Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

6.5.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 33)


Βιολέτα

Ένας μήνας είχε περάσει από την τελευταία φορά που τον είδα, που τον άγγιξα, που μύρισα το άρωμά του και άκουσα τη φωνή του. Ένας απαίσιος και καταθλιπτικός μήνας. Ο Απόλλωνας δεν είχε δώσει κανένα σημάδι ότι θυμήθηκε. Διάολε, δεν είχε δώσει καν σημάδι ζωής. Από εκείνο το βράδυ που τον έφερα πίσω ήταν σαν να εξαφανίστηκε και η απώλειά του με πονούσε όσο τίποτε άλλο. Κάθε μέρα το μυαλό μου έπλαθε χειρότερα σενάρια.
Τι και αν δεν τον ξαναέβλεπα; Τι και αν θυμόταν, αλλά αποφάσιζε πως δεν άξιζε ο πόνος που του προκάλεσα; Τι και αν αυτό που είχαμε δεν ήταν αρκετά δυνατό; Οι ανασφάλειές μου είχαν φουντώσει και κατέληγα πάντοτε να τρώω τα νύχια μου έχοντας ταυτόχρονα τύψεις που κάποιος άλλος θα έπρεπε μετά να τα φροντίσει.
Παρά το γεγονός ότι ο Απόλλωνας δεν έφευγε από το μυαλό μου, είχα και άλλα προβλήματα να αντιμετωπίσω. Η μέρα του χορού είχε επιτέλους φτάσει και, ενώ όλα τα υπόλοιπα ήταν έτοιμα, εγώ δεν ήμουν. Ήξερα πως έπρεπε να δώσω δυνάμεις στον διάδοχο του βασιλείου του δράκου και να εξασφαλίσω ειρήνη για το βασίλειο του λωτού. Ίσως όμως ακόμη και αυτά να μην ήταν αρκετά. Κανείς δεν το έλεγε, αλλά το σκεφτόντουσαν, το καταλάβαινα χωρίς καν να διαβάσω το μυαλό τους. Ήμουν νέα, γυναίκα και πανίσχυρη. Κανένας δεν ήξερε για το παιδί και δε θα το μάθαινε για αρκετό καιρό ακόμη. Μπορεί να είχαν άθλια αίσθηση της μόδας, αλλά τα ρούχα μπορούσαν να κρύβουν την κοιλιά για τουλάχιστον τρεις μήνες ακόμη έτσι σαν σακιά που ήταν όλα. Μακριά φορέματα και ένα σωρό στρώσεις και πιέτες. Εδώ δε φαινόμουν εγώ, θα φαινόταν η κοιλιά; Πίσω στο θέμα μας όμως, διέταξα το μυαλό μου που όλο έπαιρνε τον έλεγχο των σκέψεών μου και τις οδηγούσε σε παράξενα μονοπάτια. Η κοιλιά δε φαινόταν. Ίσως έπρεπε να παντρευτώ. Έτσι το βασίλειο του δράκου θα είχε δύναμη και του λωτού ειρήνη. Δεν ήθελα να παντρευτώ κανέναν, μόνο τον Απόλλωνα, αλλά οι σύμβουλοί μου είχαν άλλα σχέδια.
Όλοι εκείνοι οι άντρες που είχα δει στο όραμα αποτελούσαν το συμβούλιο του πολέμου. Ήταν στρατηγοί και καπετάνιοι ως επί το πλείστον. Από όλους εκείνους μόνο τον Αλέξανδρο εμπιστευόμουν - μόνο εκείνον συμπαθούσα κιόλας. Όμως, ακόμη και ο πρώην φρουρός τον οποίο είχα εκμεταλλευτεί για να μπω στο κάστρο τόσο καιρό πριν, όπως μου φαίνεται, ήταν υπέρ του γάμου. Ήταν ο πιο προσγειωμένος και συνετός άνθρωπος εκεί μέσα, διότι ήξερε ποιος ήταν πριν και δεν άφηνε μια θέση και ένα προνόμιο να του θολώσουν την κρίση. Μπορεί λοιπόν ο γάμος να ήταν όντως η καλύτερη στρατηγική. Ο Αλέξανδρος ήξερε τα πάντα για εμένα και τον Απόλλωνα, αλλά εξακολουθούσε να υποστηρίζει τον γάμο ακόμη και ως φίλος μου.
