Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

29.4.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 31)

Βιολέτα
«Αρετή, θα σου δώσω μια ακόμη ευκαιρία για να ξανασκεφτείς την προσφορά μου» είπα με σταθερή φωνή χωρίς να δείχνω το παραμικρό προς τα έξω, μολονότι όλο μου το είναι εκείνη τη στιγμή ήταν σαν ανταριασμένη θάλασσα αρνητικών συναισθημάτων.

«Πάρε το απόφαση επιτέλους ότι δε θα κερδίσεις» συμπλήρωσα. Μόλις τα λόγια αυτά ειπώθηκαν, το μυαλό μου ταξίδεψε στον Απόλλωνα. Μπορούσα μόνο να φανταστώ και όχι να κατανοήσω πλήρως όσα θα ένιωθε εκείνος- αν ήταν εδώ- τη στιγμή που ξεστόμισα εκείνα τα λόγια. Γιατί μένοντας μαζί μου ταυτόχρονα θα απαρνιόταν οριστικά και αμετάκλητα τη γυναίκα που τον μεγάλωσε και θα ταζόταν με το μέρος της κοπέλας που την πολεμούσε. Όσα και να είχε κάνει, τον είχε μεγαλώσει και ήταν εφιαλτική η σκέψη πως θα έπρεπε να εναντιωθώ στους γονείς μου και να τους δω να καταστρέφονται. Πρώτη φορά από τότε που τον εγκατέλειψα στο πανδοχείο, ένιωσα πως είχα κάνει το σωστό, πως τον είχα προστατέψει από τον πόνο.
Τότε η Αρετή απέστρεψε το βλέμμα της - με τρόπο που θύμιζε οχιά έτοιμη να επιτεθεί στο ανυποψίαστο θήραμά της - και στράφηκε προς την αντίθετη πλευρά από εμένα. Ακολούθησα το βλέμμα της και είδα τον Απόλλωνα να ξεπροβάλλει πίσω από μια συστάδα θάμνων και να την πλησιάζει. Η ματιά της αμέσως άλλαξε. Το βλέμμα της έγινε μητρικό και γέμισε στοργή. Όταν ξαναμίλησε, η φωνή της έσταζε προσποιητή γλύκα.
«Γλυκό μου αγόρι. Τι σου έχει κάνει η Βιολέτα ώστε να στραφείς εναντίον της ίδιας σου της μητέρας;» του είπε και τον είδα να αμφιταλαντεύεται. Το γράμμα τον είχε πληγώσει, το έβλεπα καθαρά από το γεγονός ότι απέφευγε να με κοιτάξει. Το εσωτερικό του δίλημμα ήταν ήδη μεγάλο, πόσο μάλλον τώρα που τον είχα εγκαταλείψει και του είχα δώσει περιθώρια να αμφισβητεί τη σχέση μας. Έπρεπε να τον βοηθήσω και μετά να τον πάρω από εκεί. Έστειλα στο μυαλό του μια φράση θέλοντας να τον βοηθήσω και μετά τον παρακάλεσα να φύγει. Δεν έπρεπε να είναι εδώ. Εκείνος το σκέφτηκε λίγο ακόμη και ύστερα μια αποφασιστικότητα που δεν είχα ξαναδεί άστραψε στα μάτια του τα οποία άρχισαν να γυαλίζουν σχεδόν. Ο Απόλλωνας άρχισε να φουσκώνει κα να μοιάζει ακόμη πιο μεγαλόσωμος. Η δύναμη που έβλεπα στα μάτια του μεταφερόταν και στο υπόλοιπο σώμα και τον έκανε να μοιάζει επικίνδυνο, σκληρό και έτοιμο για μάχη.
