Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

19.4.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 29)

«Είσαι έτοιμος;» ρώτησα τον γερο-Πειρατή ελπίζοντας βαθιά μέσα μου πως θα αναθεωρούσε.


«Είμαι έτοιμος πολύ καιρό τώρα, κορίτσι μου» είπε και μου έπιασε παρηγορητικά το χέρι σαν να έπαιρνε εκείνος τις δυνάμεις μου, σαν να ήταν ο πατέρας μου που μου χάριζε ένα απαλό χάδι για να με καθησυχάσει και να διώξει άσχημες σκέψεις ή εφιάλτες.

«Ελπίζω να μην πονέσει».


«Ακόμη και αν πονέσει, θα είναι γλυκός ο αποχωρισμός με τις δυνάμεις μου» είπε και πλέον δε μου άφηνε άλλα περιθώρια. Είχε πάρει την απόφασή του και με το να καθυστερώ, μόνο σε δύσκολη θέση μπορούσα να τον φέρω.


Έκλεισα τα μάτια μου και άρχισα να τακτοποιώ τα πράγματα στο μυαλό μου σε κούτες, όπως μου είχε μάθει ο Απόλλωνας. Δεν ήθελα να αφήσω περιθώρια για λάθη και ατασθαλίες ειδικά σε τόσο σημαντικά θέματα. Με τη βοήθεια του αέρα και του νερού θεράπευσα το μυαλό μου μεταφέροντας θετική ενέργεια σε κάθε γωνιά. Τώρα έμενε το δύσκολο κομμάτι: να βρω πως στο καλό θα πάρω τις δυνάμεις. Δεδομένου πως η δύναμη ήταν αποκλειστικά δική μου, πράγμα που ακόμη δεν καταλάβαινα πως είχε συμβεί, και εφόσον δεν υπήρχε βιβλίο με οδηγίες, έπρεπε να αυτοσχεδιάσω για ακόμη μια φορά. Έστυψα το μυαλό μου για πιθανούς τρόπους να πάρω τις δυνάμεις του, προσπάθησα να ανακαλέσω τυχόν θαμμένες μνήμες από την παιδική μου ηλικία μα δεν υπήρχε τίποτα. Είχα αρχίσει να απελπίζομαι, όταν τελικά η λύση πετάχτηκε στο μυαλό μου με ένα μαγικό τρόπο.


Οι δυνάμεις του δεν ήταν παρά ένα βιβλίο, ένα μεγάλο και πολύχρωμο βιβλίο με σελίδες γεμάτες εικόνες από οράματα που είδε ο γερο-Πειρατής. Κάθε σελίδα ήταν ένα όραμα και κατά τα λεγόμενά του δεν έμενε παρά ένα, οπότε άφησα κενή την τελευταία σελίδα. Στο εξώφυλλο έγραφε το όνομά του με χρυσά καλλιγραφικά γράμματα. Το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να αλλάξω το όνομα του ιδιοκτήτη. Πόσο δύσκολο μπορεί να ήταν να αλλάξω μια ετικέτα; Πήρα μια βαθιά ανάσα και άρπαξα το νοητό βιβλίο. Πέταξα την ετικέτα με τα καλλιγραφικά γράμματα και κόλλησα μια δική μου με τον ατσούμπαλο γραφικό χαρακτήρα μου που έγραφε όμως Βιολέτα. Στη συνέχεια εξαφάνισα το βιβλίο και μπήκα στο κεφάλι του Πειρατή. Χρησιμοποίησα το γιατροσόφι των στοιχείων και ύστερα έκλεισα την πόρτα και κλείδωσα υψώνοντας προστατευτικό γύρω από το μυαλό του. Δεν έπρεπε να μάθει κανείς για αυτές τις δυνάμεις, τουλάχιστον όχι προτού τις αξιοποιήσω και στείλω τους άρχοντες αδύναμους στη Γη. Όχι όλους τους άρχοντες βέβαια. Μόνο εκείνους που αξίζαν να σωθούν. Ούτε το συγκεκριμένο κομμάτι έπρεπε να το μάθει κανείς.


