Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

24.4.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 30)

Βιολέτα

Άνοιξα τα μάτια μου απότομα στη μέση της νύχτας τρομαγμένη ακόμη από τον εφιάλτη που είχα δει. Δεν μπορούσα να θυμηθώ πολλά πράγματα, ήταν όλα τόσο μπερδεμένα. Θυμόμουν δέντρα και χώμα, έπειτα αίμα και πόνο και τέλος θυμόμουν τον Απόλλωνα, δεν πέθαινε, δε με έσωζε, αλλά με σκότωνε. Ακούμπησα τον λαιμό μου απαλά σαν πράγματι να είχα βιώσει την πίεση των χεριών του πάνω μου. Μόλις ακούμπησα το λαιμό μου ένιωσα τσούξιμο από ανύπαρκτες πληγές. Δε γινόταν να ήταν απλώς ένα όνειρο; Δε γίνεται, υπενθύμισα στον εαυτό μου, γιατί εγώ δεν ήμουν απλώς μια κοπέλα. Τι θα μπορούσε να το προκαλέσει; Τι θα μπορούσε να κάνει τον Απόλλωνα να με πονέσει με τέτοιο τρόπο; Η αλλαγή και η μάχη με τους άρχοντες άρχισε να στριφογυρίζει στο μυαλό μου μέχρι που τελικά η εξάντληση υπερνίκησε τον φόβο και αποκοιμήθηκα μόνο για να δω το ίδιο όνειρο, τον ίδιο εφιάλτη, με μια μικρή αλλαγή, τώρα τα θυμόμουν όλα και δεν έπρεπε να τα αφήσω να συμβούν.

Σηκώθηκα από το κρεβάτι γρήγορα, πήρα την τσάντα μου και εισέβαλλα στο μυαλό του Απόλλωνα, ενώ εκείνος κοιμόταν. Διεκδίκησα τον έλεγχο και όταν μου δόθηκε, διέγραψα την τοποθεσία της αλλαγής καθώς και το σχέδιο μου. Έπειτα, ύψωσα ένα προστατευτικό τείχος και βγήκα τόσο αθόρυβα όσο είχα μπει. Θα τον κρατούσε πίσω, αρκετά ώστε να τελειώσει η αλλαγή. Θα με μισούσε, το ήξερα, όμως ήταν η μόνη μου επιλογή για να μας κρατήσω και τους δύο ζωντανούς. Αν με αγαπούσε πραγματικά, θα με συγχωρούσε, θα έψαχνε μέσα του και θα έβρισκε τον τρόπο.

Άνοιξα την τσάντα μου και ανέσυρα από εκεί ένα φύλλο χαρτί. Έπρεπε κάτι να του γράψω, αλλά οι λέξεις δυσκολεύονταν να μπουν στη σωστή σειρά και να γράψουν προτάσεις που να βγάζουν νόημα. Εν τέλει έγραψα μερικές αράδες που ούτε εγώ η ίδια δεν πίστευα και άφησα το χαρτί στο κομοδίνο δίπλα του. Αφιέρωσα μερικά δευτερόλεπτα κοιτάζοντάς τον να κοιμάται γαλήνιος και έφυγα κλείνοντας πίσω μου την πόρτα. Προχώρησα στον διάδρομο και, αφού βρήκα την παρελθοντική εκδοχή του εαυτού μου, εγκαταλείψαμε το πανδοχείο. Η καρδιά μου είχε βουλιάξει μέσα στο στήθος μου, όμως ήξερα πως είχα κάνει το σωστό. Ευχόμουν μόνο να ήταν το γράμμα αρκετό.



Η Βιολέτα και εγώ μην έχοντας πολλές επιλογές, αναγκαστήκαμε να καταφύγουμε στο σπίτι μου, ένα μέρος τόσο προφανές, που ίσως να μην περνούσε ποτέ από το μυαλό του, έτσι ελπίζαμε τουλάχιστον. Εκεί περιμέναμε γεμάτες αγωνία να πέσει η νύχτα και να βασιλέψει το σκοτάδι πριν κάνουμε την κίνησή μας. Δύο ώρες νωρίτερα από την αλλαγή, στις δέκα το βράδυ, βγήκαμε από το σπίτι και ξεκινήσαμε για το δάσος αγχωμένες και νευρικές όσο ποτέ πριν. Ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει, το περιμέναμε καιρό, αλλά ο φόβος δεν έλεγε να καταλαγιάσει. Και εξαιτίας αυτού, δεν μπορούσα να προσδιορίσω ποια συναισθήματα ήταν αρνητικά λόγω άγχους και ποια οφείλονταν σε προαίσθημα.

