Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 4)

Γέλια σατανικά ακούγονται από τον διάδρομο πίσω από τη Μαρία. Η ανάσα μου κόβεται και νιώθω σαν να παίζω σε ταινία. Αλλά αυτό δεν είναι ταινία. Δεν ξέρουμε εάν θα κερδίσουν οι καλοί στο τέλος. Δεν ξέρουμε καν εάν είμαστε οι καλοί. Πάντως δε νιώθω ξεχωριστός σε όλα αυτά. Η Μαρία παίρνει θέση μάχης με το σπαθί μπροστά της και η στάση της είναι εντυπωσιακή. Μοιάζει με φίδι που περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να αρπάξει το θήραμά του. Βλέπω μια Μαρία που δεν έχω ξανά δει ποτέ μου. Στην πραγματικότητα, δε βλέπω τη Μαρία που ήξερα πάντα, αλλά μια πολεμίστρια.
Νιώθω ότι η ατμόσφαιρα γίνεται παγωμένη και αηδιαστική, καθώς κρύος ιδρώτας τρέχει στο μέτωπό μου. Κάθομαι στο κρεβάτι και παίρνω τη μικρή στην αγκαλιά μου. Αισθάνομαι σαν να παίρνω λίγο από τον πόνο της, έτσι σταματάει να βαριανασαίνει. Απλώς κοιμάται ήρεμη, σαν να καταλαβαίνει τι γίνεται και να γνωρίζει ότι όλα θα πάνε καλά. Μπορεί να είναι τρελό, αλλά η ηρεμία της με κάνει να νιώσω και εγώ ήρεμος, με κάνει να πιστεύω ότι όλα θα πάνε καλά. Η ατμόσφαιρα μυρίζει σάπιο κρέας και η ενέργεια που υπάρχει είναι τόσο αποκρουστική, που νιώθω σαν να λιώνει το δέρμα σου από αηδία. Σιγά σιγά ένας δαίμονας, τεράστιος και πιο μαύρος από αυτούς που είδα, φαίνεται να πλησιάζει την πόρτα.

Η Μαρία βγάζει μια κραυγή και του επιτίθεται με το σπαθί της. Μα πώς ακριβώς νομίζει ότι θα σκοτώσει έναν δαίμονα μ’ ένα σπαθί; Ο δαίμονας φαίνεται να συμμερίζεται την άποψή μου και γελάει, καθώς μια απαίσια μυρωδιά αναβλύζει από μέσα του ακόμα πιο έντονα. Όταν το σπαθί καρφώνεται μέσα του, φως βγαίνει από την τρύπα και ο δαίμονας εξαφανίζεται μέσα σε έναν εκκωφαντικό, απόκοσμο ήχο. Δε λέω τίποτα. Κρατάω το στόμα μου κλειστό, για να μη βγάλω ούτε την ανάσα μου προς τα έξω. Η Μαρία γυρνάει και κοιτάει προς το μέρος μας, αλλά δεν μπορεί να μας δει. Απλώς γνωρίζει ότι βρισκόμαστε εκεί ασφαλείς και χαμογελάει λυπημένη. Τότε γυρνάει προς την πόρτα και τρέχει έξω. Τις επόμενες στιγμές ακούω όλο και πιο πολλές απόκοσμες κραυγές και τη Μαρία να χτυπάει ξανά και ξανά. Ακούω τον βουβό πόνο της μέσα από το σπαθί της. Ακούω τον τρόμο αλλά και τη δύναμή της, μέσα από το σκίσιμο του αέρα που φτάνει μέχρι τα αυτά μου.

Ξαφνικά ακούω ησυχία. Δεν ακούω κανέναν, ούτε τη Μαρία, ούτε κάποια άλλη φωνή ή παρουσία. Μπροστά από την πόρτα όμως εμφανίζεται άλλη μία σκιά. Αυτή έχει σχήμα πολύ λεπτού και ελαστικού ανθρώπου. Κοιτάζει γύρω της με τα κόκκινα μάτια της και το βλέμμα της σταματάει μέσα στα μάτια μου.