Ύστερα ήταν και τα οράματα. Είχα δει πως έκανα παιδιά και, αφού πέθανα, συνάντησα τον Απόλλωνα. Αυτό πίστευα πως θα συνέβαινε μόνο αν τον έσωζα, αλλά δεν ήμουν σίγουρη πια ότι το πίστευα. Αν δεν τον έφερνα πίσω, θα με περίμενε και η ψυχή μου θα τον έβρισκε. Δε θα είχε χάσει ποτέ τις μνήμες του. Αν δεν τις έβρισκε τώρα, μπορεί να μην καταφέρναμε να ζήσουμε ούτε τη μετά θάνατον χαρούμενη ζωή που είδα. Ένα χάος ήταν όλα, όπως συνήθως δηλαδή, αλλά δεν είχα άλλη υπομονή ούτε και στήριγμα. Ήμουν μόνη μου και το βάρος ήταν έτοιμο να με συνθλίψει.
Τα δάκρυα άρχισαν πάλι να κυλούν στα μάγουλά μου. Δεν ήμουν έτσι εγώ. Δεν έκλαιγα. Δε φοβόμουν. Ήμουν ατρόμητη. Έπρεπε να συνέλθω για το καλό του βασιλείου και για το καλό της κόρης μου. Σκούπισα τα δάκρυα και σηκώθηκα από το κρεβάτι. Ακουγόταν τόσο εύκολο το να σηκωθεί κανείς από το κρεβάτι, αλλά τον τελευταίο καιρό κάθε μέρα γινόταν όσο και πιο δύσκολο. Συνήθως καθόμουν εκεί για ώρες και διάβαζα. Μόνο έτσι μπορούσα να ταξιδέψω σε τόπους μακρινούς και να ζήσω έστω και έτσι, έστω και για λίγο, ελεύθερη!
Κατευθύνθηκα προς το μπάνιο όπου με περίμεναν δύο υπηρέτριες. Το μέρος ήταν γεμάτο από προσωπικό και ειλικρινά δε με άφηναν να κάνω τίποτα μόνη μου, όσες φορές και αν παρακάλεσα ή διέταξα να με αφήσουν λίγο στην ησυχία μου. Οι δύο υπηρέτριες μου έβγαλαν το νυχτικό και με βοήθησαν να μπω στην μπανιέρα η οποία ήταν ήδη γεμάτη με καυτό, υπέροχο νερό, αρωματισμένο με λεβάντα. Ξάπλωσα προσεκτικά και τύλιξα το κεφάλι μου με μια φούσκα αέρα. Ύστερα βυθίστηκα στο νερό. Έτσι είχα μερικά λεπτά ησυχίας και γαλήνης. Οι υπηρέτριες δεν αντέδρασαν, συνηθισμένες πια στις παραξενιές μου και στο εύρος των δυνάμεών μου. Τις πρώτες φορές δεν ήταν έτσι. Είχαν πανικοβληθεί. Είχαν φωνάξει τους φρουρούς και είχαν αναστατώσει όλο το παλάτι με τις τσιρίδες και τα κλάματά τους. Και οι φρουροί με είχαν δει γυμνή. Τι ρεζιλίκι ήταν αυτό, Θεέ μου;
Βγήκα από το νερό και η μια υπηρέτρια, η Ανθή, άρχισε να σαπουνίζει τα μαλλιά μου και να τα ξεπλέκει με απαλές κινήσεις, ενώ η άλλη κοπέλα, η Λυδία, σαπούνισε όλο μου το σώμα. Ξεπλύθηκα και σηκώθηκα με τρεμάμενα πόδια. Με τύλιξαν με την πετσέτα και το μπουρνούζι μου και έφεραν ένα καθαρό φόρεμα. Ντύθηκα γρήγορα, όσο γρήγορα δηλαδή γινόταν με τόσες πιέτες και τα σχετικά, και ύστερα κάθισα στην τουαλέτα ώστε να με βάψουν και να φτιάξουν τα μαλλιά μου. Έπρεπε να είμαι πανέμορφη σήμερα. Πανέμορφη και σαγηνευτική. Είχα μερικούς άντρες να μαγέψω και να επηρεάσω ώστε να έρθουμε σε μια συμφέρουσα συμφωνία. Ίσως έτσι ηρεμούσα για λίγο.