Φτάσαμε στην άκρη του δάσους και επανέλαβα τι έπρεπε να κάνουμε ώστε να περάσουμε απαρατήρητοι και να φτάσουμε στο αρχαίο δάσος. Εκείνη τα ήξερε ήδη, ίσως ακόμη καλύτερα από εμένα, αλλά είχα ανάγκη να τα ακούσω, να τα χωνέψω και έτσι με άφησε. Έπρεπε να εμφανιστούμε την κατάλληλη στιγμή και να τους αιφνιδιάσουμε, τη στιγμή που θα ήταν πιο αδύναμοι. Είχαμε μια και μοναδική ευκαιρία και δεν έπρεπε να χαραμιστεί.

«Θα χρησιμοποιήσουμε πρώτα το νερό ώστε να καθαρίσουμε την αρνητική ενέργεια. Όταν το μυαλό εξαγνιστεί, θα καλέσουμε όλα τα στοιχεία. Το νερό και ο αέρας θα πυκνώσουν την ομίχλη για να απλωθεί παντού. Ύστερα η γη θα βοηθήσει καθαρίζοντας τον δρόμο ώστε να είμαστε αθόρυβοι και η φωτιά θα μας επιτρέψει να βλέπουμε στο σκοτάδι χωρίς να μας βλέπουν. Θα καλυφτούμε με ομίχλη και νυχτιά. Όλα γύρω μας είναι στοιχεία και αυτά σήμερα είναι μαζί μας» είπα, αλλά δεν αισθανόμουν πως είχα πραγματικά τη στήριξη οποιουδήποτε, πόσο μάλλον των στοιχείων που ήταν πανίσχυρα.

Έμεινα ακίνητη παρακολουθώντας τον άλλο μου εαυτό να καλεί τα στοιχεία και να χάνεται πίσω από πυκνά στρώματα ομίχλης. Ύστερα εξαφανίστηκα και εγώ πιάνοντάς την από το χέρι σε μια προσπάθεια να νιώσω μεγαλύτερη ασφάλεια. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής δεν ακούσαμε ούτε ένα κλαράκι να σπάει κάτω από τα πόδια μας, δεν ακούσαμε ούτε μια κουκουβάγια να κράζει φανερώνοντας την παρουσία μας. Τα στοιχεία μας κάλυπταν, μυρωδιά, ήχοι, σώματα ήταν ένα άυλο και αόρατο κουβάρι. Δεν αργήσαμε να φτάσουμε στο αρχαίο δάσος και αναγνώρισα σχεδόν αμέσως το φιδογυριστό μονοπάτι που είχα ακολουθήσει την προηγούμενη φορά με τον Βύρωνα. Εκείνη τη φορά δεν ήξερα πού ήμουν και τι έπρεπε να αντιμετωπίσω, ενώ τώρα ήξερα ποια ήμουν, πόσο δυνατή ήμουν και για ποιο λόγο είχα έρθει εδώ. Είχα έρθει για να σώσω τον μπαμπά μου και την Άλλη Γη. Και αυτό ακριβώς θα έκανα σήμερα.

Ακολουθήσαμε το μονοπάτι και βρεθήκαμε στο ξέφωτο της αλλαγής. Λαμπιόνια είχαν κρεμαστεί στα δέντρα και έκαναν το ξέφωτο να φεγγοβολάει μαζί με τις εκατοντάδες πυγολαμπίδες που κυνηγιόντουσαν χαρούμενες αγνοώντας τον κίνδυνο. Στην άκρη υπήρχε η γυάλινη προθήκη που είχα δει στο βιβλίο του μπαμπά. Είχαμε ακόμη μια ώρα μέχρι να τοποθετηθούν εκεί τα τρία αντικείμενα που έδιναν στους άρχοντες τη δύναμη να διοικούν. Όχι όμως πια. Σε δύο ώρες θα μου ανήκαν και τα τρία και όχι μόνο για ένα χρόνο. Για πάντα!

