέρυγα. Εκεί ακριβώς ο Τόμας σταμάτησε επιτέλους την πορεία του και γύρισε να με κοιτάξει.
«Πριν από μερικούς μήνες, εδώ, σε αυτό ακριβώς το σημείο, έγινα επιτέλους ορατός από ένα κορίτσι που έμελλε να γίνει και συνοδοιπόρος μου στην τελευταία μου και πιο σημαντική διαδρομή προς την λύτρωση. Κένταλ, χάρη σε εσένα είδα ξανά τον αδερφό μου, έδωσα ελπίδα αγάπης στον εγγονό μου και κατάφερα έστω και για λίγο να γυρίσω τους δείκτες του ρολογιού κοντά έναν αιώνα πίσω και να λάβω μέρος στον ετήσιο χορό μαζί με εκείνη που αγαπούσα. Με έκανες πλούσιο συναισθηματικά, μου χάρισες στιγμές αξέχαστες, με έκανες να πιστέψω έστω και για λίγο πως… πως δεν έχω στην ουσία χαθεί. Σε άκουσα πως θα πας στον Κέναρντ στην Ένταρταουν και το λιγότερο που έχω σαν δώρο για εσένα, είναι αυτό εδώ» μου είπε και καθώς τα μάτια μου ήταν θολά από τη συγκίνηση, κατάφερα να διακρίνω ένα κρεμαστό σαν μενταγιόν το οποίο είχε ένα μικρό γυάλινο μπουκαλάκι σε σχήμα κωνικό. Μέσα του αναδευόταν ένα παράξενο υγρό. «Αυτό εδώ ήταν μία δική μου ανακάλυψη κάποτε, καθώς είχα φτάσει στο σημείο να μπορώ με την βοήθειά του να αλλάζω την αύρα μου, κάτι που κατόρθωσε τελικά να πετύχει ο εγγονός μου ο Άινταν από μόνος του. Εσένα θα σου χρειαστεί, γιατί φέρει την αύρα των Σάμχαϊν και φορώντας το, κανένας δεν θα μπορέσει να διακρίνει πως είσαι Λευκή» μου είπε και το πέρασε στο λαιμό μου.
Δεν ήξερα τι έπρεπε να πω και έτσι απλώς τον αγκάλιασα σφιχτά κλαίγοντας. Ήταν και η τελευταία φορά που θα τον έβλεπα και το ήξερα.
«Φοβάμαι» ήταν η μόνη κουβέντα που κατόρθωσα να του πω.
«Να μη φοβάσαι. Έχεις την καλοσύνη και το άστρο το ξεχωριστό του Όσβαλντ και της γενιάς του. Νομίζω πως είναι ευδιάκριτο κάτι τέτοιο. Να γνωρίζεις πως αυτό που κυκλοφορεί εκεί έξω δεν είναι εγώ, δεν είναι αυθεντικό και ποτέ δεν πρόκειται να γίνει. Επομένως, ένα ψεύτικο πράγμα ποτέ του δεν έχει μεγάλη διάρκεια ζωής. Εύχομαι μία μέρα ο ήλιος να φωτίσει τον κόσμο και όλοι να μπορούμε να ζούμε αρμονικά όπως στην δική μου εποχή. Εδώ λοιπόν ξεκίνησαν όλα, σε αυτήν την πτέρυγα και εδώ θα σε αποχαιρετήσω. Μην κλάψεις και μη δειλιάσεις ούτε στιγμή. Σε περιμένει ένας δύσκολος δρόμος. Εγώ θα είμαι δίπλα σου με τον τρόπο μου και να το ξέρεις αυτό. Αντίο λοιπόν, Λευκή μάγισσα, ήταν τιμή μου που σε γνώρισα» ήταν η τελευταία του κουβέντα και αφήνοντας ένα φιλί παρατεταμένο στο μέτωπό μου, είδα τη σκιά του να απομακρύνεται και τελικά να ξεθωριάζει και να εξαφανίζεται.
Δάκρυα θόλωσαν τα μάτια μου και τα γόνατά μου λύγισαν ρίχνοντάς με στο κρύο, μαρμάρινο δάπεδο.
“Θα μου λείψεις τόσο πολύ” ψιθύρισα μέσα από τα δάκρυά μου, όταν στον ορίζοντα διέκρινα μία μικρή ερυθρή γραμμή. Χάραζε. Χάραζε και αν δεν φεύγαμε τώρα, η Εμίλια θα έπεφτε νεκρή με αποτρόπαιο τρόπο. Σκουπίζοντας λοιπόν τα δάκρυά μου άτσαλα με την ανάστροφη του χεριού μου, έτρεξα να βρω τους υπόλοιπους. Η μόνη που κατάλαβε αμέσως τι είχε συμβεί ήταν η Έλσα η οποία έπεσε στην αγκαλιά μου κλαίγοντας. Τότε, είδα τον Άρθουρ να πετά πάνω από το κεφάλι μου και να κάθεται στον ώμο μου τρίβοντας το ράμφος του με τρυφερότητα. Το τιτίβισμά του ήταν θρηνητικό.
«Μέχρι και εμένα συγκίνησες» μου είπε.
«Να σημειώσουμε την ώρα και να την κάνουμε κάδρο» πετάχτηκε ο Κρίστοφερ.
«Αυτό που η χαζομάρα σου μου χαλά τις ελάχιστες, αξιόλογες στιγμές στην ζωή μου, έχει καταντήσει ανυπόφορο» έκρωξε η κουκουβάγια. «Πηγαίνετε να σώσετε την Ιουλιέτα, να πεταχτώ εγώ στον Ρωμαίο» ολοκλήρωσε το πουλί το οποίο εξαφανίστηκε στον ορίζοντα.
Τότε, είδα την Λυρία να πετά και να στέκεται μπροστά μας.
“Κένταλ, ανεξάρτητα από το τι θα αποφασίσει ο πατέρας μου, εγώ θα σας βοηθήσω. Πες μου τι θέλετε να κάνω;” με ρώτησε και με τον Γουίλ κοιταχτήκαμε. Στο τέλος τον λόγο πήρε ο Τρόυ.
«Μέχρι να φτάσουμε στο Μπερζελόν, πρέπει να περάσουμε απαρατήρητοι» τον άκουσα να λέει και τότε του έδειξα εκείνο το παράξενο κρεμαστό που κοσμούσε τον λαιμό μου. «Ένα Άμπιας για την αλλαγή της αύρας. Θυμάμαι από την αίθουσα των βραβείων, πως ο Κέναρντ το είχε κερδίσει δημιουργώντας το» μου είπε δίχως να παίρνει το βλέμμα του από το κρεμαστό.
«Μα εκείνος μου το έδωσε» του είπα και χαμογέλασε θλιμμένα.
