Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

2.5.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 32)

Βιολέτα

Μια σπίθα αισιοδοξίας ζέστανε την καρδιά μου μετά την άφιξη του μπαμπά. Ήταν εκεί για εμένα και δε χρειαζόταν να το περάσω μόνη μου. Έπρεπε να ανασκουμπωθώ και να συγκεντρωθώ ώστε να φτιάξω όσα χάλασαν σήμερα οπότε καλύτερα να ξεκινούσα από τα εύκολα.
Η Βιολέτα έπρεπε να χαθεί. Αλλιώς τα χρονομπερδέματα θα συνεχίζονταν και εγώ δεν ξέρω για πόσο καιρό. Ίσως και για πάντα. Και μόνο η σκέψη με έκανε να ανατριχιάσω. Με τη βοήθεια της γης και του αέρα ξέμπλεξα τον άλλο μου εαυτό από το δέντρο και τη μετέφερα κοντά μου. Ήθελα να την αποχαιρετίσω πριν να ενωθούμε οι δύο σαν μια, για τώρα και για πάντα.

«Σχεδόν τα κατάφερες, γλυκιά μου. Λίγο ακόμη κάνε κουράγιο και όλα θα φτιάξουν».

«Το ξέρω ότι είμαστε το ίδιο πρόσωπο, αλλά θα μου λείψεις πραγματικά».

«Ο κόσμος μπορεί να αντέξει μόνο πια από εμάς, δε νομίζεις;»

«Νομίζω πρέπει να συμφωνήσω. Και θα προσθέσω πως τον Απόλλωνα δεν τον μοιράζομαι».

«Ούτε και εγώ οπότε καιρός να γυρίσω στον δικό μου Απόλλωνα και τη δική μου εποχή».

«Καλό ταξίδι και σε ευχαριστώ για όλα. Χωρίς εσένα δε θα είχα καταφέρει πολλά πράγματα».

«Θα είχες καταφέρει αρκετά. Ήσουν και θα είσαι πάντα δυνατή και τώρα περισσότερο από ποτέ. Πρόσεξε πως θα χρησιμοποιήσεις τις δυνάμεις και δεν εννοώ τώρα. Εννοώ μετά. Κατάλαβες;»

«Κατάλαβα μην ανησυχείς. Σε πόση ώρα φεύγεις;»

«Έχουμε ακόμη μερικά λεπτά. Ίσως δύο ή τρία όμως όχι παραπάνω».

«Καμία τελευταία συμβουλή προς τους νεότερους;»

«Έχω μια και είναι πολύ καλή νομίζω. Απλά ζήσε Βιολέτα. Τόλμησε. Κάνε λάθος. Αποδέξου το. Πάλεψε. Χάσε. Και αν τα κάνεις όλα αυτά, θα είσαι πάντα νικητής».

«Σε ευχαριστώ».

«Εγώ σε ευχαριστώ που με λύτρωσες» είπε και η μορφή της άρχισε να ξεθωριάζει ώσπου είχε μείνει μια μικρή ασημένια μπάλα η οποία κατευθύνθηκε προς το μέρος μου και μέσα σε μια έκρηξη φωτός και λάμψης ενώθηκε μαζί μου και ο χρόνος αποκαταστάθηκε.

«Έκανες το πρώτο βήμα, γλυκιά μου. Λίγο ακόμη έμεινε» με διαβεβαίωσε ο μπαμπάς μου.

«Μπαμπά, να σε ρωτήσω κάτι;»

«Οτιδήποτε».

«Πόσο καιρό έχεις στη Γη μέχρι οι δυνάμεις σου να αρχίσουν να είναι πρόβλημα;»

«Ένα χρόνο το πολύ».

«Και πόσο καιρό πρέπει να περνάς εδώ για να αποκαθίστανται;»

«Μερικές εβδομάδες ίσως και μήνα».

«Είδα τι γίνεται όταν η δύναμη φτάνει στο τέλος της. Σε σκοτώνει και δεν το θέλω. Θα πρέπει να σου ζητήσω να τις παραδώσεις και να γυρίσεις στη Γη».