Στη μια άκρη, απέναντι από την προθήκη, κάθονταν οι φωτεινές αρχόντισσες, ενώ κοντά στην προθήκη κάθονταν οι σκοτεινοί άρχοντες. Στην πλευρά των φωτεινών δε συζητούσαν όπως θα περίμενε κανείς και, ενώ το τραπέζι αγκομαχούσε από το βάρος των φαγητών, κανείς δεν έτρωγε. Αμίλητες και αγέλαστες κοιτούσαν μπροστά χωρίς να προσέχουν πραγματικά τι έβλεπαν. Έβλεπα την Ελπίδα και την Αγάπη να σφίγγουν στα χέρια τους το σκήπτρο με τα στοιχεία και το βιβλίο που αναγράφει κάθε όνομα οποιουδήποτε έζησε ποτέ και πέθανε. Τα πρόσωπά τους δε φανέρωναν κανένα συναίσθημα, αλλά από το σφίξιμο καταλάβαινα πως δεν ήθελαν να παραδώσουν τα όπλα τους. Ενώ οι αρθρώσεις τους είχαν ασπρίσει, η Αρετή δεν έδειχνε να ανησυχεί ιδιαίτερα. Είχε αφήσει τη σφαίρα στο τραπέζι και κοιτούσε τον Βύρωνα. Έμοιαζε σαν να μιλούν, αλλά δεν ακουγόταν τίποτα. Κάποια στιγμή γύρισε και με κοίταξε. Δε φαινόμουν, ήταν σίγουρο, αλλά κάρφωσε το παγερό βλέμμα της με τα γαλάζια μάτια πάνω μου και μου έκλεισε το μάτι. Ήξερε ήδη πως είχα έρθει.

Κοίταξα ανήσυχα γύρω μου, αλλά κανέναν άλλος δεν είχε αντιληφθεί την παρουσία μας. Οι σκοτεινοί άρχοντες αντίθετα από το απέναντι τους τραπέζι, έτρωγαν και γελούσαν. Η βασιλεία τους άρχιζε σε λίγο και ο ενθουσιασμός τους ήταν εμφανής. Όμως ο Ορέστης αγνοούσε το γεγονός ότι είχε ένα γιο που μοιράζονταν όχι μόνο το ίδιο αίμα, αλλά και τις ίδιες δυνάμεις, ένα γιο που κινδύνευε παρά το γεγονός ότι δεν ήταν μαζί μας, ενώ ο Άρης αγνοούσε πως οι δυνάμεις του ήταν κατεστραμμένες από την Αρετή. Και οι δύο ανυπομονούσαν να κυβερνήσουν, ενώ στην πραγματικότητα η Αρετή θα έκανε ό,τι ήθελε η ίδια για ακόμη μια φορά. Όσον αφορά τον Βύρωνα, ήταν απλώς μια μαριονέτα. Δε θα αργούσε η ώρα που θα της ήταν άχρηστος και θα έκοβε τα σχοινιά του χωρίς δισταγμό και τύψεις. Τρεις ισχυροί άντρες και δύο ισχυρές γυναίκες υποχείριο στα χέρια της Αρετής.

Τα λεπτά κυλούσαν γρήγορα και όταν κοίταξα το ρολόι μου συνειδητοποίησα πως σε δύο λεπτά θα ξεκινούσε η αλλαγή. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει δυνατά, τόσο, που νόμιζα πως θα με ακούσουν. Προσπάθησα να ηρεμήσω, αλλά δεν μπορούσα. Αυτό ήταν! Ό,τι είχα κάνει με είχε οδηγήσει σε αυτή τη στιγμή και αυτό το μέρος και έπρεπε να τα καταφέρω.