«Δεν μπορεί να σε δει, Μαξ. Δεν μπορεί. Ηρέμησε» επαναλαμβάνω από μέσα μου. Πράγματι δε με βλέπει και αρχίζει και σκαρφαλώνει στον τοίχο. Φτάνει στο ταβάνι και κάθεται στην άκρη του δωματίου. Τι περιμένει; Αν μείνει εδώ, δε θα ξεφύγουμε ποτέ. Πίσω στον διάδρομο ακούω αργά βήματα να πλησιάσουν. Πού είναι η Μαρία; Τι συμβαίνει; Τα βήματα είναι αργά και βαριά. Κρατάω την ανάσα μου και προσπαθώ να ηρεμήσω, καθώς η καρδιά μου αρχίζει να χτυπάει δυνατά. Ξαφνικά μπροστά από την πόρτα εμφανίζεται η Μαρία. Γεμάτη αίμα! Δικό της αίμα και είναι εξαντλημένη. Το σπαθί της δεν είναι πια όρθιο, αλλά κρεμασμένο στο πλάι του κορμιού της. Περνάει την πόρτα και κοιτάζει προς το μέρος μας. Η σκιά στο ταβάνι είναι έτοιμη να της επιτεθεί. Είναι πολύ μικρή αλλά πανούργα. Η Μαρία δεν την έχει δει. Παίρνει θέση και πάει να πηδήξει πάνω της.

«Μαρία, πίσω σου!» φωνάζω πριν προλάβω να με συγκρατήσω και η Μαρία γυρνάει προς το μέρος από όπου έρχεται ο δαίμονας. Αλλά είναι πλέον πολύ αργά.

Ο δαίμονας τη ρίχνει κάτω και τη σκίζει με τα τεράστια νύχια του. Η Μαρία σταματάει να κινείται και μια λίμνη αίματος εμφανίζεται γύρω της. Το αίμα της σαν να απλώνεται μέσα στο δωμάτιο και η ενέργειά της σβήνει. Δεν είναι δυνατόν. Δεν μπορεί να συνέβη αυτό. Ο δαίμονας φεύγει από πάνω της και κοιτάζει προς το μέρος μας. Πάει να πλησιάσει το κρεβάτι αλλά κάτι τον εμποδίζει να περάσει τον κύκλο. Φαίνεται να συνειδητοποιεί τι συμβαίνει και αρχίζει γεμάτος χαρά να πηγαίνει πάνω κάτω γύρω από το κρεβάτι. Σταματάει δίπλα στο κομοδίνο και με μια κίνηση ρίχνει κάτω ένα ποτήρι με νερό. Το νερό κυλάει και βγάζει από την άκρη και μουσκεύει λίγη σκόνη από τον κύκλο, αρκετή για να τον σπάσει. Έτσι απλά… Δεν μπορεί να τον ακουμπήσει ο ίδιος, αλλά με λίγο νερό έκανε αυτό που ήθελε. Αφήνω την Ντρόροθη από τα χέρια μου και μπαίνω μπροστά της. Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω. Αλλά δεν μπορώ να τρέξω, εάν δε φύγει αυτό το πράγμα από τη μέση.

«Inveni te!» λέει με άσχημη φωνή και ετοιμάζεται να μου επιτεθεί.
Βάζω τα χέρια μου μπροστά από το πρόσωπό μου για να αμυνθώ, όπως στο μποξ. Καθώς ο δαίμονας πάει να με ακουμπήσει με τα νύχια του, ένα λευκό κύμα τον στέλνει μακριά μου, σαν μια αόρατη ασπίδα να βγήκε από μέσα μου. Ξαφνικά ο κόσμος γύρω μου αλλάζει. Ένα μικρό κομμάτι μέσα μου ξύπνησε. Βλέπω τον δαίμονα όπως πραγματικά είναι, όχι ως σκιά, αλλά ως μάζα ενέργειας που χαράχτηκε με τη δύναμη που μόλις δέχτηκε. Δε φοβάμαι και νιώθω ζεστή ενέργεια να ρέει μέσα στις φλέβες μου. Αλλά δεν μπορώ να κάνω πολλά. Πώς θα σκοτώσω έναν δαίμονα με γυμνά χέρια; Χωρίς δεύτερη σκέψη, τον αρπάζω από το σημείο που σ’ έναν άνθρωπο βρίσκεται ο λαιμός και τον ρίχνω κάτω με δύναμη. Άλλο ένα κύμα φωτός βγαίνει από τη γροθιά που τον γραπώνει και ο δαίμονας σπαρτάρα ολόκληρος. Βάζω όλη μου τη δύναμη και εξαφανίζεται. Η ενέργεια του εξαϋλώνεται μέσα στο δωμάτιο μέχρι που τελικά απορροφάται από το τίποτα και σταματά να υπάρχει. Δεν έχω χρόνο για σκέψεις. Παίρνω την Ντόροθη αγκαλιά και κατεβαίνω τρέχοντας τις σκάλες, ενώ αφήνω πίσω μου το νεκρό σώμα της Μαρίας.

