Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

19.5.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 35)


Βιολέτα
Περπατούσαμε αργά πιασμένοι χέρι με χέρι. Το φεγγάρι ήταν σχεδόν ολόκληρο και έριχνε ορισμένες φωτεινές ακτίνες εδώ και εκεί κάνοντας τη διαδρομή ρομαντική θα έλεγα. Ο Απόλλωνας μου χάιδευε το χέρι και μου έριχνε κλεφτές ματιές γεμάτες πάθος.
Το μυαλό μου είχε σταματήσει να σκέφτεται το οτιδήποτε για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό. Ήμασταν εγώ και ο Απόλλωνας, το δάσος και το φεγγάρι. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Το χέρι του έσφιγγε μαλακά το δικό μου και οι ώμοι μας ακουμπούσαν ανά διαστήματα καθώς τα βήματά μας μας οδηγούσαν όλο και πιο μακριά από το παλάτι.
«Πού πηγαίνουμε τελικά;» ρώτησα μετά από ώρα σπάζοντας τη σιωπή. Μια σιωπή διόλου αμήχανη. Μια σιωπή που έκρυβε ανείπωτες σκέψεις και λόγια που δεν μπορούσαν να εκφραστούν, τουλάχιστον όχι με λέξεις.
«Έκπληξη είπαμε».
«Μπορώ να μπω στο μυαλό σου και να μάθω μόνη μου».
«Μπορείς, αλλά δε θα το κάνεις, διότι με εμπιστεύεσαι και πρέπει να με αφήσεις να σε εκπλήξω και εγώ για μια φορά».
«Ό,τι πεις. Αν όμως βαρεθώ, θα το κάνω».
«Είσαι καλά έτσι; Μήπως κουράστηκες από τη διαδρομή; Ας συνεχίσουμε με τον αέρα».
«Είμαι πολύ κουρασμένη. Συγνώμη για την γκρίνια».
«Έχεις δίκιο. Είσαι και λίγο άρρωστη. Αέρας λοιπόν» είπε και μας επιβίβασε σε ένα σύννεφο. Ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποιούσε έτσι τον αέρα. Τον είχε κάνει από άυλο υλικό, συνδυάζοντας αέρα και νερό με έναν μοναδικό τρόπο. Ξαπλωμένοι αγκαλιά στο αφράτο στρώμα έκανα πονηρές σκέψεις.
«Δε θα ήταν υπέροχο να κάναμε έρωτα εδώ πάνω;» ρώτησα και με κοίταξε έκπληκτος.
«Καθόλου. Μόλις με φιλούσες θα έχανα την αυτοσυγκέντρωση και θα μελάνιαζαν οι πισινοί μας». Γέλασα ηχηρά και κουλουριάστηκα ακόμη περισσότερο πάνω στο σώμα του. Παρότι φορούσα παλτό, κρύωνα λιγάκι. Η νύχτα ήταν ψυχρή παρά την ομορφιά της. Ο χτύπος της καρδιάς του και η θέρμη που απέπνεε το κορμί του με νανούρισαν και αποκοιμήθηκα χωρίς να το θέλω.
Απόλλωνας
Η αναπνοή της έβγαινε ρυθμική και ήρεμη. Τα χαρακτηριστικά της είχαν απαλυνθεί και φαινόταν γαλήνια στον ύπνο της, τόσο που φοβόμουν ακόμη και να της χαϊδέψω τα μαλλιά μήπως της διαταράξω την ησυχία. Μετά τον εμετό, τα πρώτα ανησυχητικά καμπανάκια κινδύνου είχαν χτυπήσει στο μυαλό μου. Έπειτα ήταν τα νεύρα και η δυστροπία της. Κάτι δεν πήγαινε καλά, ήταν σίγουρο. Ήθελα τόσο πολύ να τα ρίξω όλα στο άγχος. Να υποθέσω πως η στέψη και ο πόλεμος που έπρεπε να αποτρέψει ήταν αυτά που την είχαν αρρωστήσει. Το ήθελα τόσο πολύ, αλλά ήξερα πως δεν ήταν αλήθεια. Είχα και εγώ μερίδιο ευθύνης για την κατάσταση της υγείας της. Η απουσία μου απλώς είχε εντείνει τα αρνητικά συναισθήματα και τους φόβους της, τους οποίους ήξερα καλύτερα από τους δικούς μου. Ίσως ήταν καλύτερα που κοιμήθηκε για λίγο, έστω και αν η διαδρομή με τη βοήθεια του αέρα ήταν πολύ σύντομη. Για να μην την ξυπνήσω, έκανα μερικούς γύρους κοντά στο πανδοχείο παρατηρώντας τη. Ήταν κουλουριασμένη πάνω μου και το δέρμα της έλαμπε κάτω από το φως του φεγγαριού. Τα βλέφαρα της κουνιόντουσαν απαλά σημάδι πως έβλεπε όνειρο, μα οι εκφράσεις της ήταν γλυκές. Έβλεπε καλό όνειρο, δεν είχα δικαίωμα να της το στερήσω, να την πάρω από το σύμπαν στο οποίο βρισκόταν. Και έτσι για μια ώρα, έκανα κύκλους μέχρι που τελικά αποφάσισα να την ξυπνήσω.
