Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

15.5.20

ΓΙΘΣ (Κεφάλαιο 1 - Το Μοτίβο του Θανάτου)


ΠΑΡΟΝ, Ανώτερο Στρώμα

Ο Βέρθερος προχωρούσε βιαστικά προς τον έλεγχο της Ανώτατης Πύλης. Δεν είχε ξεφορτωθεί ούτε το όπλο του, ούτε τα μαχαίρια του, ούτε το θράσος του. Παρόλα αυτά, πέρασε επιτυχώς την Ανώτατη Πύλη, κλείνοντας φιλικά το μάτι στους πέντε φύλακες που τον κοιτούσαν απορημένοι, με συνοδεία ηχητικής υπόκρουσης όλων των δυνατών συναγερμών που διέθετε ο ανιχνευτής ασφαλείας.
Οι ήχοι αυτοί φάνταζαν θεϊκές μελωδίες στα αυτιά του. Του χάριζαν το αίσθημα του εκλεκτού, εκείνου που δεν υπακούει στους ίδιους κανόνες με τους υπόλοιπους, αυτού που κατάφερε να ξεπεράσει τον μεγαλύτερο εχθρό των σύγχρονων ηρώων: τη γραφειοκρατία.
Το βήμα του ήταν βιαστικό για δύο λόγους. Πρώτον, είχε αργήσει. Δεύτερον, ήταν ανυπόμονος. Κατευθυνόταν προς το Υπουργείο Εσωτερικών.
Δύο οικοδομικά τετράγωνα ακόμα. Ένα. Μηδέν. Οι ήχοι των συναγερμών αντιλάλησαν ξανά. Η απορία των φυλάκων επανεμφανίστηκε. Ο Βέρθερος χαμογέλασε, καθώς επιτάχυνε κι άλλο το βήμα του, μέχρι που μια εξίσου βιαστική ομάδα ανθρώπων διασταυρώθηκε μαζί του. Έκανε παύση στην πορεία του, αφήνοντάς τους να περάσουν. Δεν ξεχνούσε τη θέση του.
Τους παρατήρησε, ενώ τον προσπερνούσαν. Ένας άοπλος γεροδεμένος ηλικιωμένος άντρας με επίσημη στρατιωτική φορεσιά. Τέσσερις οπλισμένοι στρατιώτες, δύο άντρες και δύο γυναίκες, που κοιτούσαν ανέκφραστα και αυστηρά τριγύρω. Μια νεαρή γυναίκα, ντυμένη σαν κυρία υψηλής κοινωνικής τάξης, με έναν κατάλευκο μεταξωτό μανδύα, ένα βελούδινο μπλε τουρμπάνι που κάλυπτε πλήρως τα μαλλιά της και ένα εντυπωσιακό μαργαριταρένιο κολιέ. Το δέρμα της ήταν λαμπερό και τα μάτια της κατάμαυρα.
Ο Βέρθερος την παρατήρησε για μερικά δευτερόλεπτα. Εκείνη το αντιλήφθηκε και ανταπέδωσε το βλέμμα, σκανάροντάς τον από πάνω μέχρι κάτω. Του χάρισε μια επικριτική ματιά και ψιθύρισε κάτι στον διπλανό της, συνεχίζοντας να τον κοιτάζει κοφτερά. Απέστρεψε το βλέμμα του και συνέχισε την πορεία του. Δεν είχε χρόνο για τέτοια.
Κατευθύνθηκε προς τον ανελκυστήρα, μπήκε μέσα και πάτησε το νούμερο δέκα. Οι οδηγίες που του είχαν δοθεί ήταν ξεκάθαρες. Κανείς άλλος δεν ανέβηκε μαζί του. Ήταν μόνος. Κατά την άνοδό του, βρήκε την ευκαιρία να πάρει μερικές βαθιές ανάσες και να ανασυνταχθεί. Το επικριτικό βλέμμα της γυναίκας επέστρεψε στο μυαλό του. Το έδιωξε ενοχλημένος κοιτώντας το δάπεδο του ανελκυστήρα. Εκεί συνάντησε νερό και λάσπη. Οι χτύποι της καρδιάς του επιταχύνθηκαν. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια και τις γροθιές του. Όταν τα άνοιξε ξανά, το δάπεδο ήταν πεντακάθαρο.
Βρισκόταν πια στον δέκατο όροφο. Απείχε είκοσι μέτρα από τον προορισμό του. Τα διένυσε με σιγουριά και ανυπομονησία. Αντίκρισε τη δίμετρη πόρτα. Απέξω έγραφε «ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ». Πήρε μια τελευταία βαθιά ανάσα και την άνοιξε.
Πρώτο αντίκρισε τον εκπαιδευτή του.
«Καλώς ήρθες, Βερθ» τον υποδέχτηκε. «Κάθισε, πρέπει να ξεκινήσουμε». Του έκανε έμμεση παρατήρηση για την αργοπορία του.
            «Μάλιστα» απάντησε και ακολούθησε την προτροπή του.
Διάλεξε μια από τις δύο υπολειπόμενες κενές θέσεις. Έξι ήταν πιασμένες. Έγιναν επτά. Αναρωτήθηκε αν η όγδοη θα παρέμενε κενή ή αν περίμεναν και κάποιον άλλον.
            «Έχω μάθει ότι κάνεις κατάχρηση της θέσης σου» του επιτέθηκε ο σύμβουλος του Υπουργού Χόμερτον οποίο αποκαλούσαν Σύμβουλο, χωρίς να αποκαλύπτουν το όνομά του ή γενικότερα την ύπαρξη κάποιου ονόματος.
            «Δεν καταλαβαίνω σε τι αναφέρεστε» αμύνθηκε.
Καταλάβαινε επακριβώς σε τι αναφερόταν.
            «Το ότι έχεις το ελεύθερο και εξαιρείσαι των κανόνων ασφαλείας, δε σημαίνει ότι πρέπει να βάλεις τα δυνατά σου να παραβιάσεις όσο περισσότερους κανόνες μπορείς. Έχουν κατατεθεί ποικίλες αναφορές και εκφράσεις ανησυχίας από πολίτες που έτυχε να είναι παρόντες στις χορωδίες συναγερμών που τους προσέφερες τόσο απλόχερα».