«Λυρία, θα πετάξεις μονάχη σου για το κάστρο. Ευτυχώς ο ουρανός της Ένταρταουν είναι σχεδόν πάντοτε μουντός και τα σύννεφα θα συμβάλλουν στην κάλυψή σου. Οι υπόλοιποι θα έρθετε με εμένα και τον Κρις. Θα διακτινιστούμε» μας είπε και εγώ με εκείνον πιαστήκαμε χέρι με χέρι, και το ίδιο έκαναν η Κρίστι με τον Γουίλ και τον Κρίστοφερ.
Το σώμα μου το ένιωσα να διαμελίζεται και τη λογική μου να δραπετεύει σε σκοτεινά μονοπάτια, μέχρι που όταν άνοιξα ξανά τα μάτια μου αγγίζοντας το πονεμένο μου σώμα, είδα γύρω μου γκρίζα, παραμελημένα σπίτια και χωματόδρομους να διασχίζουν αυτό το μέρος του μαγικού κόσμου που ονομαζόταν και Άνδρο των Απόκληρων. Κάπου κάπου μάγοι με κουρελιασμένα ρούχα έσερναν κάτι παράξενα οχήματα, σαν κάρα, στους δρόμους, παλεύοντας να εντοπίσουν τυχόν τροφές στο διάβα τους ή οτιδήποτε θα μπορούσε να τους φανεί χρήσιμο.
«Θεέ μου» είπα και ο Τρόυ ένευσε με κατανόηση.
«Η Ένταρταουν αφορά αποκλειστικά τους Σάμχαϊν, τόσο εκείνους που πήγαν με το μέρος του Κέναρντ και της Κριστίν όσο και τους υπόλοιπους που έδιωξε η κοινωνία» μου είπε όταν είδα έναν νεαρό περίπου στην ηλικία μου να μασουλάει ένα σάπιο κόκκαλο. Ήταν όμορφος, μα το πρόσωπό του είχε αγριέψει από τις κακουχίες και τη φτώχια. Καθώς περνούσαμε από μπροστά του με εμένα να φοράω όπως και ο Τρόυ έναν μαύρο μανδύα, τον είδα να σηκώνεται και να στέκεται μπροστά μου κοιτάζοντάς με.
«Ωραίος μανδύας. Μακάρι να είχα και εγώ» μου είπε και χαμογέλασα αμήχανα.
«Τον θέλεις; Μπορεί να φορεθεί και από άντρες» του απάντησα και ο νεαρός γούρλωσε τα μάτια από έκπληξη σχεδόν πισωπατώντας ταραγμένος.
«Λες αλήθεια; Είναι δικός μου δηλαδή;» με ρώτησε καθώς τον έβγαζα και του τον έδινα μένοντας απλώς με τα ρούχα μου. Ο νεαρός με τρεμάμενο χέρι τον έπιασε και ξεκίνησε να τον χαϊδεύει με λατρεία. Σχεδόν βούρκωσε. Κατόπιν, με κοίταξε δειλά χαμογελώντας.
«Είσαι καλή και τυχερή που μπόρεσες να ζήσεις φυσιολογικά. Εγώ τα έχασα όλα. Με λένε Ζεκαράια και πριν λίγο καιρό δραπέτευσα από τις φυλακές. Ωστόσο, τυφλώθηκα από το δεξί μου μάτι εξαιτίας των βασανιστηρίων. Εύχομαι μία μέρα να κερδίσουμε οι Μαύροι, να τους δείξουμε ποιοι είμαστε και να πάψουν να μας κυνηγούν» τον άκουσα να λέει οργισμένος και τότε γονάτισα μπροστά του.
«Δεν είναι όλος ο κόσμος κακός, Ζεκαράια. Για εμένα δεν υπάρχουν χρώματα, μονάχα άνθρωποι» του είπα και είδε τα μάτια μου να αλλάζουν χρώμα, υιοθετώντας μία λευκή λάμψη.
Ο νεαρός Σάμχαϊν έμεινε να με κοιτάζει με τρόμο. Σχεδόν ζάρωσε στη θέση του σαν να ήταν έτοιμος να αμυνθεί. Οι υπόλοιποι με κοιτούσαν σαν να με μάλωναν σιωπηλά γι' αυτή μου την αποκάλυψη της ταυτότητας, μέχρι που ο Ζεκαράια είδε να κρέμεται στο λαιμό μου εκείνο το φυλαχτό του Κέναρντ.
«Αυτό» ξεκίνησε να μου λέει «φημολογείται πως ήταν η πρώτη πετυχημένη προσπάθεια μάγου να κρύψει την αληθινή του αύρα και ανήκει ως ανακάλυψη στον Κέναρντ» μου είπε και χαμογέλασα.
«Σωστά, ο ίδιος μου το έδωσε ώστε να κατορθώσω να διασχίσω την Ένταρταουν και να βοηθήσω μία φίλη που βρίσκεται στα χέρια της Κριστίν και ενός πλάσματος που δεν είναι, ούτε θα γίνει ποτέ ο αληθινός Κέναρντ» του απάντησα και για λίγο φάνηκε να μην καταλαβαίνει ούτε μισή λέξη.
Κάνοντας νόημα στους υπόλοιπους να περιμένουν, γονάτισα δίπλα του και πάλεψα να του αφηγηθώ όσα περισσότερα μπορούσα σχετικά με την ιστορία του Κέναρντ καθώς και το αποτρόπαιο έγκλημα της Κριστίν. Ο Ζεκαράια άκουγε με προσοχή.
«Ωστόσο, μέσα σε όλη αυτή την ιστορία, οφείλεις να παραδεχτείς, Λευκή, πως οι Μαύροι έχουμε κυνηγηθεί όσο κανένας άλλος. Προφανώς εσύ γνωρίζεις μονάχα ένα κομμάτι της ιστορίας. Το άλλο είναι αυτό ακριβώς που βλέπεις μπροστά σου. Φτώχεια, φυλακές, βασανιστήρια. Όλα αυτά είναι οι δικές μας προσωπικές ιστορίες. Οι περισσότεροι χάσαμε την οικογένειά μας και ορφανέψαμε από πολύ μικρή ηλικία. Εσύ δεν καταλαβαίνεις» μου απάντησε ελαφρώς κοφτά και οργισμένα.