Οι τρεις γυναίκες σηκώθηκαν και περπάτησαν αργά μέχρι την προθήκη. Το φεγγαρόφωτο έπεφτε πάνω στο τζάμι και το έκανε να αστράφτει μέσα στη νύχτα. Η Αρετή άνοιξε το καπάκι και τοποθέτησε τη σφαίρα της. Τις κινήσεις επανέλαβαν και οι άλλες δύο γυναίκες και μόλις σήμανε μεσάνυχτα έκλεισαν το καπάκι και εκείνο σφραγίστηκε. Το σφράγισμα ήταν το σήμα μας, είχε έρθει η ώρα. Πλησιάσαμε αθόρυβα τους σκοτεινούς άρχοντες και μαζί με τη Βιολέτα κοιταχτήκαμε και αρχίσαμε τη διαδικασία. Έπρεπε να γίνει ταυτόχρονα για τους πρώτους τέσσερεις και μετά μας έμενε ο Βύρωνας και η Αρετή. Δεν μπορούσαμε να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε με εκείνους από πριν, διότι έτσι θα το μάθαινε η Αρετή.

Εκείνη ανέλαβε τους άρχοντες με τα στοιχεία και εγώ τον Άρη και την Αγάπη. Μιας και οι δυνάμεις τους ήταν πνευματικές και όχι σωματικές ήταν πιο δύσκολο και εγώ είχα εξασκηθεί ήδη μια φορά. Τις δυνάμεις του Άρη τις φαντάστηκα ξανά σαν βιβλίο αλλιώτικο όμως από το άλλο. Δεν ήταν πολύχρωμο, αλλά κατάμαυρο και η ετικέτα ήταν ταλαιπωρημένη και κιτρινισμένη, τα γράμματα ατσούμπαλα. Το εσωτερικό ήταν γεμάτο μέχρι τη μέση. Οι υπόλοιπες σελίδες ήταν σκισμένες, αφού τα οράματά του αχρηστεύτηκαν και οι τελευταίες ήταν παντελώς άσπρες. Τις δυνάμεις της Αγάπης τις φαντάστηκα αλλιώς. Δεν ξέρω γιατί, απλώς στο μυαλό μου ήρθε η πόρτα ενός νεκροταφείου με το όνομά της σκαλισμένο σε επιγραφή περιτριγυρισμένη από τριαντάφυλλα, άλλα κόκκινα, άλλα ροζ, άλλα λευκά και κίτρινα. Μια πανδαισία χρωμάτων. Όμως, αυτό που τράβηξε την προσοχή μου ήταν ένα μοναδικό μαύρο τριαντάφυλλο κοντά στην επιγραφή με το όνομά της. Τα κάγκελα, περίτεχνα και μαύρα, συμπλήρωναν τη μακάβρια εικόνα που έκανε τις τρίχες μου να ανασηκωθούν και τη ραχοκοκαλιά μου να αναριγήσει. Παρά την εικόνα όμως, έπρεπε να εμπιστευτώ το ένστικτό μου.

Κοιταχτήκαμε ξανά με τη Βιολέτα και κατάλαβα ότι ήταν έτοιμη. Ταυτόχρονα πέταξα τις παλιές ετικέτες και έβαλα το όνομά μου, όπως και εκείνη. Μόλις ο χρόνος έφτανε στο σωστό σημείο, οι δυνάμεις που πήρε η Βιολέτα θα ήταν δικές μου. Μόλις η νέα ετικέτα κόλλησε στο βιβλίο και μια νέα επιγραφή στήθηκε στο νεκροταφείο, πετάξαμε τα στοιχεία και φανερωθήκαμε. Οι άρχοντες που στερήθηκαν τις δυνάμεις τους λιποθύμησαν αμέσως. Το συγκεκριμένο κομμάτι ήταν ιδέα του Απόλλωνα. Όσο παίρναμε τις δυνάμεις τους, χρησιμοποιούσαμε πάγο. Κανονικά, εκείνος θα το έκανε, μα δεν ήταν πια μαζί μας, δεν ήταν μέρος του σχεδίου. Με μια κίνηση του αέρα, οι τέσσερεις άρχοντες άρχισαν να κινούνται προς τη Γη όπου ο μπαμπάς θα τους εξηγούσε τα πάντα και θα τους βοηθούσε να συνεχίσουν τις ζωές τους. Για τους άλλους δύο, ένα ταξίδι στη Γη δεν αποτελούσε επιλογή. Δε θα έδειχνα μήτε έλεος, μήτε συγχώρεση. Δεν το άξιζαν!