Η Ανθή άρχισε αμέσως να πλέκει τα μαλλιά μου και να τοποθετεί λουλούδια ενδιάμεσα. Μετά τη μάχη, η πλειονότητα των μαλλιών μου είχε καεί. Όμως μου τα έκοψε, τα περιποιήθηκε και εκείνα άρχισαν να μακραίνουν με ταχύτατους ρυθμούς. Ήθελαν πολύ περιποίηση για τα γούστα μου αλλά της άρεσε. Ταυτόχρονα η Λυδία άρχισε να με βάφει με απαλούς τόνους τονίζοντας όμως τα μάτια μου περισσότερο από όσο συνήθως. Έκλεισα τα μάτια μου και ηρέμησα αφήνοντάς τες να κάνουν τη δουλειά τους.
Έπειτα από μια ώρα ήμουν έτοιμη. Άφησα τη Λυδία να αποσυρθεί, ενώ η Ανθή φρόντιζε τις τελευταίες λεπτομέρειες της εμφάνισής μου. Το φόρεμα που φορούσα ήταν καινούριο και η Ανθή προσπαθούσε να είναι στα μέτρα μου από την αρχή ως το τέλος. Ήταν φοβερό φόρεμα, έπρεπε να το παραδεχτώ. Ήταν μαύρο στο χρώμα, αλλά κατέληγε σε μωβ σκούρο και πιο ανοιχτό δημιουργώντας όμορφες βιολέτες στο τελείωμα. Από μπροστά ήταν κλειστό, ενώ όλη η πλάτη ήταν ακάλυπτη με εξαίρεση ορισμένα λεπτά κορδόνια που το συγκρατούσαν. Δεν ήμουν ποτέ το παιδί των λουλουδιών όμως τώρα έπρεπε να είμαι καλυμμένη με αυτά ώστε να μιλήσω για τη δύναμη του νονού και να πείσω τους πάντες πως ήμουν ακίνδυνη. Δύσκολα τα πράγματα.
Κοιτάχτηκα άλλη μια φορά στον καθρέφτη εντυπωσιασμένη από το αποτέλεσμα. Τα μαλλιά μου ήταν υπέροχα στον περίτεχνο τους κότσο και η κορώνα δεν έδειχνε τόσο υπερβολική μέσα στο θάμνο μαλλιών που την περιέβαλλε. Τα μάτια μου ήταν σωστά τονισμένα σε αποχρώσεις του μαύρου και του μωβ, ενώ τα παπούτσια ήταν όσο ψηλά έπρεπε για να μη με κουράσουν, αλλά να μου δώσουν λίγο παραπάνω ύψος. Έπιαναν επίσης στον αστράγαλο με δύο διακριτικά λουράκια για περισσότερη στήριξη, τα οποία όμως δε φαίνονταν, αφού το φόρεμά μου ήταν τόσο μακρύ που σκούπιζε τους διαδρόμους.
«Βασίλισσά μου, είστε έτοιμη».
«Ναι» απάντησα αν και δεν ήταν ερώτηση. Σηκώθηκα από το σκαμπό και κοίταξα άλλη μια φορά το στομάχι μου για να βεβαιωθώ πως δε φαινόταν τίποτα.
«Κανείς δε θα το παρατηρήσει μη φοβάστε».