«Καταλαβαίνω όμως εγώ» άκουσα τη φωνή του Τρόυ δίπλα μου. «Στερήθηκα την οικογένειά μου και κάποτε προσπάθησαν να με κάψουν ζωντανό. Ωστόσο, πάλεψα πολύ ώστε να μην αφήσω το παρελθόν να με νικήσει. Όλοι όσοι βλεπεις γύρω μου είναι φίλοι μου από διάφορα χρώματα και μέσα σε αυτούς ανήκω και εγώ. Πρέπει να αποδείξουμε στον κόσμο για τι είμαστε ικανοί. Εξάλλου, η φυλή μας ήταν πολύ προικισμένη και αυτό είναι ιστορικά αποδεδειγμένο. Θα πληρώσουν όλοι για τα εγκλήματά τους, ωστόσο μην περιμένεις από εκείνο το άσαρκο έκτρωμα να σας βοηθήσει, γιατί πολύ απλά δεν τον ενδιαφέρει. Δεν έχει ψυχή. Ο αληθινός Κέναρντ, ανήκει στο παρελθόν» του είπε ο Τρόυ και ο νεαρός φάνηκε να το σκέφτεται.
«Και τι θέλετε από εμένα;» τον ρώτησε.
«Να μας πεις πώς να μπούμε στο Μπερζελόν και δεν εννοώ από την μπροστινή είσοδο» του είπε ο Τρόυ και ο Ζεκαράια σηκώθηκε επάνω.
Καθώς τον παρατηρούσα στο ημίφως αυτής της απόκοσμης πόλης, τα χαρακτηριστικά του ήταν όμορφα, αν και άγρια. Είχε λεπτό πρόσωπο με έντονες γωνίες και μάτια στο χρώμα του γκρίζου ουρανού, μουντά και θλιμμένα. Σιωπηλός προχώρησε μπροστά, ενώ στο βάθος οι καμινάδες κάποιων ερειπείων κάπνιζαν, με τους Σέφο να τριγυρνάνε φυλώντας τους δρόμους. Καθώς όμως φορούσα το συγκεκριμένο μενταγιόν, ήταν αδύνατο ακόμη και για εκείνους να με αναγνωρίσουν, ενώ είχα μοιράσει το περιεχόμενό του, σε άλλα, μικρότερα μπουκαλάκια για να μπορούν να το χρησιμοποιήσουν και οι υπόλοιποι. Σε ένα μικρό ύψωμα στο βάθος η Σχολή του Μπερζελόν ξεπρόβαλε τρομακτική, σαν μία χαώδη σκιά πάνω από τα κεφάλια μας. Στους ψηλούς της πυργίσκους τρεμόπαιζαν μερικά αρρωστιάρικα φώτα και εγώ αναρωτιόμουν πού να βρισκόταν άραγε η Εμίλια.
Λίγα λεπτά αργότερα, ο ουρανός βρυχήθηκε καθώς τον έσκιζε το αστραπόβροντο. Είδα τον Ζεκαράια να κοιτάζει ψηλά και να με καρφώνει έπειτα έντρομος.
«Εκεί ψηλά, είναι ένας δράκος. Μόλις η αστραπή έριξε την λάμψη της, είδα την σκιά του»
«Είναι η δράκαινά μου, η Λυρία» του είπα και γούρλωσε τα μάτια.
«Πόσα ακόμα θα ανακαλύψω για εσένα; Γητευτής δράκων; Δεν γίνεται αυτό. Η φυλή τους είναι ψυχρή απέναντί μας. Ποτέ δεν μας βοήθησαν» μου είπε παραξενεμένος, ενώ μας οδηγούσε σε μία καταπακτή μέσα από την οποία περνούσε μία βρώμικη ρεματιά.
«Η Λυρία μεγάλωσε μαζί μου και ο Βάλιμαρ με συμπαθεί. Θέλω να πιστεύω πως σε αυτόν τον πόλεμο θα υπάρχει συμμετοχή δική τους. Το εύχομαι» του είπα και τότε είδα τον Κρίστοφερ να λιώνει κυριολεκτικά το κορμί του, χαρακτηριστικό των Εκρού μάγων, και να περνά μέσα από τα σίδερα, ενώ ο Γουίλ, στάθηκε μπροστά από τα κάγκελα και αρπάζοντάς τα με τα χέρια του, είδα τα μάτια του να φωτίζονται και εκείνα να λιώνουν.
«Λοιπόν, ως εδώ μου φάνηκε τρομερά εύκολο» άκουσα την φωνή της φίλης μου και ομολογώ πως το ίδιο πίστευα και εγώ.
«Λοιπόν, εγώ σας οδήγησα ως εδώ. Καλή τύχη εύχομαι στην σωτηρία της φίλης σας, αν φυσικά βγείτε ζωντανοί από εκεί μέσα» μας είπε και τον είδα να αποχωρεί. Η καταρρακτώδης βροχή ξεκίνησε και εγώ πήρα μία βαθιά ανάσα, καθώς κάπου μακριά από εδώ οι πρώτες αχτίδες του ήλιου έκαναν την εμφάνισή τους.

Το μικρό Μπρομ, η Κυβέλη κλαψούριζε θλιμμένα εδώ και δύο συνεχόμενες ημέρες και η Άρντα είχε ανησυχήσει. Το Βερθάλ ήταν για εκείνη το πιο κοντινό μέρος καθώς το σπίτι της βρισκόταν χωμένο μέσα στην καρδιά του δάσους. Ο Τζάκι, ο υιός της, ήταν ο μόνος που μπορούσε να απαλύνει τον ψυχικό πόνο του ζώου, καθώς η Κύβελη βρισκόταν πάντοτε καθισμένη στον ώμο του. Εκείνο το πρωινό, η Άρντα αποφάσισε να πάει στο κέντρο του μισοκατεστραμένου από την εισβολή Σάμχαϊν Βερθάλ και να αγοράσει μερικά προϊόντα. Χωμένο σε μία γωνία της πέτρινης πλατείας ήταν ένα καφέ το οποίο, όπως και τα περισσότερα μαγικά καφέ, σου πρόσφερε τα νέα της ημέρας στο τραπέζι όπου καθόσουν. Εικόνες διέσχιζαν και το τραπέζι της Άρντα, όταν άκουσε τη φωνή του Τζάκι να της λέει πως είδε το πρόσωπο του Σύλβαν.
Η κοπέλα έσκυψε μπροστά και διάβασε στα νέα πως τα δύο αδέρφια Γκρερ καθώς και ο Σύλβαν Νίψον θα εκτελούνταν σήμερα το πρωί στο κέντρο της Κούρτχολ.
«Δεν είναι δυνατόν» ψιθύρισε σοκαρισμένη η κοπέλα, η οποία κυριολεκτικά παράτησε τον καφέ της στη μέση και αρπάζοντας τον Τζάκι ξεκίνησε να τρέχει προς τις άμαξες των Κέλαντερ που ήταν σταθμευμένες σε μία άκρη καρτερώντας να μεταφέρουν κάποιον επιβάτη.
