Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

13.5.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 34)

«Πώς το έκανες; Πώς θυμήθηκες; Πού ήσουν τόσο καιρό;»
«Μία μία οι ερωτήσεις, γλύκα μου. Δεν έχουν όλοι το ταλέντο σου στους ατέλειωτους μονολόγους χωρίς ανάσα» είπε και χαμογέλασα. Αμέτρητες αναμνήσεις εισέβαλαν στον νου μου, μα διάλεξα μια να κρατήσω κοντά μου.
Τον τελευταίο μου μονόλογο με την Ηλέκτρα. Μου έλειπε πολύ, αλλά σύμφωνα με τα οράματά μου θα ήταν πάλι δίπλα μου σύντομα και θα μιλούσε ακατάπαυστα και τότε θα συμπληρωνόταν το κενό στην καρδιά μου. Ή ένα κομμάτι του.
«Βελτιώνεσαι ξέρεις με την εξάσκηση».
«Ας κάνω λοιπόν μια προσπάθεια. Δείξε επιείκεια, μωρό μου».
«Πάντα. Εκτός αν πεις κάτι που δε μου αρέσει. Τότε, θα σε χτυπήσω» είπα με χαμόγελο αλλά το εννοούσα.
«Ας ξεκινήσω τότε λέγοντας ότι είσαι πανέμορφη σήμερα και ο νέος τίτλος φαίνεται να σε έχει αναζωογονήσει. Είσαι πολύ λαμπερή».
«Λερωμένη την έχεις τη φωλιά σου, Απόλλωνα. Για συνέχισε».
«Αρχικά ξύπνησα στο ξέφωτο το επόμενο πρωί και ήμουν φοβερά μπερδεμένος. Ήξερα ότι κάτι έλειπε. Κάτι δε θυμόμουν. Περνούσαν οι μέρες στο στέκι του Πειρατή, το οποίο έχω σχεδόν τελειώσει να ανακαινίζω και έχει γίνει κούκλα το μέρος. Έχω αλλάξει πατώματα και τώρα βάφω τους τοίχους. Μέχρι και ταπετσαρία σκέφτομαι να βάλω…» είπε ονειροπόλα και σταμάτησε να μιλάει. Ήμουν σίγουρη πως τώρα φανταζόταν πως θα έδειχνε τελειωμένο το παλιό πανδοχείο που είχε φιλοξενήσει κάθε λογής πελάτη.
«Απόλλωνα, συγκεντρώσου στο θέμα. Οι ανακαινίσεις σου ακούγονται υπέροχες και θέλω να τις δω, αλλά όχι όσο έχω ένα σωρό κόσμο να με περιμένει στον επάνω όροφο. Άσε που θα πεινάνε και δεν μπορούν να φάνε μέχρι να πάω και εγώ. Ξέρεις τα έθιμα καλύτερα από εμένα».
«Έχεις δίκιο, παρασύρθηκα. Όσο περνούσαν λοιπόν οι μέρες το κενό μεγάλωνε. Έβλεπα τη μορφή σου, στα όνειρά μου κυρίως, αλλά και στον ξύπνιο μου, χωρίς να καταλαβαίνω ποια ήσουν. Σε ένιωθα γύρω μου λόγω του δεσμού και σποραδικά έπιανα και κάποια συναισθήματά σου. Ένιωθες χάλια, το ίδιο και εγώ και δεν ήξερα γιατί. Αλλά το σημείο που με έκανε να καταλάβω πως όντως είχα χάσει κάτι, ήταν το τριαντάφυλλο που έλειπε. Είχε χαραχτεί τόσο στη μνήμη μου και όταν είδα ότι έλειπε αποφάσισα να χρησιμοποιήσω τα στοιχεία όπως μου είχες πει. Και τα στοιχεία με βοήθησαν να επανακτήσω τις μνήμες μου μέχρι και την τελευταία. Η μάχη και ο θάνατος ήταν οι πιο δύσκολες, αλλά ήταν μικρό το τίμημα για να βρεθώ κοντά σου».
«Πόσο καιρό θυμάσαι;»
«Πάνε δύο εβδομάδες» είπε και τον χαστούκισα ακριβώς όπως είχα υποσχεθεί. Ένα κόκκινο αποτύπωμα της παλάμης μου δημιουργήθηκε στο μάγουλό του, αλλά δεν ήταν ικανό να με κάνει να νιώσω τις παραμικρές τύψεις που τον χαστούκισα αμέσως μόλις τον πήρα πίσω, γεγονός που παράλληλα σήμαινε πως η αγάπη του για εμένα ήταν αρκετά δυνατή για να γυρίσει πίσω σ’ εμένα.