«Ποιο να παρατηρήσει;» ρώτησα αν και ήξερα ήδη την απάντηση.
«Έχω και εγώ ένα χάρισμα, μεγαλειότατη, και σχετίζεται με τα μωρά. Γι’ αυτό τοποθετήθηκα κοντά σας ως προσωπική βοηθός. Προς το παρόν μπορώ με ρούχα και λίγη από τη μαγεία μου να κρύβω την εγκυμοσύνη σας. Θα σταματήσω όταν την αποκαλύψετε».
«Σε ευχαριστώ πολύ. Αισθάνομαι πιο σίγουρη τώρα που ξέρω ότι κάποιος φυλάει τα νώτα μου» είπα προσπαθώντας να γίνω φιλική. Η Ανθή βέβαια χαμογέλασε και αποσύρθηκε με μια υπόκλιση. Χαμήλωσα το βλέμμα μου και κοίταξα τα παπούτσια στεναχωρημένη. Ένιωθα τόσο μόνη και ανίκανη να κάνω φίλους. Δεν ήμουν πια η Βιολέτα, αλλά η βασίλισσα και όσο πιο γρήγορα το αποδεχόμουν, τόσο πιο εύκολο θα ήταν. Ή τουλάχιστον έτσι ήλπιζα. Κάθισα στο κρεβάτι και κάλυψα το πρόσωπό μου με τις παλάμες μου. Τα λόγια που έπρεπε να πω άρχισαν να παίζουν σαν κασέτα στο μυαλό μου. Ένας διακριτικός χτύπος στην πόρτα με έβγαλε από τις σκέψεις μου.
«Περάστε» απάντησα εκνευρισμένη. Η πόρτα άνοιξε και ο Αλέξανδρος μπήκε ντυμένος επίσημα με μαύρο κοστούμι και μωβ γραβάτα. Στην τσέπη του είχε ένα λευκό μαντίλι με κεντημένα λουλούδια. Πάντα το είχε μαζί του κοντά μου.
«Θα είμαι ο συνοδός σας για απόψε, μεγαλειοτάτη μου».
«Χρειάζομαι και συνοδό;»
«Εσείς προσωπικά όχι, όμως οι υπόλοιποι πρέπει να σας δουν με κάποιον. Ξέρω πως δε θέλετε γάμο ακόμη, οπότε έτσι θα κλείσουμε μερικά στόματα».
«Σε ευχαριστώ για όλα. Οργάνωσες τη στέψη, τη γιορτή, κάλεσες τους πάντες. Όλα εσύ τα έκανες».
«Δεν είναι πρέπον για μια βασίλισσα να ασχολείται με τέτοια πράγματα και ειδικά στην κατάστασή σας».
«Ποια κατάστασή μου;» ρώτησα και το στομάχι μου σφίχτηκε. Δε γίνεται να ήξερε.
«Χάσατε κάποιον που αγαπούσατε πολύ. Ξέρω ότι πονάει».
«Έχεις δίκιο» είπα ανακουφισμένη και πέρασα το χέρι μου στο μπράτσο του. Πιασμένοι αγκαζέ βγήκαμε από τα βασιλικά διαμερίσματα και κατεβήκαμε τις σκάλες. Η στέψη θα γινόταν στον κάτω όροφο, στην αίθουσα του θρόνου, ενώ η γιορτή θα γινόταν στον δεύτερο όροφο, στην αίθουσα χορού. Όλοι οι καλεσμένοι ήταν ήδη στην αίθουσα του θρόνου και περίμεναν υπομονετικά την άφιξή μου η οποία έπρεπε να καθυστερήσει, όπως έλεγε το έθιμο. Είχαν ένα σωρό ηλίθια έθιμα εδώ πέρα λες και ήμασταν όντως στον Μεσαίωνα γεγονός που με εκνεύριζε πολύ, αλλά μια αλλαγή τη φορά. Έπρεπε να με αγαπήσουν και να με σεβαστούν. Έπειτα όλα θα έφτιαχναν.
