Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

13.4.20

Summer Solstice (Κεφάλαιο 20)


ΓΚΑΣΠΑΡΝΤ

«Δεσποινίς Κίλμπορν… ηρεμήστε, σας παρακαλώ». Φωνάζει αγχωμένος ο Φόστερ. «Θα σας αφήσω το φαγητό σας εδώ, εντάξει; Μπορείτε, να ηρεμήσετε;»
«Όχι δεν μπορώ». Ουρλιάζει. «Βγες έξω. Βγες… έξω».
«Δεσποινίς Κίλμπορν…»
«Πάρε το φαγητό μαζί σου. Δεν πεινάω». Τον διατάζει, όμως ο Φόστερ δεν το κουνάει από τη θέση του. «Δεν με άκουσες; Δε θέλω, να φάω. Πέτα το, κάψε το, τάισέ το στους καρχαρίες. Δε με νοιάζει. Απλά φύγε».

Ο δίσκος που πέφτει και τα πιάτα που σπάνε, με ταράζουν. Κλείνω το βιβλίο, που έχω ανοιχτό στα πόδια μου και το αφήνω πάνω στο γραφείο μου με έναν βαθύ αναστεναγμό. Γέρνω πίσω στην καρέκλα με την ψηλή πλάτη τρίβοντας κουρασμένα το μέτωπό μου και δεν έχω ιδέα, τι να κάνω, για να την βοηθήσω. Δεν ξέρω, αν πρέπει, να πάω κοντά της ή να την αφήσω, να ξεσπάσει μόνη. Για το μόνο γνωρίζω απόλυτα, είναι, πως ήμουν πολύ ανόητος, να την αφήσω, να έρθει στη Γητεύτρα. Αυτά που άκουσε… την διέλυσαν. Η πόρτα της καμπίνας ανοίγει και ο Φόστερ βγαίνει έξω ηττημένος. Παντού στο σώμα του έχει φαγητό από την χυμένη ψαρόσουπα και βραστά λαχανικά. Με κοιτάζει, σαν να έφερα στο πλοίο μου θηρίο και όχι γυναίκα και αφού υποκλίνεται, αποχωρεί γρυλίζοντας. Σφίγγω τα χείλη μου, για να μην γελάσω και σηκώνομαι.
Η Σελέστ στέκεται ακίνητη και είναι στραμμένη προς τα παράθυρα δίπλα στο κρεβάτι της. Χαζεύει την ανατολή του ήλιου, όμως το βλέμμα της δε φαίνεται, να εστιάζει πουθενά. Ξεροκαταπίνει και σφίγγει τα χέρια της σε γροθιές, καθώς την πλησιάζω. Κάνει τα χείλη της μια λεπτή γραμμή και αποστρέφει το πρόσωπό της μακριά. Απλώνω το χέρι μου, για να την αγγίξω και απομακρύνεται. Δάκρυα γυαλίζουν στα μάγουλά της.
«Σελέστ;»
«Το ήξερες;» με ρωτάει με φωνή, που τρέμει. Είναι βραχνή από τις τσιρίδες της και ο λαιμός της μοιάζει πρησμένος. «Ήξερες, ότι η οικογένειά σου δολοφόνησε την δική μου;»
«Σελέστ… το άκουσα τυχαία από τον Φρεντέρικο». Λέω με ειλικρίνεια. Έτσι και αλλιώς δεν έχει νόημα, να της κρύβω άλλο την αλήθεια. Προσπάθησα, να την προστατέψω, με το να της κρύψω τους πραγματικούς λόγους της επίσκεψής μου στο Κρέομορ, αλλά δεν έχει νόημα πια. «Έστειλα τον Φόστερ στο Κρέομορ, για να σε προστατέψει, μέχρι να μπορώ, να το κάνω ο ίδιος. Δυστυχώς πρόλαβε, να σώσει μόνο εσένα».