«Μου άξιζε, αλλά είχα λόγο».
«Αν μου πεις πως σκέφτηκες να με παρατήσεις, θα σε βαρέσω ξανά».
«Ποτέ δεν το σκέφτηκα. Ούτε μια στιγμή, ούτε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Πέθανα για εσένα και θα το κάνω άλλες εκατό φορές αν χρειαστεί» είπε και ένιωσα να λιώνω μέσα μου σαν καραμέλα. Χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να μην κρυφτώ και πάλι στη μεγάλη αγκαλιά του και μείνω εκεί χωρίς να ξαναρωτήσω τίποτα για όσα έγιναν. Μα είχα μια περιέργεια - ανάθεμά τη - που δε με άφησε να απολαύσω το άγγιγμά του.
«Τότε γιατί άργησες; Για ποιο λόγο με άφησες να καίγομαι και να τσουρουφλίζομαι;» εξέφρασα τις σκέψεις μου με παραπονιάρικο τόνο.
«Ετοίμαζα μια έκπληξη. Και επειδή ξέρω πως δε σου αρέσει να περιμένεις πολύ, τι λες να δώσεις το παρόν στη βαρετή σάλα χορού, να χορέψεις ένα χορό και ύστερα να την κάνουμε από εδώ;»
«Λέω ότι με βάζεις σε πειρασμό να αμελώ τα καθήκοντά μου και δεν είναι καθόλου σωστό. Όμως, μου έλειψες τόσο που νόμιζα πως θα πεθάνω οπότε οι βαρετοί στρατηγοί, βασιλιάδες, λόρδοι, δούκες και ό,τι άλλο στο καλό είναι, μπορούν να περάσουν τη βαρετή τους βραδιά χωρίς εμένα».
«Αυτό είναι το κορίτσι μου» είπε με ένα τεράστιο χαμόγελο και δύο αξιολάτρευτα λακκάκια εμφανίστηκαν. Ήταν τόσο όμορφος και επιτέλους τόσο αληθινά κοντά μου.
Έτσι και έγινε. Μαζί ανεβήκαμε στη σάλα χορού και έπειτα από ένα σύντομο λόγο, κυρίως ευχή να είναι μια όμορφη βραδιά, οι οργανοπαίκτες άρχισαν να παίζουν, ενώ ο περισσότερος κόσμος είχε ήδη καταφύγει στον πλουσιοπάροχο μπουφέ, όπως αναμενόμενο. Ποιος τους αδικεί όμως; Πραγματικά το φαγητό ήταν από άλλο πλανήτη. Τα τραπέζια αγκομαχούσαν κάτω από το βάρος των φορτωμένων πιάτων. Άπειρες σαλάτες και υψηλού γαστρονομικού επιπέδου πιάτα, γλυκά και ορεκτικά, τυριά και ένα σωρό άλλα περίμεναν να φαγωθούν από πεινασμένους καλεσμένους. Ειλικρινά δεν ήξερα πού να κοιτάξω πρώτα και ποιο να δοκιμάσω. Σε κάθε τραπέζι στεκόντουσαν δύο σεφ οι οποίοι παρουσίαζαν τα πιάτα. Φυσικά κανείς δεν τους έδινε σημασία οπότε αποφάσισα να τους δώσω εγώ, ακόμη και αν σήμαινε πως η έκπληξη θα καθυστερούσε.
«Φαίνονται όλα υπέροχα σεφ» είπα πλησιάζοντας το πρώτο τραπέζι με ένα γιγάντιο πιάτο.
«Ευχαριστούμε, μεγαλειοτάτη. Τι να σας σερβίρουμε;»
«Θα δοκιμάσω από όλα τα πιάτα, λίγο όμως γιατί είναι και πολλά».
«Το πρώτο πιάτο είναι ψωμάκι στο φούρνο με λάδι και μπαχαρικά μαζί με σκόρδο, γραβιέρα και λευκό σύκο» ξεκίνησε ο σεφ τοποθετώντας ένα στρογγυλό ψωμί στο πιάτο μου. Με κάθε νέα προσθήκη εγώ έκανα νεύματα επιδοκιμασμού και χαμογελούσα δείχνοντας όσο το δυνατόν περισσότερο ενδιαφέρον, αν και στην πραγματικότητα το μόνο που ήθελα να φάω από όλες τις τοσοδούλες μερίδες ήταν οι τηγανητές πατάτες που είχαν φτιάξει για τα παιδιά. Και προφιτερόλ. Και τι δε θα έδινα για ένα προφιτερόλ και ας σε λιγώνει από την πρώτη κουταλιά. Τα γλυκάκια με τα φρούτα και την κρέμα και όλες οι βλακείες που έβλεπα αχνά στο βάθος της αίθουσας δεν έπιαναν μια μπροστά στη γλυκιά απέραντη σοκολάτα ενός σωστού γλυκού.