Επέστρεψα στο παρόν και στο σώμα μου με απίστευτη ταχύτητα. Έπρεπε να βεβαιωθώ πως ήταν καλά. Εκείνος άνοιξε τα μάτια του με νωχελικές και αργές κινήσεις και τα δευτερόλεπτα φάνηκαν ώρες μέχρι να χαμογελάσει. Και τότε ήξερα πως τις είχα πάρει. Άλλο ένα βάρος, άλλη μια ευθύνη στους ώμους μιας δεκαεπτάχρονης κοπέλας που δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι θα γινόταν στη ζωή της. Στην πραγματικότητα, το πιο μακρινό πράγμα που είχα σχεδιάσει ήταν η αυριανή μέρα και ούτε καν εξ’ ολοκλήρου. Δεν ήμουν έτοιμη για τίποτα από αυτά.


«Έχω άλλο ένα όραμα πριν ξεκινήσει από την αρχή το χάρισμα. Θα έρθει σύντομα και θα είναι επώδυνο. Καλύτερα να καθίσει ή να ξαπλώσει κοντά στο τζάκι, διότι θα κρυώνει μετά. Θα βάλω να ετοιμάσω σούπα και καφέ και θα περιμένουμε μέχρι να έρθει» απευθύνθηκε στον Απόλλωνα.


«Πρέπει να κοιμηθούμε νωρίς σήμερα» παραπονέθηκα.


«Το όραμα θα έρθει πιο νωρίς απ’ ό,τι πιστεύεις. Φέρτε πετσέτες και γάζες. Α, και μια κουβέρτα επίσης».


«Γάζες για ποιο λόγο;»


«Το τελευταίο όραμα θα ήταν θανατηφόρο για εμένα. Είσαι μια νέα και δυνατή κοπέλα και έτσι δε θα σε σκοτώσει, όμως δε θα είναι ευχάριστο. Θα έχει αίμα και πόνο. Δεν ξέρω πόσο, αλλά ας είμαστε προετοιμασμένοι για τα χειρότερα. Μικρή πριγκίπισσα, πήγαινε να ξαπλώσεις δίπλα στο τζάκι γρήγορα» είπε και χάθηκε στην κουζίνα για να ετοιμάσει σούπα. Εγώ πάλι πήρα τον Απόλλωνα από το χέρι και ξαπλώσαμε αγκαλιά στον καναπέ τυλιγμένοι με μια χοντρή καρό κουβέρτα. Το τζάκι έκαιγε και η θερμοκρασία του δωματίου είχε ανέβει πολλούς βαθμούς. Για πολύ ώρα δεν ακουγόταν τίποτα παρά μόνο τα ξύλα που καιγόντουσαν στο τζάκι και ενίοτε πετούσαν σπίθες μανιασμένα. Ακουγόταν και ο ήχος της κουτάλας κάθε φορά που χτυπούσε στην κατσαρόλα, αλλά τίποτα άλλο. Η ησυχία έκανε την αναμονή χειρότερη. Πρώτη εγώ έσπασα τη σιωπή.


«Πείτε κάτι σας παρακαλώ. Δεν αντέχω την αναμονή».


«Κάτι» απάντησε ο Απόλλωνας και εισέπραξε μια αγκωνιά στην κοιλιά και ένα άγριο βλέμμα. Εκείνος γέλασε και ανασήκωσε τους ώμους χωρίς ίχνος μεταμέλειας στη ματιά του. Αδιόρθωτος.


«Θα μιλήσω εγώ» είπε ο άλλος μου εαυτός.


«Θα παίξουμε ένα παιχνίδι. Ερώτηση και απάντηση. Είναι πολύ απλό. Ρωτάω πρώτη. Πού θα ήθελες να ταξιδέψεις ,Απόλλωνα;»


«Θέλω να είμαι όπου είναι η Βιολέτα οπότε υποθέτω πως θα πρέπει να πάω παντού. Σε κάθε πόλη και χωριό ανά τον κόσμο. Θα δούμε ένα σωρό πράγματα, θα δοκιμάσουμε νέες γεύσεις, θα γνωρίσουμε ανθρώπους και θα τα κάνουμε όλα μαζί. Θα της κρατάω το χέρι μη μου φύγει και ξεκινήσει ψώνια γιατί μετά ποιος τη βρίσκει; Ειδικά αν βρει κανένα ωραίο βιβλιοπωλείο μπορεί να μείνει ώρες εκεί μέσα. Θα μάθουμε ξένες γλώσσες και θα ζήσουμε μοναδικές στιγμές κάνοντας πράγματα που δεν έχουμε ξανακάνει. Βασικά, αυτό ήταν το πλάνο. Τώρα όλα θα μείνουν μόνο όνειρα».