Οι άρχοντες τελικά χάθηκαν από τα μάτια μας και μείναμε τέσσερεις. Η Αρετή ήταν ακόμη ατάραχη. Ήξερε ήδη τι θα γινόταν. Είχε εξασκηθεί τόσο πολύ με τις δυνάμεις της που ήταν σχεδόν εξωπραγματικό.

«Καλώς τα παιδιά. Κορίτσι μου, πώς είσαι; Ο γιος μου γιατί δεν είναι εδώ;» ρώτησε απευθυνόμενη σ’ εμένα. Η φωνή της ήταν απροσδόκητα γλυκιά και αν δεν την ήξερα, θα έλεγα πως όντως νοιαζόταν για μας, όμως δεν ήταν αλήθεια.

«Φτάνουν τα ψέματα, Αρετή. Ξέρεις για ποιο λόγο είμαστε εδώ. Παράδωσε τις δυνάμεις σου και θα σας στείλω στη Γη να ζήσετε την υπόλοιπη ζωή σας. Πάλεψε και θα χάσεις το τελευταίο σου δικαίωμα».

«Ποια νομίζεις ότι είσαι, μικρή;» ρώτησε βγάζοντας σχεδόν αφρούς από τα νεύρα της. Το προσωπείο της είχε εξαφανιστεί πολύ πιο εύκολα από όσο περίμενα.

«Είμαι η νέα βασίλισσα».

«Είσαι γελασμένη αν νομίζεις πως θα απειλείς τους άρχοντες και θα μένεις ατιμώρητη».

«Αρετή, το έχω δει. Μπορεί να το είδες και εσύ. Εγώ θα νικήσω και εσύ θα χάσεις. Άδραξε την ευκαιρία που σου δίνω αλλιώς θα σαπίσεις σε ένα κελί για την υπόλοιπη ζωή σου στην καλύτερη περίπτωση».

«Ποτέ» ούρλιαξε και για όσα έγιναν από εκεί και πέρα δε θα μπορούσε να με έχει προετοιμάσει κανείς. Η Αρετή άρχισε να γελάει, ενώ ο Βύρωνας σήκωσε τα χέρια του και η γη άρχισε να τραντάζεται. Σκελετοί άρχισαν να πετάγονται από παντού και να μας επιτίθενται. Πήραμε θέσεις μάχης και ξεκίνησε η αντεπίθεση.

Ο Απόλλωνας θα χρησιμοποιούσε τη φωτιά και τον αέρα, θα έστελνε μπάλες φωτιάς και με τον αέρα θα τις εξάπλωνε χτυπώντας πολλούς σκελετούς κάθε φορά. Μπορούσα να τον δω να παλεύει, να ιδρώνει από τη ζέστη και την κούραση, αλλά μόλις ανοιγόκλεινα τα μάτια, η εικόνα του χανόταν. Ήμασταν μόνες μας. Η Βιολέτα χρησιμοποιούσε τη γη και τη φωτιά. Ταρακουνούσε το έδαφος, τους έριχνε κάτω και τους έκαιγε. Εγώ χρησιμοποιούσα νερό, γη και αέρα. Πετούσα με δύναμη νερό και οι σκελετοί διαμελίζονταν, ενώ με τον αέρα σκορπούσα τα κομμάτια ώστε να αργήσουν να ενωθούν. Η γη με βοηθούσε να νιώθω κάθε σκελετό χωρίς απαραίτητα να τον βλέπω.

Ο Βύρωνας γελούσε και η Αρετή το ίδιο. Ένας άσχημος ήχος που τον συνόδευαν ουρλιαχτά και ήχοι από σπασμένα κόκκαλα. Η ώρα περνούσε και το σκηνικό έμενε απαράλλακτο με τη διαφορά πως πλέον είχαμε κουραστεί από τον ταυτόχρονο έλεγχο των στοιχείων χωρίς να κάνουμε καμία διαφορά στον αριθμό των σκελετών. Αντίθετα, οι σκελετοί δε μειώνονταν στο ελάχιστο. Τουναντίον, πολλαπλασιάζονταν. Αν συνεχίζαμε με τέτοιο ρυθμό, θα χάναμε. Η κούραση θα μας κατέβαλλε. Έπρεπε να κάνω κάτι άλλο. Πάγωσα το χρόνο και ύστερα ξεπάγωσα την άλλη Βιολέτα.