            «Θα έπρεπε να με ευχαριστούν που–»
            «Θα φροντίσω να διορθωθεί άμεσα το πρόβλημα, Σύμβουλε. Δεσμεύομαι επ’ αυτού» τον πρόλαβε ο εκπαιδευτής του, κοιτάζοντάς τον αυστηρά και θυμωμένα.
            Ο Βέρθερος ξεφύσηξε. «Φυσικά, δε θα επαναληφθεί. Με συγχωρείτε, κύριοι».
            Η πόρτα άνοιξε ξανά. Μπήκε μέσα η γυναίκα με την οποία είχε διασταυρωθεί πριν από λίγο. Αυτή τη φορά ήταν μόνη της.
«Με συγχωρείτε για την καθυστέρηση. Έπρεπε να περάσω από το γραφείο μου για ένα επείγον τηλεφώνημα. Ήρθα όσο πιο γρήγορα μπορούσα» είπε με σιγουριά.
Κανείς δε φάνηκε να έχει κάποια ένσταση. Η γυναίκα έκανε νόημα στους δύο σωματοφύλακες να κλειδώσουν την πόρτα. Εκείνοι υπάκουσαν. Στη συνέχεια, προχώρησαν προς την κατεύθυνση των θέσεων του εκπαιδευτή και του Αρχηγού των Δυάδων και στάθηκαν όρθιοι ακριβώς από πίσω. Είχαν έρθει όλοι όσοι έπρεπε.
            Η γυναίκα προχώρησε προς την κενή θέση που υπήρχε δίπλα στον Βέρθερο. Εκείνος σηκώθηκε βιαστικά και τράβηξε την καρέκλα της, για να καθίσει. Ήταν τόσο κομψή και μεγαλοπρεπής που ο Βέρθερος δεν μπορούσε να μην επιστρατεύσει τους καλούς του τρόπους –όσο και αν την είχε αντιπαθήσει στην πρώτη τους αλληλεπίδραση. Εκείνη φάνηκε να εκπλήσσεται από την κίνησή του, μα αρκέστηκε σε ένα απλό κούνημα του κεφαλιού της, για να τον ευχαριστήσει.
            Ο Βέρθερος επέστρεψε στην καρέκλα του. Ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν.
            Το τραπέζι αυτό απάρτιζαν ο Σύμβουλος, ο Υπουργός Εσωτερικών ή αλλιώς Χόμερ, ο εκπαιδευτής των Δυάδων, δύο αξιωματικοί του Στρατού και ο Αρχηγός των Δυάδων. Την οκτάδα συμπλήρωνε ο Βέρθερος και η άγνωστη σε αυτόν γυναίκα. Πίσω από τον Αρχηγό και τον εκπαιδευτή στέκονταν όρθιοι οι σωματοφύλακές τους, ο Ντουμ και η Μόξι αντίστοιχα.
            Ο Σύμβουλος ήταν ένας κατσουφιασμένος ηλικιωμένος άντρας ντυμένος με αποχρώσεις του πράσινου. Ο μανδύας του ήταν κυπαρισσί και το ψηλό καπέλο του είχε έναν ελαφρώς πιο σκούρο τόνο. Οι έντονες ρυτίδες του τον έκαναν να μοιάζει ληγμένο και μισοπεθαμένο, μα από το βλέμμα του ανέβλυζε μια πρωτοφανής ζωτικότητα. Ο Χόμερ παρουσιαζόταν με τα ακριβώς αντίθετα χαρακτηριστικά. Ήταν δέκα χρόνια νεότερος του Συμβούλου τουσαράντα ετών και έδειχνε ακόμη μικρότερος. Όμως, παρά το αρρενωπό παρουσιαστικό του, που αποτελείτο από ένα φαρδύ και δεμένο σώμα, σφιχτό και σκουρόχρωμο δέρμα και μια επιβλητική, ανθρακί δερμάτινη φορεσιά, η συνολική αύρα του υποβαθμιζόταν λόγω του βαρεμένου και μισοκοιμισμένου βλέμματός του. Οι δύο αξιωματικοί του Στρατού ήταν ντυμένοι με την τυπική στρατιωτική τους φορεσιά. Τέλος, ο εκπαιδευτής και ο Αρχηγός φορούσανόπως και ο Βέρθεροςτη στρατιωτική στολή των Δυάδων.
Η στολή αυτή απαρτιζόταν από τρία τμήματα. Το πρώτο αποτελούσε μια μαύρη ολόσωμη δερμάτινη εφαρμοστή φορεσιά, η οποία διέθετε τρία στρώματα υλικού. Το πρώτο στρώμα, το πιο εσωτερικό, ήταν κατασκευασμένο από πούπουλο χήνας. Στόχος του στρώματος αυτού ήταν η θερμομόνωση. Μιας που η στολή αυτή έπρεπε να υποστηρίξει ποικίλες και διαφορετικές μεταξύ τους θερμοκρασίες περιβάλλοντος, η υψηλή θερμομόνωση ήταν απαραίτητη σχεδιαστική προδιαγραφή της. Το εσωτερικό αυτό στρώμα διαχωριζόταν από τα γειτονικά του, δηλαδή από το ανθρώπινο δέρμα και το ενδιάμεσο στρώμα, με την προσθήκη λεπτών αδιάβροχων μεμβρανών, οι οποίες προστάτευαν το ευαίσθητο σε συνθήκες υγρασίας πουπουλένιο υλικό. Το αμέσως επόμενο και ενδιάμεσο στρώμα ήταν κατασκευασμένο από αλεξίσφαιρο ύφασμα, συγκεκριμένα από νανοσωλήνες άνθρακα, οι οποίοι με το ελάχιστο δυνατό βάρος προσέφεραν τη μέγιστη δυνατή ανθεκτικότητα και προστασία. Το ύφασμα αυτό δεν ήταν ενιαία ενσωματωμένο στη στολή, μα σε ξεχωριστά κομμάτια υλικού των τριών τετραγωνικών εκατοστών που σχημάτιζαν ένα εσωτερικό προστατευτικό πλέγμα, μη στερώντας ευλυγισία και ευκαμψία από το ρούχο. Τέλος, το τρίτο και εξωτερικό στρώμα αποτελείτο από δέρμα μοσχαριού. Το δέρμα είχε υποστεί επιπρόσθετη επεξεργασία με στόχο την προσθήκη ανάγλυφων ραβδώσεων για μεγαλύτερη τραχύτητα επιφάνειας. Η τριβή, τις περισσότερες φορές, ήταν σύμμαχος των Δυάδων, αφού η αναρρίχηση δεν ήταν σπάνια προσεγγιστική τακτική. Θήκες και τσέπες ήταν διάσπαρτα τοποθετημένες πάνω στη στολή.
