Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

9.4.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 26)

Βιολέτα
Ύστερα από το όραμα, μου πήρε αρκετές ώρες να ξυπνήσω. Ήταν νωρίς το απόγευμα όταν τελικά κατάφερα να σηκωθώ από το κρεβάτι. Ένιωθα καλύτερα, αλλά αρκετά κουρασμένη. Μα οι μέρες τελείωναν, έπρεπε να εξασκηθώ καθώς δεν είχα περιθώρια ούτε για λάθη ούτε για χάσιμο χρόνου. Μια λάθος κίνηση σήμαινε πως ο Απόλλωνας θα χανόταν, η Αρετή θα κέρδιζε και ο χρόνος θα έκανε τον ίδιο βάναυσο κύκλο χωρίς τελειωμό για πάντα. Ειδάλλως, θα έπρεπε να αποκαταστήσω το χρόνο και να αποδεχτώ πως θα περνούσα μια ζωή χωρίς τον Απόλλωνα δίπλα μου. Τίποτα από τα δύο δεν έπρεπε να συμβεί, γι’ αυτό η μάχη δεν είχε χώρο για ηθικά διλήμματα, όχι τη στιγμή που κινδύνευε μια ζωή.

Βγήκα έξω από το πανδοχείο ψάχνοντας με το βλέμμα μου τη Βιολέτα, την οποία βρήκα με την πλάτη ακουμπισμένη στον κορμό ενός δέντρου με κλειστά τα μάτια. Κάπου ταξίδευε, ήταν εμφανές. Όμως, δεν ήθελα να μάθω πού. Μερικά πράγματα καλύτερα να μένουν στο σκοτάδι, για το καλό όλων μας. Ο Απόλλωνας δεν ήταν πουθενά, γεγονός που στην προκειμένη περίπτωση με βόλευε ιδιαίτερα. Ποτέ δε θα συμφωνούσε με όσα είχα σκεφτεί. Όμως η Βιολέτα με καταλάβαινε, είχε ζήσει τον πόνο και θα με βοηθούσε να ελέγξω τις δυνάμεις και μαζί με αυτές και τον Απόλλωνα. Δεν έπρεπε να έρθει στη μάχη. Αν ερχόταν, μπορεί να ήταν το τέλος του. Η Αρετή θα έκανε τα πάντα για να με πληγώσει, να με τσακίσει. Ήξερα πως θα ήταν ακατόρθωτο να τον πείσω. Δε θα άντεχε να με περιμένει να γυρίσω από μια αναμέτρηση με τους πιο ισχυρούς ανθρώπους της Άλλης Γης.
Για μια στιγμή μονάχα, αναλογίστηκα το βάθος και την έκταση των συναισθημάτων μου για εκείνον. Μόλις τον μάθαινα ξανά και ένιωθα πως όσα μοιραζόμασταν ήταν αληθινά. Το ένιωθα σωστό να τον νοιάζομαι και να με νοιάζεται. Αν πρέπει να πεθάνουμε, ας το κάνουμε μαζί, πετάχτηκε το υποσυνείδητό μου, αλλά εγκατέλειψα τη σκέψη όσο γρήγορα είχε εμφανιστεί. Η απόφαση είχε παρθεί, δε θα ερχόταν μαζί μου. Και ας με μισούσε μετά. Καλύτερα να ήταν θυμωμένος μαζί μου παρά νεκρός. Στη λέξη νεκρός, ένιωσα το στομάχι μου να βουλιάζει. Οι σκέψεις γίνονταν όλο και πιο τρομακτικές κάθε λεπτό. Το μυαλό έπαιζε τα χειρότερα παιχνίδια. Κινούταν σε δικά του μονοπάτια, κάνοντας συνειρμούς οι οποίοι έφταναν σε εφιαλτικά συμπεράσματα. Και αν πίστευα αυτά τα συμπεράσματα ήμασταν ήδη χαμένοι, πριν καν ξεκινήσει η μάχη. Επιτάχυνα το βήμα μου και έφτασα κοντά στη Βιολέτα ακουμπώντας την απαλά στους ώμους και βγάζοντάς την από τις σκέψεις της.
«Είσαι έτοιμη για να σου δείξω πως να χρησιμοποιείς τις άλλες δυνάμεις σου τώρα που ο Απόλλωνας λείπει;» είπε κρατώντας ακόμη κλειστά τα μάτια της.
«Πες μου τι πρέπει να ξέρω» της είπα ανέκφραστα, ενώ άρχισα να νιώθω αμέσως τύψεις. Εκείνη όμως άνοιξε τα μάτια και ανασηκώθηκε χωρίς να προσέξει τον τυφώνα που μαινόταν μέσα μου.