«Γιατί η οικογένειά σου μας θέλει νεκρούς; Τι τόσο κακό κάναμε; Ο πατέρας μου δεν πείραξε κανέναν, ούτε η μητέρα μου, ούτε εγώ». Ψιθυρίζει μέσα στα αναφιλητά της. «Γιατί νοιάζεσαι για μένα; Και μην αναφέρεις πάλι το θέμα με την Κρήνη. Απλά πήγαινε και πάρτη. Έχεις τις δυνάμεις και προφανώς δε θα σε εμποδίσει κάποια σαν εμένα. Απλά σκότωσέ με και τελείωνε με όλο αυτό».
Την αρπάζω από τους ώμους και την γυρίζω βίαια προς το μέρος μου. Σφίγγω τα χέρια μου τόσο πολύ στα μπράτσα της, που ένας μορφασμός πόνου ταράζει τα θλιμμένα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Προσπαθεί μάταια, να με σπρώξει μακριά της.
«Με κορόιδευες τόσο καιρό. Αποφάσισα, να σε παντρευτώ, γιατί αυτό ήταν το καλύτερο για τον λαό μου, αλλά μόνο με απειλούσες. Τώρα καταλαβαίνω τις πραγματικές προθέσεις σου και σε μισώ γι’ αυτό. Σε μισώ τόσο πολύ». Γρυλίζει με το μίσος, να λάμπει στο βλέμμα της και με σπρώχνει ξανά. «Μη με αγγίζεις».
«Δεν έχεις το δικαίωμα, να με διατάζεις». Την ακινητοποιώ αγκαλιάζοντάς την και την σπρώχνω στο κρεβάτι, αλλά συνεχίζει, να μου αντιστέκεται.
«Σου είπα, να με αφήσεις ήσυχη!» φωνάζει και χτυπάει το πόδι της στο πάτωμα.
Το δωμάτιο ταράζεται ξαφνικά, σαν να γίνεται σεισμός και το Τίβερτον τρίζει, σαν να έχει προσκρούσει σε ύφαλο. Η Σελέστ το έκανε αυτό; Χαμογελάω ενθουσιασμένος. Οι δυνάμεις της έχουν αρχίσει και αποκαλύπτονται. Οι δικές μου εμφανίστηκαν, όταν έμαθα με σκληρό τρόπο, πως οι αδελφοί μου δεν ήθελαν το καλό μου. Από τότε με φοβούνται και κρατούν τις αποστάσεις τους. Με αποδέχονται ως τον τρίτο διάδοχο του θρόνου είτε το θέλουν, είτε όχι. Υποθέτω, πως είναι η ώρα της Σελέστ, να φανερώσει τις ικανότητές της. Στην διάσπαση της προσοχής μου η Σελέστ βρίσκει την ευκαιρία και το σκάει και μου ρίχνει ένα βλέμμα γεμάτο αηδία και πόνο. Με πληγώνει.
«Σε παντρεύομαι, για να σε προστατέψω, για να μη σε βλάψουν. Ο Φρεντέρικο θα διαλύσει ολόκληρο τον κόσμο, για να το καταφέρει αυτό. Δε θα επιτρέψω, να πάρει την Κρήνη ή να κυβερνήσει μια χώρα, που δεν του αξίζει. Δε θα αφήσω άλλους αθώους, να πεθάνουν για την απληστία του». Της απαντάω θέλοντας, να την κάνω, να με πιστέψει. «Λυπάμαι πολύ, για ότι συνέβη, αλλά δεν μπορείς, να ρίχνεις τις ευθύνες σε όλους. Δεν σχεδίασα τίποτα απ’ όσα συνέβησαν και πίστεψέ με, δεν μου ήταν ιδιαίτερα ευχάριστο, να πείσω τον πατέρα μου, πως ήμουν ερωτευμένος μαζί σου».
«Αν δεν έχεις σκοπό, να με ξεφορτωθείς τώρα, τότε σου υπόσχομαι, ότι θα σκοτώσω τον αδελφό σου ακόμα και αν είναι το τελευταίο πράγμα, που θα κάνω». Λέει ψυχρά και χτυπάει τα χέρια της στο τραπέζι ρίχνοντας κάτω, οτιδήποτε υπάρχει πάνω του.