Ένα κυκλικό ατσάλινο αντικείμενο που έφερε το σήμα των Δυάδων ήταν ενσωματωμένο στην αριστερή ωμοπλάτη. Το σήμα αυτό δεν ήταν πλήρως τυποποιημένο για το κάθε μέλος των Δυάδων, μα υπήρχε η δυνατότητα επιλογής μιας εκ των τεσσάρων εκδοχών του. Οι τέσσερις αυτές διαθέσιμες επιλογές ήταν τα γράμματα του ακρωνυμίου ΥΑΝΤ. Στην πλάτη του εκπαιδευτή ήταν τοποθετημένο ένα Α. Στην πλάτη του Αρχηγού ήταν τοποθετημένο ένα Τ. Το γράμμα αυτό είχε πορφυρό κόκκινο χρώμα και περιβαλλόταν από ένα κύκλο σπασμένο σε δύο χρυσά ανάγλυφα ημικύκλια. Στα άκρα της εσωτερικής πλευράς του κάθε ημικυκλίου υπήρχε ένας επίσης ολόχρυσος ανάγλυφος κυνόδοντας, συνολικά τέσσερις κυνόδοντες στην επιφάνεια του σήματος.
            Το δεύτερο τμήμα της φορεσιάς αποτελείτο από ένα ζευγάρι μαύρες αρβύλες, κατασκευασμένες επίσης από μοσχαρίσιο δέρμα γεμάτο πόρους, μα και τρύπες αποστράγγισης νερού και ιδρώτα, στα πλάγια του παπουτσιού. Ανάμεσα στον κορμό, που έφτανε μέχρι τη μέση της γάμπας, και τον λαστιχένιο αντιολισθητικό πάτο της αρβύλας υπήρχε ένα μεταλλικό πλέγμα που προσέδιδε μισό κιλό επιπρόσθετου βάρους στο κάθε άρβυλο. Ένα μεταλλικό φερμουάρ στο πλάι ολοκλήρωνε τη σχεδιαστική του σύλληψη.
            Τρίτο και τελευταίο τμήμα της στολής ήταν η χαρακτηριστική μάσκα των Δυάδων. Η μάσκα αυτή ήταν ένα από τα μελανά κομμάτια της εκπαίδευσής τους. Η μάσκα κάλυπτε όλο το πρόσωπο του στρατιώτη, εκτός από πάνω μέρος του μετώπου του. Ήταν μαύρη, ματ, κατασκευασμένη από βαλλιστικό ύφασμα αραμιδίου και ήταν πάχους ενός εκατοστού. Το γεωμετρικό του σχήμα μιμείτο το σχήμα του ανθρώπινου προσώπου, με μια ελαφρώς μυτερή οβάλ κόψη στο κάτω μέρος της, μα το πάνω μέρος της, κατά μήκος των φρυδιών του στρατιώτη, ήταν ίσιο. Η επιφάνεια της μάσκας ακολουθούσε αρμονικά τα κόκκαλα και τα μέλη του ανθρώπινου προσώπου, αφού υπήρχαν εξογκώματα στα σημεία της μύτης, του στόματος, των ζυγωματικών και των φρυδιών. Η μάσκα διέθετε μονάχα δύο τρύπες, στις θέσεις των δύο ματιών. Το σχήμα των εσοχών αυτών ήταν ορθογώνιο από την πλευρά των ρινικών οστών και μυτερό, με ελαφριά κλίση προς τα πάνω, από την εξωτερική πλευρά.
Η κατασκευή αυτή είχε ηλεκτρομαγνητική λειτουργία. Στην εσωτερική μεριά του εξογκώματος του στόματος ήταν τοποθετημένο ένα μικρόφωνο και ένα ακουστικό εντολών, το οποίο ήταν συνδεδεμένο με τα ακουστικά επικοινωνίας όλων των Δυάδων. Μπορούσαν να επικοινωνήσουν ανά πάσα στιγμή με οποιοδήποτε μέλος με την κατάλληλη λεκτική εντολή στο ακουστικό εντολών.
Η μάσκα αυτή κρατείτο σε επαφή με το πρόσωπο μέσω τεσσάρων μαγνητικών επαφών, δύο σε κάθε πλευρά του προσώπου. Οι μαγνητικές επαφές ήταν καρφωμένες στα σφηνοειδή και ζυγωματικά οστά του κρανίου. Στις αντίστοιχες εσωτερικές θέσεις της μάσκας υπήρχαν μαγνητικά υλικά αντίθετου πόλου, με αποτέλεσμα να κλειδώνει στη σωστή θέση. Χαρακτηριστικό της έξυπνης λειτουργίας της βαλλιστικής μάσκας ήταν η δυνατότητα αναστροφής του μαγνητικού πόλου της. Συγκεκριμένα, όταν η μάσκα δεχόταν δύναμη μεγαλύτερη ενός κατώτερου κατωφλίου, αντέστρεφε τον πόλο της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να απωθείται από το πρόσωπό κατά τη διάρκεια του χτυπήματος, με απώτερο σκοπό τη μείωση του κραδασμού σύγκρουσης μέσω της αποσύνδεσης των οστών του κρανίου από την μάσκα.
Πρώτη μίλησε η άγνωστη γυναίκα. «Χάνουμε τον έλεγχο».
            Η αφοπλιστική της τοποθέτηση τράβηξε την προσοχή του Βέρθερου και γύρισε να την κοιτάξει. Τα μάτια της ήταν κόκκινα και πρησμένα, σαν να είχε κλάψει προηγουμένως.
            «Την προηγούμενη εβδομάδα υποβιβάστηκε στο Κατώτερο Στρώμα ο γραμματέας του πατέρα μου. Ενοχοποιήθηκε για φόνο από το πουθενά. Σαν την περίπτωση εκείνου του διπλωμάτη. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι, ήταν εξόφθαλμη η ενοχή του και αδιάσειστες οι αποδείξεις. Χθες βρέθηκε πεταμένος σε ένα αγρόκτημα στα έξω χωριά. Τον είχαν… Τον είχαν πετσοκόψει… Δεν μπόρεσε, ούτε πρόλαβε, να μας πει τι συνέβη. Η Άδεια άργησε να βγει, δεν νοσηλεύτηκε εγκαίρως σε κάποιο νοσοκομείο και, όπως πληροφορήθηκα πριν από λίγο, απεβίωσε».