Είναι αργά το βράδυ και κανείς δε βρίσκεται τέτοια ώρα στους δρόμους. Δεν ξέρω τι να κάνω. Δεν ξέρω πού να πάω. Πού εννοούσε η Μαρία να πάω; Στις πύλες… Ήθελε να βρω τις πύλες.

«Σκέψου, Μαξ» μονολογώ. Της ακούω κάθε μέρα που ανοίγουν και κλείνουν. Αλλά ποτέ δεν τις έχω δει. Υπάρχουν, το νιώθω, αλλά δεν ξέρω εάν είναι μακριά ή κοντά. Δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω. Ένας εκκωφαντικός ήχος εμφανίζεται μέσα στο κεφάλι μου. Οι πύλες μόλις άνοιξαν! Τις άκουσα ανατολικά.

Τρέχω προς αυτή την κατεύθυνση, χωρίς να ξέρω εάν είναι σωστή ή λανθασμένη. Μαρία… Αντίο… Δεν το πιστεύω ότι συμβαίνουν όλα μαζί, χωρίς λόγο, από τη μια στιγμή στην άλλη. Χωρίς λόγο… Ο κόσμος καταστρέφεται και το νιώθω. Αλλά γιατί σε μια τέτοια στιγμή κυνηγούν εμάς; Δεν καταλαβαίνω. Βαθιά μέσα μου εύχομαι η Μαρία να ήταν ζωντανή, αλλά ξέρω ότι είναι αδύνατον. Ξέρω ότι κάτι δεν πάει καλά με εμένα. Αλλά είναι πραγματικά όλα όσα είδα στο όραμα της κοπέλας; Και εάν είναι αληθινά τι σημαίνουν; Είμαι άγγελος; Και να είμαι, πράγμα αδύνατο, γιατί με φυλάκισαν; Γιατί είμαι εδώ; Γιατί; Γιατί; Γιατί; Πολλές απορίες. Αλλά κανείς να μου τις λύσει.

«Ει, περίμενε! Στάσου!» ακούω μια φωνή πίσω μου. Γυρνάω να κοιτάξω και βλέπω την κοκκινομάλλα να τρέχει προς το μέρος μου. Σταματάει κοντά μου και σκύβει για να πάρει μια ανάσα.

«Όπου και εάν πας, θα έρθω και εγώ». Κάνω ένα αποδοκιμαστικό γέλιο, της γυρνάω την πλάτη και φεύγω.

«Περίμενε! Μπορώ να αποδείξω ότι με χρειάζεσαι» μου λέει και σταματάω.

«Και πώς ακριβώς θα το κάνεις αυτό;» ρωτάω ειρωνικά σηκώνοντας το φρύδι μου.

«Ξέρω πολλά, ενώ εσύ δεν ξέρεις τίποτα. Ξέρω μέχρι και πού πας. Μπορώ να σε οδηγήσω εκεί έγκαιρα» μου απαντάει σταυρώνοντας τα χέρια κάτω από το στήθος της και δείχνοντας με το βλέμμα της την Ντόροθη. Για μια στιγμή το σκέφτομαι και εκείνη χαμογελάει. Τελικά της γυρνάω την πλάτη και συνεχίζω τον δρόμο μου.