«Δε θα δώσω τις δυνάμεις μου. Μπορεί να τις χρειαστώ στο μέλλον για να προσέχω εσένα και τη μαμά».

«Δε θα τις χρειαστείς, επειδή θα πάρεις τη μαμά, τη γιαγιά και τον νονό και θα πάτε στο εξοχικό στην Ελλάδα. Το έχω δει. Θα έρχομαι συνέχεια να σας βλέπω και θα σας προσέχω πάντα».

«Είναι μέρος του εαυτού μου. Φοβάμαι χωρίς αυτές» είπε αβίαστα ό,τι σκεφτόταν αντιμετωπίζοντάς με σαν ενήλικη, σαν ίση. Και τότε κατάλαβα πως η φούσκα είχε εξαφανιστεί. Η φούσκα που είχαν φτιάξει για εμένα οι γονείς μου για να με προστατεύσουν από όλα τα άσχημα του κόσμου είχε σκάσει τη στιγμή που έφυγε ο μπαμπάς όμως τώρα χάθηκε και το τελευταίο ίχνος της. Είχε πια διαλυθεί η εικόνα του άφοβου πατέρα, του δυνατού, του προστάτη. Ήταν ένας άνθρωπος σαν όλους του άλλους με ανασφάλειες και φόβους. Και με τη διαπίστωση αυτή, η παιδική μου ηλικία και η ανεμελιά της χάθηκαν για πάντα αφήνοντας πίσω τους ένα κενό και ένα νέο φόβο.

«Σημασία δεν έχει αν φοβόμαστε, αλλά πως αντιμετωπίζουμε όσα στοιχεία μας προκαλούν φόβο» αντιγύρισα νιώθοντας λες και οι ρόλοι μας είχαν ξαφνικά αντιστραφεί.

«Πότε μεγάλωσες τόσο πολύ εσύ;» ρώτησε και ένιωσα πόσο περήφανος ήταν για εμένα. Περήφανος που με είχε μεγαλώσει σωστά και τώρα είχα ανοίξει τα φτερά μου και έφευγα μακριά του για να δω νέα μέρη και να αποκτήσω εμπειρίες και πείρα ζωής.

«Πολλές δυνάμεις άρα πολύ ευθύνη. Θα γεράσω πρόωρα και θα έχω γκρίζα μαλλιά και θα είμαι άσχημη».

«Δε θα γίνεις ποτέ άσχημη, ό,τι και να γίνει. Τώρα πάρε τις δυνάμεις προτού το μετανιώσω και στείλε με στη Γη».

«Είσαι έτοιμος;»

«Είμαι δυστυχώς». Έκλεισα τα μάτια και έφερα στο νου μου τη γη και τον αέρα. Ο μπαμπάς είχε ήδη παραδώσει τα όπλα. Δε χρειάστηκε καν να ψάξω να βρω το κέντρο του νου του, την κύρια ανάμνηση ή το πιο δυνατό συναίσθημα. Ήταν απλώς δικές μου. Όμως, έκανα κάτι διαφορετικό από τις υπόλοιπες φορές. Άφησα ψήγματα πίσω μου. Σε μια στιγμή ανάγκης θα τον σώσουν, αλλά δε θα του προκαλούν πρόβλημα. Γύρισα στο παρόν και, αφού αγκάλιασα και φίλησα τον μπαμπά μου, κάλεσα ένα δυνατό ρεύμα αέρα και έμεινα να τον κοιτάω να απομακρύνεται. Ήθελα να απομνημονεύσω κάθε λεπτομέρειά του. Τα μαύρα απαλά μαλλιά του που είχαν γίνει γκρι σε μερικά σημεία. Τα γαλανά του μάτια, τόσο ίδια με αυτά που είχα μέχρι να αποκαλυφθούν τα βιολετί. Τόσο ίδια που η μαμά δεν άντεχε να με αντικρίζει. Τη στραβή μύτη του που όμως ήταν ταιριαστή με το πρόσωπό του και τις γωνίες του. Αυτά πρόλαβα να χορτάσω μέχρι να εξαφανιστεί εντελώς από το οπτικό μου πεδίο και από την Άλλη Γη.