Εκεί που οι παλάμες της αγγίζουν το σκληρό ξύλο, πάγος απλώνεται στο τραπέζι. Εξαιτίας των έντονων συναισθημάτων της ο πάγος είναι χοντρός και στην επιφάνειά του δημιουργεί πολλές αμυχές, σαν εκατομμύρια καρφίτσες. Η Σελέστ τραβάει ξαφνιασμένη τα χέρια της και τα σφίγγει στο στήθος της μορφάζοντας από τον πόνο. Είναι ακατέργαστη, αλλά θα βελτιωθεί. Εγώ ξεπέρασα τον πόνο. Γουρλώνει τα μάτια της έκπληκτη και τραβιέται προς τα πίσω, ώσπου το κορμί της ακουμπάει στην πόρτα. Πλησιάζω το τραπέζι και περνάω το χέρι μου πάνω από την παγωμένη του επιφάνεια. Η θερμότητα που αναδίδουν οι παλάμες μου, σβήνουν αυτό, που έκαναν οι δικές της.
«Δεν μπορεί, να συμβαίνει αυτό». Μουρμουρίζει αποκαμωμένη. «Κάποιος έχει βαλθεί, να με τρελάνει. Ίσως φταίει, που δεν έχω κοιμηθεί». Μονολογεί. Περνάει τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά της και τα ανακατεύει, σαν να θέλει, να ξυπνήσει από έναν τρομερό εφιάλτη.
«Λοιπόν… γιατί δεν κοιμάσαι τότε; Ίσως αργότερα είσαι πολύ πιο ήρεμη, για να αντιμετωπίσεις την κατάσταση». Λέω καθησυχαστικά και την ακουμπάω απαλά στον ώμο. Η Σελέστ τινάζεται, σαν να την τσίμπησα. «Μόλις ξυπνήσεις, θα δειπνήσουμε και θα συζητήσουμε πολιτισμένα… όσο γίνεται».
Την σπρώχνω προς το κρεβάτι και την βάζω, να καθίσει. Η Σελέστ υπακούει, σαν να μην κυριαρχεί καμία αντίσταση στο σώμα της, λες και η πρωτοβουλία είναι λέξη άγνωστη στο λεξιλόγιό της. Κλείνει τα μάτια της και ανασαίνει βαθιά, για να ηρεμήσει τον εαυτό της, αλλά δεν τα καταφέρνει καθόλου καλά. Δάκρυα κυλούν ασταμάτητα από τα κοκκινισμένα, πρησμένα της μάτια και αναφιλητά τραντάζουν το στήθος της στην κάθε της ανάσα. Την νιώθω, σαν ορολογική βόμβα στο πλάι μου. Μπορεί, να εκραγεί από την πίεση των συναισθημάτων της ή να μην κάνει τίποτα, αν συμπεριφερθεί, όπως αρμόζει στη θέση της.
Στον κόσμο της απληστίας και της δύναμης, το να νοιάζεσαι για κάποιον άλλον πέρα από τον εαυτό σου, σε κάνει αδύναμο, υποδεέστερο στους κυρίαρχους. Κάποτε υποσχέθηκα στη μητέρα μου, ότι δε θα επιτρέψω σε κανέναν, να με μειώσει, να με ποδοπατήσει. Είμαι πρίγκιπας και έχω σκοπό, να γίνω βασιλιάς. Καθώς το μυαλό μου ταξιδεύει σε σκοτεινές σκέψεις, η Σελέστ ξαπλώνει και μου γυρνάει την πλάτη κρύβοντας το κεφάλι της κάτω από το μαξιλάρι. Κουλουριάζεσαι σαν μωρό και αναστενάζει με την απελπισία, να χρωματίζει της φωνής της. Κλείνω τα μάτια μου γέροντας στο κρύο γυαλί των παραθύρων και απλώνω τα πόδια μου στην καρέκλα απέναντι από το κρεβάτι.
