Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

16.4.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 28)


Βιολέτα
Είχαμε όλοι σηκωθεί από ώρα και προσπαθούσαμε να καταστρώσουμε ένα σχέδιο για τη μέρα της αλλαγής. Το μόνο βέβαια που είχαμε πετύχει ήταν να τσακωθούμε και να εκνευρίσουμε τον γερο-Πειρατή που είχε βαρεθεί τις φωνές μας και ήθελε να ξεκουραστεί. Μάλιστα τον εκνευρίσαμε τόσο, ώστε αποφάσισε να έρθει να μας βοηθήσει καθώς, όπως έλεγε, αφού δεν τον αφορούσαν άμεσα, μπορούσε να βλέπει πιο καθαρά τις περιστάσεις και τις παραμέτρους του σχεδίου, όπως και τυχόν αδυναμίες.

«Λοιπόν, πείτε μου αρχικά τι έχετε κάνει ως τώρα και τι εκκρεμότητες υπάρχουν ακόμη» ξεκίνησε ο Πειρατής.
«Νομίζω τα έχω καλύψει όλα, αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή» ξεκίνησα εγώ. «Σήμερα το πρωί με τα στοιχεία και μια τρίχα έλυσα την κατάρα. Έτσι θέλω να ελπίζω δηλαδή. Το μόνο που δεν καταλαβαίνω είναι για ποιο λόγο χρειαζόταν η τρίχα που μου έδωσε ο μπαμπάς».
«Δεν μπορείς να χρησιμοποιείς τις δυνάμεις σου για να προκαλέσεις τόσο μεγάλες αλλαγές σε κάποιον άλλο. Η απώλεια μνήμης μπορεί να σημαίνει και απώλεια του ίδιου του εαυτού. Επομένως, για το κάνεις, χρειάζεσαι την επιβεβαίωσή του, ένα κομμάτι του που παρέδωσε οικειοθελώς. Συνήθως είναι τρίχες, αλλά θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε, όπως αίμα, παιδικά δόντια, νύχια, πραγματικά οτιδήποτε» εξήγησε ο άλλος μου εαυτός και με άφησε άναυδη. Μια ανάμνηση πετάχτηκε απροσδόκητα στο μυαλό μου τότε. Θυμάμαι τον μπαμπά να πετάει στο τζάκι ένα μου δόντι.
«Δεν υπάρχει νεράιδα του δοντιού, αγάπη μου. Είσαι πολύ μεγάλη και πολύ έξυπνη για να σου λέω ψέματα. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, δε θέλουμε να παραπέσουν αυτά. Είναι πολύ επικίνδυνο, ναι, γλυκιά μου;»
 «Η φίλη σου;» ρώτησε ο Απόλλωνας διακόπτοντας την ανάμνηση απότομα. Φίλη σου. Η λέξη ήχησε στο μυαλό μου σαν αντίλαλος. Η Ηλέκτρα ήταν σίγουρα κάτι παραπάνω από φίλη μου και θα έμενε έτσι, ό,τι και αν γινόταν. Όμως ειλικρινά δε θα την αδικούσα αν επέλεγε να προχωρήσει και να ξεχάσει εμένα και τον πόνο που της προκάλεσα. Ήθελα να διατηρώ το ηθικό μου υψηλά και να έχω πίστη στη φιλία μας, αλλά ήταν δύσκολο αφότου είδα τι της έκανα. Βέβαια, την είχα δει στο γάμο, αλλά μπορεί να με εγκατέλειπε και τότε θα έπρεπε να σεβαστώ την επιλογή της, όσο δύσκολο και αν ήταν στην πράξη.
«Το τακτοποίησα το πρωί. Αισθάνεται καλύτερα ξέροντας πως θα γίνω καλά» είπα τελικά έπειτα από μερικά λεπτά αμήχανης σιγής.
«Για τις δυνάμεις σου τώρα πες μου» είπε ο γερο-Πειρατής επαναφέροντας στο σχέδιο τις ξεστρατισμένες μου σκέψεις.
«Έχω εξασκηθεί στις δυνάμεις όλων των αρχόντων. Στοιχεία, χρόνος, αντίγραφα, σκέψεις και έλεγχος. Όλα δηλαδή εκτός από την ανάσταση».