«Δε γίνεται να συνεχιστεί. Έχω κουραστεί ήδη και οι αναθεματισμένοι σκελετοί δε λένε να μειωθούν».

«Εμένα μου λες; Είναι τόσο σιχαμένοι».

«Τι θα κάνουμε;» ρώτησα αγχωμένη.

«Τα αντικείμενα είναι στην προθήκη, άρα είναι πιο αδύναμος από εσένα. Μπες στο μυαλό του και πάρε του τη δύναμη. Διάταξε τους σκελετούς να εξαφανιστούν και να γυρίσουν στον άθλιο τόπο από τον οποίο ήρθαν».

«Αυτό θα κάνω. Κάλυψέ με».

«Έγινε» απάντησε και ο χρόνος επέστρεψε. Έκλεισα τα μάτια μου και ύψωσα γύρω μου τοίχο από φωτιά. Η Βιολέτα με βοηθούσε να τον κρατώ ψηλά και ταυτόχρονα να μη χάνω τον έλεγχο. Έφερα στο μυαλό μου τις τρίτες μου δυνάμεις και ξεκλείδωσα εκείνο το κομμάτι εξαπολύοντας τη δύναμή μου με αυτή του νονού μου προς τον Βύρωνα. Οι σκελετοί έμειναν ακίνητοι μπερδεμένοι από τις διαταγές που τους δίναμε. Εκείνος τους διέταζε να σκοτώσουν και να καταστρέψουν, ενώ εγώ τους ζητούσα να αγαλλιάσουν και να αναπαυτούν. Οι αντιμαχόμενες διαταγές δημιούργησαν τελικά ανάμεσά μας ένα νήμα, άλλοτε υπέρ μου άλλοτε κατά. Ήταν πολύ δυνατός και είχε μεγαλύτερη εμπειρία, αλλά εγώ είχα με το μέρος μου τα στοιχεία. Κάλεσα τον αέρα να μεταφέρει στους σκελετούς το μήνυμα να γυρίσουν πίσω και να αναπαυτούν, ενώ η γη άρχισε να τους τραβά και πάλι στα σπλάχνα της. Οι σκελετοί άρχισαν να βγάζουν τσιρίδες τρομακτικές αρκετά ώστε να σου σηκωθεί η τρίχα και να μείνεις άυπνος μέρες ολόκληρες, μα τελικά το νήμα άρχισε επιτέλους να κινείται προς τον Βύρωνα ο οποίος πάσχιζε να νικήσει. Ιδρώτας έτρεχε στα μέτωπα και των δύο μας, αλλά επιτέλους η λάμψη έφτασε στο τέλος του νήματος και ο Βύρωνας εκσφενδονίστηκε προς τα πίσω χτυπώντας σε ένα δέντρο. Πριν προλάβει να συνέλθει, σχημάτισα πάλι το νεκροταφείο και προσπάθησα να του πάρω τις δυνάμεις, αλλά προέβαλλε αντίσταση. Έπρεπε να βρω το κέντρο του, αλλιώς δε θα τα κατάφερνα.

Άρχισα πανικόβλητη να σκέφτομαι ποιο ήταν το κυρίαρχο συναίσθημα στο μυαλό του. Ήταν ζήλεια, μίσος, πόνος; Δεν τον ήξερα οπότε αποφάσισα να δοκιμάσω στην τύχη μερικά. Εισέβαλλα βίαια στο μυαλό του και εκείνος άρχισε να παλεύει. Δε θα παρέδιδε εύκολα τα όπλα όπως ήταν αναμενόμενο. Δοκίμαζα ένα σωρό συναισθήματα και σε όλα αναβόσβηναν σαν φώτα κομμάτια του εγκεφάλου του και έτσι η αντίσταση μειωνόταν για δευτερόλεπτα, αλλά κανένα δεν ήταν το κύριο και έτσι το μυαλό του συνέχιζε να μην παραδίδεται. Έπρεπε να βρω λύση και μάλιστα γρήγορα. Η παρουσία μου ήταν σαν μικρόβιο το οποίο ο οργανισμός του προσπαθούσε να αποβάλλει. Είχα άλλη μια ευκαιρία για να πετύχω. Μετά θα έπρεπε να τον σκοτώσω και δεν ήθελα καθόλου να καταφύγω σε μια τέτοια λύση. Ποιο συναίσθημα όμως ήταν το κέντρο του; Η απάντηση ήρθε σχεδόν ουρανοκατέβατη. Η αγάπη. Μια διεστραμμένη αγάπη που έφερε πόνο και μιζέρια, αλλά ό,τι έκανε, το έκανε από αγάπη για την Αρετή.