Προσγειώθηκα μπροστά στο μαγαζί και την πήρα αγκαλιά. Άνοιξα την πόρτα την ώρα που η Βιολέτα άνοιξε τα μάτια της και η έκφρασή της ήταν το κάτι άλλο. Το μέρος είχε γίνει όντως πανέμορφο. Οι τοίχοι που είχαν άλλοτε σημάδια από ξεφλουδίσματα και κιτρινίλες τώρα ήταν βαμμένοι σε ένα ζωηρό κίτρινο και ανοιχτό γκρι χρώμα. Τα πατώματα ήταν καινούρια, όλα από μάρμαρο με γκρι χρωματισμούς και κύματα. Η μπάρα είχε αντικατασταθεί από μια καινούρια και τα παράθυρα που ήταν πάντα σκεπασμένα και βρώμικα, τώρα ήταν καθαρά και σκορπούσαν το φως του σχεδόν ολόγιομου φεγγαριού. Είχα μετατρέψει τη σάλα του πανδοχείου σε εστιατόριο και τραπέζια ήταν τακτικά τοποθετημένα σε όλο τον χώρο. Ένα όμως ήταν στρωμένο με άσπρο τραπεζομάντιλο και ένα βάζο με κόκκινα τριαντάφυλλα βρισκόταν στο κέντρο του. Τα πιάτα ήταν ήδη τοποθετημένα και έπρεπε μόνο να σερβίρω, να ανάψω τα κεριά και όλα θα ήταν έτοιμα.
«Το μέρος έγινε υπέροχο. Πότε πρόλαβες να κάνεις τόσα πράγματα;»
«Είχα σύμμαχό μου τα στοιχεία» της απάντησα γλυκά και άρχισα να σερβίρω το φαγητό που είχα μαγειρέψει ζεσταίνοντάς το με φωτιά.
Βιολέτα
Τον παρακολουθούσα να σερβίρει και να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα με χάρη σχεδόν. Αν και ήταν ψηλός και γεροδεμένος, δεν ήταν καθόλου ατσούμπαλος, ούτε άχαρος. Ο λίγος ύπνος μέχρι να φτάσουμε εδώ με είχε αναζωογονήσει και η διάθεσή μου είχε αλλάξει δραματικά προς το καλύτερο. Διάφορες μυρωδιές άρχισαν τότε να γαργαλούν τα ρουθούνια μου. Μύριζα το φαγητό και την καθαριότητα του χώρου, σίγουρα καλύτερα από τον εμετό, το αλκοόλ καθώς και τους σίγουρα άπλυτους θαμώνες που σύχναζαν εδώ. Ο Πειρατής θα ήταν σίγουρα χαρούμενος με το πώς έγινε το μέρος. Ενθουσιασμένος κιόλας. Ήταν κρίμα που δεν ήταν εδώ να το δει, αλλά ήξερα πως ήταν κάπου καλύτερα. Ίσως να μας έβλεπε τώρα και να χαμογελούσε. Ίσως να ήταν και περήφανος για μας. Το ήλπιζα.
«Έτοιμο το φαγητό» ανήγγειλε και τη σκυτάλη ανέλαβαν τα πιρούνια και τα μαχαίρια.
«Εσύ τα μαγείρεψες αυτά;»
«Δε με πιστεύεις; Έχω πολλά κρυφά ταλέντα».
«Ίσως αν τελειώσουμε γρήγορα το φαγητό να μπορέσεις να μου δείξεις και άλλα από τα ταλέντα σου» είπα και φάνηκε πολύ σοκαρισμένος. Παναγία μου, ήμουν αχόρταγη. Οι ορμόνες με είχαν τρελάνει σίγουρα. Δεν ήμουν εγώ έτσι.
«Δεν ξέρω ποια είσαι και τι έκανες στην κοπέλα μου, αλλά μου αρέσει η αλλαγή» απάντησε και κοκκίνισα από την κορυφή ως τα νύχια. Του ανταπέδωσα ένα συνεσταλμένο χαμόγελο. Συνεχίσαμε να τρώμε και κάποια στιγμή τον άκουσα να ξεφυσά εκνευρισμένος.
«Τι έγινε;»
«Δεν έβαλα αλάτι στο φαγητό. Γι’ αυτό είναι έτσι το κοτόπουλο».