Μετά από πολύ ώρα, όπως μου φάνηκε, το πιάτο είχε γεμίσει και όλοι οι σεφ είχαν μιλήσει για τα πιάτα τους και ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένοι από την προσοχή, αφού μετά από εμένα τη διαδικασία επανέλαβε ο Αλέξανδρος και αρκετοί άλλοι προσκεκλημένοι οι οποίοι αμέσως μου έγιναν πιο συμπαθείς. Είχαν δουλέψει σκληρά και ήταν ωραίο να επιβραβεύεται η προσπάθειά τους.
Φορτωμένη με το πιάτο βρήκα την Ανθή να σερβίρει και την παρακάλεσα να μου το τυλίξει για να το πάρω μαζί μου. Έπειτα πλησίασα τους μουσικούς και παρακάλεσα να βάλουν νωρίτερα το τραγούδι μου καθώς ήμουν πολύ κουρασμένη και θα αποχωρούσα νωρίτερα. Οι πρώτες νότες ακούστηκαν και ο Αλέξανδρος αναγκάστηκε να αφήσει το πιάτο του χωρίς να έχει φάει ούτε μπουκιά ώστε να βρεθεί κοντά μου. Η ιδέα ήταν ότι κάθε σημαντικός άντρας που βρισκόταν στον χώρο θα είχε μερικά δευτερόλεπτα με τη νέα βασίλισσα. Μεγάλο λοιπόν το τραγούδι, αλλά έπρεπε να γίνει. Άλλο ένα έθιμο. Απαίσιο κατά τη γνώμη μου και ειδικά αν φοράς τακούνια και μακρύ φόρεμα. Φυσικά όμως ο Αλέξανδρος , σαν σωστός ιππότης, είχε φροντίσει να με προμηθεύσει με ένα εξάρτημα, που δεν καταλάβαινα ακριβώς τι ήταν, άλλα έμπαινε σαν δαχτυλίδι και κρατούσε την άκρη του φορέματος σηκώνοντάς το, για να αποφευχθούν ατυχήματα.
Ο Αλέξανδρος με κράτησε απαλά από τη μέση και άρχισε να οδηγεί τον χορό με μαεστρία. Οι κινήσεις του χαρακτηρίζονταν από λεπτότητα και ευγένεια, χαρακτηριστικά που δυστυχώς λίγοι από τους υπόλοιπους παρτενέρ μου φάνηκε να κατέχουν. Ο επόμενος συνοδός μου ήταν ένας κοντόχοντρος άνθρωπος με μουστάκι τον οποίο βρήκα υπερβολικά γλοιώδη και αδέξιο. Πρέπει να με πάτησε τρεις φορές μέσα στα δέκα δευτερόλεπτα που δικαιούνταν. Ωστόσο, από όσα διάβασα στο μυαλό του ήταν ιδιαίτερα χαρούμενος για τη στέψη μου. Τα ίδια σήματα έλαβα και από τους τρείς επόμενους κυρίους οι οποίοι τουλάχιστον δε με πάτησαν, αν και ο τελευταίος είχε σίγουρα δύο αριστερά πόδια και κάθε του κίνηση ήταν αστεία και αδέξια εξίσου. Τον συμπάθησα όμως πολύ περισσότερο από τους άλλους και απ’ ό,τι φάνηκε του άρεσα κιόλας. Θα είχε πλάκα να μάθαινε ο Απόλλωνας πως οι μισοί και παραπάνω εδώ μέσα με φαντάζονταν σύζυγό τους στην καλύτερη και στο κρεβάτι τους στη χειρότερη.
Ο επόμενος κύριος, λόρδος, δούκας, πρίγκιπας, δε με ένοιαζε, ήταν διαφορετικός από τους προηγούμενους. Από τη στιγμή που τον είδα μου φάνηκε πονηρός και κακός και επιβεβαιώθηκα μόλις διάβασα τις σκέψεις του. Αμέσως μετέφερα το μήνυμα στους φρουρούς και όπως είχε συμφωνηθεί τον ανέλαβαν και τον οδήγησαν στα μπουντρούμια. Η συγκεκριμένη λύση ήταν ακραία και είχα συμφωνήσει πως θα ήταν η έσχατη επιλογή, αλλά πραγματικά ο τύπος ήταν αηδιαστικός το λιγότερο.