«Σκέψου πως είσαστε αγκαλιά στο σπίτι της στη Γη. Σαν να είναι απόγευμα και η Βιολέτα είναι άρρωστη, γκρινιάρα και θέλει χάδια. Σαν να είναι αυτό το μόνο σας πρόβλημα» του είπε γλυκά και ένιωσα το στομάχι του να γυρίζει. Καταραμένος όρκος.


«Εγώ ρωτάω τώρα. Ποιος είναι ο μεγαλύτερος σου φόβος, Βιολέτα;» με ρώτησε ο Απόλλωνας και έμεινα σιωπηλή να σκέφτομαι. Ο φόβος είναι κάτι απέραντα προσωπικό και μου ήταν δύσκολο να το εκφράσω με λόγια. Παρόλα αυτά προσπάθησα να τα συμπυκνώσω κάπως.


«Φοβάμαι ότι θα αποτύχω. Μα πιο πολύ φοβάμαι να μείνω μόνη μου. Δεν αντέχεται η μοναξιά και δεν την αξίζει κανείς».


«Ό,τι και αν γίνει, δε θα μείνεις μόνη σου, θυμάσαι;» ρώτησε και υπέθεσα πως έδειχνε το τατουάζ στον καρπό του. Εγώ όμως δεν μπορούσα να κοιτάξω καθώς το όραμα ξεκινούσε. Το στομάχι μου ανακατεύτηκε και σε δευτερόλεπτα άρχισα να κάνω εμετό. Η μυρωδιά του έμοιαζε με χαλκό. Είναι αίμα, διαπίστωσα με φρίκη. Το ένιωθα να κυλάει από παντού, από τα μάτια μου, τα ρουθούνια, το στόμα. Έβγαινε και κυλούσε σαν ρυάκια μέχρι που ενώθηκαν σε μια κόκκινη θάλασσα που θα σήμανε διαφορετικά θάνατο. Η κουβέρτα μούλιασε από το αίμα και έγινε ένα κόκκινο κουβάρι. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια μου από τον πόνο και αναμείχθηκαν με αίμα.


«Όλα θα πάνε καλά. Σύντομα θα τελειώσει». Άκουσα κάποιον να λέει, μα δεν μπορούσα ούτε να ξεχωρίσω ποιος ήταν, ούτε να απαντήσω, αφού ένα νέο κύμα εμετού με συντάραξε. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι πριν όλα ασπρίσουν ήταν η φωνή του Απόλλωνα να μου ψιθυρίζει:


«Στη ζωή και στον θάνατο μαζί. Στο υπόσχομαι».


Τα πάντα γύρω μου χάθηκαν, όλες οι αισθήσεις παρέδωσαν τα όπλα και το γνωστό άσπρο φόντο εμφανίστηκε μπροστά μου. Όμως, γύρω μου επικρατούσε νεκρική σιγή και η εικόνα παρέμενε σταθερή. Πανικός άρχισε να με καταλαμβάνει. Μήπως είχα πεθάνει; Ο τρόμος διαδέχτηκε τον πανικό και ένιωσα να παραλύω. Μερικά λεπτά αργότερα ωστόσο, η εικόνα άρχισε επιτέλους να ξεθωριάζει αφήνοντάς με ανακουφισμένη, αλλά και τρομαγμένη. Το τοπίο μου φάνηκε αρχικά άγνωστο, μα ύστερα αναγνώρισα το εξοχικό μας κοντά στη θάλασσα πίσω στην Ελλάδα. Η μαμά με τον μπαμπά κάθονταν αγκαλιά και μαζί τους βρισκόταν ο νονός και η γιαγιά μου. Φαίνονταν τόσο χαρούμενοι και συζητούσαν κάτι με ζωηρότητα και ένταση. Περίμενα μερικά ακόμη δευτερόλεπτα και ύστερα άρχισα να ακούω.