«Η αλήθεια έχει δύναμη. Δεν είσαι μάνα μου και το ξέρουμε πια και οι δύο. Πλήγωσες και εξαπάτησες για δύναμη η οποία είναι εφήμερη και δε θα σε κάνει ευτυχισμένη στο τέλος. Και τώρα είσαι μόνη σου. Χωρίς αγαπητικό ή ό,τι ήταν για εσένα ο Βύρωνας. Χωρίς γιο ή ό,τι ήμουν εγώ για εσένα. Οι άλλοι άρχοντες δεν είναι εδώ για να σε προστατέψουν. Είσαι μόνη σου και όλα τελείωσαν» της είπε αγνοώντας τα παρακάλια μου. Πώς στο καλό είχε καταφέρει να έρθει;
«Τίποτα δεν τελείωσε όσο έχω ακόμη τις δυνάμεις μου. Και οι δυνάμεις μου είναι πολύ μεγαλύτερες από όσο πιστεύετε» γέλασε βροντερά και πέταξε και τα τελευταία ψήγματα του προσωπείου που είχε μάθει να φοράει χρόνια ολόκληρα. Και είχε γίνει τόσο καλή στο να κρύβει τον πραγματικό της εαυτό, ώστε μπορεί και η ίδια, μαζί με τους άλλους, να παρασύρθηκε και να πίστεψε έστω και για λίγο πως ήταν μια άλλη. Ίσως να ζούσε και η ίδια παρασυρμένη από τα ίδια της τα ψέματα, από το ίδιο της ψεύτικο πρόσωπο που την υπηρέτησε τόσο καλά μέχρι το τέλος της κοροϊδίας της.
Με μάτια απειλητικά και χείλη ανασηκωμένα σε ένα παραμορφωμένο χαμόγελο, σήκωσε τα χέρια της και όλοι αρχίσαμε να ουρλιάζουμε. Το κεφάλι μου άρχισε να πονάει φρικτά. Ένας συνεχόμενος πόνος σαν να με χτυπούσε κάποιος με σφυρί. Η όραση και η ακοή μου παρέδωσαν τα όπλα αφήνοντας με τυφλή, κωφή και ανήμπορη να σταθώ από τον πόνο. Μέχρι που το φόντο έγινε άσπρο και τότε κατάλαβα τι έκανε: μας έδινε οράματα. Παραποιημένα οράματα που δεν έπρεπε να δούμε. Οράματα που είχε σμιλέψει η ίδια και τους είχε δώσει ζωή.
Η εικόνα ξεθώριασε και βρέθηκα πίσω στο ξέφωτο με τον Απόλλωνα και τη Βιολέτα γύρω μου. Απέναντι ήταν η Αρετή. Σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα. Έτσι προς στιγμή νόμιζα πως ο οργανισμός μου απέρριψε το όραμα. Πίστεψα πως με κάποιο τρόπο ήμουν δυνατή ώστε να την αποκρούσω και να την ταπεινώσω. Ήμουν όμως όρθια, ενώ πριν είχα καταρρεύσει και είχα πέσει στο έδαφος. Ήμουν μέσα στο όραμά της, αλλά ήταν τόσο δύσκολο να το ξεχωρίσεις από την πραγματικότητα και άθελά μου αναρωτήθηκα αν θα κατάφερναν και οι άλλοι να προσέξουν το μικρό λάθος ή τη λεπτομέρεια που θα τους διαβεβαίωνε πως ό,τι ζούσαν ήταν ένα ψέμα, ένα υποτιθέμενο όραμα.
Γύρισα να μιλήσω στη Βιολέτα και τον Απόλλωνα, αλλά με πρόλαβε η Αρετή. Ήρθε και στάθηκε δίπλα μου και με αγκάλιασε από τους ώμους. Το άγγιγμά της ήταν τρυφερό, πράγματι έμοιαζε με αυτό που δίνει μια μάνα στο παιδί της, αλλά συνοδευόταν και από μια ψυχρότητα που δεν έπρεπε να ανήκει σε μια μάνα. Άθελά μου συνέκρινα τη μαμά μου με την Αρετή. Η μαμά μου όταν με αγκάλιαζε κάλυπτε με το σώμα της κάθε σημείο του δικού μου, ενώ η Αρετή κρατούσε μια απειροελάχιστη απόσταση γεγονός που αποδείκνυε πως το άγγιγμα δεν την ευχαριστούσε, αλλά χρησίμευε για τα μάτια κάποιου άλλου.