«Και τώρα οι δυο μας, Απόλλωνα» είπα χωρίς να περιμένω απάντηση και τον πλησίασα απρόθυμα.

Κάθισα στο χώμα ώστε να είμαι πιο κοντά του. Είχα ξεκλειδώσει την άλλη μου όραση και προσπαθούσα να προσεγγίσω τις δυνάμεις μου. Όχι όλες, μόνο των νεκρών. Έκλεισα στα μάτια και άφησα τη γη να καταπραΰνει τον πόνο μου. Το χορτάρι, τα λουλούδια και η ευωδία τους με έκαναν να ξεχάσω πως ο Απόλλωνας ήταν νεκρός και το μισό δάσος μαζί του. Κάθε στοιχείο έχει σώμα και ψυχή θυμήθηκα και πάλι. Τα σώματά τους είχαν πεθάνει, όχι όμως οι ψυχές τους.

Άνοιξα την πόρτα του νεκροταφείου και βρήκα τον τάφο του ενστικτωδώς. Ακούμπησα το κρύο μάρμαρο που ήταν ακόμη καθαρό και άρχισα να δίνω ζωή στο σώμα του. Τη ζωή που του είχαν πάρει βίαια και άδικα. Έφερα στο νου το όραμα με τις ψυχές, όσα ένιωθα για εκείνον και η κλωστή εμφανίστηκε. Άνοιξα τα μάτια μου και ήταν ακόμη εκεί. Έπρεπε μόνο να την αγγίξω. Έπειτα θα ένιωθα το τίναγμα και εκείνος θα ήταν πίσω κοντά μου. Τα δάχτυλά μου πλησίασαν λαίμαργα το νήμα και ο χρόνος πάγωσε. Τι στο καλό;

«Βιολέτα, υπάρχει πάντα ένα τίμημα για την ανάσταση» άκουσα μια φωνή και τρόμαξα τόσο πολύ που το νήμα κόντεψε να χαθεί παρά το γεγονός ότι ο χρόνος είχε σταματήσει.

«Ποιος είναι;» ρώτησα με τρεμουλιαστή φωνή.

«Είμαι τα πάντα. Η αρχή και το τέλος. Η αλήθεια και το ψέμα. Το φως και το σκοτάδι. Η γυναίκα και ο άντρας. Όποιο όνομα και αν μου δώσεις, είμαι το ένα και το αυτό». Η φωνή ακουγόταν αρχικά γυναικεία, ύστερα αντρική και έπειτα τίποτα από τα δύο. Δηλαδή, όχι τίποτα από τα δύο αλλά και τα δύο. Η μορφή ήταν διάφανη και συμπαγής ταυτόχρονα και με κάποιο τρόπο, γιατί σίγουρα δε χρησιμοποιούσε αέρα ή γενικά κάποιο στοιχείο, αιωρούνταν εκατοστά πάνω από το έδαφος. Δεν είχε ένα πρόσωπο αλλά πολλά. Αντρικά και γυναικεία και ύστερα και τα δύο.

«Δεν καταλαβαίνω».

«Είμαι αυτό που αποκαλούσες Θεό στη Γη. Εδώ όμως μπορώ να παίρνω τη μορφή μου, να φανερώνομαι να καθοδηγώ και να τιμωρώ, αφού στην Άλλη Γη δεν κατοικούν άνθρωποι. Κατοικούν παιδιά μου με κομμάτια μου, δυνάμεις που τους χάρισα και μπορώ να πάρω πίσω. Εδώ έχω δύναμη που μπορώ να χρησιμοποιώ. Πάντοτε σε παρακολουθούσα».

«Πώς γίνεται να σε βλέπω, αλλά να μη ξεχωρίζω τη μορφή σου;» ρώτησα ίσως την πιο βλακώδη ερώτηση που θα μπορούσε να κάνει ένα άτομο που μόλις είδε μπροστά του έναν Θεό.

«Θα σου δείξω την πιο σπουδαία μορφή μου τότε, ώστε να σε βοηθήσω, είπε και είδα τον εαυτό μου.

«Μου κάνεις πλάκα» είπα κατηγορηματικά.