Ένας ιερέας με περίμενε μπροστά από τον θρόνο κρατώντας τη νέα μου κορώνα καθώς και όλα τα αντικείμενα των πρώην αρχόντων. Ήταν όλα τοποθετημένα σε κακόγουστα μαξιλάρια κεντημένα με κόκκινο βελούδο και χρυσή κλωστή. Ανέκφραστη πλησίασα με αργό βηματισμό όπως μου είχαν πει και, αφού έφτασα μπροστά του, υποκλίθηκα και φίλησα τις αρθρώσεις του χεριού του. Έπειτα εκείνος είπε για τον μπαμπά μου. Μπλα, μπλα, μπλα. Για την καταγωγή μου και όσα είχα καταφέρει. Μπλα, μπλα, μπλα. Ζήτησε από τους Θεούς να με ευλογήσουν, να είναι μακρόχρονη η βασιλεία μου, να κάνω απογόνους… Μπλα, μπλα,μπλα.
Ύστερα από μια ιδιαίτερα μακροσκελή και βαρετή διάλεξη, όπως θα τη χαρακτήριζα, με κοίταξε και ύψωσε το στέμμα. Το τοποθέτησε στο κεφάλι μου, ενώ άφησε μπροστά μου τα τρία αντικείμενα.
«Ορκίζεσαι να προστατεύεις αυτό τον τόπο σήμερα, αύριο και μέχρι το τέλος της ζωής σου;»
«Το ορκίζομαι και ο όρκος μου ας εισακουστεί στους Θεούς και αν ποτέ τον παραβώ ας με τιμωρήσουν όπως αυτοί θεωρούν πως πρέπει».
«Σε ονομάζω και επίσημα βασίλισσα της Άλλης Γης και σου δίνω την ευλογία μου» είπε τελικά και αποσύρθηκε στην άκρη της αίθουσας. Τώρα έπρεπε να μιλήσω εγώ. Υπέροχα. Με τρεμάμενα χέρια άνοιξα τον λόγο μου, αλλά τελικά τον δίπλωσα και τον πέταξα στην άκρη.
«Ξέρω ότι όλοι περιμένετε να ακούσετε υποσχέσεις και μεγάλα λόγια για δύναμη και ευημερία. Εγώ όμως ούτε θα πω τέτοια πράγματα, ούτε και θα τα κάνω. Βλέπετε, μαζί μας είναι οι βασιλείς των άλλων δύο βασιλείων, οι οποίοι ετοιμάζονται να μας κηρύξουν πόλεμο». Σούσουρα απλώθηκαν στην αίθουσα και είδα τους φρουρούς να τίθενται σε επιφυλακή.
«Και έχουν δίκιο που φοβούνται. Έχω πολλές δυνάμεις και καθόλου εμπειρία. Όμως δεν ξέρουν κάτι πολύ σημαντικό. Οι δυνάμεις είναι τυπικά άχρηστες σε ένα πόλεμο. Δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για κακό. Παρά μόνο για να βοηθούν. Και εγώ ήρθα εδώ για να βοηθήσω. Θέλω να επιστρέψουν όλοι στο σπίτι όπου οι δυνάμεις τους θα αποκατασταθούν και θα ζήσουν χωρίς να κρύβονται και χωρίς να έχουν τους άρχοντες να τους ελέγχουν. Δεν επιθυμώ να πάρω κανένα βασίλειο και να σας στερήσω την ειρήνη. Είναι πολύτιμο αγαθό και θα παλέψω για εκείνη, όπως παλεύετε και εσείς τόσα χρόνια.