 «Πριν ξεκινήσουμε, θέλω να σου μιλήσω για τις δεύτερες δυνάμεις σου, αυτές με το όνομά σου. Δεν υπάρχουν πολλά που μπορείς να κάνεις μιας και δε θα τις ελέγξεις ποτέ. Είναι σχεδιασμένες με τέτοιο τρόπο, ώστε να σε εμποδίσουν από το να γίνεις ένα παντοδύναμο τέρας. Πρέπει να έχεις όμως στο μυαλό σου ότι μπορεί να επέμβουν οποιαδήποτε στιγμή αν νιώσουν πως παρεκτρέπεσαι και τότε είσαι χαμένη. Θα σταματήσουν κάθε πρόσβαση σε δυνάμεις οπότε πρέπει να είσαι πολύ προσεκτική σε κάθε σου κίνηση, ποτέ να μην κάνεις περισσότερο κακό απ’ ό,τι καλό. Ποτέ να μην κινείσαι προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά για λάθους λόγους. Δεν μπορούν να ξεγελαστούν. Καταλαβαίνεις;»
«Ναι» απάντησα και στραβοκατάπια.
«Μας μένουν λοιπόν οι δυνάμεις του δεύτερου και του τρίτου άρχοντα. Την ανάσταση και τα αντίγραφα δε νομίζω πως θα τα χρειαστείς βέβαια».
«Σκεφτόμουν ότι θέλω ο Απόλλωνας να μείνει μακριά από τη μάχη και θέλω να με βοηθήσεις. Όμως, υπάρχει μια απειροελάχιστη πιθανότητα να μην μπορέσω να τον κρατήσω πίσω. Αν δηλαδή έρθει και στραβώσουν τα πράγματα, δε θα ήταν καλύτερο να χρησιμοποιήσω την ανάσταση και όχι τον χρόνο όπως έκανες εσύ;»
«Η ανάσταση δεν είναι μια δύναμη με την οποία πρέπει να πειραματιστείς. Έχει μεγάλο κόστος να διαταράσσεις την ισορροπία».
«Τι κόστος δηλαδή;»
«Κανείς δεν ξέρει. Εννοώ πως σε κάθε περίπτωση το τίμημα είναι διαφορετικό».
«Πιστεύεις πως το τίμημα θα είναι χειρότερο από το προηγούμενο;»
«Εγώ δε θα το διακινδύνευα».
«Εγώ όμως θα το έκανα. Και πρέπει να μάθω πως να το κάνω».
«Όχι σήμερα. Αύριο θα φέρω νεκρά λουλούδια ή κάτι τέτοιο και θα σου δείξω. Τώρα πρέπει να σου δείξω τις άλλες σου δυνάμεις. Είναι πολύ πιο χρήσιμες».
«Με τρομάζουν οι δυνατότητές μου μερικές φορές».
«Αν δε σε τρόμαζαν, θα έπρεπε να ανησυχείς» είπε, μα εγώ δεν ένιωσα καθόλου καθησυχασμένη. «Θέλω να ξαπλώσεις για να σου δείξω τον έλεγχο του σώματος που είναι πιο εύκολος και μετά του μυαλού. Μετά θα σε αφήσω να ξεκουραστείς» είπε στη συνέχεια και έτσι πήρα μια βαθιά ανάσα και ξάπλωσα.
«Κλείσε τα μάτια και ενεργοποίησε την άλλη όρασή σου. Τώρα κοίταξε το σώμα μου. Κοίταξε πως δουλεύουν όλα, πως συνδέονται τα όργανα μεταξύ τους. Το αίμα κινείται παντού, συνδέει και υποστηρίζει τα πάντα. Χωρίς αίμα, δεν υπάρχει ζωή. Όμως δεν είναι παρά νερό στο μεγαλύτερο μέρος του. Μπορείς να κάνεις ό,τι θες με αυτό. Αν το κάνεις πάγο κοντά στις αρτηρίες της καρδιάς, θα σταματήσει. Γρήγορος και ανώδυνος θάνατος. Τώρα κοίταξε τα χέρια μου. Βλέπεις τις αρτηρίες; Αν μετακινήσεις το αίμα το χέρι θα σηκωθεί. Όπως κάνεις με το απλό νερό». Συγκεντρώθηκα και κούνησα τα χέρια μου προς τη φορά που ήθελα να κινηθεί το χέρι της. Εκείνο υπάκουσε. Το ίδιο και το πόδι της που τέντωσε και το κεφάλι της που γύρισε στο πλάι. Αν το πίεζα λίγο ακόμη θα έσπαγε σαν κλαράκι. Και μαζί του θα είχα αφαιρέσει μια ζωή στιγμιαία. Το σώμα μου άρχισε να πονάει και το κεφάλι μου άρχισε να βουίζει. Το τρέμουλο άρχισε να απλώνεται και, ενώ ήξερα πως έπρεπε να σταματήσω, δεν μπορούσα να πείσω τον εαυτό μου να το κάνει. Ο πόνος άρχισε να εξαπλώνεται και σταμάτησε μόνο όταν την άκουσα να μου μιλάει.