«Δεν πρέπει να παίζεις με την ανάσταση» είπε γουρλώνοντας τα μάτια του από έκπληξη, ίσως και φόβο, δεν μπορούσα να διακρίνω ακριβώς τι από τα δύο.
«Ξέρω το κόστος και δε σκοπεύω να τη χρησιμοποιήσω αβίαστα και απρόσεκτα» απάντησα ελαφρώς ενοχλημένη, όχι τόσο από αυτά που είχε πει, αλλά πιο πολύ από το άγχος και την κούραση. Ο Πειρατής ήταν το τελευταίο άτομο στο οποίο θα έπρεπε να ξεσπάω. Μας είχε δώσει ένα ασφαλές καταφύγιο να μείνουμε και ήταν πρόθυμος να βοηθήσει με όλα ανεξάρτητα από το κόστος που θα είχε για τον ίδιο. Έπρεπε να τον ευχαριστώ.
«Άρα, όντως μας μένει να καταστρώσουμε μόνο το σχέδιο» είπε αγνοώντας τον τόνο μου γεγονός που με έκανε να ξεφυσήσω ανακουφισμένη για την κατανόηση που μου έδειξε.
«Άντε να δούμε» είπε γεμάτη ενόχληση η άλλη Βιολέτα, λόγια για τα οποία εισέπραξε ένα άγριο βλέμμα από εμένα και τον Απόλλωνα.
«Έχω σκεφτεί ήδη κάποια πράγματα» είπα διστακτικά.
«Πες μας» με παρότρυναν.
«Ξέρουμε ήδη πως δεν εμπλέκονται όλοι οι άρχοντες, αλλά το μέγεθος της ζημιάς τους έχει επηρεάσει όλους και δυστυχώς δεν μπορώ να αφήσω κανέναν εκτός. Όλοι έφταιξαν, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, γιατί έπρεπε τουλάχιστον να έχουν καταλάβει μέχρι τώρα τι γίνεται ή έστω να φροντίσουν καλύτερα τους ανθρώπους εδώ. Δεν έχω σκοπό να σκοτώσω κανέναν ούτε να τους φυλακίσω. Τώρα που το σκέφτομαι ίσως να φυλακίσω έναν- δύο από δαύτους. Θα πάρω όμως τις δυνάμεις τους. Αυτή είναι η τελευταία μου ανεξερεύνητη δύναμη. Πρέπει να εμπιστευτώ τον εαυτό μου και να προσπαθήσω εκείνη την ώρα. Το θέμα είναι να προλάβουμε πριν τελειώσει η μία ώρα».
«Οι ιδέες σου δεν είναι κακές, αλλά μπορώ να σε βοηθήσω να τις οργανώσεις. Η αλλαγή ξέρετε πού γίνεται φέτος;» ρώτησε ο Πειρατής και εισέπραξε τρία ένοχα βλέμματα. Κανείς μας δεν είχε την παραμικρή ιδέα.
«Είστε τυχεροί που ξέρω εγώ. Φέτος, για λόγους άγνωστους σ’ εμένα, η αλλαγή θα γίνει σε ένα ξέφωτο στο αρχαίο δάσος».
«Εκεί που βρισκόταν η βιβλιοθήκη;»
«Ώστε σε έχουν πάει εκεί;»
«Ναι» απάντησα και το μυαλό μου προσπάθησε να θυμηθεί όσες περισσότερες λεπτομέρειες για το δάσος μπορούσα.
«Άγνωστες όπως είπα οι βουλές τους» επανέλαβε ο Πειρατής.
«Το δάσος δεν είναι απαραίτητα κακό. Τα στοιχεία μπορούν να μας κρύψουν μέχρι να έρθει η ώρα. Ο αιφνιδιασμός είναι πάντα καλός» είπα τελικά.
«Το πρόβλημα είναι πως η Αρετή θα ξέρει ήδη τα πάντα τη στιγμή που θα πάμε εκεί. Κάθε μας κίνηση και σκέψη. Ακόμη και αν καταφέρουμε να εξουδετερώσουμε τους άλλους, δεν ξέρουμε τι θα κάνουμε με εκείνη» αντιγύρισε η άλλη Βιολέτα.
«Ίσως η απάντηση να είναι απλή».