Το ίδιο εκείνο πρωινό ο Άινταν βρισκόταν πεσμένος στο έδαφος του κελιού του με τον ιδρώτα να κυλά στο μέτωπό του. Οι πόνοι του ήταν αφόρητοι, σχεδόν ένιωθε πως το κορμί του κοβόταν στα δύο. Είχε αφαιρέσει την μπλούζα του προσπαθώντας να αναπνεύσει ενώ παρακαλούσε κυριολεκτικά να τον σκοτώσουν μήπως και κατόρθωνε να ηρεμήσει η ψυχή του.
«Ρωμαίο;» άκουσε μία γνωστή φωνή σαν κρώξιμο πίσω από το κεφάλι του.
Με κόπο γύρισε το βλέμμα του, το οποίο ήταν ακόμη θολό, για να αντικρίσει τον Άρθουρ. Πάλεψε και κατόρθωσε με δυσκολία να του χαμογελάσει, όταν είδε πως το πουλί κρατούσε ανάμεσα στο ράμφος του ένα μικρό μπουκαλάκι με το φάρμακό του. «Μου είναι λίγο δύσκολο να σου βρω και μπανιέρα, ωστόσο άλειψέ το στο δέρμα σου και θα καταφέρει να το απορροφήσει» πρόφερε το πουλί πετώντας του το φάρμακο με τον Άινταν να παλεύει με το ζόρι να το ανοίξει και κατόπιν να αλείψει το περιεχόμενό του πάνω στο δέρμα του.
Λίγα λεπτά αργότερα, ο πόνος υποχώρησε και η όρασή του  επέστρεψε καθαρή.
«Η Εμίλια;» ρώτησε τον Άρθουρ μόλις κατόρθωσε να συνέλθει.
«Εδώ βρίσκεσαι μισό βήμα πριν σε χώσουν στο φούρνο μπροστά σε όλη την πόλη και η πρώτη σου ερώτηση αυτή είναι; Τελικά ο έρωτάς σας είναι μνημειώδης, αλλά μ’αρέσει. Η Ιουλιέτα βρίσκεται ακόμη στο κελί της μάλλον, ενώ όλο το λαμπρό παρεάκι του Κρις και των υπόλοιπων φωστήρων βαδίζει προς τη σωτηρία τη δική της ή το τέλος το δικό τους» έκρωξε το πουλί και ο Άινταν σηκώθηκε όρθιος.
«Πρέπει να φύγω από εδώ. Πρέπει να βοηθήσω τον αδερφό μου» του είπε και ο Άρθουρ έβγαλε ένα πούπουλο από το κορμί του και του το έδωσε.
«Σχεδόν κανένας στον μαγικό κόσμο δεν γνωρίζει πως τα πούπουλα της λευκής κουκουβάγιας κρύβουν μέσα τους μαγεία, διαφορετική ωστόσο από την δική σας. Αν είσαι όντως ο ισχυρότερος μαγος μετά από τον Κέναρντ, τότε θα τα καταφέρεις. Πάρε το και θα καταλάβεις τι πρέπει να κάνεις. Για χάρη σου ξεμαλλιάστηκα, κάτι που δεν έχω ξανακάνει ποτέ» τελείωσε ο Άρθουρ και ευθύς πέταξε μακριά.
Ο Άινταν έμεινε να κρατά το πούπουλο του ζώου το οποίο στραφτάλιζε περίεργα, ενώ παράλληλα δημιουργούσε στην παλάμη του μία θερμότητα. Δευτερόλεπτα αργότερα ένιωσε τις φλέβες του να πάλλονται και τα μάτια του υιοθέτησαν το μαύρο χρώμα της αβύσσου. Τη στιγμή που έμπαιναν μέσα οι Απρόσωποι για να τον αρπάξουν μία απίστευτη ενέργεια ξεχύθηκε από τα δάχτυλα των χεριών του σε σημείο να τους εξαϋλώσει. Τότε, σήμανε συναγερμός παντού και χιλάδες μάγοι εμφανίστηκαν μπροστά του. Μέσα του η οργή κόχλαζε, ωστόσο αν ήθελε να σταματήσει αυτός ο φαύλος κύκλος μίσους, έπρεπε να κρατηθεί. Καθώς τους κοιτούσε, τους είδε να στρέφουν όλοι το βλέμμα τους στο παράθυρο και σε ένα μαύρο πυκνό σύννεφο που πλησίαζε απειλητικά στην πόλη.

Στο Μπέλντελ, το μικρό νησάκι του παγωμένου Βορρά όπου φιλοξενούταν το ηφαίστειο, επικρατούσε αναστάτωση. Ο Βάλιμαρ πάλευε να σκεφτεί την πρόταση των μάγων. Κρυμμένος μέσα στο σκοτεινό του λαγούμι, με τα σύμβολα των ρούνων να κοσμούν τους τοίχους της σπηλιάς του, έκανε μία αναδρομή στο πολύ μακρινό παρελθόν, τότε που ακόμη οι δράκοι πετούσαν ελεύθεροι πάνω από τα δάση της κεντρικής Ευρώπης και τότε που ακόμα βασίλευε ο Γκρίσαμ, ο αδερφικός του φίλος που είχε ερωτευτεί μάγισσα και κατέληξε νεκρός από χέρι μαγικό. Κάπου υπήρχε μία ειρωνεία σε όλο αυτό, ωστόσο ήξερε πολύ καλά, πως το φταίξιμο ανήκε αποκλειστικά σε μία σκοτεινή μάγισσα, που πάλεψε να φτάσει κυριολεκτικά στον πάτο της αβύσσου. Το όνομά της κάποτε φιγουράριζε τόσο στις μαγικές ειδήσεις και εφημερίδες, όσο και στον κόσμο της δικής του φυλής. Έπρεπε να μπει ένα τέλος σε όλα αυτά και ο ίδιος ήξερε, πως αν δεν βοηθούσε τους μάγους, η Κριστίν Νορρίς θα απειλούσε αργά ή γρήγορα και το δικό του σπιτικό. Μη θέλοντας όμως να ανακατέψει τους δικούς του και όντας στην ουσία ο βασιλιάς όλων, αποφάσισε να σηκώσει αυτό το βάρος στους δικούς του ώμους. Η Κριστίν θα αντιμετώπιζε για πρώτη φορά την οργή του. Μία οργή που κανένας στον μαγικό κόσμο δεν είχε ακόμη δει.
Προχωρούσαμε σε έναν σκοτεινό διάδρομο που κυριολεκτικά, έμοιαζε ατελείωτος. Οι τοίχοι μουντοί και μαυρισμένοι έφεραν επάνω τους επιβλητικούς πίνακες, οι οποίοι απεικόνιζαν σκοτεινές μορφές μάγων Σάμχαιν. Οι συγκεκριμένες φιγούρες είχαν λάβει μέρος στον πρώτο μαγικό πόλεμο. Τότε, που δύο φίλοι και ακόμη χειρότερα, δύο αδέρφια είχαν αλληλοσκοτωθεί.