Η πόρτα για το γραφείο του καπετάνιου της Γητεύτρας ανοίγει και μέσα μπαίνουν ο πρίγκιπας Άλμπερτ και ο δούκας Χάμελιν. Οπισθοχωρώ από το άνοιγμα της κρεβατοκάμαρας και πιάνοντας την Σελέστ από το χέρι την σπρώχνω βιαστικά στην ντουλάπα του δωματίου. Μπαίνει μέσα και πηδάω ξοπίσω της κλείνοντας και τους δυο μας σε μας σε μια πολύ καλή φυλακή. Αν μας ανακαλύψουν, θα έχουμε πολλούς μπελάδες.
«Γιατί με έφερες εδώ; Το πάρτι δεν έχει τελειώσει». Παραπονιέται ο Άλμπερτ. Ένας δυνατός γδούπος σαν χτύπημα ακούγεται. «Έι! Συγκράτησε τα νεύρα σου δουκάκο. Αύριο είναι μεγάλη μέρα για μας».
«Νομίζεις, ότι θα είναι τόσο εύκολο; Δε θα τους ξεφορτωθούμε εύκολα και ο πρίγκιπας Γκασπάρντ είναι πολύ έμπειρος καπετάνιος για την νεαρή του ηλικία. Πρέπει, να σαμποτάρουμε το Τίβερτον, για να πάρουμε το προβάδισμα και μετά έχει σειρά η δεσποινίδα Κίλμπορν. Χρειαζόμαστε το αίμα της για να ενεργοποιήσουμε την Κρήνη. Δεν είναι ανάγκη, να την έχουμε μαζί μας, μπορούμε απλά να την στραγγίξουμε και έπειτα…» να σαμποτάρουν το Τίβερτον! Χαίρομαι, που το γνωρίζω. Η Σελέστ κουνιέται νευρικά δίπλα μου και παίρνει βαθιά ανάσα. Μπλέκω τα δάχτυλά μου στα δικά της και της σφίγγω καθησυχαστικά το χέρι.
«Τι! Όχι… δε θα σου επιτρέψω, να την πειράξεις. Η Σελέστ είναι δική μου. Ένα τρόπαιο για την πλούσια συλλογή μου. Από την άλλη ο μικρός μου αδερφός, δε με νοιάζει ιδιαίτερα». Γελάει αρρωστημένα ο Άλμπερτ. «Κάνε, ότι θες μαζί του».
«Τότε ελπίζω η πριγκίπισσά σου, να μην γίνει επικίνδυνη για την αποστολή μας. Κάποια στιγμή θα μάθει, ότι ο πρίγκιπας Φρεντέρικο διέταξε την εκτέλεση των γονιών της και θα θυμώσει. Και μια μάγισσα μπορεί, να προκαλέσει μεγάλο πανικό, αν νευριάσει». Τον ενημερώνει ο Χάμελιν σαν την φωνή της λογικής του. «Πρέπει, να είμαστε προσεχτικοί. Ο Γκασπάρντ και η Σελέστ μαζί φτιάχνουν ένα πολύ ισχυρό όπλο, που δεν είμαστε έτοιμοι, να αντιμετωπίσουμε».
Η Σελέστ γουρλώνει τα μάτια της στο σκοτάδι και το σώμα της τσιτώνεται. Σφίγγει δυνατά το χέρι μου, ενώ η παλάμη μου επιτίθεται απότομα στο πρόσωπό της κλείνοντάς της το στόμα. Κάτι υγρό και ζεστό νιώθω, να ακουμπάει το δέρμα μου. Δάκρυα. Οι λυγμοί της ίσα που ακούγονται και πρέπει, να σταματήσουν, πριν μας ακούσουν. Την αγκαλιάζω σφιχτά και της χαϊδεύω την πλάτη. Που να πάρει. Αυτό… δεν έπρεπε, να το ακούσει.
«Σσς. Κάνε ησυχία». Ψιθυρίζω σιγανά στο αυτί της.
«Ναι, ναι καλά. Ότι πεις! Τα καταφέρνεις μια χαρά μόνος σου, οπότε υποθέτω, ότι δε με χρειάζεσαι. Σου δίνω το ελεύθερο, να κάνεις, ότι θέλεις. Και τώρα με συγχωρείς. Έχω μια γιορτή, να προλάβω».