«Τι εννοείς;»
«Αφού μπορεί να διαβάσει σκέψεις, δε θα σκεφτόμαστε. Θα αποφασίσουμε τελευταία στιγμή τι θα κάνουμε».
«Μπορεί να πετύχει, αλλά είναι επίφοβο. Τα στοιχεία θα σας καλύψουν σε συνδυασμό με το δάσος μέχρι να αρχίσει η τελετή. Μόλις τα αντικείμενα τοποθετηθούν στις προθήκες, θα αρχίσεις να παίρνεις τις δυνάμεις τους. Τελευταία θα μείνει η Αρετή. Εκεί πρέπει να προσέξουμε μη σκοτώσει τον Απόλλωνα».
«Αν με σκοτώσει, αφήστε με. Μη γυρίσεις τον χρόνο, μην κάνεις τίποτα».
«Τι είναι αυτά που λες; Χωρίς εσένα τίποτα από όσα συζητάμε δεν έχει νόημα. Όλα τα κάνω για μας, αλλιώς θα έπαιρνα τον μπαμπά και θα γυρνούσαμε όλοι στη Γη. Το κάνω για μην κρυβόμαστε, για να πληρώσει για όσα έκανε πρώτα σ’ εσένα και μετά στους άλλους, για να ζήσουμε μαζί όπως μας αξίζει. Αν πεθάνεις, θα πεθάνω και εγώ. Μαζί στα όμορφα μαζί και στα άσχημα. Μαζί στη ζωή, μαζί και στον θάνατο».
«Μαζί στη ζωή, μαζί και στον θάνατο» μουρμούρισε, ζυγίζοντας τα λόγια στο στόμα του και τότε ένιωσα ένα κάψιμο στον καρπό. Κοιταχτήκαμε ανήσυχα και μετά στρέψαμε την προσοχή μας ο καθένας το χέρι του όπου είχε σχηματιστεί ένα όμορφο τριαντάφυλλο.
«Η υπόσχεση δόθηκε».
«Τώρα είναι που δεν πρέπει να αποτύχουμε με τίποτα. Έχω πολλά πράγματα να ζήσω προτού πεθάνω» είπα στον Απόλλωνα.
Απόλλωνας
Τα δύο κορίτσια βγήκαν από το πανδοχείο με σφιγμένες εκφράσεις για να τελειώσουν με τις δυνάμεις της Βιολέτας, ενώ εγώ κάθισα μέσα παρέα με τον γερο-Πειρατή για να σκεφτώ κάποια πράγματα. Ήταν ο ιδανικός ακροατής, το κοντινότερο που είχα σε πατρικό πρότυπο.
«Γερο-Πειρατή, εσύ πιστεύεις πως πρέπει να πάω ή να μείνω πίσω ξέροντας το τίμημα που θα πληρώσω;»
«Ξέρεις ήδη την απάντηση στην ερώτησή σου, παλικάρι μου. Ξέρεις όμως πως οτιδήποτε και αν σου πω, εσύ θα πας».
«Έχεις δίκιο. Δεν αντέχω να μείνω άπραγος».
«Μεταξύ μας τώρα. Σε είδα και εσένα στο όραμα. Πιστεύω πως έχεις και εσύ μια σημαντική θέση και πρέπει να πας ανεξάρτητα που δε με ενθουσιάζει διόλου η ιδέα. Υπάρχει και κάτι που μπορεί να σε βοηθήσει. Ένα μήνυμα κρυμμένο στο όραμα. Εγώ δεν το καταλαβαίνω εντελώς, αλλά εσύ πιστεύω θα το καταλάβεις.
 Η απόλυτη θυσία το πεπρωμένο θα σφραγίσει
 όταν η καρδιά του νεαρού τελευταία φορά χτυπήσει.
Παρελθόν, παρόν και μέλλον ένα θα γενεί,
σαν η κόρη ενωθεί με αυτόν που χρόνια είχε χαθεί».
«Είσαι σίγουρος πως αναφέρεται σ΄ εμένα;»
«Σιγουρότατος. Και είμαι σίγουρος και για κάτι άλλο επίσης, αυτό που είδα ήταν το τελευταίο μου όραμα».