«Πόσο χαίρομαι που συνετίστηκες, γλυκιά μου. Μαζί μπορούμε να κάνουμε σπουδαία πράγματα στο μέλλον. Μόνο εσύ και εγώ, οι πιο ισχυρές γυναίκες που υπήρξαν ποτέ. Κανένας άντρας δε θα τολμήσει να σηκώσει ξανά κεφάλι. Θα τους πατήσουμε όπως μας πάτησαν. Δούλοι θα είναι όπως δούλες ήμασταν. Δικαιοσύνη επιτέλους». Οι λέξεις έβγαιναν σαν χείμαρρος από το στόμα της και ειλικρινά η κάθε της κουβέντα ήταν πιο ηλίθια από την προηγούμενη. Ετοιμαζόμουν να εκφράσω και δυνατά την αποστροφή μου απέναντι στις βλακώδεις ιδέες της όταν το στόμα μου μίλησε μόνο του και εξέφρασε τις δικές του σκέψεις.
«Ναι, Αρετή. Μόνο εγώ και εσύ και όλοι οι άλλοι να πάνε στο διάολο. Τι είναι ένας άντρας μπροστά στα βασίλεια και στη δύναμη; Μπροστά στην εξουσία και στην αιωνιότητα; Ψίχουλα. Δε θέλω ψίχουλα, θέλω όλο το γεύμα, τα πάντα».
«Και θα αποκτήσουμε τα πάντα. Ένα τελευταίο εμπόδιο μόνο, ο Απόλλωνας. Σκότωσέ τον» διέταξε και ένιωσα να πετάγομαι από το όραμα και να επανακτώ έλεγχο του σώματός μου. Ήταν όμως αργά, διότι μόλις άνοιξα τα μάτια μου είδα το αγόρι και μέλλοντα σύζυγό μου να με κοιτάει με μίσος και φόβο. Το στομάχι μου αμέσως σφίχτηκε και ανακατεύτηκε σαν κάποιος να μου είχε δώσει μπουνιά, δυνατή και στοχευμένη. Έπειτα, άρχισε να παλεύει να αδειάσει το περιεχόμενό του. Έσφιξα τα δόντια μου προσπαθώντας να διώξω την αηδία και τη λύπη που με καταπλάκωσαν ξαφνικά και κοίταξα τον άλλο μου εαυτό ψάχνοντας απεγνωσμένα για βοήθεια. Η Βιολέτα όμως ήταν ακόμη σε κάποιο όραμα, ανήμπορη να με βοηθήσει, ίσως αδύναμη να ξεφύγει, να καταλάβει τη διαφορά όπως έκανα εγώ. Μπορεί όμως ούτε και εγώ να είχα καταλάβει μόνη μου τη διαφορά. Η Αρετή ήθελε να ξέρω τι μπορούσε να κάνει με ένα μόνο όραμα. Ήθελε να με τσακίσει πρώτα μέσα μου και μετά ολοκληρωτικά. Ο Απόλλωνας και εγώ είχαμε δει το ίδιο όραμα, το όραμα της προδοσίας μου, αλλά εκείνος νόμιζε πως ήταν αλήθεια. Η δύναμή του ήταν τα στοιχεία, επομένως δεν μπορούσε να καταλάβει τη διαφορά. Όμως ακόμη και έτσι, έπρεπε να ξέρει πως δε θα έκανα κάτι τέτοιο. Δεν ήμουν εγώ και πράγματι πονούσε η συμπεριφορά του και η Αρετή όχι μόνο το ήξερε, αλλά το χρησιμοποιούσε εναντίον μας.
«Απόλλωνα, τίποτα δεν ήταν αληθινό. Κοίτα με σε παρακαλώ. Ξέρεις πόσο σε αγαπάω, ξέρεις πόσο δύσκολο ήταν να σε αφήσω πίσω, αλλά έπρεπε, για να σε προστατεύσω. Για ποιο λόγο να τα κάνω όλα αυτά αν ήθελα το κακό σου;» είπα απελπισμένα σε μια προσπάθεια να τον συνετίσω πριν να είναι αργά.