«Φτάνει τώρα». Κούνησα τα χέρια προς τα κάτω και όλα σταμάτησαν. Η ροή του αίματος αποκαταστάθηκε, το ίδιο και ο έλεγχος στο σώμα της.
«Ήταν απαίσιο».
«Που να το ένιωθες κιόλας» αποκρίθηκε.
«Τι ένιωσες δηλαδή;»
«Είναι περίεργο συναίσθημα. Χάνεις τον έλεγχο του σώματός σου και πανικοβάλλεσαι. Θες να παλέψεις για να το νικήσεις, όμως στο τέλος παραδίδεσαι. Τα παρατάς και απελευθερώνεσαι. Χάνεις ουσιαστικά ένα κομμάτι σου και μετά νιώθεις παραβιασμένη και βρώμικη. Είναι περίεργο συναίσθημα».
«Είναι απαίσιες αυτές οι δυνάμεις».
«Ξέρω γιατί το λες. Δεν είναι επειδή αποτελεί παραβίαση της ελεύθερης βούλησης και σαχλαμάρες. Τις σιχαίνεσαι γιατί σου άρεσε, έτσι δεν είναι;»
«Μου άρεσε, ναι. Ο έλεγχος σου δίνει την εντύπωση πως μπορείς να κάνεις τα πάντα. Παρασύρεσαι. Με το ζόρι μπορούσα να συγκρατήσω τον εαυτό μου και να αφήσω το σώμα σου χωρίς να σε σκοτώσω. Δεν το ήθελα να σου κάνω κακό. Το σώμα μου πάλευε με το μυαλό μου. Πονούσα, αλλά δεν ήταν αρκετό για να συγκρατήσει την ορμή που ένιωθα να σπρώξω το κεφάλι και άλλο».
«Είναι οι δυνάμεις του νονού σου που σε συγκράτησαν. Αλλιώς θα ήμουν νεκρή τη στιγμή που παραδόθηκα. Να το θυμάσαι, αν παραδόσεις τα όπλα, είσαι νεκρή».
«Και πώς ακριβώς θα πρέπει να παλέψω για τον έλεγχο;»
«Θα χρησιμοποιήσεις το νερό και θα συνεχίσεις να το κάνεις μέχρι να μην μπορεί να κάνει κάτι. Θα ενεργοποιήσεις αμέσως την άλλη σου όραση και μετά θα ελέγξεις τον αντίπαλό σου. Είσαι πιο δυνατή από τον καθένα».
«Είμαι έτοιμη και για το μυαλό».
«Δεν είσαι, απλώς δεν ξέρεις τι σημαίνει να ελέγχεις το μυαλό κάποιου. Όταν το κάνεις, θα καταλάβεις πως δεν ήσουν τελικά τόσο έτοιμη. Τώρα, κλείσε τα μάτια σου και μπες στο μυαλό μου όπως ξέρεις. Κλειδαριά και πόρτα. Αφού μπεις, πρέπει να βρεις το κέντρο ελέγχου. Το συναίσθημα ή την ανάμνηση που εξουσιάζει το μυαλό. Μόνο έτσι θα πάρεις τον έλεγχο, χρησιμοποιώντας την κινητήρια δύναμη του οργανισμού που θες να καταλάβεις».
«Δηλαδή αυτό έκανα με τον Απόλλωνα;»
«Βρήκες το πιο δυνατό συναίσθημά του ακούγοντας τις σκέψεις και μετά δε διέκοψες τον έλεγχο. Η αγάπη του για εσένα είναι το κέντρο του».
