Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

29.5.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 38)


Βιολέτα
Ξύπνησα μετά από πολλές ώρες νιώθοντας ακόμη κουρασμένη και πολύ άρρωστη. Ο πρώτος άνθρωπος που αντίκρισα ήταν η Ανθή η οποία με κοίταξε γλυκά και μου προσέφερε μια κούπα αχνιστό καφέ.
Η Ανθή, αντίθετα με εμένα, φαινόταν υγιής και ευδιάθετη. Τα κοντά καστανά μαλλιά της, που ίσα που έφταναν μέχρι το τέλος του προσώπου της, έλαμπαν και κυμάτιζαν ανάλαφρα πλαισιώνοντας το νεανικό πρόσωπό της. Στην πραγματικότητα, ήμουν η νεότερη μέσα στο κάστρο και όμως ένιωθα πως ήμουν η μεγαλύτερη, πως ήμουν υπεύθυνη για όσους ήταν εδώ. Τα μάτια της, χωρίς ίχνος κούρασης, γυάλιζαν και πετάριζαν, λες και ήταν χαρούμενα για το ζεστό αυτό πρωινό, ασυνήθιστο για την εποχή του χρόνου. Φορούσε τη συνηθισμένη της στολή, γκρι σαν τις άλλες, αλλά ακόμη το γκρι σήμερα δεν ήταν μουντό. Πώς γίνεται να έδειχνε τόσο σαγηνευτικά όμορφη σε ένα απλό φόρεμα, χωρίς μακιγιάζ; Και όμως έδειχνε τόσο γλυκιά, τόσο νέα, γεμάτη ζωντάνια.
«Πώς αισθάνεστε;» ρώτησε γλυκά σαν να μιλούσε σε μικρό παιδί που έμενε σπίτι αντί να πάει στο σχολείο, επειδή τον πονούσε το στομάχι του ή είχε τη γρίπη. Ο τόνος της είχε μια μητρική χροιά που με χαλάρωσε και με έκανε να αισθανθώ λιγάκι καλύτερα, με έκανε νε αισθανθώ σαν το σπίτι μου.
«Χάλια» είπα λακωνικά. Ακόμη και η γλυκιά στάση της ή ο υπέροχος καφές δεν ήταν αρκετά για να με βοηθήσουν να ανακάμψω. Η περίεργη κοπέλα είχε δίκιο. Οι νέες δυνάμεις ήταν ζόρικες και το είχα καταλάβει, χωρίς καν να χρειαστεί να τις χρησιμοποιήσω. Μόλις θυμήθηκα την κοπέλα, οι αναμνήσεις της χθεσινής ημέρας με χτύπησαν θαρρείς κατακέφαλα. Και φυσικά μαζί με τις αναμνήσεις επέστρεψαν τύψεις που δεν είχα δει όραμα για να προλάβω ό,τι έγινε, βάρος για τις νέες δυνάμεις και την ευθύνη τους, φόβος πως δε θα ησύχαζα ποτέ και φυσικά ένα σωρό υποχρεώσεις.
«Περάσατε πολλά. Είναι φυσικό να χρειάζεστε μερικές μέρες για να αναρρώσετε. Και για να μην ξεχάσω, απολαύστε την τελευταία κούπα καφέ, γιατί δε θα έχετε άλλη για πολύ καιρό» είπε η Ανθή αναγνωρίζοντας το γνώριμο πια σούφρωμα των χειλιών μου και το συνοφρύωμα που παραμόρφωσε το πρόσωπό μου.
«Μα γιατί να κόψω τον καφέ μου;»
«Είστε έγκυος. Δεν κάνει καλό στο έμβρυο».
«Είναι καλά τώρα;» ρώτησα ανήσυχη. Ήταν τόσο ξαφνικό, το πώς άρχιζε η ανησυχία δηλαδή. Και πως δε θα τελείωνε ποτέ.