«Εγώ δεν κατάλαβα τίποτα τέτοιο. Είναι πολύ καλό» του είπα και παρέλειψα να του πω πως η απροσεξία του ήταν προς όφελός μου. Όχι αλάτι σήμερα για τη Βιολέτα και την ακόμη ανώνυμη κόρη της.
«Πάω να φέρω λίγο. Θες;»
«Είναι εξαιρετικό και έτσι».
«Εσύ χάνεις» είπε περιπαιχτικά και χάθηκε στην κουζίνα. Μέχρι να γυρίσει εγώ είχα τελειώσει το πιάτο μου και έκλεβα μικρές μπουκιές και από το δικό του. Αφού γύρισε και κάθισε, παρατήρησε το πιάτο του, το περιεχόμενο του οποίου είχε μειωθεί σημαντικά σε ποσότητα και σχηματίστηκε μια παραπονεμένη και παραξενεμένη έκφραση στο πρόσωπό του. Δεν ήθελα να καρφωθώ, αλλά αμέσως με έπιασαν ασυγκράτητα γέλια μέχρι που κρατούσα την κοιλιά μου. Εκείνος προσπάθησε να κρατήσει μούτρα, αλλά κατέληξε να γελάει μαζί μου.
«Τι λες να περάσουμε στο γλυκό μιας και από το κυρίως πιάτο δεν έμειναν και πολλά να φάω;»
«Λέω ένα μεγάλο ναι».
«Δεν έτρωγες καλά έτσι;»
«Όχι, δεν έτρωγα» παραδέχτηκα.
«Πόσες μέρες έχεις να κοιμηθείς καλά το βράδυ;»
«Ένα μήνα» είπα απρόθυμα. Στην αρχή ένιωσε έκπληξη, την οποία διαδέχτηκε η λύπη και οι τύψεις.
«Λυπάμαι πολύ, μωρό μου» είπε, ενώ πάλευε να συγκρατήσει ένα δάκρυ.
«Όλα τελείωσαν και είσαι μαζί μου. Όλα είναι καλά. Ησύχασε» τον διαβεβαίωσα και κάθισα στην αγκαλιά του.
«Οι καρέκλες αντέχουν, έτσι; Κρίμα είναι να μελανιάσουν τα πισινά μας».
«Δεν ξέρω τόσο φαγητό που έφαγες αν αντέχουν» αστειεύτηκε και γέλασα και εγώ μαζί του. Έπειτα σηκώθηκα και επέστρεψα στην καρέκλα μου.
«Φέρε και το γλυκό να δούμε πόσο γερές είναι» είπα μετά από λίγα λεπτά ησυχίας και βλεμμάτων γεμάτων νόημα.
«Η επιθυμία σας διαταγή μου, δεσποσύνη μου» είπε και υποκλίθηκε ελαφρά. Αμέσως, ένιωσα τη θερμοκρασία να ανεβαίνει αρκετά στο δωμάτιο και κυρίως στο σώμα μου. Μα καλά τι μου συνέβαινε;
«Τι λες να μεταφερθούμε στο δωμάτιο για το γλυκό;» πρότεινε και συμφώνησα. Ειλικρινά θα έτρωγα και σε μαντρί, αν μου το πρότεινε εκείνη τη στιγμή. Μου έτεινε το χέρι ιπποτικά και με σήκωσε από την καρέκλα.
«Ξέχασα να σου δώσω κάτι».
«Μπορεί να περιμένει; Πεινάω σαν λύκος».
«Θα περιμένει τότε» είπε χαμογελαστά. Ανεβήκαμε στον πάνω όροφο που ήταν τα δωμάτια και έμεινα εντυπωσιασμένη για ακόμη μια φορά. Οι τοίχοι ήταν φρεσκοβαμμένοι στο χρώμα του σάπιου μήλου όπως και οι πόρτες που ήταν βαμμένες σε ανοιχτό καφέ. Τα μπεζ λουλούδια στις διάσπαρτες διακοσμητικές γλάστρες έκαναν τον χώρο οικείο. Θύμιζε σπίτι για κάποιο λόγο.
Φτάσαμε στο δωμάτιο με αριθμό ένα και μπήκαμε μέσα. Το δωμάτιο ήταν το ίδιο που είχαμε μείνει την προηγούμενη φορά, αλλά δεν είχε καμία σχέση με εκείνο πια. Όλοι οι τοίχοι ήταν βαμμένοι μπεζ, ενώ τα παράθυρα καλύπτονταν με καφέ κουρτίνες. Τα έπιπλα ήταν ανοιχτό καφέ, πιο ανοιχτό από την πόρτα. Διπλό κρεβάτι με ουρανό, χαμηλός φωτισμός, κεριά και ροδοπέταλα.
«Το δωμάτιο έχει τον αριθμό ένα επειδή είσαι η καλύτερη κοπέλα που θα μπορούσε να ζητήσει κανείς».