«Θα μου λείψει πολύ» άκουσα τη μαμά μου να λέει.


«Μωρό μου, είναι για το καλύτερο. Θα έρχεται να σε βλέπει, απλώς όχι πολύ συχνά. Παρόλο που είναι εξαιρετική στη δουλειά της και ο κίνδυνος έχει περάσει, η ειρήνη είναι εύθραυστο πράγμα και εξαιρετικά πολύτιμη. Πρέπει να μένει εκεί και να διαχειρίζεται ακόμη και τα πιο απλά ζητήματα μέχρι να κερδίσει την εμπιστοσύνη και την αγάπη όλων. Είναι ήδη πολύ καλή βασίλισσα και στο μέλλον θα γίνει ακόμη καλύτερη».


«Είμαι περήφανη για όσα κατάφερε. Πραγματικά είμαι. Όμως μου λείπει» είπε και χαμογέλασε νοσταλγικά.


«Μαμά μου, εδώ είμαι» με άκουσα να λέω. Η μαμά τότε σηκώθηκε, έτρεξε κοντά μου και με αγκάλιασε τόσο σφιχτά που νόμιζα ότι θα έσκαγα. Ένιωσα πραγματικά την αγκαλιά και το χάδι της και αυτό με γέμισε δύναμη. Με τα χέρια μου χάιδεψα τα σημεία του σώματός μου στα οποία είχε ακουμπήσει η μαμά σε μια προσπάθεια να κρατήσω ζωντανή την αγκαλιά μας λίγο ακόμη.


«Με φώναξες και ήρθα, αλλά δεν έχω πολύ χρόνο. Έχω να σας ανακοινώσω κάτι. Είμαι σίγουρη η μαμά το έχει καταλάβει και η γιαγιά επίσης, αλλά εσείς οι άντρες είστε λίγο πιο χοντροκομμένοι μπορώ να πω».


«Πάντα ευγενική» μου αντιγύρισε ο νονός μου.


«Πάντα ειλικρινής θα έλεγα» απάντησα με τη σειρά μου.


«Καλή απάντηση, μικρή».


«Έμαθα από τον καλύτερο» είπα και του έκλεισα το μάτι.


«Αρκετά με αυτά. Βιολέτα, πες τους τα νέα» είπε η γιαγιά μου.


«Παντρεύομαι την άλλη βδομάδα».


«Γιατί τόσο γρήγορα;» ρώτησαν με μια φωνή πατέρας και νονός.


«Έχω αρχίσει ήδη να φουσκώνω και δε θα μου κάνει το νυφικό» απάντησα όσο πιο φυσικά γινόταν και έτσι τους πήρε λίγο χρόνο μέχρι να καταλάβουν τι είχα πει.


«Ναι, είναι αλήθεια και όχι, δεν μπορείτε να το πείτε στον Απόλλωνα» απάντησα πριν προλάβουν να ρωτήσουν. Αμέσως κατσούφιασαν.


«Είναι κορίτσι ή αγόρι;»


«Δεν μπορώ να σας πω» απάντησα και, αφού τους φίλησα όλους, εξαφανίστηκα τόσο ξαφνικά όσο είχα έρθει.


«Κορίτσι» ζητωκραύγασαν και γύρισα απότομα στο παρόν. Σαν κάποιος να με κλώτσησε τόσο που πετάχτηκα έξω. Άνοιξα τα μάτια και είδα πως είχαν μαζέψει κάπως τα αίματα και η σούπα ήταν έτοιμη. Πόση ώρα βρισκόμουν χαμένη στους δρόμους των οραμάτων; Τα μάτια μου έτσουζαν από την αιμορραγία, αλλά κατά τα άλλα, τίποτα δε φανέρωνε πως μόλις είχα δει το πιο επώδυνο όραμα της ζωής μου. Άρχισα να καταβροχθίζω με λαιμαργία τη σούπα, ενώ οι άλλοι με κοιτούσαν λες και κάθονταν σε ανάμενα κάρβουνα.