«Δε χρειάζομαι ένα κακομαθημένο κοριτσάκι να με βοηθήσει» της λέω ενώ απομακρύνομαι. Την προσέβαλα με την ελπίδα ότι θα εκνευριστεί και θα φύγει.

«Κακομαθημένο; Είμαι μια φωτισμένη κόρη, ένα φωτισμένο παιδί, και ξέρω πολλά περισσότερα από όσα θα μπορούσε να γνωρίζει ένας απλός θνητός ή από κάποιον που είναι φυλακισμένος ως απλός θνητός» μου λέει όσο με ακολουθεί. Αντί να αποθαρρυνθεί, εκείνη άδραξε την ευκαιρία για να μου δώσει κι άλλο κίνητρο για να την πάρω μαζί μου. Δεν της απαντάω και συνεχίζω τον δρόμο μου. Δε χρειάζεται να πεθάνουν και άλλοι για εμένα. Μπαίνει μπροστά μου για να σταματήσω και με κοιτάει.

«Άκου. Εσύ προσπαθείς να τη σώσεις και εγώ προσπαθώ να βοηθήσω τον κόσμο. Και οι δύο κερδισμένοι θα βγούμε» λέει και γελάω.

«Και πώς θα βοηθήσεις τον κόσμο ακριβώς;» της λέω μέσα από τα γέλια μου.

«Ξυπνώντας εσένα» μου λέει σοβαρά και σταματάω.

«Και τι είμαι εγώ για να με ξυπνήσεις;» της λέω επιδοκιμαστικά.

«Τεχνικά θα έπρεπε να ήσουν δαίμονας. Μόνο οι δαίμονες έχουν Praesidium, δηλαδή φύλακες, και μόνο οι δαίμονες φυλακίζονται - συνήθως γιατί είναι επικίνδυνοι. Αλλά εσύ μου δείχνεις ότι είσαι άγγελος για κάποιο λόγο».

«Άρα ούτε εσύ ξέρεις τι είμαι» λέω και τη σπρώχνω ήρεμα στην άκρη για να συνεχίσω.

«Όχι, δεν ξέρω. Αλλά άφησέ με να σε βοηθήσω όπως ξέρω» μου λέει ενώ βάζει το χέρι της πάνω στον ώμο μου για να με σταματήσει. Με κοιτάζει επίμονα μέσα στα μάτια και δεν είμαι σίγουρος εάν μπορώ να την εμπιστευτώ.

«Εάν δεν προλάβουμε να τη σώσουμε, θα την πληρώσεις εσύ. Πίστεψέ με…» της λέω και μου χαμογελάει γεμάτη ευχαρίστηση.

«Από εδώ» μου λέει και τρέχει μέσα σε ένα στενό. «Θα φτάσουμε πιο γρήγορα από αυτή τη μεριά της πόλης. Πρέπει να φτάσουμε πριν το ξημέρωμα, αλλιώς η πύλη θα αλλάξει θέση». Στην αρχή διστάζω αλλά είναι η τελευταία μου ελπίδα… Ελπίδα…

«Spero...» ψιθυρίζω.

«Τι;» με ρωτάει ενώ τρέχουμε μέσα στα στενά.

«Τι σημαίνει Spero;» φωνάζω και εκείνη γελάει.

«Ελπίδα» φωνάζει και εκείνη ενώ ανοίγει τα χέρια της χαρούμενη. Άρα αυτή είναι η Ελπίδα.. Και εγώ ο Θάνατος…

«Εσένα πώς σε λένε;» μου φωνάζει λίγα μέτρα μακριά μου.

«Μαξ» της απαντάω.

«Χάρηκα» μου λέει και συνεχίζει να γελάει. Πολλή ενέργεια έχει αυτό το κορίτσι.

«Εσένα;» της λέω ενώ στερεώνω καλύτερα την Ντόροθη στην αγκαλιά μου.

«Εχεκράτεια» λέει και αναγνωρίζω πως το όνομα είναι αρχαίο ελληνικό. Τι σημαίνει άραγε;

«Σημαίνει ηγέτιδα» μου λέει και σιγά σιγά το τρέξιμο της γίνεται πιο αργό. Ακολουθώ και εγώ καθώς έχω αρχίσει να κουράζομαι. Εάν είναι μακριά οι πύλες, δε θα αντέξω για πολλή ώρα να κρατάω τη μικρή.