            Όλοι έμειναν σιωπηλοί.
            «Ήταν αναίσθητος καθ’ όλη τη διάρκεια της εναπομείνασας ζωής του;» τη ρώτησε ο Χόμερ.
            Εκείνη έσφιξε τις γροθιές της κάτω από το τραπέζι. «Όχι, κύριε Υπουργέ. Το σώμα του ήταν κατασπαραγμένο, σαν να του είχαν επιτεθεί άγρια ζώα, μα ήταν ζωντανός και είχε τις αισθήσεις του. Το πρόβλημα ήταν άλλο… Του είχαν κόψει τη γλώσσα, του είχαν βγάλει τα μάτια και τον είχαν κουφάνει. Η όποια συνεννόηση μαζί του ήταν αδύνατη».
            «Πρόκειται για μοτίβο, λοιπόν. Αυτό που φανταζόσουν, Σύμβουλε. Είναι το δεύτερο θύμα τους και θα υπάρξουν κι άλλα» παρατήρησε ο Αρχηγός. «Πόσο στενή σχέση είχε με τον πατέρα σου, δεσποινίς Ντέβα;»
            Ντέβα. Ο Βέρθερος ήθελε διακαώς να μάθει κι άλλες πληροφορίες για την ταυτότητα αυτής της γυναίκας. Φαινόταν να παίζει σημαντικό ρόλο στην υπόθεση των Γιθς.
            Η Ντέβα χαμήλωσε το κεφάλι της για να κρύψει τα δάκρυά της. Έμεινε έτσι για μερικά δευτερόλεπτα. Πήρε δύο βαθιές ανάσες και επανήλθε. «Ήταν πολύ κοντά με τον πατέρα μου. Έμενε στο διπλανό σπίτι. Έτρωγε μαζί μας στα οικογενειακά τραπέζια, με έβαζε συχνά για ύπνο όταν κοιμόταν στο σπίτι μας, είχαμε ταξιδέψει και στα έξω χωριά κάποια καλοκαίρια. Ήταν πάντα δίπλα μας. Ήταν σαν πατέρας για μέν–» σταμάτησε απότομα. Ο πόνος της ήταν εμφανής. Πήρε πάλι τον χρόνο της, τον οποίο οι υπόλοιποι σεβάστηκαν πλήρως, και συνέχισε. «Δε χωράνε συναισθηματισμοί αυτή τη στιγμή, κύριοι. Ο άνθρωπος αυτός δολοφονήθηκε διότι η θέση του ήταν καθοριστική. Γι αυτό δεν επέτρεψα σε κανέναν να προσφερθεί γι αυτήν. Την κατέλαβα αμέσως. Δε θα πλησιάσει κανείς τόσο στενά τον πατέρα μου όσο ο κύριος Κραμ. Ο πατέρας μου έγινε στόχος, είναι πια φανερό. Βρείτε τον σκοπευτή. Πριν σκοτώσουν και μένα».
            Ο εκπαιδευτής απάντησε πρώτος. «Είναι πολύ επικίνδυνα τα καθήκοντα που αναλάβατε. Μπορούμε να αναθέσουμε σε έναν δικό μας να γίνει γραμματέας του Υπουργού, σε έναν άνθρωπο που να εμπιστευόμαστε πλήρως. Δε βρισκόμαστε σε τόσο απελπιστική θέση, ώστε να διακινδυνέψουμε την σωματική σας ακεραιότητα. Υπάρχουν ακόμη πολλά πιόνια, πριν καταφύγουμε στη βασίλισσα».
            «Εξάλλου…» πρόσθεσε ο Σύμβουλος «δε νομίζω να συμφωνήσει ο Υπουργός Οικονομικών με αυτή σας την πρωτοβουλία».
            Υπουργός Οικονομικών; Τι συμβαίνει; Ο Βέρθερος είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του.
            Ο Αρχηγός των Δυάδων πήρε τον λόγο. «Δεσποινίς Ντέβα, δεν είμαι διατεθειμένος να χαρίσω καμία νίκη στον εχθρό. Εκτιμώ και θαυμάζω το θάρρος σου, μα η ζωή σου δεν έχει καμία θέση σε αυτή την ανταλλαγή πυρών. Παραμένεις πολίτης και οφείλουμε να σε προστατεύσουμε. Θα σε παρακαλούσα να συνέλθεις και να αφήσεις τον λόχο των Δυάδων να κάνει τη δουλειά του, χωρίς περιττά ρίσκα».
            Η Ντέβα δεν έχασε την ψυχραιμία της. «Αρχηγέ, εκτιμώ το ενδιαφέρον σας για τη ζωή μου, μα δε σας πέφτει λόγος στην προκειμένη περίπτωση. Έχω ήδη διοριστεί. Ο πατέρας μου έχει ήδη υπογράψει. Τα καθήκοντά σας αφορούν την προστασία μου, όχι την επιλογή του επαγγέλματός μου. Αν τα εκπληρώσετε επιτυχώς, δε θα υπάρξει καμία παράπλευρη απώλεια. Αν αποτύχετε, διαθέτω πλήρη επίγνωση ότι μπορεί να χάσω τη ζωή μου. Νομίζω πως έληξε αυτό το ζήτημα. Ας προχωρήσουμε στα πιο πρακτικά».
            Η ενόχληση του Αρχηγού είχε μετατραπεί σε σιωπηλή οργή.
            «Υπέγραψε ο πατέρας σας; Πότε;» ρώτησε ο Σύμβουλος έκπληκτος.
            «Αρκετά. Θα σας φέρω όλα τα απαραίτητα έγγραφα. Κατανοώ τη δυσπιστία και τις αμφιβολίες σας. Μα παραμένουν εκτός θέματος τη δεδομένη στιγμή. Ας συζητήσουμε τις επόμενες ενέργειές μας».
            Ο Βέρθερος μίλησε για πρώτη φορά μετά από την είσοδο της Ντέβα. «Είναι οφθαλμοφανές ότι θα γίνεις δόλωμα. Είναι η προφανής πρώτη μας κίνηση για να τους παγιδεύσουμε. Κατανοείς το ρίσκο του πράγματος; Δεν είναι παιχνίδι».