Γύρω μας επικρατούσε ανατριχιαστική ησυχία. Με την άκρη του ματιού μου, είδα τον Γουίλ να κρατά την παλάμη του φωτισμένη. Ωστόσο, καθώς εγώ ήμουν Λευκή μάγισσα, το σώμα μου, αν το επιθυμούσα, εξέπεμπε το δικό του φως. Λίγα βήματα ακόμη και ψίθυροι απλώθηκαν τριγύρω μας. Η γλώσσα των ρούνων ξεκίνησε να διαχέεται παντού, ενώ ένιωσα τον φόβο να με παραλύει. Η μαγεία των συμβόλων ήταν ισχυρή και ταυτόχρονα απαγορευμένη για εμάς τους μάγους, εκτός και αν ανήκαμε στο είδος των Ότουρθ. Αν κάποιος από εμάς ανταποκρινόταν σε αυτό το απόκοσμο κάλεσμα, κινδύνευε να καταλήξει σαν τον Κέναρντ.
«Μην εστιάζετε το βλέμμα σας στους τοίχους» άκουσα την προτροπή του Τρόυ και οι υπόλοιποι υπάκουσαν, μέχρι που η κραυγή της Κρίστι, μας έκανε όλους να στρέψουμε το κεφάλι μας απότομα προς το μέρος της.
Η ίδια είχε μαρμαρώσει μπροστά από έναν μεγάλο, σκαλιστό καθρέπτη και κοιτούσε κάτωχρη μέσα του. Όταν σταμάτησα και εγώ πίσω της, προκειμένου να καταλάβω τι ακριβώς είχε συμβεί, είδα μία ημιδιάφανη φιγούρα με θολά μάτια να κοιτάζει την Άρπια με ένα βλέμμα σαρκαστικό. Το φρικτό της χαμόγελο συνοδευόταν από ψιθύρους συνεχόμενους και η φίλη μου έμοιαζε εγκλωβισμένη μέσα σε έναν εφιάλτη.
«Κριστιέλα, φύγε από κει! Είναι παγίδα, κουνήσου» ξεκίνησα να την παρακαλάω όταν μπροστά μας σχηματίστηκε ξεκάθαρα το πρόσωπο του Κέναρντ.
«Νομίζω πως οδηγηθήκαμε οικειοθελώς στην παγίδα του» ακούστηκε η φωνή του Κρίστοφερ, όταν γύρω μας οι τοίχοι ξεκίνησαν να κινούνται δημιουργώντας νέους διαδρόμους, πετώντας ταυτόχρονα τους μισούς από εμάς κάτω, ενώ εγώ εγκλωβίστηκα μαζί με τον Τρόυ σε ένα στενό πέρασμα.
«Μας χωρίζει για να είμαστε ευκολότερος στόχος» του είπα και αυτομάτως συμφώνησε.
Έξω είχε χαράξει και ο χρόνος μας τελείωνε. Ένιωθα σχεδόν την ασφυξία της αγωνίας και η ανάσα μου κοβόταν. Έπρεπε να εντοπίσουμε την Εμίλια με κάθε κόστος. Με τον Τρόυ δίπλα μου, συνεχίσαμε το βάδισμα μέχρι που τον δρόμο μας έκοψαν τρεις μαυροφορεμένοι άνδρες. Τα μάτια τους απεικόνιζαν τη μαύρη άβυσσο, το ίδιο όμως και του Τρόυ. Η διαφορά ήταν πως εκείνοι ήταν αρκετά διεφθαρμένοι, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούν τους ρούνους με κόστος την απώλεια της ταυτότητάς τους και της ίδιας τους της ψυχής. Εν συνεχεία, οι παλάμες όλων μας φωτίστηκαν και μία ενέργεια βγήκε από μέσα τους. Ο Τρόυ χρησιμοποίησε το ξόρκι της ομίχλης, ώστε να θολώσει για λίγο την όρασή τους και να κερδίσουμε χρόνο. Φλόγες ξεπηδούσαν από κάθε γωνιά και εγώ πάλεψα να τις αποφύγω, όταν οι ρούνοι τριγύρω μου προσπάθησαν να τρυπήσουν τα όρια του μυαλού μου.
Η μαγεία τους επιθυμούσε διακαώς να καταλάβει το σώμα μου, μέχρι που ένιωσα να παραλύω. Τότε, το φυλαχτό που μου ειχε δώσει ο Κέναρντ έλαμψε στο στήθος μου, λειτουργώντας σαν ασπίδα και απορροφώντας την ενέργεια της μαύρης μαγείας. Γιατί ο αληθινός Κέναρντ ήταν κάτι φωτεινό και ξεχωριστό, ένα λαμπρό αστέρι, ένα ξεχωριστό παιδί. Στη θύμησή του δάκρυα σκαρφάλωσαν στα μάτια μου, ωστόσο ο άμεσος κίνδυνος λειτούργησε αποτρεπτικά στη συγκίνηση. Τα ξόρκια διαδέχονταν το ένα το άλλο και μέσα στο απόλυτο χάος, είδα τον Τρόυ να συνεχίζει κατάκοπος τη μάχη με ματωμένο πρόσωπο.
Στον ίδιο χώρο, ο Κρις με τον Γουίλ και την Κρίστι έδιναν την δική τους μάχη. Η Άρπια, κόρη των δασών, είχε μάθει να μεταμορφώνεται σε δέντρο και έτσι μακριά και σκληρά κλαδιά, πήραν τη θέση των χεριών της προκειμένου να επιτεθεί στους Σάμχαιν που τους χτυπούσαν ανελέητα. Τα μακριά και ανάλαφρα μαλλιά της, υιοθέτησαν το χρώμα και την υφή του γρασιδιού, ενώ το σώμα της έμοιαζε τώρα πια ολότελα με τον κορμό ενός δέντρου.
«Ουάου, Κρίστι» ακούστηκε η φωνή του Γουίλ. «Δεν είχα δει ποτέ την μαγεία σου σε εφαρμογή» της σχολίασε και εκείνη χαμογέλασε.
«Νομίζω πως έφτασε η ώρα, να κάνουμε επιτέλους την Επινουά περήφανη με τις γνώσεις μας και να δείξουμε σε αυτούς πως όλα τα μαγικά πλάσματα έχουν ίση αξία» του απάντησε και ο νεαρός συμφώνησε απόλυτα.
Οι μάχες στο Μπερζελόν μαίνονταν, ενώ το κακό βρισκόταν ακριβώς στα σύνορα της Κούρτχολ.