«Εάν θες να σε εμπιστευτώ, πρέπει να μου πεις κάποια πράγματα για εσένα» της λέω ενώ ερχόμαστε πιο κοντά.

«Εντάξει» μου λέει σηκώνοντας τους ώμους της απλά, χωρίς να το σκεφτεί ούτε για λίγο.

«Μη σε προβληματίζει ο αυθορμητισμός μου. Έχω δει κάποια πράγματα για εσένα που με έχουν κάνει να σε εμπιστευτώ» λέει και την κοιτάζω γεμάτος απορία. Πώς μπορείς να εμπιστευτείς κάποιον από ένα όραμα; Μπορεί να διαβάσει το μυαλό μου;

«Όλα ξεκίνησαν όταν ήμουν δώδεκα, όχι ψέματα. Όλα ξεκίνησαν όταν γεννήθηκα. Πάντα έβλεπα σκιές. Πάντα ένιωθα ότι κάτι δεν πάει καλά και καταλάβαινα πράγματα που άλλοι δεν καταλάβαιναν». Χμ, εμένα μου λες, σκέφτομαι. «Στα δώδεκά μου είδα το πρώτο μου όραμα. Οι γονείς μου πάντα νόμιζαν ότι είμαι τρελή και τότε ήταν που πραγματικά ήθελαν να με διώξουν μακριά. Για αυτούς το όραμα ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Αλλά αυτό που είδα δεν ήταν ένα απλό όραμα για τον κόσμο. Είδα τον θάνατό τους» κάνει μια μεγάλη παύση σαν να θυμάται τα παλιά και να πικραίνεται. Παίρνει μια βαθιά ανάσα και συνεχίζει.

«Καθώς με πήγαιναν με το αμάξι στον γιατρό ή στο τρελοκομείο ή στο ορφανοτροφείο, ποτέ δε μου είπαν, έγινε ένα τροχαίο. Τους το είχα πει. Αλλά ποτέ δε με πίστεψαν. Και έτσι αυτοί πέθαναν και εγώ έζησα» σηκώνει το κεφάλι της και μου χαμογελάει.

«Τι συνέβη;» τη ρωτάω γεμάτος περιέργεια. Πώς επέζησε;

«Ένας λύκος με τράβηξε μακριά από το αμάξι που εξερράγη μερικά μέτρα μακριά μου. Με έσυρε μέχρι την άκρη του δρόμου και εκεί με βρήκε η Mater. Ο λύκος από τότε έγινε κάτι σαν προστάτης μου. Η γυναίκα που με βρήκε μου εξήγησε ότι δεν είμαι τρελή και μου έμαθε να επιβιώνω και να δημιουργώ μέσα σε αυτόν τον κόσμο, που μόνο καταστροφή φέρνει. Με έμαθε την τέχνη της μαγείας και της μαντικής. Μου έμαθε πώς να ερμηνεύω τα οράματά μου και πώς να τα αξιοποιώ. Επίσης, μου έμαθε κάτι πολύ σημαντικό. Μπορεί το παρελθόν να μην αλλάζει, αλλά το μέλλον αλλάζει συνεχώς. Ό,τι σου έδειξα ήταν παρελθόν. Το μέλλον δεν μπορώ να στο δείξω, γιατί είναι στο χέρι σου αν θα το αλλάξεις ή όχι. Εάν σου δείξω τα μελλοντικά οράματά μου χωρίς τη σοφία και τη σωστή κρίση θα καταστραφούν όλα» μου λέει και σταματάει να μιλάει.

Δε θέλω να κάνω άλλες ερωτήσεις, παρότι θέλω να μάθω και άλλα πράγματα για τον κόσμο που ζούμε. Ήταν απόλυτα κατατοπιστική μέχρι τώρα αλλά δε θέλω να την πιέσω και άλλο. Μόλις η Ντόροθη είναι ασφαλής, τότε θα έχω χρόνο για να καταλάβω τι συμβαίνει τέλος πάντων σε αυτόν τον κόσμο. Σε εμένα…


Παρασκευή Γκύζη