            Η Ντέβα σοκαρισμένη γύρισε προς το μέρος του. Μετά κοίταξε τους υπόλοιπους. «Μπορώ να μάθω ποιος είναι ο κύριος;»
            «Το όνομά μου είναι Βέρθερος. Χαίρω πολύ. Πόσο χρονών είσαι, Ντέβα; Δεκαεννέα; Είκοσι;» της είπε επιθετικά. Εκείνη απέφευγε το βλέμμα του. «Δεν είναι παιχνίδι. Μπορεί να νομίζεις ότι είναι παιχνίδι, αλλά δεν είναι» επανέλαβε ήρεμα. «Αν σε πιάσουν τα Γιθς… Αν σε πιάσουν, τελείωσες». Έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα σιωπηλός, μέχρι που ξαναμίλησε με πιο άψυχο τόνο. «Δεν ξέρω αν μπορούμε να σε εμπιστευτούμε. Αν σε πιάσουν, θα σε βασανίσουν μέχρι να μιλήσεις. Το προφανές είναι ότι δεν έχεις τις αντοχές ενός εκπαιδευμένου στρατιώτη στα βασανιστήρια. Αν δε σταθούμε τυχεροί και δε σε σκοτώσουν εγκαίρως, θα υποκύψεις και θα αποκαλύψεις όλα όσα γνωρίζεις». Γύρισε προς τους υπόλοιπους. «Είναι ακατάλληλη για αυτήν τη θέση».
            Γύρισε απότομα προς το μέρος του εξοργισμένη. «Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα–»
            «Αρκετά» τους διέκοψε ο Αρχηγός. «Αρκετά». Έκανε μια παύση. Όλοι περίμεναν τα επόμενά του λόγια. «Ντέβα, θα πρέπει να–»
            «Θα πρέπει να γίνω δόλωμα. Το ξέρω. Πάρτε αυτό ως δεδομένο και καταστρώστε το σχέδιό σας. Όταν το τελειοποιήσετε, ενημερώστε με».
Σηκώθηκε από τη θέση της. Ο Βέρθερος ετοιμάστηκε να σηκωθεί για να της τραβήξει την καρέκλα, μα η Ντέβα τον κοίταξε με μίσος. Παρέμεινε στη θέση του.
«Θα φροντίσω να σας φέρουν όλα τα απαραίτητα έγγραφα της πρόσληψής μου μέσα στα επόμενα λεπτά. Καλή συνέχεια, κύριοι. Πρέπει να τακτοποιήσω τις εκκρεμότητες της κηδείας του κύριου Κραμ».
            Και της δικής σου, σκέφτηκε θυμωμένος ο Βέρθερος.
Η Ντέβα έφυγε βιαστική κλείνοντας την πόρτα πίσω της. Κανείς δε μίλησε για μερικά λεπτά. Όλοι προσπαθούσαν να αφομοιώσουν τις νέες πληροφορίες, κρύβοντας όσο μπορούσαν την απαισιοδοξία τους.
            «Δεν έπρεπε να επέμβεις, Βερθ. Την έβγαλες εκτός εαυτού. Μπορεί να την είχαμε μεταπείσει» τον επέπληξε τελικά ο εκπαιδευτής του.
            «Δεν μου φάνηκε πρόθυμη να αλλάξει πλεύση. Ήταν πολύ απόλυτη. Και ισχυρογνώμων. Και επιθετικ–»
            «Έχω μεταπείσει και άλλους. Θα έπρεπε να το θυμάσαι αυτό».
            Όλοι γύρισαν να κοιτάξουν τον Βέρθερο επικριτικά και εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα του. «Έχεις δίκιο, δάσκαλε. Θα τη φέρω πίσω» τον διαβεβαίωσε και έφυγε αποφασιστικά από τον χώρο συνεδρίασης.

            Ντέβα. Υπουργείο Οικονομικών. Γραμματέας, επανέλαβε στο μυαλό του όλες τις πληροφορίες που διέθετε για τη γυναίκα.
Σταμάτησε τον πρώτο περαστικό που συνάντησε στον διάδρομο.
«Με συγχωρείτε, θα μπορούσατε να μου πείτε πού βρίσκεται το γραφείο της γραμματείας του Υπουργείου Οικονομικών;»
            Ο περαστικός τον κοίταξε δύσπιστα. «Υποθέτω πως βρίσκεται στο Υπουργείο Οικονομικών».
Ο Βέρθερος συνειδητοποίησε την ηλιθιότητα της ερώτησής του και ξαναπροσπάθησε. «Έχετε απόλυτο δίκιο, αναδιατυπώνω. Μήπως γνωρίζετε πού μπορώ να βρω την Ντέβα; Είναι η κόρη του Υπουργού Οικονομικών και πρόσφατα διορίστηκε ως γραμματέας του. Υπάρχει κάποιο αρμόδιο γραφείο σε αυτό το κτίριο; Είναι επείγον να μιλήσω μαζί της το συντομότερο».
            «Με συγχωρείτε, δε γνωρίζω».
            «Συγχωρεμένος» του απάντησε ο Βέρθερος και τον προσπέρασε.
Ανακάλεσε στη μνήμη του την πρώτη του συνάντηση μαζί της. Συνέβη στην είσοδο του κτιρίου. Είχαν διασταυρωθεί εκεί. Έτρεξε προς τον ανελκυστήρα. Όταν άνοιξε η συρόμενη πόρτα του, είδε μέσα δύο κυρίες. Περιποιημένες, κομψές και μεγαλοπρεπείς. Τι στο καλό; Σκέφτηκε όσο πιο στερεοτυπικά μπορούσε.
«Που βρίσκονται οι γυναικείες τουαλέτες του ορόφου;» τις ρώτησε.
            Η μία γούρλωσε τα μάτια της και η δεύτερη γέλασε και του απάντησε:
«Θα κάνετε μεταβολή και στον δεύτερο διάδρομο που θα συναντήσετε θα στρίψετε δεξιά. Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε την κάθοδό μας τώρα;»
            Ο Βέρθερος χαμογέλασε. «Ευχαριστώ. Καλή συνέχεια» τους είπε και πάτησε ξανά το κουμπί του ανελκυστήρα, για να κλείσουν οι πόρτες.
