Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

7.5.20

Λίγα λόγια για το The Goldfinch από την Έρση Λάβαρη

Με την Καρδερίνα, το τρίτο της μυθιστόρημα, η μεγάλη Ντόνα Ταρτ αφηγείται μια ακόμη μεγαλύτερη ιστορία. Πρόκειται, μάλιστα, για ένα κείμενο που φαίνεται ότι δίχασε τους αναγνώστες της, μιας και ορισμένοι το βρήκανε φλύαρο και ανούσιο, αργό, κουραστικό, ενώ άλλοι το εξέλαβαν ως ένα από τα ωραιότερα και πιο σημαντικά που έχουνε διαβάσει.
Η ιστορία ξεκινάει με τον Θίο Ντέκερ, έναν άντρα είκοσι έξι ετών, που παραληρεί από τον πυρετό σε κάποιο ξενοδοχείο στο Άμστερνταμ. Μοιάζει να έχει μπλεξίματα με την αστυνομία και φοβάται ακόμη και τον ίδιο του τον ίσκιο, και, για να εξηγήσει πώς βρέθηκε εκεί, καταλήγει να αφηγείται τι συνέβη στην μητέρα του δεκατρία περίπου χρόνια νωρίτερα. Μιλάει, έτσι, για το πού θεωρεί ότι ευθύνεται για τον θάνατό της, που συνέβη σε κάποιο μουσείο στην Νέα Υόρκη ένα πρωί που θα συναντούσαν μαζί τον διευθυντή του σχολείου που τον είχε αποβάλει, σε μία έκθεση για τους μεγαλύτερους εκπροσώπους του ολλανδικού Μπαρόκ. Ο Θίο επέζησε από την τρομοκρατική επίθεση με την βόμβα που εξερράγη στο πωλητήριο της γκαλερί επειδή υπέκυψε στην παρόρμηση να ακολουθήσει τον τέλειο ξένο, όπως αποκάλεσε ο ίδιος το κορίτσι που του έκανε τόση εντύπωση, και η μητέρα του έχασε την ζωή της σε κάποια αίθουσα μακριά του. Όταν συνήλθε ο συνοδός του κοριτσιού ήταν ακόμη ζωντανός και τον παρότρυνε να φύγει με το έργο του Κάρελ Φαμπρίτσιους Η Καρδερίνα, με αποτέλεσμα ο Θίο, συγχυσμένος από την έκρηξη, να επιστρέψει με τον πίνακα στο σπίτι.
 
Έτσι εκκινεί μια μελαγχολική, θλιμμένη αφήγηση γεμάτη απόγνωση και ενοχές που σημαίνει και την αρχή της εμμονής του Θίο τόσο με τον πίνακα όσο και με την Πίπα, το κορίτσι από το μουσείο, που τον ακολουθούν από την Νέα Υόρκη, όπου παρέμεινε για λίγο ως προστατευόμενος μιας εύπορης φιλικής οικογένειας προτού εμφανιστεί μια λιγότερο προσωρινή λύση, και διαμορφώνουν την ποιότητα της ζωής του στο εξής. Πρώτα στο Λας Βέγκας, όπου τον στέλνουν οι κοινωνικές υπηρεσίας για να μείνει με τον προηγουμένως επώδυνα απών πατέρα του κι όπου γνωρίζει τον Μπόρις, τον απερίσκεπτο πρώτο του φίλο μετά τον θάνατο της μητέρας του που θα σημαδέψει την ζωή του με όλους τους σωστούς και όλους τους λάθος τρόπους, κι έπειτα ξανά στην Νέα Υόρκη και στους καινούριους του, μάλλον αμφισβητήσιμους, τρόπους διαχείρισης της θλίψης του και βιοπορισμού.
 
Το ύφος είναι μελαγχολικό, ενοχικό και εξομολογητικό μέσα από μια γλώσσα πότε ηθικά ωμή και πότε φιλοσοφικά λυρική, και δίνει στην αφήγηση μια αίσθηση σταθερότητας, αμετάκλητης πορείας της μοίρας και εγκλωβισμού. Πίσω από κάθε φράση μοιάζει να αιωρείται μια απτή ιδέα απαισιοδοξίας και ματαιότητας και παραίτησης που περνούν αβίαστα από το χαρτί στο μυαλό, και που εξηγούν την συμπεριφορά του Θίο για κάθε απόφαση που παίρνει. Είναι συντετριμμένος, κουρασμένος να υποφέρει και λίγο πολύ εγκαταλειμμένος, όμως δεν χρειάζεται να το διευκρινίσει επειδή ο τρόπος που εκφράζεται είναι σαφής και ακριβής και, παρά την αφαιρετικότητα της σκέψης, το δείχνει με καθαρότητα. Η συναισθηματική ένταση είναι συντριπτική και προκύπτουν κάποια συναισθήματα που δύσκολα φαντάζεται κανείς ότι θα ερεθίζονταν από την λογοτεχνία, με αποτέλεσμα στο τέλος να γίνεται αισθητή μια παράξενη εξάντληση.
 
Οι χαρακτήρες, όπως και στα άλλα μυθιστορήματα της Ντόνα Ταρτ, δεν είναι καλοί ή κακοί. Είναι ανθρώπινοι, αληθινοί, με σωστές και λάθος επιλογές και συμπεριφορές που ποτέ δεν τους συμπαθείς ή αντιπαθείς εντελώς, επειδή παρά το πώς αντιδρούν λίγο σε απωθούν και λίγο τους καταλαβαίνεις. Είναι δομημένοι συμπαγώς και με υπόβαθρα καλά σκιαγραφημένα, με αποτέλεσμα ό,τι και να κάνουν ο αναγνώστης να είναι σε θέση να τους δικαιολογήσει. Τα κίνητρα είναι σαφή και υποστηρίζουν τις ενέργειες που πυροδοτούν, με αποτέλεσμα όλα να είναι αιτιολογημένα.
 
Όσον αφορά στην ροή, το κείμενο είναι πράγματι αργό. Είναι όμως και γεμάτο ένταση, αναπάντεχες εξελίξεις και ρεαλισμό παρόλο που δεν πραγματεύεται κάτι πεζά θνητό, και, κατά την δική μου άποψη, δεν υπάρχουν σημεία φλύαρα ή περιττά. Εάν ο αναγνώστης προβληματίζεται σχετικά με όσα προβληματίζουνε και τον αφηγητή τίποτα δεν είναι υπερβολικό ή κουραστικό, και όλα όσα περιέχονται είναι τόσα όσα χρειάζονται για να χτίσουν, να περιγράψουν και να εξηγήσουν την πλοκή και τις εξελίξεις της.
 
Πρόκειται, πάντως, για ένα αρκετά βαρύ μυθιστόρημα. Είναι έξω απ’ αυτά που έχει συνηθίσει κάποιος που διαβάζει για να ξεφύγει ευχάριστα από το σήμερα, οπότε είναι λογικό να έχει διχάσει. Για εμένα ήταν ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα που έπεσαν στα χέρια μου τα τελευταία δύο χρόνια.
 
 
Έρση Λάβαρη