Ξεκινούσε από τον πρώτο χτύπο της καρδιά του μωρού και δεν τελείωνε, ούτε καν με τον θάνατο, επειδή ο άλλος κόσμος υπήρχε. Ακόμη και εκεί, ακόμη και νεκρός, ένας γονιός πάντα θα αγωνιά για το παιδί του, σκέφτηκα τελικά. Ιδιαίτερα η μάνα. Το κουβάλησε μέσα της εννιά μήνες και το θήλασε από τα στήθη της. Έκλαψε περισσότερες φορές από όσες θα τολμούσε να παραδεχτεί στο παιδί της, ανησύχησε περισσότερο από αυτό που θα ομολογούσε. Δεν την είχα κρατήσει στα χέρια μου, δεν είχα καν συνειδητοποιήσει τι πήγαινε να πει μάνα και όμως ήδη καταλάβαινα τι πέρασε η μητέρα μου, αφού έμεινε μόνη της.
«Είναι πολύ μικρή ακόμη, δεν επηρεάστηκε καθόλου» με διαβεβαίωσε.
«Ευτυχώς. Πώς είναι τα πράγματα εκεί έξω;» ρώτησα αλλάζοντας θέμα. Η ζωή μου ήταν ένα χάος ακόμη και χωρίς τη μητρότητα. Διάολε ήμουν δεκαεπτά. Ποτέ δε θα έπαιρνα απολυτήριο. Δε θα πήγαινα στο πανεπιστήμιο. Θα έμενα εδώ να βασιλεύω και να ανησυχώ.
«Ο Απόλλωνας τα ανέλαβε όλα, μεγαλειοτάτη. Σαν ρολόι δουλεύουν οι πάντες και τα πάντα. Μην αγχώνεστε». Ο τόνος της ήταν ειλικρινής και έτσι χαλάρωσα λίγο ξέροντας πως ο Απόλλωνας φυλούσε όπως πάντα τα νώτα μου.
«Χρειάζομαι ένα μπάνιο πριν ξεφορτωθώ μερικές δυνάμεις».
«Θα σας βοηθήσω να σηκωθείτε» είπε και πέρασε το χέρι της κάτω από τις μασχάλες μου υποβαστάζοντας το βάρος μου. Τα πόδια μου ίσα που με κρατούσαν και φτάσαμε με δυσκολία στο μπάνιο. Ξάπλωσα στο ζεστό νερό και απόλαυσα τις λίγες στιγμές γαλήνης χωρίς όμως να απομονωθώ κάτω από την επιφάνειά του όπως συνήθιζα. Βγήκα σχεδόν αμέσως και ντύθηκα φορώντας το πιο απλό φόρεμα που υπήρχε στην ντουλάπα. Όλο μου το κορμί πονούσε. Ακόμη και οι πιο απλές κινήσεις που απαιτούνταν για να ντυθώ έμοιαζαν βουνό κακοτράχαλο που έπρεπε να ανέβω.
 Κάθισα στην καρέκλα μπροστά στον καθρέφτη για να μου φτιάξει η Ανθή τα μαλλιά και τρόμαξα από το είδωλό μου. Τα μάτια μου δεν ήταν το συνηθισμένο έντονο και τσαχπίνικο βιολετί, αλλά ένα μουντό και σκούρο μωβ. Κάτω από τα μάτια είχα τεράστιους μαύρους κύκλους σαν σακούλες σκουπιδιών. Τα μάγουλά μου ήταν ρουφηγμένα ελαφρώς προς τα μέσα και τα χείλη μου ήταν σκασμένα και κατακόκκινα σε αντίθεση με την κατάχλωμη επιδερμίδα μου. Μέχρι και τα μαλλιά μου είχαν χάσει τη λάμψη και το έντονο μαύρο τους χρώμα.
«Δείχνω απαίσια».
«Λίγο μακιγιάζ και κανείς δε θα καταλάβει τίποτα» απάντησε συμφωνώντας διακριτικά μαζί μου σχετικά με την τραγική εμφάνισή μου.
«Όχι, θέλω όλοι να με δουν έτσι. Αυτά φέρνει η δύναμη στον οργανισμό. Ας ελπίσουμε να αηδιάσει και να τρομάξει αρκετούς ώστε να μην την αναζητούν τόσο πια».
«Όπως επιθυμείτε. Η αίθουσα του θρόνου είναι γεμάτη και σας περιμένουν».