Ακολούθησε τις οδηγίες της δεύτερης κυρίας και στρίβοντας στον διάδρομο βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με την Ντέβα. Είχε μόλις βγει από τις γυναικείες τουαλέτες.
            Η Ντέβα τον αναγνώρισε και έκανε να τον προσπεράσει εξοργισμένη.
            «Δεσποινίς Ντέβα, μη φεύγετε. Πρέπει να σας μιλήσω» προσπάθησε να τη σταματήσει. Εκείνη συνέχισε να περπατάει αγνοώντας τον. Την ακολούθησε.
Τριάντα μέτρα μετά, γύρισε προς το μέρος του.
            «Τι ακριβώς κάνεις;»
            «Πρέπει να σου μιλήσω».
            «Πολύ κράτησαν οι τρόποι σου».
            Περπάτησε προς το μέρος της και την έφτασε. Η μυρωδιά της ήταν μεθυστική. Το ίδιο και η μορφή της. Έβγαλε τη μάσκα του και αποκάλυψε το πρόσωπό του. Εκείνη τον κοίταξε έκπληκτη. Φάνηκε να μην είχε ξαναδεί ποτέ από κοντά τρυπημένο στρατιώτη των Δυάδων. Περιεργάστηκε αδιάκριτα με το βλέμμα της τα εμφυτεύματα και στη συνέχεια τον κοίταξε στα μάτια.
«Δεν ήθελα να φανώ επιθετικός. Και σίγουρα, όχι απαξιωτικός».
            «Δε με ενδιαφέρουν οι προθέσεις σου. Θέλεις κάτι άλλο από μένα; Έχω δουλειά».
            Ο Βέρθερος ξεφύσηξε. Προσπάθησε να συγκρατήσει την ψυχραιμία του. «Δεν είμαστε εχθροί. Το αντιλαμβάνεσαι αυτό;»
            «Τίποτα δεν είμαστε, για την ακρίβεια. Δε γνωριζόμαστε».
            «Μιλάς σαν κακομαθημένο παιδί, Ντέβα. Είμαι στρατιώτης. Αυτό σημαίνει ότι έχω λάβει την αντίστοιχη εκπαίδευση. Θα έπρεπε να ξέρεις ότι η πειθαρχία είναι το βασικότερο κομμάτι της. Δεν επιλέγεις τους συμμάχους σου, τους ανώτερούς σου ή την ομάδα σου. Ανεξαρτήτως τρίτων προσώπων ή συνθηκών είσαι συνεργάσιμος και κάνεις τη δουλειά σου υπακούοντας εντολές». Την πλησίασε κι άλλο, σε σημείο που τα επόμενα της τα είπε ψιθυριστά. Η Ντέβα δεν οπισθοχώρησε. «Αν θες πραγματικά να αναλάβεις αυτό το ρίσκο, φέρσου σαν στρατιώτης, όχι σαν παιδί». Εκείνη δεν απάντησε. Συνέχισαν να κοιτάζονται. Ο Βέρθερος έσπασε τη σιγή. «Δεν είμαστε εχθροί. Είμαστε σύμμαχοι. Συμπεριφέρσου ανάλογα».
            Ένα εκτελεστικό όργανο είσαι, τίποτα παραπάνω. Και μη με ξαναενοχλήσεις. Θα μιλάω μόνο με τους ανώτερούς σου. Για την ακρίβεια, δεν ξέρω καν γιατί βρισκόσουν σε εκείνο το τραπέζι».
Αμέσως μετά του γύρισε την πλάτη και έφυγε. Δεν την ακολούθησε. Τοποθέτησε τη μάσκα του πίσω στη θέση της. Και ξάφνου άκουσε μια γνώριμη κραυγή μέσα στο κεφάλι του.
Κας;
            «Τι θέλεις;»
            Όλα εντάξει; Προσπάθησε να αποκτήσει πρόσβαση στο οπτικό πεδίο του Κάσιαν, μα εκείνος δεν τον άφησε.
            «Δεν θα το έλεγα. Μα η κατάσταση είναι ελεγχόμενη» του απάντησε νοερά ο Κάσιαν.
            Που βρίσκεσαι; Τι κραυγή ήταν αυτή;
            «Κοίτα τη δουλειά σου».
            Μην κάνεις τίποτα επικίνδυνο, Κας. Είμαι πολύ απασχολημένος, τον προειδοποίησε.
            Και ξάφνου ο Βέρθερος αισθάνθηκε να κλείνουν οι οδοί επικοινωνίας με τη δυάδα του. Ο Κάσιαν τον πέταξε έξω από μυαλό του. Παρόλα αυτά, ο Βέρθερος δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με τον Κάσιαν εκείνη τη στιγμή. Έπρεπε όντως να κοιτάξει τη δουλειά του.

            Όταν ο Βέρθερος εισήλθε και πάλι στην αίθουσα συνεδρίασης, όλοι ήταν απορροφημένοι και μελετούσαν μια στοίβα από έγγραφα που ήταν τοποθετημένη στο κέντρο του στρογγυλού ξύλινου τραπεζιού. Φαντάστηκε ότι θα αφορούσαν τον διορισμό της Ντέβα. Πλησιάζοντας το τραπέζι, αντιλήφθηκε ότι δεν είχαν καμία σχέση με αυτό. Ήταν εκτυπωμένες φωτογραφίες πτωμάτων.
Ο εκπαιδευτής του σήκωσε το κεφάλι του παρατηρώντας τον. «Περίμενα να έρθεις με συνοδεία».
«Δεν–»
Και η πόρτα άνοιξε πίσω του. Η Ντέβα είχε επιστρέψει με τη δική της στοίβα. «Κύριοι, με συγχωρείτε για την ανάρμοστη συμπεριφορά μου. Είμαι συναισθηματικά φορτισμένη. Ο θάνατος του κύριου Κραμ είναι ακόμα φρέσκος και αδυνατώ να διατηρήσω ψύχραιμη και καθαρή κρίση. Ελπίζω να μην προκάλεσα σοβαρό πρόβλημα προηγουμένως". Προσπέρασε τον Βέρθερο σαν να μην υπήρχε καν εκεί και ακούμπησε τα έγγραφα στο τραπέζι. «Έφερα τα–» διέκοψε τον λόγο της, αφού αντίκρισε τις φωτογραφίες.
Αναγνώρισε το σώμα του κύριου Κραμ. Μια πνιχτή κραυγή της ξέφυγε και χαμήλωσε το κεφάλι της.