«Ακούγεσαι έτοιμος να κάνεις μια βαρυσήμαντη ερώτηση ή μου φαίνεται;» αστειεύτηκα, αλλά εκείνος ήταν πολύ σοβαρός.
«Σε ξέρω καλύτερα από τον εαυτό μου. Η πρόταση θα γίνει όσο θα κάνουμε ελεύθερη πτώση ή κάτι παρόμοιο, αλλά θα είναι δύσκολο να σου δώσω το δαχτυλίδι τότε. Οπότε τι λες να στο δώσω από τώρα και να σου κάνω την ερώτηση επίσημα αύριο το πρωί;»
«Λέω πως μετά από όσα περάσαμε, μια κλισέ και ρομαντική πρόταση γάμου είναι ό,τι πρέπει».
«Αυτό είναι το σήμα μου λοιπόν» είπε και γονάτισε κρατώντας ανοιχτό ένα μικρό μωβ κουτάκι με ένα δαχτυλίδι να γυαλίζει.
«Βιολέτα, ήσουν το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα ποτέ μου. Η πρώτη μου σχέση, η πρώτη μου αγάπη. Πέθανα και θα πεθάνω όσες φορές χρειαστεί για εσένα, γιατί σε αγαπάω πιο πολύ κι από τον εαυτό μου. Και θέλω να στο αποδεικνύω κάθε μέρα για την υπόλοιπη ζωή μας η οποία κάθε άλλο παρά συνηθισμένη και βαρετή θα είναι με εσένα στο πλευρό μου. Τι λες, μωρό μου; Είσαι έτοιμη για μια ακόμη περιπέτεια;»
«Είμαι πανέτοιμη, αφού θα είμαστε μαζί».
«Θα γίνεις η γυναίκα μου;»
«Ναι» είπα και πέρασε απαλά το δαχτυλίδι στο δάχτυλό μου. Το έκανε τόσο αργά και με τόση στοργή λες και τα δάχτυλά μου ήταν καμωμένα από το πιο εύθραυστο υλικό του κόσμου.
«Μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος;»
«Ούτε και τότε. Εμείς θα είμαστε πάντα και παντού ένα πρόσωπο, μια ψυχή, ένα σώμα. Δεν μπορεί να χωριστεί μια ψυχή, σωστά;»
«Έχεις δίκιο. Σε αγαπάω».
«Εγώ πιο πολύ» είπα και γονάτισα δίπλα του. Έπιασα με τα χέρια μου το πρόσωπό του και τον φίλησα γλυκά στην αρχή, πιο παθιασμένα μετά. Δάγκωσα το κάτω χείλος του και του χάιδεψα τα μαλλιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Το αγαπημένο μου.
Τα χέρια του μπλέχτηκαν με τη σειρά τους στα μαλλιά μου και άρχισαν να τα ξεπλέκουν απαλά. Γύρισα πλάτη και εκείνος συνέχισε να φιλά το σβέρκο μου και την πλάτη κάνοντάς με να ανατριχιάσω, ενώ ξέπλεκε ακόμη τις μακριές πλεξούδες. Τα μάγουλά μου είχαν κοκκινίσει και ένας αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη μου.
Εκείνος συνέχισε να φιλά, να ξεπλέκει τα μαλλιά μου και να βγάζει ρούχα μέχρι που έγιναν ένας σωρός, πεταμένος στην άκρη του δωματίου και τα κορμιά μας μπλέχτηκαν αναπληρώνοντας τέλεια το ένα το άλλο. Ένα κουβάρι σωμάτων γίναμε και εμείς σαν τα ρούχα και χορέψαμε τον μοναδικό και κατάδικο χορό μας μέχρι την κορύφωση. Λαχανιασμένη ακόμη τον κοίταξα τρυφερά και ρώτησα:
«Το γλυκό έχει και σοκολάτα;»
«Πάντα, μωρό μου» είπε και άρπαξε τα γλυκά από το κομοδίνο. Άρχισα να τρώω λαίμαργα το γλυκό με τη σοκολάτα, αλλά δεν παρέλειψα να αφήσω μερικά σοκολατένια φιλιά στο κορμί του. Αφού είχα φάει τα γλυκά – ναι, και τα δύο - και τον είχα κάνει χάλια με τη σοκολάτα, σηκώθηκα και ξάπλωσα στο κρεβάτι.
«Τι λες να σε καθαρίσουμε;» ρώτησα.
«Κιόλας;»
«Μου έλειψες».
«Αρχίζω να πιστεύω πως με θες μόνο για το κορμί μου».
«Και για τα γλυκά σου» είπα και χαμογέλασα.
«Μου φτάνει» είπε και ξάπλωσε δίπλα μου, ενώ εγώ έσπευσα να καθαρίσω τα σοκολατένια ίχνη από το κορμί του. 


Έλενα Παπαδοπούλου