«Καθόλου, κόρη μου. Υπάρχουν δύο λόγοι που βλέπεις τον εαυτό σου σ’ εμένα. Ο πρώτος και εμφανής είναι πως οι δυνάμεις σου ξεπερνούν κάθε όριο και πλησιάζουν τις δικές μου σχεδόν. Είσαι τόσο προικισμένη, ένα δείγμα ανθρώπου που ποτέ δεν τόλμησα να δημιουργήσω. Είσαι πιο κοντά μου από όσο θα περίμενες. Και ο δεύτερος και πιο σημαντικός λόγος είναι πως δεν υπάρχω από μόνη μου. Η πιο σημαντική μορφή ενός Θεού είναι ο καθένας σας ξεχωριστά, επειδή μόνο εσύ έχεις τη δύναμη να κάνεις τα πάντα. Να πετύχεις και να αποτύχεις. Να ξεπεράσεις τις προσδοκίες μου για εσένα και να με απογοητεύσεις. Μόνο εσύ και ο εαυτός σου θα σε βοηθήσουν στην πιο δύσκολη στιγμή. Και τώρα είναι μια τέτοια στιγμή».

«Θες να πεις πως η δυσκολότερη απόφαση της ζωής μου είναι αν θα φέρω πίσω το άτομο που αγαπάω πιο πολύ και από τον εαυτό μου; Λοιπόν δεν είναι. Τον θέλω κοντά μου, τον θέλω ζωντανό. Θυσιάστηκε και τώρα του χρωστώ μια ζωή. Σε απογοητεύει η απάντησή μου;» ρώτησα πιο επιθετικά από όσο ήθελα και ζάρωσα ελάχιστα περιμένοντας μια αντίδραση ή ένα δείγμα θεϊκής οργής που δεν ήρθε ποτέ.

«Τον θες ζωντανό ή κοντά σου;» ρώτησε και ήταν σαν να απέφυγε να απαντήσει στην ερώτηση που ούτως η άλλως δεν έπρεπε να είχα κάνει εξαρχής.

«Τον θέλω ζωντανό και ευτυχισμένο. Ακόμη και αν δεν περιλαμβάνει εμένα η ζωή του» είπα και αμέσως έκλεισα τα στόμα μου. Τα λόγια είχαν δραπετεύσει μόνα τους αλλά όταν τα είπα, τα ένιωσα αληθινά. Όσο και αν πονούσαν, ήταν αληθινά.

«Άκου λοιπόν τι θα γίνει. Θα τον φέρω πίσω, αλλά δε θα θυμάται τίποτα από εσένα. Θα είναι στο χέρι του να φέρει πίσω τις μνήμες του ή να τις θάψει εντελώς και να προχωρήσει στη ζωή του. Δε θα τον ξαναδείς αν επιλέξει το δεύτερο. Και για να επιλέξει το πρώτο, πρέπει να τον αφήσεις μόνο του. Είναι δικό του το ταξίδι πια».

«Θες να πεις πως δε θα τον ξαναδώ ποτέ;» ρώτησα κλαίγοντας.

«Είναι στο χέρι του. Μπορεί όσα ένιωθε για εσένα να τον κάνουν να υπερβεί τα εμπόδια και να γυρίσει κοντά σου. Μπορεί όμως να επιλέξει να ζήσει μακριά σου. Ό,τι και αν αποφασίσει, πρέπει να το δεχτείς και να κάνεις υπομονή».

«Το κέντρο του μυαλού του ήταν η αγάπη του για εμένα. Δεν πιστεύεις ότι είναι αρκετό για να θυμηθεί;»

«Δεν έχει σημασία τι πιστεύω. Το μόνο που μετράει είναι τι θα κάνει ο Απόλλωνας».