«Καλώς. Πρώτα θα φάω έτσι;»
«Τους δίνετε δώρα άρα θα σας προσφέρουν κάποιο αντάλλαγμα, συνήθως φαγητό, ειδικά οι φτωχότερες οικογένειες που ασχολούνται με τη γη. Πρέπει να δοκιμάσετε λίγο από το κάθε τι οπότε θα φάτε κατευθείαν εκεί».
«Σου έχω πει ότι σιχαίνομαι τα έθιμά σας;»
«Αρκετές φορές» απάντησε, αλλά το βλέμμα της και ο τόνος της δεν έδειχναν ίχνος δυσφορίας. Αντιθέτως μάλιστα, έδειχνε να συμφωνεί μαζί μου. Αν η Ανθή ήταν έτοιμη για αλλαγές, ίσως να ήταν και άλλοι έτοιμοι. Και αυτή ήταν η πρώτη μου ευχή από τότε που ανέλαβα, ευχήθηκα να ήταν όλοι έτοιμοι για μια νέα αρχή, ένα νέο ξεκίνημα.
«Λοιπόν, το ξαναλέω και ας γίνω γραφική» είπα και ξεφύσησα αγανακτισμένη, ενώ η Ανθή, αγνοώντας με, άνοιξε την πόρτα. Δύο φρουροί μπήκαν για να με κρατήσουν και να με μεταφέρουν στην αίθουσα του θρόνου. Μόλις η πόρτα άνοιξε έγινε η επίσημη αναγγελία της άφιξής μου, άλλη μια εκνευριστική συνήθεια που έπρεπε να ασπαστώ. Σοβαρά, όπου και αν πήγαινα, υπήρχε κάποιος να πει σε όλους να σηκωθούν, επειδή η μεγαλειότητά μου Βιολέτα η πρώτη, κόρη του Τζέιμς και βασίλισσα του βασιλείου του Φοίνικα της Άλλης Γης, βρισκόταν στον χώρο. Λες και θα έπρεπε όλοι να σταματούν πάντα ό,τι κάνουν μόνο για να με κοιτάξουν και να θαυμάσουν τη μεγαλειότητά μου. Τι γελοίο!
Καθώς προχωρούσα αργά προς τον θρόνο, ένιωθα τα πόδια μου να με προδίδουν και τα τελευταία βήματα τα έκανα κυριολεκτικά σηκωτή. Μόνο τότε χάρηκα ειλικρινά που υπήρχαν μαζί μου οι φρουροί. Ειδάλλως θα είχα σωριαστεί και όλοι θα θυμόντουσαν τη μοναδική μου αδέξια τούμπα. Κάθισα και αναστέναξα, ενώ έκανα μια γκριμάτσα πόνου. Κοίταξα τους παρευρισκόμενους που ήταν χωρισμένοι σε δύο κατηγορίες, φτωχοί και πλούσιοι. Δίπλα μου ήταν όρθιοι ο Απόλλωνας, ο Αλέξανδρος και οι δύο περίεργοι άρχοντες, οι μισοί δεξιά μου και οι άλλοι μισοί αριστερά μου. Πριν απευθυνθώ σε όλους ξέκλεψα λίγες στιγμές για να παρατηρήσω τον Απόλλωνα, να χορτάσω την εικόνα του, γιατί, παρόλο που τον είχα δίπλα μου εδώ και δύο μέρες, ένιωθα σαν να είχα να τον δω εβδομάδες ολόκληρες.
Θαύμασα τα μαλλιά του που ήταν μαύρα σαν τον νυχτερινό ουρανό και ατίθασα, αφού πετούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Κοίταξα τα μάτια του που ήταν γαλανά λες και ο ουρανός με τη θάλασσα ενώθηκαν για μια και μοναδική στιγμή για να τα δημιουργήσουν. Κοίταξα την ίσια μύτη του και τα υπέροχα χείλη του τα οποία ήταν ελαφρώς πρησμένα και βρεγμένα από το σάλιο. Στοίχημα τα δάγκωνε τόση ώρα από το άγχος.