«Λες ψέματα. Μόνη σου το παραδέχτηκες σε εκείνο το γράμμα. Πώς το είχες πει; Α, ναι. Η μάχη είναι δική μου και εσύ μόνο ζημιά μπορείς να κάνεις. Συγνώμη που σε αφήνω. Αυτή είναι η αγάπη σου; Δύο ξερά και άδεια λόγια; Με άφησες πίσω μπαίνοντας στο μυαλό μου χωρίς την άδειά μου. Ποια είναι επομένως η διαφορά σου με την Αρετή; Καμία. Είσαι συνεργός της, το ξέρω πια. Το μόνο που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί τόσο παραμύθι. Δεν ήσουν έτσι εσύ. Όμως τέρμα τα ψέματα. Ήρθε η ώρα να πληρώσεις. Πρέπει να σε σκοτώσω, πρέπει να το κάνω» είπε μιλώντας γρήγορα. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια μου όταν άρχισε να μου επιτίθεται με τα στοιχεία. Δεν ήξερα τι δάκρυα ήταν, λύπης, απελπισίας ή μήπως απογοήτευσης; Ίσως να ήταν ένας κακός συνδυασμός και των τριών.
Ο Απόλλωνας ξεκίνησε να επιτίθεται με φόρα και σθένος ρίχνοντας μια μπάλα φωτιάς την οποία απέφυγα εύκολα με τον αέρα και την έστειλα προς την Αρετή χωρίς βέβαια να την πετύχω. Άλλη μια μπάλα φωτιάς ήρθε καταπάνω μου και την έσβησα με νερό. Ύστερα οι μπάλες άρχισαν να έρχονται κατά δεκάδες μέχρι που δεν μπορούσα να αποκρούω πια μια-μια και ύψωσα γύρω μου προστατευτικό τοίχο με νερό. Δεν ήταν αρκετός όμως για να τον κρατήσω έξω. Ήξερε να χειρίζεται καλύτερα τα στοιχεία. Δυνατός αέρας άρχισε να φυσάει μέχρι που ένας ανεμοστρόβιλος διέλυσε τον τοίχο γύρω μου και με πέταξε στο πιο κοντινό δέντρο.
Έσκασα με την πλάτη και άκουσα ένα άσχημο κρακ. Κάτι είχα σπάσει, τα πλευρά μου με πέθαιναν. Η ανάσα μου κόπηκε από τον πόνο και η καρδιά μου άρχισε να χτυπά γρηγορότερα. Κάτι ζεστό και πηχτό άρχισε να κυλάει στην πλάτη μου, αλλά δεν ήξερα από πού προερχόταν. Άλλη μια ανάσα και ένας οξύς πόνος διαπέρασε το κορμί μου. Άφησα ένα ουρλιαχτό να μου ξεφύγει και τότε η Αρετή άρχισε να γελάει και πάλι υστερικά. Ήταν η στιγμή να απολαύσει τη νίκη της. Ο Απόλλωνας με πλησίασε και με τη γη με έδεσε πάνω στο δέντρο. Μετά ύψωσε γύρω μας φωτιά ώστε να μην μπορώ να φύγω.
«Δε θα χρησιμοποιήσω τα στοιχεία. Θα σε πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια. Εσύ σκότωσες τη μάνα μου και τώρα πήγες να με ξεγελάσεις πάλι. Θα πεθάνεις» είπε τελεσίδικα.
«Τίποτα δεν είναι αλήθεια. Η Αρετή τα έκανε όλα. Ήταν ένα αισχρό όραμα. Μπήκε στο κεφάλι σου και σε έκανε να τα πιστεύεις αυτά. Είμαι η Βιολέτα, η κοπέλα σου. Σε αγαπάω όσο τίποτα άλλο στον κόσμο και όλα όσα έχω κάνει ή κάνω, τα κάνω για μας. Κοίτα τα χέρια μας. Είναι η υπόσχεση μας: μαζί στον θάνατο, μαζί και στη ζωή».