Μόλις οι συζητήσεις παύουν και δεν υπάρχει κανένας άλλος ήχος, να βγαίνει από το γραφείο του καπετάνιου, ανοίγω τα θυρόφυλλα της ντουλάπας και βγαίνω. Η Σελέστ καταρρέει στο πλάι μου. Τα γόνατά της λυγίζουν και εκείνη πέφτει στο πάτωμα βυθίζοντας το κεφάλι της μέσα στα χέρια της.
«Πρέπει, να βιαστούμε. Έλα». Την πιάνω από το μπράτσο και την τραβάω μαζί μου.
Η Σελέστ δεν είναι συγκεντρωμένη. Τα πόδια της κινούνται μηχανικά, αλλά το μυαλό της δεν αντιλαμβάνεται την σοβαρότητα της κατάστασης και επίσης δεν μου δόθηκε καν η ευκαιρία, να βρω τα σχέδιά τους. Η Σελέστ τινάζει ξαφνικά το χέρι μου και με αγριοκοιτάζει με το αίσθημα της προδοσίας, να γυαλίζει στα βουρκωμένα της μάτια. Όχι τώρα! Δεν είναι ώρα, να υποκύψεις στα συναισθήματά σου.
«Το Στάρενιθ το έκανε αυτό; Γιατί;» ρωτάει με σπασμένη φωνή. «Πρίγκιπα Γκασπάρντ τι εννοούσαν για τον πρίγκιπα Φρεντέρικο; Εκείνος δολοφόνησε τον πατέρα μου; Είναι αλήθεια αυτά, που είπαν;»
«Μην μιλάς». Λέω συνοφρυωμένος ψάχνοντας το γραφείο για αποδεικτικά στοιχεία, όμως τα μόνα που υπάρχουν είναι το ναυτικό ημερολόγιο του Φρεντέρικο και οι σημειώσεις του για το Κρέομορ, το νησί Έστρελ και το νησί των Κίλμπορν, όμως τίποτα για το που πέφτει η Κρήνη του Σύμπαντος.
Με ξυπνάει ο ήχος σαν σύρσιμο και μια περίεργη αίσθηση στα μαλλιά μου. Ανοίγω τα μάτια αποπροσανατολισμένος και βρίσκομαι πρόσωπο με πρόσωπο με την Σελέστ. Είμαστε τόσο κοντά, που οι ανάσες μας ανακατεύονται μεταξύ τους, ενώ το μπράτσο μου ακουμπάει κτητικά γύρω από τους ώμους της κρατώντας την κοντά στο σώμα μου. Εκείνη δεν αντιδράει, αν και τα μάτια της με παρατηρούν λίγο σοκαρισμένα. Τα δάχτυλά της περνούν μέσα από τα ξανθά μαλλιά μου και τα χαϊδεύουν ευγενικά ως τις άκρες τους. Μα τι κάνει; Και εγώ… πως βρέθηκα ξαπλωμένος στο πλάι της; Είμαι σίγουρος, ότι δεν επέτρεψα τίποτα άπρεπο, να γίνει μεταξύ μας. Απομακρύνομαι από κοντά της, όμως η Σελέστ πιάνει τον καρπό μου σταματώντας με και κουλουριάζεται στο πλάι μου.
«Εγώ δεν… δεν σε μισώ. Είμαι θυμωμένη μαζί σου και ίσως να φοβάμαι τις πραγματικές προθέσεις σου, αλλά υποσχέσου μου, ότι δε θα πειράξεις τον λαό μου. Είναι απλοί άνθρωποι, που δε φταίνε σε τίποτα». Ψιθυρίζει μελαγχολικά. «Ήμουν μικρή, όταν τελείωσε ο πόλεμος και υπογράφτηκε η πρώτη Συνθήκη Ειρήνης, όμως ποτέ δε θα ξεχάσω τον πόνο και την δυστυχία, που έσπειρε. Οι βασιλείς ανέλαβαν τα καθήκοντά τους για να προστατεύουν και να διοικούν με σοφία και σύνεση. Γνώριζαν τους κινδύνους και δεν έκαναν πίσω. Η οικογένειά μου μπορεί, να δολοφονήθηκε άδικα από κάποιον, που θέλει περισσότερα, όμως… είμαι περήφανη, που ξέρω, ότι πέθαναν με τιμή. Πέθαναν, για να προστατέψουν τον λαό τους και εμένα».