«Πώς το ξέρεις;»
«Θα αφήσω την κοπέλα σου να πάρει τη δύναμή μου. Αν δω άλλο όραμα, δε θα επιζήσω. Είναι πολύ ισχυρά και εγώ πολύ γέρος. Καλύτερα να πάνε σε κάποιον που μπορεί να τα αντέξει».
«Είναι κομμάτι του εαυτού σου. Πώς μπορείς να το εγκαταλείψεις;»
«Δε θα είναι εύκολο, αλλά πρέπει να το κάνω. Έχω ένα προαίσθημα πως είναι το σωστό. Δεν τα εξηγώ καλά, αλλά ξέρω πως ό,τι αποφάσισα, όσο δύσκολο και αν ήταν, θα βοηθήσει πολύ εσάς, αλλά και εμένα να ζήσω ευχάριστα τον λίγο χρόνο που μου έχει απομείνει».
«Έτσι όπως το λες, μου φαίνεται λες και δε σου έχει απομείνει και τόσος χρόνος».
«Δε θα διαφωνήσω. Θέλω μόνο να ξέρεις πως το μέρος είναι δικό σου από εδώ και πέρα, για να το κάνεις ό,τι θες».
«Εσύ τι θα ήθελες να γίνει;» ρώτησα με δάκρυα στα μάτια. Ο Πειρατής ήταν δίπλα μου τις χειρότερες μου μέρες, πριν βρω τη Βιολέτα, πριν με σώσει από τον εαυτό μου και τις συνέπειες των πράξεών μου. Ο Πειρατής όμως με είχε περιμαζέψει, με είχε φροντίσει. Είχα μάθει τόσα πράγματα κοντά του. Δεν ήθελα να σκέφτομαι τη ζωή μου χωρίς να ξέρω πως εκείνος θα ήταν πάντοτε στο πανδοχείο, να με περιμένει με το τζάκι αναμμένο να του πω ό,τι με απασχολεί.
 «Θέλω να κάνεις αυτό το μέρος κάτι μοναδικό και όμορφο. Όχι τζόγος και ποτά. Κάτι όμορφο. Υποσχέσου μου».
«Το υπόσχομαι».
«Τώρα φώναξε την κοπέλα σου να ρουφήξει τις δυνάμεις μου μπας και βρω λίγη ησυχία».
«Αμέσως» είπα και σηκώθηκα ρουφώντας τη μύτη μου και σκουπίζοντας τα μάτια μου με την ανάστροφη της παλάμης μου.
Βιολέτα
Στο μυαλό μου επικρατούσε μεγάλη σύγχυση. Ο όρκος ερχόταν να τα ανατρέψει όλα την πιο ακατάλληλη στιγμή. Δεν κατάλαβα καν πως έγινε όμως από τη στιγμή που το τριαντάφυλλο εμφανίστηκε στο δέρμα μου σαν απτή απόδειξη του όρκου, η ψυχή του Απόλλωνα με συντρόφευε κάθε δευτερόλεπτο. Ένιωθα την ενέργειά του, τα συναισθήματά του, τον ένιωθα πια κομμάτι μου και δυσκολευόμουν να ξεχωρίσω ποια συναισθήματα ανήκαν σ’ εμένα και ποια όχι. Το άγχος ήταν δικό μου και η ενοχή το ίδιο. Αυτό που πήγαινα να κάνω με έκανε να αισθάνομαι φοβερές τύψεις. Όμως τα υπόλοιπα, λύπη, χαρά, φόβος ήταν κουβαριασμένα. Έπρεπε να τα ξεχωρίσω όσο πιο γρήγορα γινόταν για να εξασκηθώ στην ανάσταση. Μακάρι να ήταν πιο εύκολη από τη φωτιά αν και πολύ αμφέβαλλα.
 «Έτοιμη;» με ρώτησε ο άλλος μου εαυτός βγάζοντάς με από τις σκέψεις μου
«Εννοείται» απάντησα, αλλά κάθε άλλο παρά έτοιμη ήμουν.