«Στον διάολο η υπόσχεση» είπε και το τριαντάφυλλο άρχισε να καίγεται προτού εξαφανιστεί. Κάθε σπάσιμο όρκου έχει συνέπειες τρομακτικές και μόλις το είχε κάνει χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς δισταγμό. Η Αρετή είχε κάνει μεγάλη ζημιά.
«Τα στοιχεία καταστρέφουν και θεραπεύουν. Άσε με να σε βοηθήσω» του είπα και φάνηκε να σκέφτεται για μερικά δευτερόλεπτα και το ηθικό μου αναπτερώθηκε. Ο Απόλλωνάς μου ήταν ακόμη εκεί και πάλευε να νικήσει το όραμα. Στο τέλος όμως εκείνο υπερίσχυσε και με πλησίασε ακόμη περισσότερο. Τα χέρια του βρήκαν το λαιμό μου και άρχισαν να με σφίγγουν. Ο αέρας μου όλο και λιγόστευε και αν δεν έκανα κάτι, θα πέθαινα από τα χέρια του και όταν ξυπνούσε θα σιχαινόταν τον εαυτό του.
Συγκεντρώθηκα προσπαθώντας να αγνοώ την πίεση στο λαιμό μου μέχρι που εκείνη σταμάτησε. Πήρα μερικές βαθιές ανάσες και ξεκίνησε πάλι να με σφίγγει. Ήθελε να με λυγίσει. Άλλο ένα αιματοβαμμένο δάκρυ κύλησε στο μάγουλό μου και έφτασε στο στόμα μου γεμίζοντάς το με τη γεύση του χαλκού. Η βαρβαρότητά του με πονούσε πιο πολύ και από το ίδιο το σφίξιμο. Αγνοώντας τον πόνο και ό,τι γινόταν γύρω μου όπως τις φλόγες που έγλυφαν σχεδόν τα μαλλιά μου, αφού ο Απόλλωνας δεν ήταν σε θέση να ελέγξει πια τη φωτιά του, εισέβαλλα στο μυαλό του.
«Αγάπη» φώναξα και αμέσως μου παραδόθηκε αμαχητί. Έστειλα θεραπευτικό νερό σε κάθε γωνιά και βγήκα όσο πιο γρήγορα γινόταν. Μακάρι να καθόμουν εκεί για πάντα, στη θεραπευτική αγκαλιά του μυαλού του που ήξερε μόνο να αγαπά και να παλεύει για την αγάπη, αλλά δεν είχα χρόνο για ανάπαυση. Η φωτιά θα μας έκαιγε όλους.
Άνοιξα τα μάτια μου και η φλόγα όπως περίμενα, είχε αρχίσει να καίει τα μαλλιά μου και το σώμα μου. Ο Απόλλωνας καθόταν αποσβολωμένος ακόμη. Θα χρειαζόταν μερικά δευτερόλεπτα να ανακάμψει μετά από την εκμετάλλευση του μυαλού του από εμένα και την Αρετή. Έπρεπε να μας σώσω και τους δύο. Ο πόνος στο σώμα μου ήταν ανυπόφορος. Οι παλάμες μου είχαν καεί και φουσκαλιάσει όπως και τα πόδια μου, αφού η φωτιά είχε διαπεράσει και καταστρέψει το τζιν που φορούσα. Ολόκληρες τούφες είχαν πάρει ένα φλογερό πορτοκαλί χρώμα και οι καρποί μου ήταν σφικτά δεμένοι και ματωμένοι από τα αγκάθια των κλαδιών που με συγκρατούσαν. Είχα σπάσει σίγουρα κάμποσα πλευρά όμως έπρεπε να δράσω.