Η ματιά μου όμως ξέφυγε προς στιγμήν από τον ψηλό και γεροδεμένο Απόλλωνα και αναζήτησε τη γνώριμη φιγούρα του Αλέξανδρου που μου είχε κρατήσει συντροφιά ώρες ατέλειωτες και με είχε στηρίξει τόσο πολύ όσο εκείνος έλειπε. Πάντα δίπλα μου με τον ώμο του έτοιμο για να κλάψω και το μαντήλι στην τσέπη για να σκουπίσει τα δάκρυα ψιθυρίζοντας πως όλα θα πάνε καλά. Εκτός όμως από τον χαρακτήρα του, που ήταν σίγουρα ζηλευτός, ήταν ωραίος άντρας. Όχι σαν τον Απόλλωνα, αλλά και πάλι ωραίος. Τα μαλλιά του ήταν καστανά όμως ταυτόχρονα και ξανθά σε αρκετά σημεία, φιλημένα κατά κάποιο τρόπο από τον ήλιο. Οι μπούκλες του ήταν στρωμένες τακτικά ώστε να μην ενοχλούν.
Τα μάτια του ήταν μεγάλα και καστανά, παρατηρούσαν τα πάντα και απέπνεαν εξυπνάδα και παρατηρητικότητα, ενώ του Απόλλωνα απέπνεαν αγάπη και ζεστασιά. Τα φρύδια του ήταν έντονα, όπως και οι γωνίες του προσώπου του, και ήταν έτσι η δομή του προσώπου του, που ακόμη και η σπασμένη μύτη ταίριαζε αρμονικά με το σύνολο. Ήταν άγριος και σκληρός, ταιριαστά χαρακτηριστικά για ένα στρατηγό και φύλακα, αλλά ήταν και στοργικός, χαρακτηριστικό που ταίριαζε σε φίλο και προστάτη. Τα γένια του συμπλήρωναν την εικόνα του και τον έκαναν να φαίνεται επικίνδυνος, ενώ το υπόλοιπο σώμα του ήταν πιο αδύνατο και όχι τόσο τρομακτικό. Όμως ήταν όμορφος με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Χαμένη σε σκέψεις και συναισθήματα απέστρεψα το βλέμμα μου από τους δύο άντρες που στέκονταν δίπλα μου. Με σταθερή φωνή μίλησα σε όλους κοιτάζοντας τον καθένα ξεχωριστά στα μάτια.
«Καλησπέρα σε όλους και σας ευχαριστώ που ανταποκριθήκατε στο κάλεσμά μου. Ζητώ συγγνώμη για το παρουσιαστικό μου, αλλά πρέπει να ξέρετε πως οι δυνάμεις είναι βαριά ευθύνη και καταπονούν τον οργανισμό πάρα πολύ, ειδικά αν είναι τόσες πολλές. Δε διατρέχω όμως κανένα κίνδυνο. Θέλω να ενημερώσω όσους θα παραλάβουν τα δώρα μου πως συνοδεύονται με τεράστια ευθύνη και βάρος. Δε σας κάνουν καλύτερους ή ανώτερους. Χρειάζονται προσοχή και ωριμότητα και αν κάποιος φοβάται πως δε θα αντέξει το βάρος τους μπορεί να αποχωρήσει από τώρα» είπα μιλώντας σιγά δίνοντας χρόνο στους μελλοντικούς αποδέκτες των δυνάμεων να χωνέψουν και να ζυγιάσουν κάθε μου κουβέντα. Το βλέμμα μου έπεφτε στον καθένα ξεχωριστά και τελικά είδα μερικούς ευγενείς να παραδίδουν τα όπλα και να αποχωρούν φοβισμένοι από την αίθουσα διακριτικά.