«Γιατί μας τιμωρείς έτσι;»

«Δε σε τιμωρώ καθόλου. Η ανάσταση έχει βαρύ τίμημα. Είναι χαρούμενος στον άλλο κόσμο. Ευτυχισμένος και όμως εσύ θες να τον φέρεις πίσω για να είναι κοντά σου. Γι’ αυτό και το τίμημα είναι απλό: θα έρθει μόνο όταν το θελήσει» είπε η Θεά ή ο Θεός και ύστερα εξαφανίστηκε και ο χρόνος αποκαταστάθηκε. Όμως η απόφαση δεν ήταν πια τόσο εύκολη. Οι σκέψεις μου ήταν κατακερματισμένες και το μυαλό μου ένα ατέλειωτο κουβάρι που δεν έβρισκες αρχή και τέλος, μόνο μπέρδεμα και χάος.

Είναι ευτυχισμένος εκεί που είναι είχε πει. Ίσως να βρήκε και τη μητέρα του, ίσως να συνάντησε κάποιο άλλο πρόσωπο που του λείπει. Σε λίγο καιρό θα έβρισκε και τον Πειρατή εκεί. Ίσως να έπρεπε να τον αφήσω εκεί. Τον ήθελα πίσω όσο τίποτε άλλο και ήταν τόσο ιδιοτελές, ενώ εκείνος είχε θυσιαστεί τόσο ανιδιοτελώς για εμένα. Είχε κερδίσει τη θέση του στον παράδεισο και εγώ θα του τη στερούσα για να μη μείνω μόνη μου. Από την άλλη, είχα δει τη ζωή μας σε οράματα. Και αν ήταν σωστά τότε ήμουν ήδη έγκυος στο παιδί του. Πώς θα στερήσω από ένα πλάσμα τον πατέρα του και πως θα στερήσω από τον Απόλλωνα το παιδί του; Ο Ορέστης δεν ήξερε ότι είχε γιο μέχρι πριν από λίγες ώρες και τώρα ο γιος του ήταν ήδη νεκρός. Ένα βασίλειο θα έμενε χωρίς βασιλιά.

Ποιον κοροϊδεύω; Το μόνο που με ένοιαζε εκείνη τη στιγμή ήταν η δική μου ζωή και τα δικά μου όνειρα. Όλα είχαν γκρεμιστεί και η τελευταία μου ελπίδα ήταν μπροστά μου αρκεί να άπλωνα το χέρι μου και να έπιανα την αναθεματισμένη κλωστή από ασήμι και χρυσάφι που ένωνε μια χαμένη ψυχή και το επίγειο σώμα της.

Το δίλλημα ήταν μεγάλο και ευχήθηκα να μην ήμουν μόνη μου. Και καθώς το ευχήθηκα το μέρος άρχισε να πλημυρίζει από κόσμο, ή μάλλον όχι κόσμο. Πνεύματα. Πνεύματα ανθρώπων με δυνάμεις και χωρίς, νεράιδες και ξωτικά. Όλα αυτά άρχισαν να συρρέουν και να με πλησιάζουν, μα φαίνονταν γλυκά και άκακα. Στην αρχή δεν αναγνώριζα κανένα ώσπου είδα τον Πειρατή.

«Νόμιζα πως είχες ακόμη αρκετές μέρες».

«Αναγκάστηκα να πω ψέματα. Με όραμα ή χωρίς είχε έρθει η ώρα μου. Απλώς φοβόμουν υπερβολικά τον πόνο. Ήθελα να φύγω γαλήνια και ήσυχα. Λυπάμαι που σας εξαπάτησα, αλλά δεν ήθελα να σας αποσπώ την προσοχή. Ιδιαίτερα του παλικαριού σου. Από τότε που τον γνώρισα τον ένιωσα γιο μου και ήξερα πόσο δύσκολο θα του ήταν».

«Δε μας εξαπάτησες. Είναι δικαίωμα του καθενός να θέλει να φύγει στον ύπνο του, χωρίς πόνο. Χαίρομαι που στο εξασφάλισα. Μακάρι να σου εξασφάλιζα και λίγο καιρό ακόμη, για να σου πει αντίο».

«Έχεις ένα δίλλημα βλέπω» είπε αγνοώντας όσα είπα για τον θάνατό του.

«Μπορείς να με βοηθήσεις;»

«Φυσικά θα σε βοηθήσω. Έφερα και παρέα» είπε και είδα τη Μαργαρίτα και τον Βύρωνα. Ήξερα ότι ήταν εκείνη με κάποιο τρόπο και ήταν βάλσαμο που την είδα εκεί.