Ένιωσα το μυαλό του να καταρρέει και να μου παραδίδεται. Σχημάτισα πάλι το νεκροταφείο και η επιγραφή ήταν ήδη στο πάτωμα σπασμένη σε χίλια κομμάτια. Τοποθέτησα μια νέα με το όνομά μου και ύστερα επέστρεψα στο μυαλό του. Η αντίσταση που έδειξε είχε καταστρέψει μεγάλο τμήμα. Αν δεν το διόρθωνα, δε θα μπορούσε να ζήσει. Εγώ ήθελα μόνο να του πάρω τις δυνάμεις. Δε χρειαζόταν να πεθάνει. Έτσι πριν βγω από το μυαλό του ξαναέχτισα κάθε γωνιά και λύτρωσα κάθε πόνο του. Αντίθετα από τις προσδοκίες μου, το μυαλό του μετά την επίδραση των στοιχείων ήταν ένα ευχάριστο μέρος. Μπήκα στον πειρασμό να μείνω εκεί για μερικά δευτερόλεπτα ακόμη και να απολαύσω τη νηνεμία που επικρατεί πάντα πριν από το τσουνάμι, αλλά μόνο χρόνο και ενέργεια θα μου στερούσε. Επέστρεψα στο σώμα μου απρόθυμα και τον κοίταξα. Άνοιξε τα μάτια του και χαμογέλασε. Η αντίδρασή του ήταν κάτι που δεν περίμενα και με έπιασε απροετοίμαστη διαλύοντας πολλές απόψεις μου για τους ανθρώπους.

«Σε ευχαριστώ για όλα» μου είπε.

«Γιατί με ευχαριστείς;» ρώτησα μπερδεμένη. Άνοιξε το στόμα του να απαντήσει αλλά δεν πρόλαβε. Η Αρετή του κάρφωσε ένα στιλέτο στην καρδιά και εκείνος γούρλωσε τα μάτια, ούρλιαξε και ξεψύχησε ακαριαία.

«Όχι» φώναξα, αλλά ήταν πια αργά για να τον θεραπεύσω. Ήταν ήδη νεκρός. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά και κοιτούσαν στον ουρανό όπου βρισκόταν πια και η ψυχή του. Όμως το πρόσωπό του, παρά τη φρίκη των τελευταίων του λεπτών, ήταν γαλήνιο. Έσκυψα δίπλα του και έκλεισα τα μάτια του με ευλάβεια. Τώρα έμοιαζε κοιμισμένος. Ένα δάκρυ απειλούσε να ξεχυθεί και να θρηνήσει τον νεκρό που με είχε κάνει να υποφέρω, αλλά ήταν αθώος μέσα στην ενοχή του.

«Γιατί τον σκότωσες;» ρώτησα αγανακτισμένη την Αρετή.

«Έσπασες τα μάγια μου. Ήταν πια άχρηστος. Σαν μαριονέτα που του έκοψαν τα σχοινιά, δε συμφωνείς; Και τώρα οι δυο μας». Χαμογέλασε σατανικά και κάθε κύτταρο του κορμιού μου τέθηκε σε επιφυλακή. Άραγε πόσες σκέψεις μου είχε κλέψει; Πόσα πράγματα ήξερε για εμένα, για τους φόβους μου, για τα συναισθήματά μου; Πόσα ήξερε για εμένα και τον Απόλλωνα; Για πόσα ήταν τελικά ικανή;

Έλενα Παπαδοπουλου