«Ας ξεκινήσουμε. Θα ήθελα τα παιδιά των φτωχών οικογενειών να προσέλθουν πρώτοι στον θρόνο. Σε αυτούς θα χαρίσω στοιχεία τα οποία είθε να σας βοηθήσουν να αντεπεξέλθετε στην κουραστική, αλλά και άκρως χρήσιμη ασχολία σας. Το βασίλειο στηρίζεται και εξαρτάται από εσάς. Είστε η πρώτη ύλη του βασιλείου οπότε, πρώτη ύλη θα σας δώσω. Υπάρχουν τα εξής διαθέσιμα στοιχεία: τρεις φορές το καθένα από τα τέσσερα στοιχεία και επτά ανώτερες δυνάμεις, στο σύνολο δεκαεννιά». Κοίταξα την ουρά και διαπίστωσα πως υπήρχαν πάνω από δεκαπέντε άτομα, αλλά λιγότερα από είκοσι. Οι δυνάμεις έφταναν.
«Βλέπω είναι αρκετές για όλους. Όσοι θέλουν τον αέρα ας έρθουν μπροστά». Τρία άτομα εμφανίστηκαν και μου προσέφεραν φαγητό: ντομάτες, ροδάκινα και σταφύλια. Έφαγα λίγο από το καθένα ευχαριστώντας τους και ύστερα τους μίλησα λίγο για τον αέρα:
«Ο αέρας είναι αόρατος, αλλά περιβάλλει τα πάντα. Δημιουργεί και καταστρέφει, όπως άλλωστε κάθε τι. Μπορεί να κάνει μια ζεστή μέρα λίγο πιο δροσερή, να μεταφέρει μηνύματα, ανθρώπους και καρπούς. Μπορεί όμως να δημιουργήσει ανεμοστρόβιλο και να θερίσει τα πάντα στο πέρασμά του» είπα και τους έριξα ένα προειδοποιητικό βλέμμα, ενώ εκείνοι κούνησαν το κεφάλι και υποκλίθηκαν.
«Όσοι επιθυμούν το νερό ας έλθουν μπροστά» είπα και ήλθαν ακόμη τρεις. Μου έδωσαν φράουλες, κεράσια και κέικ και εγώ έδωσα νερό, αφού μίλησα για τις χάρες του.
«Το νερό είναι ένα καταπραϋντικό στοιχείο, που μπορεί όμως να κάνει μεγάλη ζημιά. Μπορεί να φέρει μια μικρή μπόρα ή μια πλημμύρα. Μπορεί να φτιάξει μπάλες για να αμυνθεί κανείς ή για να επιτεθεί. Και τέλος, μπορεί να ελέγξει το σώμα, βοηθώντας το ή σκοτώνοντάς το».
«Η ανώτερη δύναμη της θεραπείας και η ανώτερη δύναμη της γης είναι τα επόμενα που θα χαρίσω. Αν υπάρχει κάποιος τυφλός θα του δοθεί το χάρισμα να βλέπει μέσα από τη γη» είπα και ήλθαν κοντά μου επτά άτομα, ένας εκ των οποίων τυφλός. Πήρα τα δώρα τους τρώγοντας μια μπουκιά από το καθένα και έδωσα νερό και γη, στην πιο ξεχωριστή μορφή τους.
«Πρέπει να ξέρετε πως το χάρισμα της θεραπείας είναι πανέμορφο. Είναι ευλογία να σώζεις μια ζωή, αλλά μερικές φορές δεν είναι αρκετό. Ο θάνατος κάνει τις επιλογές του και ορισμένες φορές δεν μπορούμε να τον εμποδίσουμε. Γι΄ αυτό συνιστώ στους αποδέκτες του να δείξουν υπομονή και σοφία παρά την ηλικία τους και να σταθούν στους συγγενείς όσων τυχόν χαθούν. Ο Άλλος κόσμος είναι πολύ ωραίο μέρος στα αλήθεια. Όσοι πήραν το χάρισμα να βλέπουν από τη γη θα έχουν δύο οράσεις. Με την όραση της γης θα νιώθετε δονήσεις, θα βλέπετε φιγούρες. Όσο για εσένα, εσύ θα βλέπεις πια καλύτερα από όλους μας» μίλησα στο τυφλό αγόρι και έπειτα υποκλίθηκαν όλοι και πήγαν στην άκρη της αίθουσας μαζί με όσους είχαν ήδη πάρει το δώρο τους.
«Φωτιά» είπα και ήλθε ένα κοριτσάκι, σίγουρα μικρότερο από δέκα ετών.