«Μαργαρίτα, τον είδες;»

«Τον είδα και είναι ευτυχισμένος» είπε και νέα, καυτά και ανεπιθύμητα δάκρυα κύλησαν από τα μάτια μου μουσκεύοντας το πρόσωπο και την μπλούζα μου.

«Όμως μαζί σου θα ήταν ακόμη πιο ευτυχισμένος. Τον θέλω κοντά μου, αλλά έχει ακόμη μια ζωή να ζήσει. Εγώ θα περιμένω» είπε και η καρδιά μου φτερούγισε.

«Βιολέτα, πολεμούσαμε ως εχθροί, αλλά άκου μια συμβουλή από εμένα που χάθηκα για την αγάπη: στην αγάπη και στον έρωτα δεν υπάρχουν ιδιοτελή κίνητρα, γιατί απλά δεν είστε δύο άτομα, αλλά ένα. Άκου την καρδιά σου, πιάσε το νήμα και κράτα το γερά μέχρι να ασπρίσουν οι αρθρώσεις σου και το παλικάρι σου να σηκωθεί. Η Αρετή αρκετό κακό σας έκανε. Τώρα ήρθε η ώρα να ζήσετε και εγώ θα σας κοιτάζω και θα φροντίζω να μένει ήσυχη».

«Πειρατή;» ρώτησα τέλος έχοντας ήδη πάρει την απόφασή μου.

«Πάρε τον και φύγε, τσούπρα» είπε και μου έκλεισε το μάτι. Ήξερε πως αυτό ήθελα να ακούσω. Ευχαρίστησα τα πνεύματα για τη συντροφιά και την πολύτιμη βοήθεια τους και αυτά έκαναν στροφή και άρχισαν να εξαφανίζονται στη νύχτα. Μόνο μερικές νεράιδες έμειναν πίσω να κοιτούν με συμπόνια. Πέταξαν κοντά μου, πιάστηκαν από τα χέρια και σχημάτισαν έναν κύκλο γύρω μου. Άρχισαν να χορεύουν κυκλικά και να τραγουδούν έναν τραγούδι σε μια άγνωστη για εμένα γλώσσα. Ήταν ένα πένθιμο τραγούδι που έκανε το δάσος γύρω μου να ζωντανέψει και νέα πλάσματα, ζωντανά, ήρθαν κοντά μου και συνέχισαν το τραγούδι. Μια νεράιδα ήρθε κοντά μου και ένωσε τον κύκλο και εμένα. Με κοίταξε και με παρότρυνε να πιάσω το νήμα. Και αυτό έκανα, το έπιασα και με τα δύο μου χέρια και τραντάχτηκα εκατό φορές πιο ισχυρά απ’ ό,τι με το λουλούδι. Ο Απόλλωνας πήρε ανάσα και το νήμα εξαφανίστηκε διαλύοντας τον κύκλο και πετώντας μας όλους σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Τα πνεύματα των νεραϊδών είχαν χαθεί και το δάσος είχε ησυχάσει, μα η ανάμνηση του τραγουδιού ήταν ζωντανή. Σηκώθηκα και τον πλησίασα, μα τα μάτια του ήταν κλειστά. Κοιμόταν ακόμη.

«Μέχρι να ξανασυναντηθούμε να ξέρεις ότι σε αγαπάω. Ό,τι και να αποφασίσεις, σου έδωσα πίσω τη ζωή σου για να τη ζήσεις όπως θες οπότε θα δεχτώ τις αποφάσεις σου. Απλώς προσπάθησε να βρεις τον δρόμο σου πίσω σ’ εμένα έστω και αν είναι πριν από το τέλος. Εις το επανιδείν, αγάπη μου» είπα και ένα δάκρυ κύλησε και έπεσε στα χείλη του τα οποία φίλησα πεταχτά και ύστερα γύρισα την πλάτη μου και έφυγα με κομμένη την ανάσα, ενώ η καρδιά σφυροκοπούσε στο στήθος.




Έλενα Παπαδοπούλου