Ίσως σε κάποιους όσα λέω να ακούγονται ψεύτικα, κενά λόγια, αλλά θα αποδείξω πως τα μεγάλα λόγια που είπα είναι αληθινά συνοδεύοντάς τα με αντίστοιχα μεγάλες πράξεις. Καλώ λοιπόν τους δύο βασιλείς να σηκωθούν και να πλησιάσουν τον θρόνο». Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν επιφυλακτικά όμως σηκώθηκαν και με πλησίασαν. Ο κόσμος σαν να κρατούσε την ανάσα του και το μόνο που ακουγόταν ήταν οι φρουροί που πλησίασαν αλαφιασμένοι. Τους καθησύχασα με ένα νεύμα και  μετέφερα με τον αέρα στον καθένα το μήνυμα πως όλα ήταν καλά και ήμουν ασφαλής.
«Στο βασίλειο του δράκου λοιπόν θα δώσω ένα δώρο ως ένδειξη ότι διάκειμαι φιλικά απέναντι τους. Θα χαρίσω τον χειρισμό δύο στοιχείων καθώς και τη δύναμη των οραμάτων στον διάδοχο του θρόνου τους» είπα και ο βασιλιάς έκπληκτος φίλησε τις αρθρώσεις μου και υποκλίθηκε.
«Στο βασίλειο του λωτού θα χαρίσω τον χειρισμό άλλων δύο στοιχείων και την ανώτερη δύναμη της θεραπείας, καθώς και την υπόσχεση πως θα διατηρήσω την ειρήνη». Ο βασιλιάς μιμήθηκε τον προηγούμενο και έκαναν να απομακρυνθούν όμως τους σταμάτησα.
«Έχω ένα τελευταίο δώρο σε εσάς τους δύο. Μια προειδοποίηση θα έλεγα καλύτερα» είπα και έστειλα και στους δύο το όραμα της νίκης μου και της καταστροφής τους. Το όραμα δεν ήταν εντελώς πραγματικό για να πω όλη αλήθεια. Όντως θα νικούσα, αλλά θα καταστρεφόταν το μισό μου βασίλειο. Δε θα ανακάμπταμε ποτέ πλήρως, αλλά δε χρειαζόταν να το ξέρουν. Το όραμα, ελαφρώς παραποιημένο, τους έδειξε τον θάνατό τους, την ήττα τους στη μάχη και τους τρόμαξε αρκετά ώστε να αλλάξουν τα σχέδια περί πολέμου.
«Σε αντάλλαγμα για τα δώρα ζητώ μόνο ένα πράγμα, γονατίστε και ορκιστείτε πως θα μείνετε στο πλευρό μου ως φίλοι και σύμμαχοι ποτέ ως εχθροί» είπα με βροντερή φωνή και εκείνοι έσπευσαν να γονατίσουν και να ορκιστούν.
«Τώρα και για πάντα λοιπόν» επανέλαβα και όλοι αποκτήσαμε ένα τριαντάφυλλο στο χέρι.
«Το τίμημα αν σπάσετε τον όρκο σας θα είναι βαρύ» μετέφερα στο μυαλό τους και χαμογέλασα. Τους έκανα νόημα να σηκωθούν και ύστερα γύρισα προς τους υπόλοιπους παρευρισκόμενους που με κοιτούσαν με δέος.
«Αυτό είναι το κορίτσι μου» ακούστηκε μια φωνή από το βάθος της αίθουσας και ο Απόλλωνας άρχισε να περπατάει στον διάδρομο με περίσσεια άνεση λες και όλα ήταν φυσιολογικά και εγώ δεν ήμουν ένα μάτσο χάλια. Έτρεξα κοντά του και έπεσα στην αγκαλιά του με φόρα φιλώντας τον με τρόπο που δεν αρμόζει στη θέση μου όμως το πλήθος άρχισε να ζητωκραυγάζει και εγώ συνέχισα να τον φιλάω. Έπειτα από μερικά λεπτά που φάνηκαν αιώνες απομακρύνθηκα και αφού βρήκα την αυτοκυριαρχία μου – και την ανάσα μου- κήρυξα την έναρξη του χορού και όλοι άρχισαν να βγαίνουν από την αίθουσα αφήνοντάς μας μόνους, επιτέλους μετά από τόσο καιρό.


Έλενα Παπαδοπούλου