«Καλώς την. Μόνο εσύ θες τη φωτιά απ’ ό,τι βλέπω. Είναι δύσκολη ξέρεις. Επηρεάζεται από τα συναισθήματά σου περισσότερο από τα άλλα στοιχεία και είναι ατίθαση και σκανταλιάρα».
«Είμαι δυνατή».
«Είσαι σίγουρα γενναία. Οπότε, λέω να σου δώσω και τη γη μαζί. Είναι καλός συνδυασμός. Θα είναι το μυστικό μας, εντάξει;» Ένευσε θετικά και χαμογέλασε πλατιά. Της έδωσα τα δώρα και στους άλλους δύο της ουράς έδωσα τη γη χωρίς να παραλείψω να πω δύο λόγια για το στοιχείο.
«Η γη, το τελευταίο στοιχείο από τα τέσσερα, μπορεί να κάνει φανταστικά πράγματα. Μπορεί να χωρίσει τη γη στα δύο ή να τη χαράξει και να την αναδιαμορφώσει. Μπορεί όμως και να την καταστρέψει με ισχυρούς σεισμούς. Όμως είναι στο στοιχείο της ζωής και όσοι μπορούν να τη χειριστούν σωστά ξέρουν πως η Γη είναι η μεγαλύτερη Θεά και η πιο ισχυρή» είπα ολοκληρώνοντας το λόγο μου σχετικά με τα στοιχεία και τις ικανότητες που χαρίζουν.
Τα μέλη των φτωχών οικογενειών αποχώρησαν και τα μέλη των ευγενών και των εύπορων σχημάτισαν μια νέα ουρά. Ήταν αρκετά άτομα, αλλά με κάθε δύναμη που έδινα και κάθε χαμόγελο που εισέπραττα, αισθανόμουν όλο και καλύτερα. Μακάρι να μπορούσα να δώσω όλες μου τις δυνάμεις, αλλά όσες είχα πάρει από τη δωροδοσία και οι δυνάμεις των νέων αρχόντων έπρεπε να μείνουν κοντά μου. Οι δυνάμεις της δωροδοσίας ήταν δώρα που δεν επιστρέφονταν και οι δυνάμεις των νέων αρχόντων παραήταν περίεργες για να διακινδυνεύσω να τις χαρίσω, τουλάχιστον πριν τις καταλάβω και πριν να διαπιστώσω αν μπορούσαν να υποταχτούν στο καλό και τη ζωή.
«Για τους υπόλοιπους έχουν μείνει τα εξής: οράματα, διάβασμα της σκέψης, χειρισμός του χρόνου, ανάσταση και αντίγραφα όλα από δύο φορές. Πέντε δώρα, πέντε στήλες» διέταξα και οκτώ άτομα παρατάχθηκαν δύο – δύο, αφήνοντας κενή τη στήλη στης ανάστασης. Έστειλα τα δώρα, αφού πήρα κοσμήματα και υφάσματα από τα παιδιά των πλουσιότερων οικογενειών και έπειτα έφυγαν όλοι αφήνοντάς με μόνη με τα πιο κοντινά μου πρόσωπα και δύο περίεργους άρχοντες.
«Αλέξανδρε, γιατί ήταν τόσοι λίγοι; Καλύτερα δηλαδή, αφού δεν έχω και απεριόριστα αποθέματα δυνάμεων, αλλά και πάλι».
«Επέλεξα άξια άτομα από οικογένειες που κανείς δεν είχε χαρίσματα. Έπειτα τα άτομα αυτά θα δώσουν τις δυνάμεις τους στα παιδιά και εγγόνια τους στην τελετή της δωροδοσίας. Εξασφάλισα ότι θα έχουν δυνάμεις για δύο, ίσως και τρεις γενιές».
«Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς εσένα. Γι΄ αυτό θα σου δώσω τις εναπομείνασες δυνάμεις. Θα σου δώσω φωτιά και ανάσταση, καθώς και τη δυνατότητα να ελέγχεις τους νεκρούς. Είναι οι πιο επικίνδυνες δυνάμεις και σε εμπιστεύομαι πως θα ανταποκριθείς επάξια στον χειρισμό τους» είπα και απελευθέρωσα τις τελευταίες διαθέσιμες δυνάμεις.