Ο Σιμεόν βάδιζε μονάχος του κοντά στα σκοτεινά ερείπια της Ένταρταουν. Κάθε του βήμα και μία ανάμνηση που έφερνε δάκρυα στα μάτια του. Είχε γεράσει πια. Τον γέρασε όχι μονάχα ο χρόνος, μα και τα γεγονότα. Η πολύχρονη απουσία του αδερφού του, τον οποίο θεωρούσε μέχρι πρότινος τέρας, αλλά και η ξαφνική αντάμωση που ανέτρεψε όλη του τη ζωή και όλα του τα πιστεύω. Ήθελε να περάσει την υπόλοιπη ζωή του παρέα με τον Κέναρντ, να συζητούν με τις ώρες όπως άλλοτε. Αντ’ αυτού όμως, ήταν αναγκασμένος να φτάσει μέχρι την Επαρχία του Αντίστροφου χρόνου, προκειμένου να σπάσει τον πιο ιερό και ειλικρινή όρκο που είχε δώσει ποτέ σε ολόκληρη τη ζωή του. Τα τελευταία λόγια που είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους τότε, ηχούσαν μέσα του σαν ειρωνείαΤι είναι αυτά που λες, σπόρε; Είναι ποτέ δυνατόν εμείς ειδικά να πολεμήσουμε με σκοπό να σκοτώσουμε ο ένας τον άλλο; Εμείς δεν έχουμε χωρίσει ούτε την τελευταία μπουκιά στο πιάτο μας” του είχε πει ανέμελα, γιατί πολύ απλά δεν φανταζόταν το μέλλον. Κανείς δεν το φανταζόταν.
Σε ένα παλιό σεντούκι του σπιτιού του φυλούσε ένα δρακονόμισμα, κατάλληλο για να του επιτραπεί η είσοδος στον καταραμένο τόπο, ο οποίος φυλασσόταν από τους ζοφερούς Σέφο, τους δημιουργούς των παραισθήσεων. Μέσα στα σπλάχνα αυτών των αφιλόξενων δασών κείτονταν τα σώματα των πιο σκοτεινών μάγων του πρώτου πολέμου. Είχαν οδηγηθεί εκεί προκειμένου να αποτραπεί ένα ενδεχόμενο ξύπνημα, όπως του Κέναρντ.
Καθώς βάδιζε έχοντας προσπεράσει τη σιδερένια πόρτα που χώριζε την απόκοσμη Ένταρταουν από την φρικτή Επαρχία του Αντίστροφου Χρόνου, πάλευε να αποστρέψει το βλέμμα του από τους βλοσυρούς Σέφο και τις χιλιάδες παραισθήσεις που πάλευαν να του δημιουργήσουν. Ο Σιμεόν ήταν ικανότατος μάγος και μπορούσε να κλειδώσει το μυαλό του, ώστε να κρατήσει τις άσχημες εικόνες μακριά. Στο βάθος του σκοτεινού και ομιχλώδους τοπίου αντίκρισε τον μαρμάρινο στρογγυλό βωμό. Ένα ακόμη βήμα και η γη όλη ξεκίνησε να σείεται, ώσπου μέσα από ένα κτίσμα σαν μαυσωλείο ξεπήδησε μία επιβλητική, μαυροφορεμένη μορφή, με δύο μάτια σχεδόν γυάλινα στο χρώμα του πάγου.
«Σιμεόν Γκρερ» ακούστηκε η βαθιά φωνή του Θανάτου. «Μέσα μου πάντοτε πίστευα πως μία μέρα θα ανταμώναμε. Όρκος ιερός, ισχυρός και αδερφικός σε δένει, μολαταύτα εσύ σήμερα παίρνεις την απόφαση να τον σπάσεις. Είσαι βέβαιος γι'αυτό;» Τον ρώτησε και ο Σιμεόν ήξερε πολύ καλά πως στην περίπτωση του Θανάτου δεν χωρούσαν δισταγμοί. Οποιοσδήποτε ερχόταν να του ζητήσει χάρη έπρεπε να είναι απολύτως σίγουρος.
Ωστόσο, η καρδιά του Σιμεόν ράγιζε σε χίλια κομμάτια, καθώς η ψυχή του ξεκίνησε την περιπλάνηση στο παρελθόν και σε εκείνα τα λόγια που είχαν ανταλλάξει, όταν ακόμη ήταν νέοι. Πως τίποτε και κανένας δεν θα τους χώριζε και δεν θα στεκόταν εμπόδιο στην αγάπη τους. Σήμερα, ωστόσο, τα γεγονότα τον είχαν οδηγήσει ως εδώ. Ο ίδιος του ο αδερφός του ζήτησε σαν χάρη, να σπάσει επιτέλους εκείνον τον όρκο που δεν είχε πλέον καμία σημασία. Οι ρούνοι και η κατάρα της Νορρίς είχαν αποδειχτεί ισχυρότερα από την αγάπη και αυτό ήταν κάτι που ο Σιμεόν αδυνατούσε να αποδεχτεί. Με δάκρυα στα μάτια, κοίταξε τον Θάνατο με βεβαιότητα. Αυτό το πλάσμα, αυτή η φιγούρα τον ανατρίχιαζε.
«Είμαι βέβαιος» του απάντησε και ο Θάνατος άναψε τη φλόγα του βωμού ζητώντας του παράλληλα το χέρι του.
Κατόπιν, πήρε ένα αιχμηρό και πυρακτωμένο αντικείμενο και σκίζοντάς του την παλάμη του αριστερού του χεριού, άφησε να κυλήσει στον βωμό μία σταγόνα αίμα.
«Τον όρκο που από καρδιάς εδόθη σχεδόν έναν αιώνα πριν, απόψε έρχεσαι να σπάσεις» ακούστηκε η φωνή του Θανάτου, ενώ ο Σιμεόν είχε τα μάτια του στραμμένα στη γη.
Για δευτερόλεπτα εμφανίστηκε στον καρπό του ένα λεπτό φωτεινό βραχιολάκι σαν χειροπέδα που ευθύς άνοιξε αποδεσμεύοντάς τον από την αλλοτινή του υπόσχεση. Πως ό,τι και να γινόταν, εκείνος και ο Κέναρντ δεν θα πολεμούσαν ποτέ ο ένας τον άλλο.
Όταν η γαλήνη επέστρεψε σε αυτόν τον τόπο τον απάτητο, ο Σιμεόν βαστούσε σφιχτά το σημείο του καρπού του κλαίγοντας σιγανά, τόσο που οι πικροί λυγμοί του ίσα που έφταναν να ακουστούν πάνω από το θρόισμα, που προκαλούσε ο άνεμος σε μερικά, ξερά φύλλα που εξακολουθούσαν να στέκονται στα κλαδιά των ημίγυμνων δέντρων. Το βλέμμα του γέρου μάγου παρέμενε καρφωμένο στη γη, βυθισμένο ίσως στην αμφιβολία για την πράξη του να διαλύσει τον όρκο. Τότε, είδε τη φοβερή φιγούρα του Θανάτου, να τον πλησιάζει και να κοντοστέκεται μπροστά του, σαν ένας παλιός φίλος.