«Δε θα σας πω τι είδα. Ήταν όμως ευχάριστο» είπα αφού είχα φάει, ή πιει, όλη τη σούπα.


«Εμένα μου αρκεί. Σε ευχαριστώ από τα βάθη της ψυχής μου και σε καληνυχτίζω. Σου συνιστώ να πας νωρίς για ύπνο πριν κρυώσει το ρόφημά σου που βρίσκεται πάνω στο κομοδίνο σου».


«Καληνύχτα και εγώ σε ευχαριστώ. Ήταν αλήθεια πανέμορφα όσα είδα».


«Θες να σε βοηθήσω να πάμε στο δωμάτιο;» πρότεινε ο Απόλλωνας.


«Ναι. Δε νομίζω ότι με κρατούν τα πόδια μου».


«Γι’ αυτό είμαι εδώ» είπε και με σήκωσε στην αγκαλιά του σαν να ήμουν πούπουλο. Με βοήθησε να πάω στο δωμάτιο, να βγάλω τα ματωμένα ρούχα και τις γάζες και να κάνω ένα ζεστό μπάνιο. Ύστερα ζέστανε τη σοκολάτα με λίγη φωτιά και ξάπλωσε δίπλα μου. Κουλουριάστηκα πάνω του και του χάιδευα το στέρνο.


«Τελευταία μέρα σήμερα. Αύριο θα κριθούν όλα» είπε μιλώντας πιο πολύ στον εαυτό του παρά σ’ εμένα.


«Έχεις άγχος;» ρώτησα και από το τίναγμα του κορμιού του κατάλαβα πως ταξίδευε με το μυαλό και εγώ τον επανέφερα στο σώμα του.


«Γίνεται να μην έχω;»


«Ξέρω μια αγχολυτική άσκηση. Θα σε βοηθήσει να κοιμηθείς πολύ εύκολα πιστεύω. Θες να δοκιμάσεις;»


«Εννοείται. Τι πρέπει να κάνω;»


«Πρώτα πρέπει να αφαιρέσεις το μπλουζάκι σου» είπα, ενώ έβγαζα και το δικό μου.


«Το έβγαλα. Τώρα;»


«Τώρα το παντελόνι» είπα και ακολούθησα και εγώ τις ίδιες ενέργειες.


«Τώρα;» Ρώτησε με πιο βαθιά φωνή χρωματισμένη από το πάθος.


Μπορούσα να ακούσω τις καρδιές μας να ανταγωνίζονται η μία την άλλη στον πιο γρήγορο αγώνα δρόμου.


«Τώρα φίλησε με εδώ» είπα δείχνοντας το μάγουλο.


«Και εδώ» είπα δείχνοντας τα χείλη.


«Και εδώ» είπα τελικά δείχνοντας το στήθος μου. Με απαλές κινήσεις φίλησε το μάγουλό μου, πρώτα το ένα και ύστερα το άλλο. Έπειτα φίλησε απαλά τα χείλη μου. Καθένα ξεχωριστά. Ύστερα δάγκωσε το κάτω χείλος μου και εγώ άνοιξα το στόμα επιτρέποντας στη γλώσσα του να εισβάλλει και να διεκδικήσει τη δική μου. Μετά ξεκούμπωσε το σουτιέν με μια αβίαστη κίνηση και με φίλησε και εκεί.


«Τώρα τα εσώρουχα» είπα και, αφού μείναμε εντελώς γυμνοί, ενωθήκαμε, ψυχές και σώματα, σε ένα φανταστικό χορό κατάδικό μας. Στροβιλιζόμασταν στα ουράνια σε μέρη άγνωστα ώσπου η έκρηξη μας έστειλε πίσω στην Άλλη Γη και στο κρεβάτι μας εξαντλημένους αλλά χαρούμενους.


«Πες μου πως με αγαπάς» του ζήτησα έπειτα από μερικές στιγμές ησυχίας.


«Θα στο λέω μια ζωή».


«Δε θα το βαρεθώ ποτέ».


«Σε αγαπάω» ψιθύρισε ξανά και ξανά μέχρι που ο ύπνος μας τύλιξε και τους δύο απαλά και γλυκά.



Έλενα Παπαδοπούλου