«Σας ευχαριστώ πολύ, μεγαλειοτάτη, για τη γενναιοδωρία σας και θα φροντίσω να φανώ αντάξιος των προσδοκιών σας. Θα ενταχτώ αμέσως στα τμήματα εκμάθησης που ιδρύθηκαν ώστε να μάθω να τις ελέγχω σωστά».
«Υπάρχουν τμήματα εκμάθησης δυνάμεων; Σοβαρά;» Το μυαλό μου πέταξε κατευθείαν στο Χόγκουαρτς και τον Χάρι Πότερ. Πόσο κλάμα είχα ρίξει όταν δεν ήρθε γράμμα, σαν πάτησα τα έντεκα. Και όμως μετά από τόσα χρόνια βρισκόμουν και εγώ με δυνάμεις, κάπου μακριά από το σπίτι και θα γινόμουν μια καθηγήτρια σε ένα σχολείο μαγείας και διαφορετικότητας. Ίσως να είχαν και κοιτώνες που να γίνονταν η οικογένειά σου. Ίσως να είχαν τεράστια τραπέζια και φανταστικά αθλήματα. Το ευχόμουν.
«Μάλιστα. Οι νέοι που εισέπραξαν δυνάμεις δεν έχουν κάποιον να τους βοηθήσει να τις δαμάσουν. Είναι κάτι καινούριο και πρωτόγνωρο γι΄ αυτούς και για τις οικογένειές τους, οπότε σκέφτηκα να δημιουργήσω τμήματα στήριξης, ώστε να είναι ευκολότερη η προσαρμογή τους στα νέα δεδομένα».
«Θα ήθελα να αναλάβω και εγώ ένα τμήμα».
«Είστε σίγουρη; Θα υπάρχουν πολλά παιδιά και έχετε ήδη τόσες υποχρεώσεις».
«Θα με βοηθήσεις να το βολέψω στο πρόγραμμά μου, είμαι σίγουρη. Τώρα, αν μπορείς, θα ήθελα να μεταφερθούμε στο δωμάτιο του πολέμου».
«Όλα είναι ήδη έτοιμα. Να σας βοηθήσω να σηκωθείτε;»
«Ναι» είπα και ο Αλέξανδρος ήρθε κοντά μου και με σήκωσε στην αγκαλιά του. Με την άκρη του ματιού μου είδα τον Απόλλωνα να μουτρώνει.
«Ζηλεύουμε, Απόλλωνα;» τον ρώτησα μέσα στο μυαλό του.
«Εγώ να ζηλέψω τι από αυτόν τον φλώρο; Είμαι εκατό φορές καλύτερος».
«Μου αρέσει όταν ζηλεύεις. Δείχνει ότι νοιάζεσαι. Όχι πως πρέπει να τον ζηλεύεις όμως. Είναι σαν αδερφός για εμένα».
«Έχεις κοιτάξει αν και εκείνος νιώθει έτσι;» ρώτησε και μην έχοντας απάντηση, διέκοψα τη νοητή συνομιλία μας.
«Έχεις φοβερή αύρα, Βιολέτα. Και ο τρόπος που μιλάτε νοητικά είναι σούπερ».
«Δεν έχεις φίλτρο;» ρώτησα την κοπέλα.
«Όχι» είπε γελώντας.
«Πρέπει να σου γνωρίσω τη φίλη μου την Ηλέκτρα. Θα ταιριάζατε πολύ. Και εκείνη λέει όσα σκέφτεται».
«Και εγώ το ίδιο πιστεύω» είπε και παρέμεινε σιωπηλή μέχρι να φτάσουμε στο δωμάτιο του πολέμου και να καθίσουμε σε ένα στρογγυλό, καφέ, καλογυαλισμένο τραπέζι.
«Τώρα που είμαστε όλοι μαζί, θα ήθελα να μάθω τι πάει στραβά με τις δυνάμεις σας» είπα χωρίς περιστροφές.


Έλενα Παπαδοπούλου