«Σιμεόν, γιατί πήρες μία απόφαση για την οποία δεν ήσουν βέβαιος;» τον ρώτησε σταθερά.
«Γνωρίζω πως δεν είχες αδέρφια. Φίλους ίσως;» τον ρώτησε ο μάγος και ο Θάνατος αναστέναξε.
«Ποτέ και κανένας δεν έχει σταθεί μπροστά μου, για να με ρωτήσει κάτι για την ζωή μου. Γνωρίζω πως σε όλους φαίνομαι σκληρός και άτεγκτος, ωστόσο αυτός είναι ο ρόλος που μου δόθηκε. Είναι μία αποστολή που πρέπει να φέρω εις πέρας δίχως συναισθηματισμούς. Δεν γνωρίζω σχεδόν τίποτε για τους ανθρώπινους δεσμούς, ωστόσο φαντάζομαι πως, αν είχα αδερφό, θα τον ένιωθα ως κομμάτι μου ή ίσως ένα είδος προέκτασης. Έχω την εντύπωση ωστόσο, πως αυτός ο όρκος έπρεπε να σπάσει. Εξάλλου, η ψυχή του αληθινού Κέναρντ καρτερά εδώ και πολλά χρόνια τη λύτρωση. Το γνωρίζω γιατί την έχω ακούσει πολλές φορές. Έχω ακούσει τους λυγμούς του πόνου της. Ο αδερφός σου έμεινε παγιδευμένος στον χρόνο. Είναι καιρός να φύγει» τελείωσε και ο Σιμεόν τον ευχαρίστησε σιωπηλά.
«Γνωρίζω το αληθινό σου όνομα και την πικρή σου ιστορία» του είπε ο μάγος και ο Θάνατος αναστέναξε.
«Εγώ πάλι κοντεύω να το ξεχάσω. Ώρες ώρες η μοναξιά δεν αντέχεται, πόσο μάλλον σε έναν τόπο ερημικό σαν αυτόν, όπου η μόνη σου συντροφιά είναι οι αποθανόντες. Μπορεί να θεωρείς πως δεν έχω συναισθήματα, όμως κάνεις λάθος. Απόψε ήσουν πιο αβέβαιος από ποτέ, ωστόσο μπορούσα να σε καταλάβω. Σε θυμάμαι από παιδί, τόσο εσένα όσο και τον Κέναρντ. Ήσασταν οι μόνοι που επιστρέψατε δύο και τρεις φορές, για να μου κρατήσετε λίγη παρέα. Ύψωσε το ανάστημά σου, Σιμεόν και δώσε αυτή τη μάχη για την ψυχή του αδερφού σου» τελείωσε και σιγά σιγά απομακρύνθηκε, μέχρι που η φιγούρα του ξεκίνησε να ξεθωριαζει.
 Ο Σιμεόν σηκώθηκε με το σώμα του και το μυαλό του μουδιασμένα ακόμη, καθώς χιλιάδες εικόνες από το παρελθόν του έκαναν επίθεση. Καθώς αποχωρούσε, γύρισε για μία τελευταία φορά το κεφάλι του και κοίταξε πίσω του. Στο βάθος αυτού του σκοτεινού και απόκοσμου δάσους, η φιγούρα του νεαρού Κέναρντ τον ευχαριστούσε για την κίνηση με το χέρι της στην καρδιά. Ανάμεσά τους ο Θάνατος σιγά σιγά χάθηκε, το ίδιο και η ψυχή του αδερφού του που προχώρησε μονάχη της μέσα στο σκοτάδι, ώσπου το περίγραμμά της χάθηκε και εκείνο ανάμεσα από τους απογυμνωμένους από  κλαδιά και φύλλα κορμούς.

Το μαύρο σύννεφο πάνω από τo Κούρτχολ θέριευε επικίνδυνα. Ο Άινταν μπορούσε να ακούσει τις φωνές του Σκορπιού και του Σύλβαν από το διπλανό κελί, όταν μία δύναμη τους επιτέθηκε, τόσο ισχυρή που σχεδόν διέλυσε τη μία πλευρά του κτηρίου. Ο Τζάρεντ ωστόσο δεν είχε πει ακόμη την τελευταία του κουβέντα. Καθώς ο Άινταν βρισκόταν πεσμένος στο πάτωμα με ένα βαρύ τραύμα στην μία πλευρά του προσώπου του, οι μάγοι ξεκίνησαν να σέρνουν τους δύο Σάμχαιν έξω, των οποίων η δύναμη είχε απορροφηθεί από τις μαγικές χειροπέδες που τους φορούσαν. Ήταν αποφασισμένος να τους φτάσει μέχρι την πλατεία της πόλης και να τους κάψει ζωντανούς μπροστά στο εξαγριωμένο, αλλά και φοβισμένο πλήθος.
Όσο και να φώναζαν, εκείνος συνέχιζε την πορεία του προς το κέντρο με τα κτήρια γύρω του να καταρρέουν, εξαιτίας της επίθεσης του στρατού της Κριστίν.
«Καταραμένοι Εβένινοι! Ήρθε η ώρα να πληρώσετε για τα εγκλήματά σας!» πρόφερε ο Τζάρεντ και μαζί με τη βοήθεια ακόμη πέντε μάγων, έδεσαν τους νεαρούς σε δύο τεράστια παλούκια.
Πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί, όταν μέσα από τις αλαφιασμένες συζητήσεις και ακατάπαυστες βρισιές, μία γυναίκα με ένα αγοράκι έτρεχαν και ούρλιαζαν.
«Σταματήστε! Σταματήστε, σας παρακαλώ!» φώναζε ξανά και ξανά, ενώ ο Σκορπιός αισθανόταν το δέρμα του να λιώνει, καθώς ο αναμμένος πυρσός, βρισκόταν μία ανάσα μακριά του.
«Άρντα!» φώναξε ο Σύλβαν, του οποίου τα σχεδόν λευκά μαλλιά ήταν πνιγμένα στο αίμα και τον ιδρώτα.
«Κάνε πίσω» μούγκρισε ένας μάγος στην κοπέλα, η οποία συνέχισε να τρέχει προς το μέρος των δύο δεμένων νεαρών μάγων.
Αφήνοντας το αγοράκι πίσω της, ανέβηκε επάνω στο υπερυψωμένο σημείο και στάθηκε μπροστά στον Σκορπιό και στον Σύλβαν.