«Εσένα είναι το μίσος ή ο φόβος;»
«Θα το ανακαλύψεις μόνη σου». Συγκεντρώθηκα και με ευκολία εισέβαλλα στο μυαλό της. Όποια αντίσταση και αν προέβαλλε δεν ήταν αρκετά δυνατή, ώστε να εμποδίσει την εισβολή μου. Αφού μπήκα, έφερα στο προσκήνιο το μίσος και ένιωσα να αναβοσβήνουν εκατοντάδες φώτα. Ήταν σαν δονήσεις, σαν ηλεκτρισμός. Όταν όμως κάλεσα τον κρυφό φόβο που παραμόνευε στις γωνίες του εγκεφάλου, ένιωσα το μυαλό της να παραδίδεται. Ήταν σαν σεισμός που κατέστρεψε ένα νοητό τοίχο. Και τώρα, το οχυρό μου ανήκε! Είχα δύο επιλογές: να φύγω και να διακόψω τα πάντα ή να χρησιμοποιήσω την ευκαιρία που μου δόθηκε για να τη βοηθήσω. Όποιες συνέπειες και αν είχε το δεύτερο, δεν μπορούσα να την εγκαταλείψω. Ένιωσα το νερό να ρέει σαν θεραπευτικό κύμα από το σώμα μου προς το δικό της και να φτάνει σε κάθε γωνιά γιατρεύοντας τα πάντα, τα συναισθήματα και κυρίως τις αναμνήσεις. Και όταν το νερό τελείωσε το έργο του, οι πληγές είχαν κλείσει και όλα ανήκαν στο παρελθόν. Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα τη δύναμή της να ξεχύνεται και να μαίνεται. Να τρέχει χαρούμενη και να αναζωογονεί τα πάντα στο πέρασμά της. Ένα κορίτσι ήρθε δίπλα μου, μια Βιολέτα του παρελθόντος και μου χαμογέλασε. Ύστερα με άγγιξε απαλά στον ώμο και η σύνδεση χάθηκε.
«Τι έκανες εκεί μέσα;» ρώτησε κατευθείαν.
«Απλώς ξέπλυνα κάποιες πληγές σου» είπα απλά αν και ήξερα πως δεν ήταν απλώς πληγές, ήταν ολόκληρα κατεστραμμένα τμήματα του εγκεφάλου που είχαν παραδοθεί εξαιτίας του πόνου και των βασανιστηρίων.
«Αυτές με κρατούσαν εκεί που έπρεπε» ξέσπασε.
«Όχι, σε εμπόδιζαν. Εμπόδιζαν το δώρο του νονού, εμπόδιζαν την επούλωσή σου. Τώρα μπορείς να με βοηθήσεις ουσιαστικά. Τώρα μπορείς να χρησιμοποιήσεις τις δυνάμεις σου».
«Τι εννοείς; Τις έχασα τη στιγμή που γύρισα πίσω τον χρόνο».
«Δεν τις έχασες. Είχες δίκιο για το δώρο. Σε εμπόδισε να γίνεις τέρας. Μόλις το μίσος και ο φόβος κυρίευσαν τα πάντα, ήταν σαν να έκλεισε μια ασφαλιστική δικλείδα. Αν τις είχες, θα έκανες κακό, δε θα ήσουν εσύ. Οπότε απλώς σταμάτησες να έχεις πρόσβαση. Δοκίμασε να ασκήσεις τον αέρα». Με κοίταξε με δυσπιστία, μα μετά έκλεισε τα μάτια και μια αργή ριπή ανέμου ανακάτεψε τα μαλλιά μας. Και η ριπή δυνάμωνε συνεχώς και εκείνη γελούσε σαν μικρό παιδί. Ήμασταν δύο και επιτέλους ίδιες ξανά. Ο άνεμος χαμήλωσε και η γη σείστηκε. Νερό δραπέτευσε από τα λουλούδια αφήνοντάς τα ξερά και φωτιά έδεσε όλα τα στοιχεία. Έκανα ό,τι έκανε και ύστερα ενώσαμε τα χέρια. Ο ίδιος πόνος εμφανίστηκε και πέσαμε με τα γόνατα στο έδαφος. Στιγμιαία πέρασε από το μυαλό μου η σκέψη πως στο μέλλον θα χτυπούσα ξανά τα γόνατά μου, όμως έπειτα παρασύρθηκα από το όραμα και δεν αναζήτησα πώς και γιατί είχε ξεπροβάλλει η σκέψη στο μυαλό μου. Η εικόνα ξεκαθάρισε γρήγορα και αμέσως κατάλαβα τι θα έβλεπα. Τον γάμο μου. Δεν ήταν όνειρο! Ήταν όραμα. Τα λαμπιόνια, τα λουλούδια, το νυφικό, οι καλεσμένοι, τα συναισθήματα ήταν όλα ίδια. Το όνειρό μου θα γινόταν πραγματικότητα. Θα νικούσα και εκείνος θα ζούσε. Θα κάναμε κόρη και θα παντρευόμασταν και θα με αγαπούσε για όλη του τη ζωή.