Ο Αρχηγός έκρυψε αμέσως τις φωτογραφίες. «Με συγχωρείς, δε φαντάστηκα ότι θα είσαι παρούσα στη μελέτη αυτή. Θα γίνει άλλη στιγμή».
"Όχι. Συνεχίστε. Πρέπει να γνωρίζω την έκταση του κινδύνου. Μπορεί να κληθώ να τον αντιμετωπίσω σύντομα».
Ο Βέρθερος κοίταξε απηυδισμένος το ταβάνι. Καμία ελπίδα.
            «Είστε σίγουρη;» ρώτησε για επιβεβαίωση ο Σύμβουλος.
            «Οφείλω να είμαι» απάντησε η Ντέβα.
            «Καθίστε και οι δύο. Έχουμε δουλειά να κάνουμε» τους είπε ο Χόμερ. Ακολούθησαν την παρότρυνσή του. Ο Χόμερ άπλωσε τις φωτογραφίες στο τραπέζι. Ο καθένας πήρε από μία και την παρατήρησε προσεκτικά.
            Στα χέρια του Βέρθερου κατέληξε η φωτογραφία του πρώτου θύματος, του μέλους του Διπλωματικού Σώματος Ράμπο Σέλερ. Σκέφτηκε τον φίλο του. Λυπάμαι, Βαλ. Η εικόνα ήταν αποκρουστική. Η κοιλιά του και το αριστερό του πόδι ήταν γεμάτα δαγκωματιές. Τα ρούχα του ήταν σκισμένα και βαμμένα με αίμα. Του είχαν κόψει τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών. Δύο από τα κομμένα δάχτυλα των ποδιών τα είχαν ράψει στα ρουθούνια του, σφραγίζοντας τη δίοδο οξυγόνου. Τα δύο του χείλη ήταν σφραγισμένα με καυτό κερί. Είχε πεθάνει από ασφυξία, πριν προλάβει να υποταχθεί στις πληγές του.
            «Είναι λες και προσπαθούν να μας πείσουν ότι είναι άγρια ζώα. Λυσσασμένα σκυλιά» σχολίασε η Ντέβα αηδιασμένη.
Δεν έχεις την παραμικρή ιδέα, της απάντησε νοερά ο Βέρθερος. Μα δεν μπορούσε να πει κάτι τέτοιο μεγαλόφωνα.
            «Το χειρότερο από όλα είναι πως δεν έρχονται να σε βρουν, μα σε αναγκάζουν να πας να τους βρεις εσύ. Το ότι και τα δύο θύματα κατηγορήθηκαν για φόνο είναι ανήκουστο. Έχουν εισχωρήσει πολύ βαθιά στο Ανώτερο Στρώμα. Όσο και αν αποκρύπτουμε από τους πολίτες την ύπαρξη των Γιθς, έχουν καταφέρει να αποκτήσουν οπαδούς ακόμα και ανάμεσά μας».
            «Τώρα που συμφωνούμε ότι οι κατηγορίες δεν ήταν τυχαίες και ότι είχαν στήσει δικαστικές παγίδες στα δύο θύματα, πώς μπορούμε να αμυνθούμε;» αναρωτήθηκε η Ντέβα.
            «Όταν θεσπίστηκε η νομοθετική πυραμίδα, οι αντιδράσεις των πολιτών ήταν τόσο έντονες που έπρεπε να τους διαβεβαιώσουμε πως δε θα είναι οι χαμένοι της ιστορίας. Όλοι οι δικηγόροι που είχαν πάρει το μέρος των πολιτών αναζητούσαν σαν νυφίτσες το παραμικρό ψεγάδι στους όρους που είχαμε θέσει. Αν δε συμμορφωνόμασταν, αν δεν ήταν όλα πλήρως δομημένα, θα είχε γίνει εξέγερση. Το μόνο κομμάτι στο οποίο μπορούμε να χτυπήσουμε είναι οι αποδείξεις. Αν βγει η δικαστική απόφαση, χάσαμε, δεν μπορούσε να φέρουμε την παραμικρή ένσταση. Το θύμα θα υποβιβαστεί στο Κατώτερο Στρώμα με συνοπτικές διαδικασίες. Δεν μπορούμε να επηρεάσουμε τους δικαστές, παρά μόνο με τον ορθόδοξο τρόπο» ολοκλήρωσε ο Σύμβουλος.
            «Όταν λέτε ορθόδοξο;» ρώτησε η Ντέβα.
            «Πρέπει να υπερασπιστούμε τον κατηγορούμενο. Να γκρεμίσουμε την όποια απόδειξη για το αδίκημα» απάντησε ο Σύμβουλος.
            «Λίγο πριν ειπώθηκε ότι οι αποδείξεις που είχαν κατατεθεί ήταν αδιάσειστες. Πώς μπορεί κάτι τόσο προσεκτικά σκηνοθετημένο να προσβληθεί;» ρώτησε η Ντέβα.
            Ο Βέρθερος πρόλαβε τον εκπαιδευτή του και απάντησε. «Για αρχή, με το άλλοθι».
            «Ακριβώς. Είναι η πρώτη προφανής προσέγγιση. Πριν ήμασταν απροετοίμαστοι. Δε βλέπαμε τι ερχόταν. Τώρα πια ξέρουμε. Πρέπει να φτιάξουμε δύο λίστες με ονόματα. Στην πρώτη λίστα θα μπουν οι άνθρωποι που καταλαμβάνουν θέσεις κλειδιά. Εκείνοι που πρέπει να προφυλαχτούν πάση θυσία από την οποιαδήποτε στημένη ενοχοποίηση. Στην δεύτερη λίστα θα μπουν τα πιθανά επόμενα θύματά. Και οι δύο κατηγορίες θα φυλάσσονται και θα παρακολουθούνται με κάμερες είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Θα υπάρχει άλλοθι για την κάθε τους κίνηση» συμπλήρωσε ο εκπαιδευτής. «Θα υπάρχει ντοκουμέντο ακόμα και όταν θα βρίσκονται στην τουαλέτα».
            «Θα οργανώσω μια επιτροπή να αναλάβει τα ονόματα. Σε μερικές ώρες θα είναι έτοιμη. Πόσους μπορεί να αναλάβει ο λόχος σας;» ρώτησε τον Αρχηγό ο Χόμερ.