«Βρήκα μερικά μαραμένα λουλούδια. Δεν είναι το ίδιο, αλλά είναι ότι καλύτερο μπόρεσα να βρω. Θέλω να καθίσεις στη γη. Οι νεκροί επιστρέφουν πάντα εκεί, οπότε θα σε βοηθήσει να νιώσεις μια σύνδεση. Έπειτα, θέλω να καλέσεις τον ουρανό και τον αέρα, διότι εκεί βρίσκονται οι ψυχές και να ενώσεις το σώμα με την ψυχή. Μέχρι εκεί μπορώ να σε καθοδηγήσω. Η συνέχεια θα σου φανερωθεί από μόνη της».
«Εξαιρετικά».
«Η ειρωνεία δε θα σε βοηθήσει. Η συγκέντρωση πάλι είναι ικανή βοηθός» μου αντιγύρισε και ήξερα πως είχε δίκιο. Έπρεπε να ελέγξω τα αρνητικά συναισθήματα. Εξάλλου σε λίγο καιρό θα έπρεπε να ελέγχω ένα ολόκληρο βασίλειο, και μέχρι τότε θα πρέπει να έχω μάθει να κρατάω τα συναισθήματα μόνο για τον εαυτό μου.
Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να νιώσω τη σύνδεση με τη γη και ύστερα με τον αέρα, καλώντας τα στοιχεία κοντά μου, όμως αυτά δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά μου. Έπρεπε να το περιμένω πως δε θα είχε κανένα αποτέλεσμα. Η προσέγγισή μου απέναντι στις δυνάμεις μου ήταν πάντοτε λίγο διαφορετική, όμως ποτέ δε με απογοήτευσε και έτσι κατέφυγα σε εκείνη για ακόμη μια φορά.
Ένιωσα τη γη να σαλεύει στα ακροδάχτυλά μου. Ένιωσα το χορτάρι, τις ρίζες, τους καρπούς και τα λουλούδια να ανταποκρίνονται στο κάλεσμά μου και να σκορπάνε την ευωδία τους γύρω μου. Η μυρωδιά του υγρού χώματος και του τριαντάφυλλου χτύπησε τα ρουθούνια μου και η γη ήρθε ένα βήμα πιο κοντά μου. Σκέφτηκα τα τριαντάφυλλα με τη μοναδική ομορφιά τους και τους ατέλειωτους συνδυασμούς χρωμάτων που μπορούσαν να προσφέρουν και ξαφνικά κατάλαβα· κάθε ένα από αυτά είχε ζωή και ψυχή, δύο στοιχεία άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Το όραμα άλλωστε που είχα δει μου το φανέρωνε, μου έδειχνε τις δύο ψυχές μας που χόρευαν αγκαλιασμένες πηγαίνοντας προς τα πάνω για να βρουν την ευτυχία και την ανάπαυση. Και τότε το είδα: ένα απαλό άσπρο νήμα καμωμένο από ασημόσκονη. Το ακούμπησα και ένιωσα ένα ισχυρό τίναγμα. Εκείνη τη στιγμή, το μόνο που ένιωθα ήταν πόνος και δυστυχία. Το μυαλό μου κατακλύστηκε από την εικόνα του λουλουδιού μπροστά μου και όταν άνοιξα τα μάτια μου το λουλούδι έσφυζε από ζωή. Εγώ όμως αισθανόμουν απαίσια παρά το γεγονός ότι μόλις είχα δώσει μια ζωή. Πόσο χειρότερο θα ήταν το αίσθημα αν είχα πάρει μια ζωή;
«Πώς νιώθεις;» με ρώτησε και τα μάτια της σάρωσαν το σώμα μου για τυχόν τραύματα και, αφού δεν είδαν τίποτα, καρφώθηκαν στο πρόσωπό μου περιμένοντας ανυπόμονα απάντηση.
«Ειλικρινά; Απαίσια!»
«Πάντα υπάρχει ένα τίμημα. Το ήξερες».
«Δεν περίμενα να είναι έτσι το συναίσθημα. Εννοώ, υποτίθεται πως το να δίνεις ζωή έπρεπε να σε κάνει να νιώθεις όμορφα, όχι ένοχα. Βασικά, νιώθω πως έκανα κάτι λάθος, πως τα έκανα όλα λάθος».