Μάζεψα όσα ψήγματα ενέργειας είχα και με ένα ορμητικό χείμαρρο νερού έσβησα τη φωτιά και γιάτρεψα τις πιο σοβαρές πληγές μου. Τις υπόλοιπες θα τις έφτιαχνα μετά. Κούνησα τη γη και έπεσα φαρδιά πλατιά στο έδαφος. Όλα γύρω μου ήταν νεκρά. Έπρεπε να τραβήξω νερό και ήταν η μόνη πηγή. Όμως και πάλι αισθανόμουν απαίσια που είχα σκοτώσει το μισό δάσος για να σώσω εμένα και τον Απόλλωνα. Έπρεπε να τα ζωντανέψω μετά. Σηκώθηκα με δυσκολία και έδωσα ένα χαστούκι στον Απόλλωνα ο οποίος αμέσως τινάχτηκε και κοίταξε αλαφιασμένος γύρω του. Το βλέμμα του ύστερα έπεσε στο λαιμό μου που είχε γίνει μωβ από τις μελανιές. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν και η απελπισία ήταν ξεκάθαρη στα μάτια του. Είχε ήδη αρχίσει να μισεί τον εαυτό του για ό,τι έκανε.
«Δεν ήσουν εσύ, με ακούς; Όλα είναι καλά τώρα. Συγκεντρώσου, τίποτα δεν τελείωσε». Έγνεψε και σκούπισε τα μάτια του με την αντίστροφη της παλάμης του. Έπειτα ένα μισό χαμόγελο εμφανίστηκε με κόπο στο πρόσωπό του σε μια προσπάθεια να με καθησυχάσει και να με ενδυναμώσει.
«Φύγε, σε παρακαλώ. Έκανα λάθος που δε σου μίλησα και σε χρησιμοποίησα αφήνοντας ένα ηλίθιο γράμμα, μα σε παρακαλώ, άκουσέ με. Πρέπει να φύγεις» είπα, αλλά ήξερα πως ήταν άδικος κόπος.
«Θα έρθω» είπα τελεσίδικα και δεν πάλεψα άλλο. Έτρεξα πίσω στο ξέφωτο για να τελειώσω μια και καλή με την Αρετή και βρήκα τη Βιολέτα να στέκεται μπροστά της σαν ασπίδα. Τώρα όμως ήξερα τι να κάνω. Ήταν απλώς επηρεασμένη από ένα όραμα.
«Απόλλωνα, γρήγορα, αέρας και γη. Δέσε την κάπου». Εκείνος υπάκουσε μηχανικά και η Βιολέτα βρέθηκε δεμένη στον πλησιέστερο κορμό. Μέχρι να συνέλθει εγώ είχα μπει στο μυαλό της και εκείνο γνώριμο πια είχε παραδοθεί από μόνο του. Το ίδιο και οι δυνάμεις που είχε πάρει από τους άρχοντες. Η Αρετή εξακολουθούσε να αγνοεί τις ιδιότητες του δώρου του νονού. Οι δυνάμεις μου ήταν μόνο για να βοηθούν, ποτέ για να πληγώνουν. Η Βιολέτα ήταν ακίνδυνη άρα άχρηστη για εκείνη από την αρχή ακόμη. Το δώρο όσο ενοχλητικό και δύστροπο και αν ήταν, μου είχε σώσει τη ζωή. Ξανά.
Επέστρεψα στο σώμα μου αρκετά κουρασμένη, αλλά αναζωογονημένη από τις νέες δυνάμεις. Ευχήθηκα να ήταν αρκετό για να τη νικήσω.
«Αρκετά» φώναξα και ακούστηκε βροντερή η φωνή μου. Μέχρι και εγώ ζάρωσα στο άκουσμα.
«Εγώ αποφασίζω πότε είναι το αρκετά» είπε αλαζονικά.