Η εικόνα ξεθώριασε και εμφανίστηκε μια νέα. Ήμουν γερασμένη στο κρεβάτι και γύρω μου βρίσκονταν τα παιδιά μου. Τέσσερεις γιοι και η κόρη μου με δάκρυα στα μάτια. Θα πέθαινα, το ήξερα, μα ήμουν χαρούμενη και γεμάτη γαλήνη. Θα πήγαινα κοντά του. Σηκώθηκα και έβγαλα το στέμμα μου ακουμπώντας το στο κεφάλι της κόρης μου. Τους φίλησα όλους ξεχωριστά και έπειτα αγκάλιασα τα εγγόνια μου και ξάπλωσα να κοιμηθώ. Δε θα ξυπνούσα, αλλά θα πήγαινα κοντά του. Πόσο μου είχε λείψει, μα ήταν η ώρα του και τώρα ήταν η δική μου. Δε φοβόμουν τον θάνατο...
Πριν κοιμηθώ σκέφτηκα για τελευταία φορά τα τρία αντικείμενα στα οποία είχα φυλακίσει τις δυνάμεις μου. Χάρη σε αυτά, οι δυνάμεις θα επέστρεφαν κάποια στιγμή όταν θα παρουσιαζόταν ανάγκη και τότε θα ήταν σε τρία άτομα δεμένα, όχι σε ένα όπως με εμένα. Εκκρεμότητες δεν υπήρχαν. Τα παιδιά και τα εγγόνια μου θα αργούσαν να με συναντήσουν, το βασίλειο ήταν στα καλύτερα χέρια. Όλα ήταν τακτοποιημένα. Μπορούσα να φύγω. Ηρέμησα και παρέδωσα τα όπλα. Η τελευταία εικόνα του οράματος ήταν κάτι που δε θα ξεχνούσα ποτέ. Η ψυχή μου εγκατέλειψε το σώμα και συναντήθηκε με μια άλλη η οποία περίμενε δίπλα γεμάτη ανυπομονησία. Και τότε οι δύο ψυχές ενώθηκαν σαν μια και πέταξαν στα ουράνια. Δύο ψυχές ήμασταν, δύο ζωές καταδικασμένες στη σκακιέρα της ζωής, μπλεγμένες σε ένα παιχνίδι δίχως τέλος. Όμως τώρα που είχαν πέσει οι τίτλοι τέλους ήμασταν ελεύθεροι στην ύστατη στιγμή να ζήσουμε όπως θέλαμε σε έναν άλλο κόσμο. Τα δεσμά του παρελθόντος τα είχαμε αποτινάξει μαζί με τα σώματά μας και τώρα θα ήμασταν μαζί, χαρούμενοι, για πάντα.
Άνοιξα τα μάτια μου και κοιταχτήκαμε με τη Βιολέτα με δάκρυα στα μάτια.
«Όλα θα πάνε καλά. Από εδώ και πέρα, όλα θα είναι όπως πρέπει». Αγκαλιαστήκαμε και κλάψαμε μέχρι που βράδιασε. Ο Απόλλωνας επέστρεψε λίγες ώρες αργότερα και μας βρήκε ακόμη κάτω από το δέντρο, να γελάμε και να παίζουμε με τις δυνάμεις μας.
«Ώρα για ύπνο, γλυκιά μου» είπε και αμέσως σταμάτησα να τις χρησιμοποιώ. Δεν ήθελα να ανησυχεί μήπως μας εντοπίσουν ξανά.
«Πήγαινε και έρχομαι σε ένα λεπτό». Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου και του έκανα νεύμα. Εκείνος έφυγε και μείναμε ξανά μόνες.
«Θα είσαι καλά; Δε θα κάνεις τίποτα απρόσεκτο;»
«Θα είμαι μια χαρά. Πήγαινε κοντά του και μη φύγεις από εκεί. Σήμερα είναι μεγάλη νύχτα» την κοίταξα με απορία, μα εκείνη χαμογέλασε και μου είπε:
 «Θα καταλάβεις. Θα είναι χαρούμενο, πίστεψέ με».
«Καληνύχτα, Βιολέτα».
«Νομίζω για πρώτη φορά πως όντως θα είναι μια καλή νύχτα, χωρίς εφιάλτες».
«Τα λέμε το πρωί» της είπα και ξεκίνησα να περπατάω προς το πανδοχείο νιώθοντας ευεξία και αισιοδοξία. Όλα ήταν έτοιμα για τη μάχη. Έμενε μόνο να φέρω εις πέρας το σχέδιο και να σκεφτώ έναν τρόπο να με συγχωρέσει ο Απόλλωνας.


Έλενα Παπαδοπούλου