«Έρχεται ο Απόλλωνας. Μη μιλάς και χρησιμοποίησε τη φωτιά. Καλύτερα να νομίζει πως ασχολιόσουν με ένα στοιχείο παρά με την ανάσταση νεκρών λουλουδιών». Κάλεσα αμέσως τη φωτιά με μια κίνηση του χεριού και προσπάθησα να κρατήσω ουδέτερα τα συναισθήματά μου, για να μη χάσω τον έλεγχο. Η φωτιά ήταν πάντα ατίθαση και επιθετική και ιδιαίτερα εκείνη τη στιγμή, που αδυνατούσα να κρατήσω ουδέτερα τα συναισθήματά μου χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, τη μισούσα πολύ περισσότερο από όσο συνήθως. Είχε και μια ομορφιά μέσα της, δεν μπορούσα να το αμφισβητήσω, αλλά λόγω του δώρου μου, ήταν πολύ δύσκολο να τη δω.
«Έρχεσαι λίγο μέσα;» με ρώτησε ο Απόλλωνας βγάζοντάς με από τη δύσκολη θέση που βρισκόμουν. Άφησα τη φωτιά να διαλυθεί και αναστέναξα γεμάτη ανακούφιση.
«Έγινε κάτι;» τον ρώτησα έπειτα.
«Ο γερο-Πειρατής αποφάσισε πως είναι ώρα να παίξει τον ρόλο του. Θέλει να σε αφήσει να του πάρεις τις δυνάμεις».
«Δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει. Δεν έχω λόγο να του στερήσω κάτι που του ανήκει δικαιωματικά, κάτι με το οποίο προικίστηκε από τη γέννησή του. Θα είναι σαν να παίρνω ένα κομμάτι του. Γιατί να του το κάνω αυτό; Εκείνος μας έχει φερθεί τόσο καλά».
«Είναι έτοιμος, Βιολέτα. Δεν έχει πολλές μέρες ακόμη, μου το είπε. Ας είναι τουλάχιστον ευχάριστες. Αν δει άλλο όραμα, δε θα αντέξει. Σε παρακαλώ». Η φωνή του ράγισε καθώς με παρακαλούσε να στερήσω τις δυνάμεις του Πειρατή προκειμένου να τον σώσω και να του χαρίσω μερικές ευχάριστες μέρες.
«Έλα εδώ, γλυκέ μου» του είπα και τον αγκάλιασα τρυφερά χαϊδεύοντας τα μαλλιά του σε μια προσπάθεια να κατευνάσω τον πόνο του. Απομακρύνθηκα ελάχιστα, ίσα για να του δώσω ένα φιλί. Ήξερα πως το είχε μεγάλη ανάγκη. Στην αρχή ξεκίνησε σαν κάτι απαλό και αβίαστο. Άνοιξα τα χείλη μου και εκείνος διεκδίκησε περισσότερα. Τα δάκρυά του έκαναν το φιλί αλμυρό μα ευχάριστο κιόλας, αφού μέχρι να τελειώσει, τα δάκρυα είχαν στερέψει.
«Θα προσπαθήσω να το κάνω, μα δεν ξέρω τον τρόπο».
«Θα τα καταφέρεις, όπως πάντα. Έχω πίστη σ’ εσένα και τις δυνατότητές σου. Μετά θα πάμε να ξεκουραστούμε. Αύριο είναι η μεγάλη μέρα».
«Η ημέρα της κρίσης εννοείς».
«Πες το και έτσι» είπε γελώντας.
«Όχι άλλα δάκρυα από εδώ και πέρα. Μου υπόσχεσαι;»
«Δεν υπόσχομαι τίποτα. Είναι ήδη τραγικό το ένα τριαντάφυλλο στο υπέροχο δέρμα μου. Δε σκοπεύω να γεμίσω με δαύτα».
«Γελοίε».
«Με αγαπάς όμως» είπε γεμάτος σιγουριά για τα αισθήματά μου. Τέτοια σιγουριά μάλιστα που δεν μπόρεσα ούτε εγώ η ίδια να το αμφισβητήσω.
«Πράγματι» απάντησα τότε απλά σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Σαν να ήταν η βάση πάνω στην οποία είχαν χτιστεί όλα.
«Και εγώ σε αγαπάω. Πάμε μέσα τώρα» είπε και, αφού με έπιασε από το χέρι, με έσυρε μέχρι το πανδοχείο.


Έλενα Παπαδοπούλου