Ο υπόλοιπος χορός ήταν αρκετά ήπιος και από όσα διάβασα δημιούργησα μια μικρή λίστα με ανθρώπους που έπρεπε να κρατώ κοντά και να προσέχω χωρίς να χρειαστεί να στείλω άλλον στη φυλακή ευτυχώς. Ο αριθμός όλο και λιγόστευε - ευτυχώς, γιατί το άγχος, η πείνα και η εγκυμοσύνη μου είχαν φέρει ζαλάδες και αναγούλα και δε θα άντεχα περισσότερο. Ο επόμενος άντρας ήταν σίγουρα πιο χαμηλόβαθμος, διότι το κοστούμι του φαινόταν πολυκαιρισμένο και φθαρμένο, ενώ των υπολοίπων ήταν ολοκαίνουρια και σίγουρα ακριβοπληρωμένα.
«Ξέρω ότι θα διαβάσεις τη σκέψη μου, αλλά μόνο καλά θα βρεις εκεί για εσένα. Χαίρομαι που είσαι βασίλισσα και χαίρομαι ακόμη περισσότερο που φυλάκισες τον γιο μου. Δεν είχα το κουράγιο να το κάνω εγώ ο ίδιος» είπε ο κύριος και αμέσως άλλαξα παρτενέρ εντελώς αλαφιασμένη. Τι έτρεχε με εκείνον τον άντρα; Έστειλα στον Αλέξανδρο το μήνυμα μέσω του αέρα και του μυαλού του, με το οποίο είχα αναπτύξει ιδιαίτερη σύνδεση. Θα τον ψάχναμε εξονυχιστικά αν και μου φάνηκε άκακος και οι δυνάμεις του θα μπορούσαν να αποδειχτούν χρησιμότατες.
Τους δύο επόμενους ούτε που τους θυμόμουν - ήμουν πολύ απορροφημένη. Τα λόγια του είχαν καρφωθεί στον νου μου. Ο άντρας με το ταλαιπωρημένο κοστούμι ήταν ο πατέρας εκείνου που έστειλα στη φυλακή. Με ευχαριστούσε μάλιστα που είχα φυλακίσει το ίδιο του το παιδί. Πόσο άσχημα μπορεί να ήταν τα πράγματα; Το μυαλό μου πάσχιζε να αφομοιώσει τη νέα πληροφορία όμως κάθε φορά που πλησίαζα ένιωθα πως έπεφτα σε ένα τοίχο. Έτσι, προσπάθησα να σκέφτομαι τον Απόλλωνα που στεκόταν στο τέλος της ουράς. Μόνο που στεκόταν εκεί μου έδινε δύναμη να τελειώνω με το μαρτύριο. Τα πόδια με πονούσαν από τα παπούτσια, τα δόντια μου το ίδιο από το σφίξιμο για να μην ξεράσω πάνω στα κυριλέ κοστούμια των καλεσμένων μου, αλλά ευτυχώς οι περισσότεροι μου έδιναν ευχές χωρίς να πουν ή να σκεφτούν κάτι πρωτότυπο ή ύποπτο. Το τραγούδι επιτέλους τελείωνε, το ίδιο και οι καλεσμένοι με τους οποίους έπρεπε να χορέψω. Τρεις είχαν μείνει και ήταν οι αγαπημένοι μου. Πρώτος στη σειρά ο νονός μου.
«Μου έλειψες, τσούπρα μου».
«Και εμένα μου έλειψες. Όλα καλά στη Γη;»
«Μου είχε λείψει ο ήλιος και η Ελλάδα έχει μπόλικο. Θα τα πούμε με ησυχία» είπε και με φίλησε σταυρωτά παραδίδοντας με στον μπαμπά μου.
«Το κοριτσάκι μου μεγάλωσε. Είσαι πανέμορφη, το ξέρεις;»
«Ευχαριστώ, μπαμπάκα μου. Και εσύ είσαι κομψότατος».
«Και ευτυχισμένος χάρη σ’ εσένα. Μια χάρη θέλω μόνο από εσένα».
«Οτιδήποτε».
«Στείλε με γρήγορα στο σπίτι να δείξω στη μαμά σου φωτογραφίες, έχει πολύ αγωνία ξέρεις».
«Πες το και έγινε».
«Επιτέλους οι δυο μας».