«Κάνεις λάθος» είπα και άρχισα να παγώνω το σώμα της. Λίγο ακόμη και θα λιποθυμούσε. Τότε θα γκρέμιζα κάθε γωνία του μυαλού της και θα έπαιρνα τις δυνάμεις της και όλα θα τελείωναν. Θα σάπιζε στη φυλακή για πάντα και όσες ζημιές είχε προκαλέσει θα αποκαθίσταντο. Όταν όμως οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελάει λένε και αυτό έγινε. Δευτερόλεπτα πριν τη ρίξω αναίσθητη, ο Απόλλωνας όρμησε μπροστά και η σύγχυση που μου προκάλεσε ήταν αρκετή για να χάσω επαφή με το σώμα της και να σταματήσω να το ελέγχω. Όσα ακολούθησαν συνέβησαν θαρρείς σε κλάσματα του δευτερολέπτου και εγώ το μόνο που μπορούσα να κάνω είναι να παρακολουθώ ανήμπορη να αντιδράσω. Αδύναμη και αβοήθητη, ένας συνδυασμός που θα πάλευα να μην ξανανιώσω ποτέ.
Τα χέρια του Απόλλωνα εκτόξευαν στοιχεία σε μπάλες και η Αρετή τα απέφευγε με μαεστρία. Διάβαζε το μυαλό του και περίμενε κάθε νέα κίνηση. Ο Απόλλωνας το ήξερε, συμπέρανα πολύ αργότερα, αφού όλα είχαν τελειώσει. Η μάχη τους συνεχιζόταν με μανία, ο Απόλλωνας εκτόξευε στοιχεία και η Αρετή τα απέφευγε. Όμως εκείνος ολοένα πλησίαζε και τότε η Αρετή βρήκε την ευκαιρία που έψαχνε, τον έπιασε από τον λαιμό και τον σήκωσε ψηλά από το έδαφος λες και ήταν φτερό και όχι άνθρωπος του αναστήματος του Απόλλωνα. Εκείνος εκτόξευσε μια τελευταία μπάλα στοιχείων μαζί με αέρα σε μια τυχαία κατεύθυνση και σταμάτησε να αντιστέκεται αντί να αρχίσει να παλεύει όσο πιο πολύ μπορούσε. Παρέδωσε τα όπλα και περίμενε.
Η Αρετή γύρισε το κεφάλι της, με κοίταξε και με ύστερα έπιασε το πρόσωπο του Απόλλωνα και με μια βεβιασμένη κίνηση το έστριψε σπάζοντάς του το λαιμό. Το σώμα του σωριάστηκε στο έδαφος νεκρό από ζωή. Το κεφάλι του είχε μια απαίσια κλίση. Η Αρετή άρχισε να γελάει. Ο πόνος με είχε ακινητοποιήσει. Η καρδιά νμου είχε σπάσει σε εκατομμύρια μικρά κομμάτια και δεν ήμουν σίγουρη αν θα μπορούσα να τα κολλήσω όλα μαζί ποτέ ξανά. Δεν μπορούσα καν να σηκωθώ, ούτε και θυμάμαι να πέφτω. Απλώς σύρθηκα κοντά στο άψυχο σώμα του και κουλουριάστηκα δίπλα του, ενώ τα δάκρυα μούσκευαν την μπλούζα του που είχε καεί και σκιστεί. Ο θάνατός μου πλησίαζε όπως και η Αρετή και έτσι έκλεισα τα μάτια και περίμενα και εγώ το τέλος ηττημένη και παραλυμένη από τον πόνο. Το τέλος ωστόσο δεν ήρθε. Πέρασαν αρκετά λεπτά και τίποτα απολύτως δεν είχε γίνει. Άνοιξα τότε διστακτικά τα μάτια και περίμενα να καθαρίσουν από τα δάκρυα και την καπνιά ώστε να δω τι γινόταν γύρω μου. Η Αρετή ήταν δίπλα μου, ξαπλωμένη με τα μάτια ανοιχτά, όμως νεκρή. Κοίταξα γύρω μου προκειμένου να βρω ποιος το είχε κάνει, ποιος με είχε σώσει από βέβαιο θάνατο. Η Βιολέτα ήταν ακόμη στο δέντρο, δε θα μπορούσε να το είχε κάνει. Κοίταξα προς την αντίθετη κατεύθυνση και μια φιγούρα άρχισε να ξεπροβάλλει από τα δέντρα.