»Οι γονείς μου με εμπιστεύτηκαν σε σένα και δεν έχω σκοπό, να φέρω αντίρρηση στα καθήκοντά μου ως γυναίκα σου, αλλά έχε υπόψιν σου, πως μου έχει ανατεθεί η προστασία της Κρήνης. Στο έχω πει πολλές φορές και ίσως να έχεις λάβει υπόψιν τα λόγια μου. Αν χρησιμοποιηθεί, ίσως να προκαλέσει μεγαλύτερο κακό παρά καλό. Είσαι σίγουρος, ότι θες, να πάρεις αυτό το ρίσκο;»
«Θα το πάρω. Όμως όχι για τον λόγο που νομίζεις. Δεν έχω σκοπό, να ενεργοποιήσω την Κρήνη, για να σκλαβώσω καμία χώρα. Όσο για σένα λαίδη μου πάψε, να με φοβάσαι. Δεν θα σου κάνω κακό». Απαντάω χαμογελώντας στραβά και την φιλάω τρυφερά στο μέτωπο. «Θα σε προστατέψω με την ζωή μου και θα σε βοηθήσω, να ξεφορτωθείς τον Φρεντέρικο. Έτσι και αλλιώς είναι εντελώς άχρηστος».
Ο ξαφνικός χτύπος που ακούγεται στην πόρτα μας αναστατώνει και απομακρυνόμαστε αμήχανοι, όταν ο Φόστερ μπαίνει μέσα έχοντας τα χέρια του πλεγμένα νευρικά μπροστά από το στήθος του. Ίσα που προλαβαίνω, να σηκωθώ όρθιος και να φτιάξω τα ρούχα μου, πριν τα βλέμματά μας ανταμώσουν. Ανοίγει το στόμα του έκπληκτος, σαν να θέλει, να πει κάτι, αλλά η σύνεση τον σταματάει και το μόνο που κάνει, είναι, να υποκλιθεί. Χαμογελάω ικανοποιημένος, που δεν σχολιάζει την άπρεπε αμφίεση και κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Ξεροβήχει, για να καθαρίσει τον λαιμό του.
«Με συγχωρείτε. Δεν ήξερα, ότι ήσασταν μαζί». Μουρμουρίζει αμήχανος. «Είναι αργά και υπέθεσα, πως θα θέλατε, να φάτε. Έχω την άδεια, να ετοιμάσω το δείπνο σας άρχοντές μου;»
«Αν συμφωνεί η κυρία, δεν βρίσκω τον λόγο, να μην το κάνεις». Λέω με ένα στραβό χαμόγελο και κοιτάζω την Σελέστ, που μου ανταποδίδει το βλέμμα άφωνη. «Είμαι σίγουρη, ότι θα φάει σαν λύκος».
«Πολύ καλά». Απαντάει ο Φόστερ και υποκλίνεται ευχαριστημένος και κάπως ανακουφισμένος. Όταν πρόκειται για την Σελέστ κάνει, σαν να μην ξέρει, πως να της συμπεριφερθεί. Λες και έχει έρθει από άλλον πλανήτη.
«Δε θα με αναγκάσεις, να σε ταΐσω πάλι, σωστά;» τη ρωτάω και κάθομαι στην καρέκλα στην κορυφή του τραπεζιού. «Όσο φορτισμένη και αν είσαι συναισθηματικά, πρέπει, να τρως, για να έχεις τις δυνάμεις σου. Δε νομίζω, να χρειάζεται, να στο υπενθυμίζω συνεχώς».