            «Όσους χρειαστεί» απάντησε και γύρισε προς τους δύο αξιωματικούς του Στρατού. «Για αρχή, θα πρέπει να αποφύγουμε να εμπλακεί ο Στρατός. Δεν πρέπει να τραβήξουμε την προσοχή. Δε γνωρίζουμε πόσο βαθιά έχουν διεισδύσει τα Γιθς στο Ανώτερο Στρώμα. Αν χρειαστούμε την συμβολή σας, θα σας ενημερώσουμε διακριτικά και θα στρατολογήσουμε μερικούς από τους δικούς σας, τους πιο έμπιστους. Η επιλογή θα γίνει από μας. Θα βρισκόμαστε σε διαρκή επικοινωνία. Θεωρώ πως αντιλαμβάνεστε όλοι την αναγκαιότητα της απόλυτης εχεμύθειας».
            Οι δύο αξιωματικοί κούνησαν καταφατικά το κεφάλι τους.
            «Βερθ, ήρθε η ώρα για την αναφορά σου» του απηύθυνε το λόγο ο εκπαιδευτής.
            Ο Βέρθερος είχε σχεδόν ξεχάσει το λόγο που βρισκόταν σε εκείνη τη συνεδρίαση. «Μάλιστα».
            "Ποια είναι η πληροφορία που ήθελες επειγόντως να μας μεταφέρεις;"
            Η Ντέβα γύρισε απορημένη προς το μέρος του.
            «Ο Γενικός Διευθυντής του Κεντρικού Νοσοκομείου Ανώτερου Στρώματος».
            «Τι μ’ αυτόν;» απόρησε ο Χόμερ.
            «Είναι προδότης. Συνεργάζεται στενά με τα Γιθς» είπε ξερά.
            Όλοι στο τραπέζι γούρλωσαν τα μάτια τους. Η Ντέβα κάλυψε το μισάνοιχτο στόμα της με την παλάμη της.
            «Πώς απέσπασες αυτήν την πληροφορία;» τον ρώτησε ο εκπαιδευτής του έτοιμος να εκραγεί.
            «Παρακολούθησα την περιοχή των Γιθς για δύο μέρες. Συγκεκριμένα, βρισκόμουν κρυμμένος κοντά στην κατοικία του αρχηγού τους» απάντησε ο Βέρθερος.
            «Αυτό ακούγεται… επικίνδυνο» παρατήρησε ο Χόμερ. Γύρισε προς τον Αρχηγό. «Εσείς δώσατε εντολή για αυτήν την αποστολή; Ήταν πολύ ριψοκίνδυνη. Αν τον έπιαναν, θα αντιμετωπίζαμε σοβαρό πρόβλημα».
            «Κανείς δεν έδωσε καμία εντολή για καμία αποστολή. Ο Βέρθερος, όπως το συνηθίζει, παίρνει πρωτοβουλίες χωρίς να ζυγίσει τις συνέπειες. Θα έπρεπε να τιμωρηθείς» τον επέπληξε ο εκπαιδευτής του φανερά αναστατωμένος.
            Ο Βέρθερος δεν πτοήθηκε. Έβγαλε από την τσέπη του έναν φάκελο και τον ακούμπησε πάνω στο τραπέζι, σύροντάς τον προς το κέντρο του.
«Οι φωτογραφίες που αποδεικνύουν ότι ο Γενικός Διευθυντής επισκέφθηκε τα Γιθς. Δεν πραγματοποίησα καμία αποστολή. Περνούσα από την περιοχή, έτυχε να έχω μαζί μου μια κάμερα και να δω δύο άντρες να περπατούν στο σκοτάδι. Αντιλήφθηκα ότι τυχαία βρισκόμουν κοντά στην κατοικία του επικεφαλής των Γιθς και αποφάσισα, αφού πρώτα βγάλω μερικές φωτογραφίες, να τον παρατηρήσω για μερικές ώρες. Αυτό είναι όλο».
            «Για μερικές ώρες; Σαράντα οκτώ, δηλαδή" αποκρίθηκε εξοργισμένος ο εκπαιδευτής. Είχε καταλάβει ότι εμπλεκόταν και ο Κάσιαν σε αυτήν την αποστολή και δεν του άρεσε καθόλου αυτή η απόφαση.
            «Τριάντα εννέα, για να είμαστε ακριβείς. Δεν κατάλαβα πώς πέρασαν, είχε πολύ ωραίο αεράκι στην περιοχή» απάντησε ο Βέρθερος με απόλυτη ψυχραιμία.
            «Φτάνει. Ο Βέρθερος έχει το δικαίωμα να πάει σε όποιο στρώμα θέλει. Δεν τον περιορίσαμε ποτέ. Ήταν ριψοκίνδυνο, μα δεν παράκουσε καμία εντολή. Όταν βρίσκονται εκτός καθήκοντος, τα μέλη του λόχου είναι ελεύθερα να πάνε όπου θέλουν».
Ο εκπαιδευτής δεν απάντησε στον Αρχηγό. Ο Βέρθερος χαμογέλασε μέσα από τη μάσκα του.
            «Μπορείτε να λύσετε τα οικογενειακά σας ιδιαιτέρως. Δε μας αφορούν και προέχουν άλλα»είπε ενοχλημένος ο Χόμερ. «Όσο για σένα» συνέχισε κοιτάζοντας τον Βέρθερο «σοβαρέψου». Άρπαξε το φάκελο και τον άνοιξε. Έβγαλε τις φωτογραφίες από μέσα και τις μοίρασε σε όλους. «Ναι, τον γνωρίζω προσωπικά. Αυτός είναι». Πέταξε τη φωτογραφία απηυδισμένος. «Δεν καταλαβαίνω. Πώς είναι δυνατόν να βρίσκονται τόσο κοντά μας; Είναι πρωτοφανές αυτό που συμβαίνει. Νιώθω ότι ετοιμάζουν κάτι μεγάλο. Κάτι που ξεφεύγει από τον έλεγχό μας». Σηκώθηκε αναστατωμένος. «Χρειάζομαι ένα διάλειμμα, κύριοι. Σε μισή ώρα συνεχίζουμε. Στο διπλανό δωμάτιο έχει φαγητό. Σαν στο σπίτι σας».
Αποχώρησε από την αίθουσα κλείνοντας ηχηρά την πόρτα πίσω του.


Αρτεμησία Σ.