Είχε μαύρα μαλλιά που πετούσαν από εδώ και από εκεί. Γαλανά μάτια σαν τον πάγο, αλλά ζεστά σαν τη φωτιά. Ψηλός με ανοιχτές πλάτες και γεροδεμένος με όμορφο χαμόγελο και λακκάκια. Η φιγούρα του όσο πλησίαζε άρχισε να ξεθωριάζει και ύστερα χάθηκε στη νύχτα. Στη θέση του βρισκόταν ο μπαμπάς μου που με περίμενε με ανοιχτά χέρια. Σηκώθηκα με δυσκολία και χώθηκα στην αγκαλιά του. Τα δάκρυα πολλαπλασιάστηκαν και λυγμοί άρχισαν να συνταράζουν το κορμί μου. Εκείνος απλώς μου χάιδευε τα μαλλιά και μου ψιθύριζε πως όλα θα πήγαιναν καλά. Ήθελα να κλάψω και άλλο αλλά δε με άφησε.
«Φτάνει πια, πριγκίπισσά μου. Τίποτα δεν τελείωσε».
«Είναι νεκρός, μπαμπά». Νεκρός. Η λέξη είχε περίεργη γεύση στο στόμα μου. Η παραδοχή έκανε την κατάσταση πιο πραγματική και απτή από όσο η πονεμένη μου καρδιά μπορούσε αρχικά να αντιληφθεί και στη συνέχεια να αντέξει.
«Είναι και θα μείνει έτσι, αν δεν κάνεις κάτι. Μου μίλησε ξέρεις. Μου τα είπε όλα, το σχέδιο του και το σήμα του. Ήξερε πως θα προσπαθούσες να τον κρατήσεις πίσω και είχε πάρει τα μέτρα του. Σε γνωρίζει καλύτερα από τον εαυτό του, μην το ξεχάσεις ξανά. Έτσι, τα είχε γράψει όλα και μόλις είδε πως είχες φύγει κινήθηκε κάτω από τη μύτη της Αρετής έχοντας ένα τεράστιο πλεονέκτημα, εσένα, την αγάπη σου και το τείχος γύρω από το μυαλό του. Χάρη σ’ εσένα είμαστε εδώ τώρα, κάθε σου κίνηση πυροδότησε μια άλλη και μια άλλη και έφτιαξες τελικά τη χιονοστιβάδα που τα σάρωσε όλα. Η μπάλα του ήταν το σήμα μας. Μόλις έφτασε δίπλα μου ήξερα ότι ήταν νεκρός. Η θυσία του ήταν αναγκαία όμως καθώς έτσι πέθανε η Αρετή. Έχω ακόμη τις δυνάμεις μου ξέρεις και δεν έχω καμία υποχρέωση να τις χρησιμοποιώ για βοήθεια και μόνο. Μπορώ ακόμη να πλακώνω στο ξύλο εχθρούς. Είναι τρομακτικό τι μπορεί να κάνει κανείς με λίγα στοιχεία και χρόνο. Ήταν τόσο απορροφημένη που θα σε σκότωνε ώστε δεν κατάλαβε πότε πλησίασα. Η γη την είχε ήδη περικυκλώσει και μαρμαρώσει και ο αέρας βγήκε από τα πνευμόνια της πολύ πριν προλάβει να αντιδράσει.
Κάτι τέτοιες στιγμές χαίρομαι για το δώρο του νονού σου. Ειδάλλως, θα ήσουν τρισχειρότερη αν με ρωτάς. Και γι’ αυτό κατάφερες όλα αυτά. Έσωσες τον Απόλλωνα και τον έκανες έναν υπέροχο άνθρωπο. Και τώρα ξεπλήρωσε το χρέος του. Σε έσωσε επειδή χωρίς εκείνον, δε θα ήμουν εδώ και τώρα πρέπει να τον σώσεις εσύ. Και πρέπει να ελευθερώσεις τη Βιολέτα. Ήρθε η ώρα να φύγει. Ανασκουμπώσου, η νύχτα δεν τέλειωσε ακόμη».


Έλενα Παπαδοπούλου