            Η Σελέστ δεν μου απαντάει και δεν έχω ιδέα, τι μπορεί, να σκέφτεται. Κοιταζόμαστε σιωπηλοί για λίγο με κανέναν, να υποχωρεί πρώτος. Σουφρώνει τα χείλη της και τα δαγκώνει, ενώ εγώ την περιεργάζομαι με ένα ενδιαφέρον, που σίγουρα δεν περνάει απαρατήρητο. Το βλέμμα της δεν είναι πια λυπημένο και διακρίνω μια δυναμική αποφασιστικότητα μέσα του, που δεν έχω ξαναδεί. Η επιθυμία της για εκδίκηση το προκαλεί όλο αυτό; Δεν έχω πρόβλημα, να εκφράζει την απέχθεια και το μίσος της για τον Φρεντέρικο, όταν είμαστε μόνοι. Όμως αν το παρακάνει, ίσως βάλει σε κίνδυνο τον εαυτό της και το σχέδιό μου. Ώσπου να ξεφορτωθούμε τον Φρεντέρικο διακυβεύονται πολλά. Ολόκληρος ο κόσμος, το Στάρενιθ, η Κρήνη του Σύμπαντος και οι ζωές μας. Το παιχνίδι που παίζουμε, είναι μέχρι θανάτου και καθόλου τίμιο από την πλευρά των αδελφών μου.
            «Ο πάγος που εμφανίστηκε νωρίτερα, εγώ τον δημιούργησα;» με ρωτάει διστακτικά. «Δεν ήταν αποκύημα της φαντασίας μου, έτσι;
«Όχι δεν ήταν. Σου είπα, ότι είσαι μάγισσα, αλλά δεν με πίστεψες». Σαρκάζω. «Είσαι μια Κίλμπορν, οπότε υποθέτω ότι η μητέρα σου έχει παρόμοιες ικανότητες. Δε σου μίλησε ποτέ γι’ αυτές;» σμίγω τα φρύδια μου μπερδεμένος. Γιατί να της κρύψει κάτι τέτοιο;
«Μου ανέφερε την ύπαρξη της Κρήνης μόλις έγινα δέκα οχτώ. Ίσως να περίμενε την κατάλληλη στιγμή, για να μου αποκαλύψει τα υπόλοιπα. Αλλά… μάλλον δε θα έχει την ευκαιρία, να το κάνει». Σκύβει το κεφάλι της σε μια πονεμένη ανάμνηση. «Εσύ; Είσαι σαν εμένα;»
«Περίπου. Είμαι ένας Άργκρεθ. Άντρας μάγος αν θες, να το πεις και έτσι. Γεννήθηκα τη μέρα της αλλαγής του θερινού ηλιοστασίου. Εσύ ανήκεις στον χειμώνα και η δύναμή σου είναι ο πάγος. Η δική μου είναι η φωτιά». Με ένα περήφανο χαμόγελο σηκώνω το χέρι μου και χτυπάω τα δάχτυλά μου, ώσπου σπίθες ξεπετάγονται και έπειτα μια ζεστή κόκκινη φλόγα ανάβει στην παλάμη μου.
Η Σελέστ γουρλώνει τα μάτια της με έκπληξη και θαυμασμό, ενώ το πρόσωπό της είναι γεμάτο δέος για τον νέο κόσμο, που απλώνεται μπροστά στα μάτια της. Η μαγεία είναι κάτι ξεχασμένο για τους περισσότερους ανθρώπους και σίγουρα δεν διαθέτει την παλιά της αίγλη. Όταν οι μάγοι κυβερνούσαν, μπορούσαν, να κάνουν θαύματα, όμως τώρα οι ικανότητές μας περιορίζονται μόνο στον έλεγχο της φωτιάς και του πάγου και μερικές φορές στις αλχημείες. Βέβαια οι αλχημιστές είναι κάτι σαν… είδος προς εξαφάνιση, οπότε κανείς δεν ξέρει με σιγουριά για την θέση της μαγείας στον κόσμο.
«Όταν νιώσεις έτοιμη για τις δυνάμεις σου, επίτρεψέ μου, να σε διδάξω, πως να τις ελέγχεις. Θα ήταν χρήσιμο όπλο, τόσο για άμυνα όσο και για επίθεση. Ιδιαίτερα αν θες, να αντιμετωπίσεις τον Φρεντέρικο». Λέω και τα μάτια της Σελέστ ζωηρεύουν.


Ηλιάνα Κλεφτάκη