«Πότε επιτέλους θα σταματήσει όλο αυτό; Αυτός ο πόλεμος δεν γίνεται ανάμεσα στους Εβένινους και τους υπόλοιπους μάγους, αλλά ανάμεσα σε εμάς και τον Κέναρντ. Χιλιάδες οικογένειες έμειναν δίχως τα παιδιά τους, χιλιάδες παιδιά απάχθηκαν με τη βία, μόνο και μόνο γιατί ήταν Μαύρα. Το έχω βιώσει, έχω χάσει και εγώ μέλος της οικογένειάς μου με αυτόν το τρόπο» ξεκίνησε για να το συνεχίσει ο Σύλβαν μιλώντας με διακοπές και τραυλίζοντας από τον πόνο και τον φόβο.
«Ήμουν απλώς ένα μικρό αγόρι. Βρέθηκα να περιπλανιέμαι άστεγος στους δρόμους, επειδή ήμουν Μαύρος. Μέρες, μήνες, ίσως και χρόνια πάλευα να απαντήσω στο ερώτημα, γιατί το εβένινο είναι κακό και όχι απλώς ένα ακόμη χρώμα. Εγώ ποτέ δεν θέλησα να κάνω κακό σε κανέναν. Δεν μου πέρασε από το μυαλό να σκοτώσω και ας αναγκάστηκα κάποια στιγμή, εξάλλου η φύση μας δεν είναι διαφορετική από των υπόλοιπων. Όταν όμως ζεις στο περιθώριο μίας κοινωνίας που δεν σε αποδέχεται δίχως λόγο, η πίκρα γυρνά σε οργή για την αδικία και αυτή σε παρακινεί να βλάψεις τους γύρω σου. Όλοι μας, όλοι οι Εβένινοι έχουμε όνειρα να σπουδάσουμε, να δημιουργήσουμε μία όμορφη οικογένεια... Ένα ανθρώπινο δικαίωμα που η κοινωνία μας στέρησε» τους είπε και το πλήθος παρέμεινε σιωπηλό.
«Κάποτε, ο Όσβαλντ και ο Κέναρντ ήταν φίλοι αδερφικοί. Για όλα ευθύνεται η μεγαλομανία μίας γυναίκας, αυτής που, αν δεν αντιδράσετε, θα σας σκοτώσει εν ψυχρώ. Βρίσκεται εδώ...» τον συμπλήρωσε ο Σκορπιός και μία οικογένεια Εκρού μάγων σηκώθηκε και στάθηκε δίπλα τους και δίπλα στην Άρντα ζητώντας από τους εκτελεστές την απελευθέρωσή τους.
Τη στιγμή εκείνη, ένα ξόρκι ξέφυγε από τα σπλάχνα του ουρανού με κατεύθυνση την οικογένεια και την κοπέλα, όταν έπεσε επάνω σε μία ισχυρή αόρατη ασπίδα που τη συγκρατούσε με δυσκολία. Άπαντες έστρεψαν το βλέμμα τους προς το μέρος του ξορκιού, όταν την θέση της αόρατης ασπίδας πήρε η μορφή του Άινταν Γκρερ. Του ψηλόλιγνου νεαρού με τα ολόμαυρα πλέον μάτια που με δυσκολία συγκρατούσε ένα ξόρκι από τα χέρια της Κριστίν.
«Ελευθερώστε τους! Θα πολεμήσουν μαζί μας!» φώναξε ένας από το πλήθος των μάγων, όταν με δυσκολία ο Τζάρεντ έκοψε τα δεσμά των νεαρών.
Μπροστά στον Άινταν εμφανίστηκε μία φρικαλέα μορφή, σαν απόκοσμο χταπόδι με ανθρώπινο πρόσωπο. Μονάχα που αντί για πλοκάμια, γύρω της κρέμονταν φίδια.
«Ο νεαρός Γκρερ...» μούγκρισε η Κριστίν.
«Σε μισώ. Κατέστρεψες την οικογένειά μου. Κατέστρεψες τη ζωή μου, με διέλυσες. Ως εδώ όμως. Είμαι περισσότερο τέρας από εσένα. Ήμουν δέκτης φρικτών πειραμάτων και τώρα ήρθε η ώρα να γνωρίσεις το αποτέλεσμα. Τόσα βράδια με σέρνατε δίχως οίκτο σε εκείνο το μέρος για να περάσετε στις φλέβες μου ουσίες. Σήμερα, εδώ και τώρα, δεν θα ακουστούν άλλο οι παιδικές μου κραυγές ως έκκληση βοήθειας, αλλά οι κραυγές του πόνου σου» τελείωσε και τα μάτια του ξεκίνησαν να αλλάζουν σχήμα, δίνοντας θέση στα κίτρινα του ερπετού.
Ο ανθρακί δράκος τίναξε τα φτερά του με μανία δείχνοντας τα μυτερά του δόντια που έσταζαν δηλητήριο. Το πλήθος βρισκόταν σε κατάσταση σοκ, καθώς ποτέ άλλοτε δεν είχαν δει τη μεταμόρφωση ενός Ότουρθ. Σχεδόν δυσκολεύονταν να πιστέψουν την ύπαρξή τους. Μουγκρίζοντας επιτέθηκε στην Κριστίν, ενώ ο Σκορπιός τινάχτηκε και ανέβηκε στην πλάτη του αδερφού του. Άπαντες στην πόλη ετοιμάστηκαν για μάχη, με τον στρατό της Κριστίν να περνά πάνω από τα κεφάλια όλων, εκτοξεύοντας ξόρκια. Ο Σύλβαν έτρεξε κοντά στην Άρντα και τον Τζάκι.
«Ξέρω πως θα ήθελες να πολεμήσεις, αλλά αυτή δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. Το Κούρτχολ έχει καταφύγιο για τα παιδιά και τις γυναίκες. Σε παρακαλώ, πάρε τον μικρό και φύγετε. Είναι επικίνδυνο και ο Άινταν δεν μπορεί να βρίσκεται παντού και ταυτοχρόνως» της είπε, ενώ εκείνη τον κοίταξε βουρκωμένη.
«Σε παρακαλώ, θέλω να προσέχεις τον εαυτό σου, Σύλβαν. Όσα είπες εκεί επάνω ήταν… πολύ όμορφα. Ο κόσμος είχε ανάγκη να τα ακούσει. Έπρεπε να μαλακώσουν πια οι καρδιές όλων, να φύγει το μίσος και να δημιουργηθεί χώρος για την αποδοχή» τελείωσε και τον φίλησε τρυφερά. «Να προσέχεις» ήταν η τελευταία της κουβέντα, προτού χαθεί ανάμεσα στο πλήθος με προορισμό το καταφύγιο.


Ιφιγένεια Μπακογιάννη