«Νόμιζα δε θα τελείωναν ποτέ» είπα και τότε ένιωσα πως δεν άντεχα άλλο και, αφού απομακρύνθηκα λίγο, άδειασα το περιεχόμενο του στομαχιού μου. Η μουσική σταμάτησε και οι καλεσμένοι άρχισαν να πανικοβάλλονται και να μιλούν μεταξύ τους έντονα. Ο Απόλλωνας μου χάιδευε την πλάτη καθησυχαστικά και ο Αλέξανδρος ήταν δίπλα μου με το μαντίλι του τεντωμένο. Αφού τελείωσα το άδειασμα και οι κακόμοιροι υπηρέτες το καθάρισαν, πήρα ένα μικρόφωνο και καθησύχασα τους καλεσμένους μου.
«Όλα είναι καλά, απλώς μια μικρή αδιαθεσία. Δεν έφαγα καλά και είχα πολύ άγχος σήμερα. Δε με δηλητηρίασαν ούτε και πεθαίνω» αστειεύτηκα, αλλά κανείς δε γέλασε. Υπέθεσα τότε πως είχε συμβεί κάτι παρόμοιο σε προηγούμενο βασιλιά, οπότε ανησύχησαν εύλογα. Μα καλά τι μέρος ήταν αυτό;
«Παρόλα αυτά όμως κρίνω συνετό να αποσυρθώ από τη γιορτή και να ξεκουραστώ λίγο. Οι υπόλοιποι όμως απολαύστε το φαγητό και τη μουσική χωρίς τύψεις. Οι τοίχοι έχουν εξαιρετική ηχομόνωση. Καλό βράδυ σε όλους και λυπάμαι για την αναστάτωση» είπα και έφυγα από τη σάλα με τον Αλέξανδρο και τον Απόλλωνα να με ακολουθούν κατά πόδας.
«Αλέξανδρε, όλα είναι καλά. Πήγαινε πίσω στη γιορτή. Δε θέλω να τρομάξουν περισσότερο».
«Αισθάνεσαι καλύτερα;» ρώτησε τρυφερά και στον ενικό, πράγμα που σπάνια έκανε αν και το είχα ζητήσει επανειλημμένα.
«Απλώς πρέπει να φάω και να ηρεμήσω. Δεν είναι τίποτα. Έχω σούπερ θεραπευτικές δυνάμεις, θυμάσαι;»
«Μάλιστα, μεγαλειοτάτη» είπε και, αφού υποκλίθηκε, επέστρεψε στην αίθουσα για να διαβεβαιώσει προφανώς πως ήμουν όντως καλά.
«Μπορείς να μου φέρεις ένα πανωφόρι από το δωμάτιο και ίσια παπούτσια;» ρώτησα τον Απόλλωνα, πιο πολύ επειδή ήθελα να μείνω λίγο μόνη με την Ανθή την οποία κάλεσα νοερά.
«Επιστρέφω σε λίγο».
«Εδώ θα είμαι». Αφού έφυγε, ξεπρόβαλλε η Ανθή πολύ κουρασμένη και ανήσυχη.
«Μπορείς να τσεκάρεις αν είναι όλα καλά με το μωρό;»
«Θα το κοιτάξω, αλλά θα έχετε πολλές ναυτίες από εδώ και πέρα. Είναι φυσιολογικό, μην αγχώνεστε». Ακούμπησε την κοιλιά μου με τα χέρια της και την έτριψε απαλά. Ύστερα με κοίταξε και χαμογέλασε.
«Όλα είναι καλά. Καλό είναι να φάτε κάτι. Όχι αλμυρά και πικάντικα για σήμερα και θα σας δω ξανά αύριο. Ίσια παπούτσια και προσεκτικά βήματα γιατί ίσως να έχετε και μερικές ακόμη ζαλάδες. Καλό βράδυ και καλή ξεκούραση» είπε και υποκλίθηκε. Πολύ εκνευριστικό το θέμα με τις υποκλίσεις. Υποτίθεται έδειχναν σεβασμό έτσι και αναγνώριζαν τη θέση μου, αλλά ήμουν η νεότερη εκεί πέρα και ο σεβασμός κερδίζεται δεν απαιτείται. Ένιωθα σαν κακομαθημένο παιδάκι κάθε φορά που κάποιος μεγαλύτερός μου έσκυβε το κεφάλι του απλώς και μόνο επειδή με έβλεπε.
«Έτοιμη;» ρώτησε ο Απόλλωνας και με τύλιξε με ένα μαύρο παλτό, ενώ μου έδωσε ένα ζευγάρι μπαλαρίνες. Άλλαξα γρήγορα παπούτσια και άφησα τα άλλα σε ένα τυχαίο δωμάτιο και έγνεψα θετικά. Προσεκτικά βγήκαμε από το παλάτι και αρχίσαμε να περπατάμε σε μια άγνωστη για εμένα κατεύθυνση μέσα στη νύχτα.



Έλενα Παπαδοπούλου